Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Η Ιταλική κατοχή στα Γιάννενα 1941 – 1943

Του Αλέκου Ράπτη


Την άνοιξη του 1941 εγκαταστάθηκε στην Ήπειρο το 26ο ιταλικό σώμα στρατού, με έδρα τα Ιωάννινα υπό τις διαταγές του στρατηγού Γκουίντο ντελλα Μπόνα (Guido della Bonna).Ο ιταλικός στρατός κατοχής βρήκε σχεδόν την πόλη κατεστραμμένη από τους συχνούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς, των ιταλών και των γερμανών.

Το στρατιωτικό νοσοκομείο που είχε εγκατασταθεί στην σημερινή Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία είχε βομβαρδισθεί από την γερμανική αεροπορία στις 20 Απριλίου 1941, ενώ η ιταλική είχε βομβαρδίσει στις 5 Νοεμβρίου 1940 και το άλλο νοσοκομείο που βρισκόταν στο Κάστρο. Τουλάχιστον 136 σπίτια ήταν καταστραμμένα εντελώς, άλλα 182 είχαν σημαντικές καταστροφές, ενώ 107 έφεραν λιγότερες ζημιές. Η ιστορική Ζωσιμαία Σχολή είχε και αυτή υποστεί καταστροφές από τους ιταλικούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς τον Νοέμβριο του 1940, όπως επίσης και το τζαμί της Καλούτσιανης, τον προηγούμενο μήνα.
H Ιταλική στρατιωτική διοίκηση εγκατέστησε στην Καπλάνειο Σχολή την έδρα της Ιταλικής Καραμπινιερίας, η οποία προχώρησε σε συνεργασία με την Ανωτέρα Διοίκηση Χωροφυλακής Ιωαννίνων.

Καθημερινά την επισκεπτόταν «κάποιοι» Γιαννιώτες πληροφοριοδότες – καταδότες οι οποίοι αποκαλούντο «informatore» για να καταδώσουν όσους Γιαννιώτες είχαν συμμετοχή στην Αντίσταση, στο ΕΑΜ και στον ΕΔΕΣ. Παράλληλα δε με την ιταλική καραμπινιερία τέθηκαν σε λειτουργία, οι φυλακές στο στρατόπεδο στον «Ακραίο», οι φυλακές του Αγίου Κοσμά, εκεί που βρίσκεται το σημερινό κτίριο του ΟΤΕ, επί της 28ης Οκτωβρίου, καθώς και οι φυλακές κράτησης στο κτίριο, στον Γεωργικό Σταθμό Κατσικάς.

Οι ιταλοί κατακτητές στην έδρα της Καραμπινιερίας στο Καπλάνειο, είχαν διαμορφώσει ένα ειδικό δωμάτιο που όσοι Γιαννιώτες πατριώτες πέρασαν από εκείνο το κολαστήριο το θυμούνται σαν «μαύρο θάλαμο» και ήταν μια σοφίτα που είχε διαμορφωθεί κατάλληλα σε αίθουσα βασανιστηρίων. Τα παράθυρα στο δωμάτιο αυτό ήταν σκεπασμένα με κόκκινο χαρτί και όσο που περνούσε το φως. Στους τοίχους ήταν κρεμασμένα όλα τα σύνεργα των βασανισμών: βούρδουλες, χατζάρες (μαχαίρια) και άλλα σύνεργα ανθρώπινης βαρβαρότητας. Πολλές φορές κατά την διάρκεια της ανάκρισης ο ιταλός ανακριτής εφάρμοζε και το ηλεκτροσόκ, βάζοντας στο κεφάλι του κρατούμενου ένα στρογγυλό στεφάνι, διοχετεύοντας ηλεκτρισμό σ΄αυτό. Οι ξυλοδαρμοί των συλληφθέντων ήταν ανηλεείς προκειμένου η Ιταλική Καραμπινιερία να αποσπάσει ομολογίες και να θεμελιώσει το κατηγορητήριο περί συμμετοχής των Γιαννιωτών στο κίνημα της Αντίστασης, στο ΕΑΜ και στο ΕΔΕΣ. Στις συλλήψεις αυτές συλλαμβανόταν χωρίς διάκριση άνδρες και γυναίκες. Συνήθως μετά από πολυήμερες βίαιες ανακρίσεις και βασανισμούς, οι πατριώτες αυτοί μεταφερόταν στις στρατιωτικές φυλακές στον «Ακραίο» με ρητή διαταγή που ανέφερε τον εγκλεισμό των κρατουμένων σε θάλαμο απομόνωσης. Επίσης μεταγωγές γινόταν και στις φυλακές του Μεσολογγίου για να δικασθούν από το ιταλικό στρατοδικείο στο Αγρίνιο, όπου ήταν και η έδρα του 8ου ιταλικού σώματος στρατού. Αρκετοί από αυτούς τους πατριώτες μετά τις καταδίκες του στρατοδικείου εκτοπιζόταν στην Ιταλία σε απομακρυσμένα χωριά ή στην χειρότερη περίπτωση συλλαμβανόταν από την γερμανική (Wehrmacht) στην Ιταλία και εκτοπιζόταν στα στρατόπεδα θανάτου στο Μαουτχάουζεν και στο Νταχάου.

Οι μαρτυρίες

Ο Βασίλης Λέντζιος το 1941 ήταν 11 χρονών και θυμάται χαρακτηριστικά τους ιταλούς στρατιώτες στον «Ακραίο»:
«Ο Ιταλικός στρατός είχε στρατοπεδεύσει στο στρατόπεδο στον «Ακραίο» (σημ. Βελισσάριο) εκεί κοντά που ήταν τα κτήματα των Φριγκαίων και οι Ιταλοί είχαν στήσει στρατιωτικές σκηνές που έφταναν μέχρι την Κιάφα. Eίχαν πολλά αυτοκίνητα μοτοσικλέτες και ποδήλατα, απ΄αυτά χωρίς σαμπρέλα στα λάστιχα που ήταν από καουτσούκ.
Εμείς σαν μικρά παιδιά πηγαίναμε στο στρατόπεδο στον Ακραίο και όταν οι Ιταλοί στρατιώτες έτρωγαν στο συσσίτιο, μας φώναζαν όλα τα παιδιά που ήμασταν καμιά 15αριά και παίρναμε το περίσσευμα από το καζάνι, μας έδιναν επίσης και καμιά «πανιότα», που ήταν μικρά στρόγγυλα ψωμάκια. Το πιο καλό φαγητό ήταν το «πάστα σιούτα», δηλαδή μακαρόνια με κρέας.
Η διαμονή του στρατιωτικού προσωπικού της ιταλικής διοίκησης, στα Γιάννενα, ανατέθηκε στην ιταλική επιμελητεία στρατού η οποία και αναζήτησε καταλύματα για τους αξιωματικούς της. Έτσι μια σειρά από σπίτια Γιαννιωτών που βρισκόταν σε καλή κατάσταση κατασχέθηκαν και αποτέλεσαν προσωρινά καταλύματα για τους αξιωματικούς των ιταλικών μονάδων στα Γιάννενα. Οι Γιαννιώτικες οικογένειες δέχτηκαν αυτή την «συνύπαρξη» μέσα στα ίδια τους τα σπίτια, γιατί υπήρχε ο φόβος να οδηγηθούν στο ιταλικό στρατοδικείο με την κατηγορία «αντίσταση κατά των δυνάμεων κατοχής».

Η Βασιλική Α. το 1941 ήταν 15 χρονών και θυμάται χαρακτηριστικά το αμοιβαίο ερωτικό πάθος ενός ιταλού αξιωματικού που έμεινε στο επιταγμένο σπίτι τους, με μια γιαννιώτισσα, (για ευνόητους λόγους τα ονόματα των πρωταγωνιστών της πραγματικής αυτής ιστορίας, έχουν αλλαχθεί):
«Όταν ήρθαν οι Ιταλοί στα Γιάννενα το 1941, άρχισαν να ψάχνουν για να επιτάξουν τα καλά σπίτια. Το πατρικό μου ήταν σε μια από τις παλιές συνοικίες μέσα στα Γιάννενα. Μια μέρα ένας ρουφιάνος των Ιταλών ο Κώστας Β, έφερε τους Ιταλούς και στο δικό μας το σπίτι. Τότε το ΄40 όλα τα σπίτια ήταν καλυβάκια εκεί γύρω, και το πατρικό σπίτι του πατέρα μου, ήταν εκεί το πιο ψηλό στην γειτονιά. Ο ρουφιάνος ο Κώστας Β, ήρθε με τους δύο Ιταλούς αξιωματικούς στο σπίτι μας. Ο ένας ήταν «Καπιτάνο» δηλαδή λοχαγός και μαζί του ήταν κι ένας άλλος αξιωματικός που τον έλεγαν Πιέρο…
Ο Πιέρο ήταν ένας ωραίος άντρας με μαύρο μουστάκι και ήταν 30 χρονών. Υπηρετούσε στο ιταλικό στρατόπεδο στον Ακραίο και καταγόταν από την Νάπολη. Πολλές φορές μας έδειχνε ένα σωρό οικογενειακές του φωτογραφίες και την φωτογραφία της αδελφής του που την έλεγαν Μαλένα.
Ο Πιέρο αγάπησε μια γειτόνισσά μας, που την έλεγαν Αλεξάντρα που τότες ήταν 18 χρονών και ήταν πολύ όμορφη, και κάθε μέρα έκαναν κόρτε στη γειτονιά.
Η Αλεξάντρα έβγαινε κάθε μέρα με το νυχτικό της στο παραθύρι του σπιτιού της και κοίταζε τον Πιέρο που ήταν στο σπίτι μας, αλλά την κοίταζε και αυτός. Εμείς σαν μικρά κορίτσια που ήμασταν, άμα βλέπαμε το κόρτε του Πιέρο προς την Αλεξάντρα αρχίζαμε και τραγουδάγαμε το προπολεμικό τραγούδι που έλεγε:
«Μέσ' της Νάπολης σαν βγαίνω τα σοκάκια
βλέπω κάτι κοριτσάκια
που 'χουν μαύρα μάτια, κόκκινα χειλάκια…
Τιριτόμπα, Τιριτόμπα
το φιλί σου είναι ζάχαρη γλυκό…».

Εγώ τότε ήμουν 15 χρονών και καταλάβαινα τα Ιταλικά. Θυμάμαι τον Πιέρο που μου έλεγε: « Βασιλική, βενίρι κουά, πορτάρε Αλεξάντρα, βενίρι κουά» δηλαδή: «Βασιλική, σύρε- πήγαινε να πείς στην Αλεξάντρα να΄ρθεί εδώ». Εγώ πήγαινα και η Αλεξάντρα ερχόταν σπίτι μας στον Πιέρο. Έπαιζαν κολτσίνα, το βράδυ επάνω στο σαλόνι, με το μεγάλο το τραπέζι το στρόγγυλο.
Ο καημένος ο πατέρας μου ερχόταν κουρασμένος, τα βράδυα από τη δουλειά αλλά τι να κάνει, καθόταν κι΄αυτός κι έπαιζε κολτσίνα γιατί φοβόταν μήπως ο Πιέρο κάνει τίποτα στην Αλεξάντρα! Κι έλεγε ο πατέρας μου «τι έπαθα κι εγώ! τι να κάνω! να τς΄αφήσω και τς΄δυό, σκιάζουμε μην βάλει καταή κι έρθει μετά η μάνα τς, που την έχει και μοναχή! τι να κάνω!».
Όμως ο Πιέρο είχε σεβασμό στον πατέρα μου και δεν έκανε τίποτα μπροστά του.
Αυτός ο Ιταλός αξιωματικός, είχε και έναν στρατιώτη, ιπποκόμο, που τον έλεγαν Νίνο. Μ΄αυτόν έστελνε τρόφιμα και μακαρόνια και βοηθούσε την οικογένεια της Αλεξάντρας.
Όταν ο ιπποκόμος ο Νίνο ερχόταν στο σπίτι μας μου έλεγε: «Μποτζιόρνο Βασιλική, άστατζ, βολέρε τσιματόγκραφο, Πιέρο έ Αλεξάντρα» δηλαδή: « Βασιλική καλημέρα, σήμερα θα δούμε κινηματογράφο» και εννοούσε δηλαδή το κόρτε του Πιέρο με την Αλεξάντρα!
Ο Πιέρο είχε ξεχωριστό δωμάτιο μέσα στο σπίτι μας που είχε δύο μεγάλες ντουλάπες για να βάζει τις στολές του και κοιμόταν σε ένα κρεβάτι που είχε μια άσπρη κουνουπιέρα. Η στολή του είχε χρώμα αεροπορί και ήταν αξιωματικός στο στρατό και μπροστά στα πέτα της στολής είχε δύο ασημένια αστέρια… Φαινόταν και ξεχώριζε πως ήταν αριστοκράτης, με την ευγένεια και τους τρόπους του απέναντι σ΄έμάς. Μια φορά ο Πιέρο πήρε άδεια και πήγε στην Ιταλία, και σαν γύρισε μας έφερε πολλά δώρα, στον μικρό μου τον αδελφό, του έφερε ένα τάνκς – παιχνίδι, που όταν το κούρντιζες με το κουρντιστήρι αυτό ξεκίναγε και έβγαζε σπινθήρες όπως έβγαζαν οι αναπτήρες που είχαν τσακμακόπετρα και σε μένα ένα ωραίο φορέμα από μάλλινο ύφασμα που ήταν πολύ όμορφο…αλλά έφερε και στην Αλεξάντρα…
Όταν έγινε η κατάρρευση των Ιταλών τον Σεπτέμβριο του 1943, βλέπαμαν τους Ιταλούς στον δρόμο και τους λυπόμασταν, ήταν σαν ρακένδυτοι, κι έλεγαν πως οι Γερμανοί, ήθελαν να τους σκοτώσουν. Και μια μέρα έφυγε και ο Ιταλός ο αξιωματικός ο Πιέρο από το σπίτι μας για τον «Ακραίο» και δεν ξαναγύρισε….».

Η μαρτυρία αυτή αντικατοπτρίζει την εικόνα που επικρατούσε στην διοίκηση του 26ου ιταλικού σώματος στρατού, που από το 1941 είχε επιλέξει ,τον συγκεντρωτισμό των στρατιωτικών της μονάδων σχεδόν σε όλα τα αστικά κέντρα, ούτως ώστε να αποφύγει όποια εμπλοκή με τους αντάρτες και να κρατήσει «μια ευέλικτη άμυνα». Το καλοκαίρι του 1943, όταν πλέον στα Γιάννενα είχε εγκατασταθεί και η 1η ορεινή μεραρχία ορεινών καταδρομών «Εντελβάις» (1. Gebirgs Division «Edelweis»), κατάπληκτος ο γερμανός αξιωματικός ταγματάρχης Χάραλντ φον Χίρσφελντ (Harald von Hirscfeld), που ήταν αξιωματικός σύνδεσμος με το 26ο ιταλικό σώμα στρατού, ανέφερε πως: «κανένας από τους ιταλούς αξιωματικούς του Επιτελείου δεν έχει πολεμική εμπειρία…», ενώ για τους ιταλούς στρατιώτες στα Γιάννενα ανεφέρετο πως: «είχαν να πολεμήσουν και να εκπαιδευτούν εδώ και δύο χρόνια… είναι σε τρομακτικό λήθαργο…η ετοιμότητά τους για δράση είναι σχεδόν ανύπαρκτη και η στάση τους μοιρολατρική…».

Στα κατοχικά Γιάννενα το 1943 οι ιταλοί στρατιώτες, ασχολούνταν με άλλα θέματα εκτός του πολέμου, που ήλπιζαν ότι κάποτε θα τελειώσει, για να επιστρέψουν στην Ιταλία.

Ο Δημοσθένης Μουλιώτης το 1941 ήταν 19 χρονών και θυμάται αρκετά καλά πως: «οι πιο πολλοί ιταλοί στρατιώτες ήταν μπασμένοι στις αγροτικές δουλειές. Καταγόταν από το Μιλάνο, Τορίνο, Γένοβα, Ρώμη, Σικελία. Στον Κοτρώτσιο τον Βασίλη του΄δεσαν όλο το χορτάρι στα χτήματα που είχε. Οι ιταλοί έδεναν 400 μπάλες την ημέρα, ενώ οι δικοί μας οι έλληνες εργάτες έβγαζαν πάνω – κάτω 120 μπάλες. Δούλευαν στον Κοτρώτσιο που μιλούσε και έγραφε ιταλικά και τους πλήρωνε κανονικά για να κόψουν και να δέσουν τα χορτάρια του. Αυτός είχε καμιά 300αριά στρέμματα από το «Κοτσαλί», δηλαδή από την περιοχή στο στρατόπεδο στον «Ακραίο», μέχρι κοντά στο σημερινό νοσοκομείο της Δουρούτης. Για να δέσουν κάθε μπάλα χρειαζόταν 4 ιταλοί στρατιώτες που δούλευαν στις χειροκίνητες με μαναβέλλα, χορτοδετικές μηχανές του Κοτρώτσιου, είχα κι εγώ μια τέτοια μηχανή. Έβαζες το χορτάρι μέσα και το πάταγες μέσα στη μηχανή και έβγαινε η τετράγωνη μπάλα δεμένη με τα σύρματα, όσο είναι ένα τραπέζι».

Ο Βασίλης Λέντζιος θυμάται πως οι ιταλοί έκαναν και αγώνες ιππασίας:

«πηγαίναμε με τους φίλους μου σένα μέρος, πίσω από το ΞΕΝΙΑ, εκεί που είναι το ξενοδοχείο (Grand Serai). Σ΄ αυτό το γήπεδο στην κατοχή, κάθε 15 μέρες περίπου, τις Κυριακές ερχόταν οι Ιταλοί στρατιώτες και έκαναν ιππασία και αγώνες. Ο κόσμος μαζευόταν γύρα – γύρα και τους έβλεπε , ήταν κόσμος απ΄όλες τις συνοικίες απ΄την Αιακιδών, από την Λούτσα, κι΄απ΄τα Ζευγάρια. Είχαν καλοταϊσμένα άλογα και τα ταΐζανε με ένα είδος πίτουρο που είχε γλυκιά γεύση. Έστηναν στο γήπεδο ξύλινα εμπόδια και πήδαγαν με τα άλογα όπως κάνουνε σήμερα στους αγώνες ιππασίας. Όλοι είχαν στρατιωτικές στολές κι είχαν ψηλές μπότες, οι Καραμπινιέροι φόραγαν κάτι μακρόστενα καπέλα ενώ όλοι οι άλλοι είχαν δίκοχα απ΄ότι θυμάμαι. Συνολικά είχαν καμιά δεκαριά άλογα που έκαναν ιππασία και όταν τελείωναν οι αγώνες έδιναν και βραβεία στους νικητές.

Η παραμονή των ιταλών στα κατοχικά Γιάννενα τους έφερε σε κοινωνική επαφή με τον κόσμο της κάθε γειτονιάς, αυτόν τον κοσμάκη που πεινούσε και βίωνε καθημερινά την τραγικότητα της κατοχής .

Ο Βασίλης Λέντζιος θυμάται πως:

«Οι Ιταλοί στρατιώτες έφερναν τα στρατιωτικά τους ρούχα στην γειτονιά μας και τα έπλυναν οι γυναίκες απ΄τα φτωχά τα σπίτια. Έφερναν και στο σπίτι μας στη μάνα μου, κάθε 10 με 15 μέρες για να τους πλύνουμε τα στρατιωτικά ρούχα αλλά και τα εσώρουχα.

Σχεδόν όλα τα φτωχά σπίτια στην Αιακιδών, έπλυναν τα ρούχα των Ιταλών. Πολλές φορές, όταν οι Ιταλοί μας έφερναν τα ρούχα τους για πλύσιμο, τους βάζαμε να φάνε και φαγητό. Το δεχόταν αυτό και καθόταν στο τραπέζι μαζί μας. Πιο συχνά ερχόταν ένας Ιταλός επιλοχίας, που μας έφερνε τα ρούχα του και έτρωγε μαζί μας. Πάντα θα τους θυμάμαι τους Ιταλούς γιατί μας έφερναν καραμέλες και σταφίδες και όταν εμείς τους δίναμε λαχανόπιτες αυτό τους φαινόταν περίεργο, ούτε κι΄εγώ ξέρω το γιατί».

Το 1943 η πτώση του Μουσολίνι και η συνθηκολόγηση του ιταλικού στρατού, με τους Συμμάχους στις 8 Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς, προκαλεί την κατάρρευση της δομής του ιταλικού στρατού. Η γερμανική (Wehrmacht) γίνεται ο απηνής διώκτης στους άλλοτε συμμάχους της. Με την πρώτη ημέρα του αφοπλισμού σημειώθηκαν εντάσεις και αντιφασιστικές εξεγέρσεις στον ιταλικό στρατό ενώ ολόκληρες στρατιωτικές μονάδες και σχηματισμοί παραδόθηκαν στον ΕΛΑΣ και στον ΕΔΕΣ. Στις 9 Σεπτεμβρίου 1943,ο φρούραρχος της πόλης των Ιωαννίνων, στρατηγός Γκουίντο ντελλα Μπόνα (Guido della Bonna), ενημερώνει τον γερμανό αξιωματικό, ταγματάρχη Χάραλντ φον Χίρσφελντ που ήταν ο αξιωματικός σύνδεσμος με το 26ο ιταλικό σώμα στρατού, πως θα παραδώσουν τον στρατιωτικό οπλισμό στην γερμανική (Wehrmacht). Παράλληλα δε αποστέλλει έγγραφο στον συνταγματάρχη Λουίτζι Λουζινιάνι (Luigi Lusiagnani) που ήταν στρατιωτικός διοικητής στην Κέρκυρα και του γνωρίζει τα παρακάτω:

Από: Διοίκηση XXVI Corpamiles (ιταλικό σώμα στρατού).
Προς: Διοίκηση Τομέα Κέρκυρας. Νο 16530/Op. Stop.

Ώρα 18 της 9ης τρέχοντος κατέθεσα στα Γιάννενα τα όπλα για να προλάβω ανώφελη αιματοχυσία. Το σώμα στρατού προωθήθηκε εις Αλβανία για να διαπεραιωθεί στην Ιταλία.
Προς αποφυγή αιματοχυσίας στην Κέρκυρα δύνασθε κατά τις περιστάσεις να ενεργήσετε ανάλογα.
Ο επικεφαλής Στρατηγός della Bonna.


Το «πόστο μπλοκ» στα Ζευγάρια

Ο Δημοσθένης Μουλιώτης θυμάται εκείνες τις μέρες του Σεπτέμβρη:

«Στα Ζευγάρια εκεί στον Άγιο Σπυρίδωνα, οι γερμανοί είχαν βάλει έλεγχο «πόστο μπλόκ», με στρατιωτική φρουρά και είχαν στήσει τα πολυβόλα τους στο δρόμο. Από την άλλη μεριά οι ιταλοί είχαν φτιάξει και αυτοί φυλάκιο στην κορυφή του βουνού, που τότε δεν είχε πεύκα, πάνω από την εκκλησία την Περίβλεπτο. Σιγά - σιγά οι γερμανοί προχώρησαν και έφτασαν εκεί που είναι τώρα το καφενείο του Αυγέρη, στο τέρμα της Βελουχιώτη και θέλησαν να ανεβούν στην κορυφή. Από το ιταλικό φυλάκιο τότε βγήκε όρθιος ένας ιταλός αξιωματικός και φώναζε προς τους γερμανούς. Εμείς εδώ από το Τσιφλικόπουλο τους βλέπαμε αρκετά καλά. Οι γερμανοί σταμάτησαν για λίγο και μετά από λίγο παραδόθηκε στους γερμανούς, το ιταλικό φυλάκιο και λίγο αργότερα ολόκληρη η ιταλική φρουρά 200 στρατιώτες, που βρισκόταν στις παλιές αποθήκες του Δήμου Ιωαννίνων, εκεί που είναι τώρα η Φοιτητική Εστία…»

«Όταν έγινε η κατάρρευση των ιταλών το΄43 αφηγείται ο Λάκης (Ευάγγελος) Βαφειάς, εμείς χαζεύαμαν εκεί γύρα στο ιταλικό στρατόπεδο στις σκηνές των ιταλών, στ΄αμπέλια του Καλαμπόκα, που ήταν κάτω στο τέρμα της σημερινής Άρη Βελουχιώτη, για ν΄αρπάξουμε τίποτα, κανένα παλιό μπουκάλι από κρασί που θα μας ήταν χρήσιμο. Είχα και ένα μικρό ανιψίδι μαζί μου και αυτό μπήκε μέσα σε μια ιταλική σκηνή για να πάρει μπουκάλια κρασιού που ήταν πλεγμένα σε καλαθάκια και ήταν πολύ όμορφα. Ένας ιταλός αξιωματικός μόλις μας είδε μας, άρχισε να πυροβολεί στον αέρα, πάφ – πάφ – πάφ, με το πιστόλι του και προς τα πόδια του ανιψιού μου του Γιάννη. Τελικά το μπουκάλι δεν το πήραμε, από την σκηνή του ιταλού. Είχαν δίκιο, οι ιταλοί, γιατί ήταν πάνω στην παράδοση, στους γερμανούς, γιατί ήταν 6 με 7 μέρες σ΄αυτή την κατάσταση, που σκεφτόταν πώς θα παραδώσουν τα όπλα…».

Στις αρχές Οκτωβρίου το 22ο γερμανικό σώμα στρατού στην Ήπειρο, με διοικητή τον στρατηγό Χούμπερτ Λάνς (Hubert Lanz), είχε ολοκληρώσει την εκτόπιση των ιταλικών στρατιωτικών σχηματισμών καταγράφοντας περίπου 44.500 άνδρες, και τους είχε οδηγήσει δια μέσου Καλπακίου και Φλώρινας σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, στο Νις της Σερβίας. Από εκεί οι πιο πολλοί, στάλθηκαν και εξοντώθηκαν στο Ανατολικό μέτωπο ή σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας στη Γερμανία. Μόνον λίγοι επιζώντες που επέστρεψαν μετά την λήξη του πολέμου 1945 στην πατρίδα τους την Ιταλία μπόρεσαν να χαρούν την ελευθερία.


Αναδημοσίευση από τον χτεσινό "Ηπειρωτικό Αγώνα"

Πάτρα: Πάμε παρέλαση 28 Οκτωβρίου 2011

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940 στο Γυμνάσιο Πωγωνιανής


Από το βιβλίο του Κωνσταντίνου Κωστούλα «Γεγονότα στο Πωγώνι 1940-41 και το χρονικό του ανεξάρτητου τάγματος Δελβινακίου»

…………………….

Στην Πωγωνιανή λειτουργούσε το Γυμνάσιο με 300 περίπου μαθητές και μαθήτριες. Από αυτούς οι 100 ήταν από τα χωριά της Βορείου Ηπείρου που ήταν τώρα ιταλοκρατούμενη, άλλοι 100 από τα χωριά του Πωγωνίου και οι υπόλοιποι 100 από διάφορα μέρη πέραν του Πωγωνίου.

Η κήρυξη του πολέμου βρίσκει τους μαθητές σε μια κατάσταση αβεβαιότητας, αμηχανίας μέχρι του πανικού. Από τη νύχτα είναι στο πόδι και φέρνουν γύρω στο κέντρο του χωριού προσπαθώντας να μάθουν τι γίνεται.

Έτσι το πρωϊ γύρω στις πέντε, πολλοί ξύπνησαν με τις πρώτες ομοβροντίες κανονιών που ακούγονταν περισσότερο προς την Κακαβιά και τους Ποντικάτες.

Στην αρχή πολλοί νόμισαν ότι είναι μπουμπουναριές, αφού και ο καιρός ήταν βαρύς, υγρός και ψιλόβρεχε. Ο ρυθμικός όμως τρόπος και ο κοφτός ήχος με τον οποίο ακούγονταν οι βροντές διέλυσε γρήγορα την ψευδαίσθηση για μπουμπουναριές. Γρήγορα κυκλοφόρησε η είδηση. «Πόλεμος», άρχισε ο πόλεμος που όλοι σχεδόν τον περίμεναν.

Πρωϊ πρωϊ μαζεύτηκαν στο Γυμνάσιο αρκετοί μαθητές. Εκεί και μερικοί καθηγητές. Μαζί και ο Γυμνασιάρχης Ιωάννης Παπαγεωργίου. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα ταραχής και ανησυχίας και μέσα σε απόλυτη σιγή όλοι οι μαθητές κρεμάστηκαν από τα χείλη του Γυμνασιάρχη να τους λέει:

«Άρχισε ο πόλεμος. Τα μαθήματα διακόπτονται μέχρι νεωτέρας. Μπορείτε να πάτε στα σπίτια σας με όποιο τρόπο νομίζετε»

…………………….

Πολλοί μαθητές συγχωριανοί ή κοντοχωριανοί είχαν ήδη ετοιμάσει τις ομάδες τους. Πήραν ό,τι πρόχειρο είχαν, λίγο ψωμί κάτι να προφυλαχτούν από τη βροχή που έπεφτε ασταμάτητα και ξεκίνησαν.

Με τη διαίσθηση του πανικόβλητου αγριμιού ξεκίνησαν σε ομάδες προς όλες τις κατευθύνσεις. Μετρούσαν από εκεί που έπεφταν οι λιγότερες κανονιές, και ο ήχος από τα άλλα όπλα που όλο πύκνωναν. Και διάλεγαν το ασφαλέστερο και συντομότερο μονοπάτι, μέσα και έξω από τα γνωστά τους δρομολόγια, στα ρουμάνια και στους καλυμμένους με βλάστηση κατσικόδρομους, για να μην τους επισημαίνουν οι Ιταλοί από τα παρατηρητήρια και τα αεροπλάνα

Ανάμεσα σε αυτές τις ομάδες και ο καθηγητής Γυμναστικής Θεοφάνης Δούμας από τη Βήσσανη γύρω από τον οποίο είχε συσπειρωθεί μια ομάδα μαθητών.

Γλούπ, γλούπ ακούγονταν τα βλήματα που έπεφταν γύρω μας μέσα στις λάσπες θυμάται κάποιος μαθητής.

Μια ομάδα με λίγα παιδιά από Δολιανά και Τσερβάρι (Ελαφότοπο) έφυγαν πρωϊ και πέρασαν γρήγορα από το Χάνι Δελβινάκι με κατεύθυνση προς Γέφυρα Αγίων – Δολιανά – Καλπάκι. Στη θέση «Κορακότρυπα» απέναντι ακριβώς από την γραμμή άμυνας Καλπακίου, δέχτηκαν μια βόμβα από ιταλικό αεροπλάνο. Θύμα ο μαθητής της Στ’ τάξεως του Γυμνασίου Πωγωνιανής Απόστολος Βλαστός ( ο πρώτος μαθητής θύμα του πολέμου που μόλις είχε αρχίσει) που βλήθηκε βαριά στην κοιλιά και ξεψύχησε στην αγκαλιά του μικρότερου αδελφού του Ηλία, μαθητή και αυτού του Γυμνασίου Πωγωνιανής.

Μία μεγάλη ομάδα από άλλα μακρινά μέρη (και Βορειοηπειρωτόπουλα που δεν μπορούσαν να πάνε στα χωριά τους) ξεκίνησαν κοντά στο μεσημέρι, πεζοπορώντας, με τον καθηγητή της Φυσικής Σπύρο Τσακαλώτο, ο οποίος καταγόταν από την Πρέβεζα (εξάδελφος του μετέπειτα στρατηγού Θρασύβουλου Τσακαλώτου) με κατεύθυνση προς τα Γιάννενα.

Μέσα από παρακάμψεις και ατραπούς για να αποφύγουν τα αεροπλάνα που πετούσαν στην περιοχή, με το σκοτείνιασμα φτάνουν προς τη γέφυρα Αγιούς. Η πορεία ήταν κουραστική αφού μεταξύ των μαθητών ήταν και αρκετοί μικρών τάξεων και η πορεία ήταν μεγάλη και βασανιστική και πολλοί ήταν ξυπόλυτοι ή με ένα παπούτσι.

Μερικούς από τους μικρότερους μαθητές που κουράζονταν τους έπαιρναν στη πλάτη οι μεγαλύτεροι. Είχε σκοτεινιάσει πλέον όταν κατέβαιναν προς το χωριό Λίμνη με κατεύθυνση προς τη γέφυρα των Αγίων. Η πορεία γινόταν με προσοχή. Δεξιά τους είχαν εμφανισθεί ήδη κάποια τμήματα του Ιταλικού στρατού που προχωρούσαν προς το Καλπάκι. Ο Σπύρος Τσακαλώτος, ο καθηγητής τους της Φυσικής, τους συνιστούσε απόλυτη σιωπή. Σε κάποια απόσταση από το Χάνι Ζαραβίνας είχαν φτάσει οι Ιταλοί και είχαν στρατοπεδεύσει.

Νύχτα πλέον έφθασαν κοντά στη γέφυρα των Αγίων. Και εκεί μέσα στη σιωπή της νυχτας και το φόβο των παιδιών, ακούστηκε η φωνή του σκοπού:

- Αλτ, τις εί;

Και τότε, ο καθηγητής Σπύρος Τσακαλώτος μέσα στη νεκρική σιγή που πάγωνε τις ψυχές των ακινητοποιημένων και βουβών μαθητών, απαντά με αγωνιώδη και τρεμάμενη φωνή του:

«Μαθηταί του Γυμνασίου Πωγωνιανής μετά των καθηγητών τους. Παρακαλώ μην πυροβολείτε, μην πυροβολείτε.»

Σε λίγο με την παρουσία αξιωματικού και με έλεγχο όλων από στρατιώτες και με τον φακό στο χέρι, πέρασαν οι μαθητές τη γέφυρα των Αγιων ένας – ένας και συνέχισαν την πορεία τους προς το Χάνι Δολιανών.

(Η γέφυρα των Αγίων που είχε κατασκευασθεί το 1874, ανετινάχθη το βράδυ της 28ης προς την 29η Οκτωβρίου 1940, καταστραφείσα σχεδόν ολοκληρωτικώς)

….Εκεί στο εγκαταλειμένο Χάνι των Δολιανών οι πεζοπόροι μαθητές του Γυμνασίου Πωγωνιανής, βρήκαν ένα κουτί λουκούμια, ξεγέλασαν την πείνα τους και ξεδίψασαν στα βροχόνερα στα χαντάκια του δρόμου. Οι μαθητές αυτοί συνέχισαν την πορεία τους προς Καλπάκι όπου, άλλοι μεν επιβιβάστηκαν σε αυτοκίνητα του στρατού και άλλοι συνέχισαν πεζοπορούντες μέσα στη νύχτα για να φτάσουν στα Γιάννενα (διαδρομή από Πωγωνιανή μεγαλύτερη από 70 χιλιόμετρα), τα ξημερώματα.

……………………………………………..

Ο πόλεμος που ξεκίνησε την Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940 επρόκειτο ουσιαστικά να σταματήσει ξανά στα βουνά της Πίνδου τον Αύγουστο του 1949 μετά από έναν πολυαίμακτο εμφύλιο "με χαρακτηριστικά ταξικής εξέγερσης", όπως σημείωνε στα ΝΕΑ πρόσφατα ένας Ιστορικός Ερευνητής με αφορμή την ταινία του Παντελή Βούλγαρη "Ψυχή Βαθιά".

ΠΗΓΗ - Περισσότερα στο Μικρό Κελλάρι





Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

" τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν ..."


Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού."

πάλι με την άνοιξη.

Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες

το κόκκινο χώμα και οι ασπάλαθοι

δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια

και τους κίτρινους ανθούς.

Απόμερα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας που αντηχούν

ακόμη...

Γαλήνη

-Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;

Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ, θαμένη στου μυαλού τ' αυλάκια.

τ΄όνομα του κίτρινου θάμνου

δεν άλλαξε από κείνους τους καιρούς.

Το βράδυ βρήκα την περικοπή:

"τον έδεσαν χειροπόδαρα" μας λέει

"τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν

τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν

απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους

και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο κουρέλι".

Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του

Ο Παμφύλιος ο Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος

31 του Μάρτη 1971

Γεώργιος Σεφέρης


Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

Cinema Paradiso



Ο παλιός κινηματογράφος ΟΛΥΜΠΙΟΝ στην Κόνιτσα
Ένα ντοκιμαντέρ που δημιουργήθηκε στα πλαίσια ενός πενθήμερου κινηματογραφικού εργαστηρίου που έγινε στην Κόνιτσα τον Ιούνιο του 2011.
Το εργαστήριο οργανώθηκε από το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Κόνιτσας και την Κοινωφελή Επιχείρηση Δήμου Κόνιτσας.
Σχεδιασμός εργαστηρίου: ΝΕΑΝΙΚΟ ΠΛΑΝΟ
Υπεύθυνος του εργαστηρίου Νίκος Θεοδοσίου
Περισσότερα για τον κινηματογράφο ΟΛΥΜΠΙΟΝ εδώ
Υ.Γ. Δικό μου: Προσωπικοί δεσμοί που έχουν να κάνουν με την πρώτη παιδική ηλικία με συνδέουν με την Κόνιτσα. Τότε, σε μια μετεμφυλιακή Κόνιτσα, που τόσο ταλαιπωρήθηκε εκείνα τα χρόνια, πανέμορφη κουκλίτσα πάντα ν' ατενίζει τα πανύψηλα βουνά τριγύρω και τον κάμπο του Αώου. Θυμάμαι ακόμα και τα πρώτα κινηματογραφικά έργα, που είχα δει πριν ακόμα από το Ολύμπιον από περιοδεύοντες υπαίθριους κινηματογράφους, έναν είχε φέρει και ένας θείος μου, αγαπημένος ξάδερφος του πατέρα μου, τον φιλοξενούσε όσο καιρό έμεινε, σαν όνειρο το θυμάμαι, μου έδειχνε τον φακό προβολής να κοιτάζω και εκστασιαζόμουν από το πώς ένα τόσο δα πραγματάκι κάνει τα πράγματα μεγαλύτερα, έτσι νόμιζα. Όλος ο κόσμος στην πλατεία με το άγαλμα της "μεγάλης μητέρας" Φρειδερίκης να δεσπόζει και εμείς τα μικρά κατάχαμα στο τσιμέντο και τις πλάκες να βλέπουμε, πράματα και θαύματα τότε. Και μετά χτίστηκε ο σινεμάς: Πολυτέλεια για την εποχή. Η μοναδική  διασκέδαση. Αν και οι ανθρώπινες σχέσεις, τόσο στενές τότε αναπλήρωναν το κενό. Τόσο μακρινή η Κόνιτσα τότε, χωματόδρομοι και κοτρώνες. Τη μικρή, αλλά τόσο ζωντανή αγορά, τις γιορτές, όλα. Ναι, τα θυμάμαι. Νοσταλγία; Μπορεί. Στο βαθμό που μπορείς να νοσταλγήσεις μιαν εποχή δύσκολη, γεμάτη φτώχεια, αλλά και ζωντάνια και ανθρωπιά.

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011

Η δυσπιστία και ο φόβος της πρωτόγονης φυλής Toulambis στο συναπάντημα ενός λευκού και της τεχνολογίας μας.




Το 1976, η ομάδα του εξερευνητή Jean-Pierre Dutilleaux ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με την πρωτόγονη φυλή των Toulambis (Papua, Νέα Γουινέα), τα μέλη της οποίας δεν είχαν έρθει ποτέ σε επικοινωνία με τον έξω κόσμο και ούτε είχαν ξαναδεί άνθρωπο με λευκό δέρμα. Η κάμερα αποθανάτισε την φοβισμένη και γεμάτη περιέργεια αντίδρασή τους.

Στιγμές τόσο σημαντικές και μοναδικές για την ιστορία του ανθρώπου, είχαν την δυνατότητα να καταγραφούν και να παρουσιάσουν σε εμάς, την απόσταση των ανθρώπινων πολιτισμών που κατοικούν στον ίδιο πλανήτη.
Εκφράσεις, συμπεριφορές και στο τέλος η αποδοχή και η φιλία.
Ένα βίντεο που αποκαλύπτει σε όλους μας το πρωτόγονο σε ταύτιση με το πρωτόγνωρο.
Τέτοια βίντεο θα έπρεπε να είχα γίνει ευρύτερα γνωστά και οι δημιουργοί τους να είχα βραβευθεί.

ΠΗΓΗ Τα καλύτερα βίντεο στο διαδίκτυο

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

951 πόλεις – 82 χώρες


15 Οκτώβρη – Ενωμένοι για μια Παγκόσμια Αλλαγή

Στις 15 Οκτωβρίου, άτομα από όλο τον κόσμο θα βγουν στους δρόμους και τις πλατείες. Από την Αμερική ως την Ασία, από την Αφρική ως την Ευρώπη, ο κόσμος ξεσηκώνεται για να διεκδικήσει τα δικαιώματα του και να απαιτήσει μια αληθινή δημοκρατία. Τώρα ήρθε η ώρα να ενωθούμε όλοι σε μια παγκόσμια, ειρηνική διαμαρτυρία.
Οι κυβερνήσεις λειτουργούν για το όφελος των λίγων, αγνοώντας τη βούληση της συντριπτικής πλειοψηφίας και το ανθρώπινο και περιβαλλοντικό κόστος που πληρώνουμε όλοι. Αυτή η ανυπόφορη κατάσταση πρέπει να σταματήσει.
Ενωμένοι σε μια φωνή, θα δείξουμε στους πολιτικούς και την οικονομική ελίτ που υπηρετούν, ότι εμείς, ο λαός, θα αποφασίσουμε για το μέλλον μας. Δεν είμαστε εμπορεύματα στα χέρια των πολιτικών και τραπεζιτών που δεν μας αντιπροσωπεύουν.
Στις 15 Οκτωβρίου, θα συναντηθούμε στους δρόμους για να ξεκινήσουμε την παγκόσμια αλλαγή που θέλουμε. Θα διαδηλώσουμε ειρηνικά, θα μιλήσουμε και θα οργανωθούμε, μέχρι να το καταφέρουμε.
Ήρθε η ώρα να ενωθούμε. Ήρθε η ώρα να μας ακούσουν.

Λαοί του κόσμου, ξεσηκωθείτε στις 15 Οκτωβρίου!

(Από το http://15october.net/gr/)

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

Ο ηλεκτρολόγος γιατρός!


Σύμφωνα με πληροφορίες της εφημερίδας ΝΕΟΙ ΑΓΏΝΕΣ στην Νευρολογική κλινική του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ιωαννίνων εργάζεται ένα άτομο που είναι ηλεκτρολόγος στην ειδικότητα μια και τελείωσε μια μέση σχολή ηλεκτρολογίας.
Ο κύριος αυτός λοιπόν, λένε οι πληροφορίες διενεργεί παράνομα διάφορες ιατρικές εξετάσεις απουσία γιατρών. Ούτε καν ειδικευόμενων.
Ανάμεσα στις εξετάσεις που κάνει είναι οι ταχύτητες εισαγωγής στα νεύρα. Ηλεκτρομυογράφημα δηλαδή.
Συν τον χρόνο άρχισε να κάνει αξονικές τομογραφίες ενώ «ειδικεύτηκε» και σε μια εξέταση που λέγετε «μπότοξ». Είναι μια μέθοδος που χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση των πόνων η οποία ωστόσο, από τη στιγμή που χρησιμοποιείται βελόνα απαιτείται η παρουσία γιατρού.
Η απορία μας φυσικά είναι πως αυτός ο εργαζόμενος με ειδικότητα ηλεκτρολόγου επιδίδεται σε ιατρικές εξετάσεις και με ανοχή ποιών. Το να είσαι ηλεκτρολόγος και να έχεις ειδικευθεί στην λειτουργία ενός ιατρικού οργάνου ακούγεται λογικό.
Το να αναλαμβάνεις όμως ως ηλεκτρολόγος να κάνεις από μόνος σου εξετάσεις απουσία γιατρών αυτό δεν είναι απλά παράλογο αλλά και επικίνδυνο για την υγεία του ασθενούς.

Είχε τα κλειδιά στο σπίτι του
Από τη στιγμή που ο εν λόγο ηλεκτρολόγος έδειχνε στην ιατρική κοινότητα του νοσοκομείου ότι προστατεύεται από κάποιους υψηλά ιστάμενους για όσα έκανε, μια και όσες καταγγελίες είχαν γίνει κατά το παρελθόν είχαν πέσει στο κενό, έστησε μέσα στο νοσοκομείο ένα δικό του ιατρείο - εξεταστικό κέντρο.
Ναι καλά διαβάσατε. Διατηρούσε ιατρικό γραφείο μέσα στο οποίο υπήρχε το μηχάνημα του ηλεκτρομυογραφήματος και φυσικά είχε τα κλειδιά μαζί του. Μέσα σε αυτό λοιπόν έκανε τις εξετάσεις του (για παράδειγμα ταχύτητες εισαγωγής στα νεύρα) και ότι άλλο.
Όπως αναφέρουμε παραπάνω όλη αυτή η κατάσταση ήταν γνωστή στον ιατρικό κόσμο του νοσοκομείου αλλά κανείς δεν μπορούσε να κάνει το οτιδήποτε. Και όταν κάποτε ένας γιατρός πήγε να πει κάτι δεν εισακούστηκε. Το κοινό μυστικό ότι ένας ηλεκτρολόγος πρώην πωλητής ηλεκτρικών συσκευών σε γνωστά καταστήματα της πόλης ασκεί το επάγγελμα του ιατρού κυκλοφορούσε στους διαδρόμους χωρίς αντίκρισμα.

Δεν κρατάει για πάντα η παρανομία
Όπως λέει και ο σοφός λαός μας ο ψεύτης και ι κλέφτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται. Στην προκειμένη περίπτωση ενδεχόμενα να πέρασαν πολλά περισσότερα χρόνια ωστόσο κάποια στιγμή αποκαλύφθηκαν όλα όσα γινόταν στην νευρολογική κλινική. Μια παθολόγος γιατρός που εργάζεται χρόνια στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο χρειάστηκες να στείλει για νευρολογικές εξετάσεις και για αξονική τομογραφία έναν συγγενής της.
Οι εξετάσεις δεν έδειξαν τίποτε, σύμφωνα με την... ιατρική γνωμάτευση. Έψαξε το θέμα και έμαθε ότι τις εξετάσεις δεν τις έκανε γιατρός αλλά ένας... ηλεκτρολόγος. Ποιος είδε το θεό και δεν τον φοβήθηκε μια και η παθολόγος δεν είναι από τα άτομα που μασάνε εύκολα. Έγινε ολόκληρη φασαρία και... ξαφνικά το «κοινό μυστικό» αποκαλύφθηκε. Οι πληροφορίες μας λένε ότι ο κύκλος που στήριζε όλα αυτά τα χρόνια τον ηλεκτρολόγο τον συμβούλεψε να μετακινηθεί για δυο τρεις μήνες να μετακινηθεί στο Πανεπιστήμιο μέχρι να καταλαγιάσουν τα πράγματα.
Σε κάθε περίπτωση τώρα ξέρουμε.Όταν έχουμε πρόβλημα με τα ηλεκτρολογικά στο σπίτι μας δεν καλούμε ηλεκτρολόγο.Νευρολόγο θα φωνάζουμε...

ΝΕΟΙ ΑΓΩΝΕΣ

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

Ο φωτογράφος του απλού λαού πέθανε

Μας είναι γνωστός, πολύ γνωστός από τις φωτογραφίες του. Γέννημα, θρέμμα κι αυτός της Ηπείρου μας. Και ο Φωτογράφος Κώστας Μπαλάφας πέθανε προχτές και κηδεύτηκε χτες από το Νεκροταφείο Χαλανδρίου. Το μάτι του φακού του είδε το Αλβανικό Μέτωπο, την Κατοχή και την Αντίσταση. Είδε τον μόχθο και τον πόνο του απλού ανθρώπου της υπαίθρου και της πόλης σε εποχές που κάποιοι τις θεωρούν αλησμόνητες. Μπορεί να είναι κιόλας. Ανεπιστρεπτί παρελθόν (;). Ποιός ξέρει; Μακάρι να βρεθεί ένας νέος Κώστας Μπαλάφας να δείξει στις μέλλουσες γενιές τον πόνο και το μόχθο του απλού ανθρώπου σήμερα. Προς Θεού, όχι πόλεμο. Ας δούμε ένα σύντομο βιογραφικό από την ιστοσελίδα του http://www.costasbalafas.gr/ ,  αναδημοσίευση από το βιβλίο "Ο Κώστας Μπαλάφας και η Ελλάδα του" του Κώστα Μπουμπούρη:


"O Κώστας Μπαλάφας γεννήθηκε το 1920 στο ορεινό χωριό Κυψέλη της Άρτας από φτωχούς γονείς αγρότες, τον Γιώργο και την Αρχοντούλα. «Εκεί που», όπως λέει ο ίδιος, «οι άνθρωποι παιδεύονται να επιβιώσουν, οργώνοντας την άγονη γη, λες και στύβουν με τα χέρια τους γυμνά το ξερό χώμα και το ποτίζουν με ιδρώτα, ώσπου να δώσει καρπούς. Αναγκαία λύση για την επιβίωση ήταν ο δρόμος της ξενιτιάς, ένα όνειρο αρκετά απατηλό. Το μήνυμα που κυριαρχούσε ειδικά για τους νέους ήταν: "Φύγε να σωθείς". Πάρα πολλοί έφυγαν...»
Σε ηλικία μόλις έντεκα ετών βρέθηκε στην Αθήνα και ρίχτηκε στη βιοπάλη. Τα παιδικά του βιώματα είναι βαθιά χαραγμένα στη μνήμη του με την παραμικρή λεπτομέρεια:


«Απ' το χωριό μου κατέβηκα πρώτα στην Άρτα. Εκεί ο πατέρας μου, για να μη με στείλει μόνο στην Αθήνα, με παρέδωσε σ' ένα γνωστό μας δάσκαλο να με συνοδεύσει. Παράκληση του πατέρα μου ήταν να με βοηθήσει ώσπου να βρω στην πλατεία Κουμουνδούρου την ταβέρνα ενός συγχωριανού μας, που ήταν θαυμάσιος άνθρωπος και καλός πατριώτης. Σ' αυτόν έβρισκαν απάγκιο πολλά χωριατόπαιδα απ' την Ήπειρο, που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα. Εκτός από ένα πιάτο φαγητό που τους έδινε, φρόντιζε να τους βρίσκει και δουλειά.
»Αυτό έγινε και μ' εμένα, καταλήγοντας να πιάσω δουλειά σε ένα ονομαστό τότε γαλακτοπωλείο-ζαχαροπλαστείο της οδού Πατησίων κοντά στον Άγιο Λουκά, με την επωνυμία "Δελφοί". Την ημέρα δουλειά, το βράδυ νυχτερινό σχολείο. Μέχρι το 1936. οπότε πήγα για σπουδές κοντά στην πατρίδα μου, στη Γαλακτοκομική Σχολή Ιωαννίνων.
»Μετά την ευδόκιμη αποφοίτηση -η φοίτηση ήταν διετής- συνέχισα για ένα χρόνο σπουδές γαλακτολογίας στην Ιταλία, όπου και έμαθα τα ιταλικά. Το 1939. επέστρεψα στα Ιωάννινα και διορίστηκα έκτακτος υπάλληλος στη Γαλακτοκομική Σχολή. Εκεί εργαζόμενο με βρήκε ο πόλεμος και η Κατοχή».
Η πρώτη επαφή του με τη φωτογραφία και τη φωτογραφική μηχανή, όπως διηγείται ο ίδιος πάντα, ήταν στα δεκατρία του χρόνια. Είχαν έρθει κάτι συγγενείς του αφεντικού απ' την Αμερική και αυτός, για να τους ευχαριστήσει, θέλησε να τους δείξει τα αξιοθέατα της Αττικής και τους πήγε κάποια μέρα στην Πάρνηθα. Μαζί τους οι ξένοι είχαν μια μικρή φωτογραφική μηχανή Μπράουν της Κόντακ. απλή και εύκολη στο χειρισμό, για να φωτογραφηθούν. Κάποιος έπρεπε να κρατάει τη μηχανή για να τραβήξει τις οικογενειακές τους φωτογραφίες κι αναγκάστηκε ο μαγαζάτορας να πάρει και τον νεαρό υπάλληλο του μαζί γι' αυτή τη δουλειά.
«Όταν κατάλαβα ότι αυτό το μηχάνημα που κρατούσα στα χέρια μου μπορεί να αποτυπώσει σε εικόνα πάνω σε χαρτί ό,τι έχω ζωντανό μπροστά μου, μαγεύτηκα...»

Η πρωτόγνωρη εμπειρία εκείνης της ημέρας τον σημάδεψε: η απόκτηση μιας δικής του φωτογραφικής μηχανής έγινε, για τον έφηβο Κώστα Μπαλάφα, όνειρο μιας ολόκληρης ζωής.
Όταν σπούδαζε στα Ιωάννινα, κατάφερε ν' αγοράσει μια Τζούνιορ Κόντακ πουλώντας και το ρολόι του για να συμπληρώσει το ποσό. Την εποχή που βρισκόταν στην Ιταλία, αντικατέστησε τη μηχανή του με μία Ρομπότ. Έγινε φίλος με κάποιον υπάλληλο ενός γειτονικού φωτογραφείου, καθόταν δίπλα του κι έτσι έμαθε και την τέχνη του σκοτεινού θαλάμου.
Με αυτή τη μηχανή, ο νεαρός τότε φωτογράφος έμελλε ν' απαθανατίσει την πορεία του ελληνικού στρατού προς το αλβανικό μέτωπο, την Κατοχή και τον ένοπλο αγώνα του ΕΛΑΣ στην Ήπειρο. Τα φιλμ ήταν δυσεύρετα, αλλά η τύχη βοηθάει τους τολμηρούς! Το Νοέμβρη του 1940, τα ελληνικά στρατεύματα κατέρριψαν κι έπεσε στην Καλούτσιανη Ιωαννίνων ένα από τα πρώτα ιταλικά βομβαρδιστικά. Στα σκορπισμένα συντρίμμια του αεροπλάνου βρέθηκε από τους χωρικούς και το περιμάζεψαν ένα σφραγισμένο μεταλλικό κουτί με πολλά μέτρα αεροπορικού φιλμ Ferrania Capelli. Γι' αυτούς ήταν άχρηστο, για τον ερασιτέχνη τότε φωτογράφο πολύτιμο. Το απέκτησε με αντίτιμο μερικές οκάδες καλαμποκάλευρου, περιζήτητο προϊόν για την περίοδο της Κατοχής.
Χρησιμοποιώντας αυτό το φιλμ στη μικρή του ιταλική Ρομπότ, ο Κώστας Μπαλάφας κατέγραψε πολλά από τα εγκλήματα των κατακτητών στην Ήπειρο και, αμέσως μετά, τη δραστηριότητα του αντάρτικου στην ίδια περιοχή. Δεν υπήρξε επαγγελματίας φωτορεπόρτερ, ούτε βρέθηκε τυχαία στο μέτωπο των πολεμικών επιχειρήσεων: ήταν αντάρτης-τυφεκιοφόρος και παράτολμος φωτογράφος.
Το παράτολμο του χαρακτήρα και των πράξεων του αποδείχτηκε περίτρανα, όταν απαθανάτιζε φοβερά εγκλήματα και σκηνές μπροστά στους Ιταλογερμανούς κατακτητές, με κίνδυνο την άμεση εκτέλεση του με συνοπτικές διαδικασίες, ή φωτογραφίζοντας ολόρθος τους διπλανούς συμπολεμιστές του την ώρα της μάχης.
Αδιάψευστος μάρτυρας της παράτολμης ιδιοσυγκρασίας και εφευρετικότητας του είναι η φωτογράφιση των σωμάτων των πατριωτών Τόδουλου και Φαρίδη, που αιωρούνταν άψυχα ανάμεσα σε δύο πλατάνια στις όχθες της λίμνης των Ιωαννίνων τον Μάρτη του 1944.

Οι Γερμανοί κατακτητές άφηναν αλλά και υποχρέωναν το πλήθος να πλησιάσει την επιτηρούμενη από φρουρούς περιοχή, για λόγους παραδειγματισμού και εκφοβισμού. 0 Κώστας Μπαλάφας έκανε πρώτα μια πρόχειρη αυτοψία, υπολόγιζε τις αποστάσεις και ξαναγύριζε κρατώντας στην αγκαλιά του μια σακούλα με κρεμμύδια. Μέσα όμως είχε κρύψει τη φωτογραφική του μηχανή με ανοιχτή μια τρύπα μπροστά στο φακό. Περνώντας μπροστά απ' τους κρεμασμένους, και από ικανή απόσταση, απαθανάτισε το γεγονός, αφήνοντας έτσι στην ιστορία μία από τις πιο χαρακτηριστικές φωτογραφίες της Κατοχής.
Εξάλλου, η φωτογράφιση του οπλοπολυβολητή αντάρτη την ώρα που έπεφτε με το όπλο στα χέρια, χτυπημένος σε γερμανική ενέδρα στα Γραμμενοχώρια, τον αναδεικνύει άφοβο στις μάχες, καταδεικνύει ότι σκοπός του ήταν να φωτογραφίσει πάση θυσία την Εθνική Αντίσταση στην Ήπειρο.
Το 1942 συνελήφθη και πέρασε στο Μεσολόγγι ιταλικό στρατοδικείο, όχι για κάποια σημαντική πράξη αντίστασης, αλλά από μια «απροσεξία», όπως λέει ο ίδιος: Από κάποιους Αλβανούς μαυραγορίτες είχε αγοράσει ένα ασφράγιστο τρανζίστορ. Απ' αυτό, κρυμμένος σ' ένα υπόγειο με φίλους του, άκουγαν καθημερινά τα νέα από το BBC. Δεν αρκέστηκαν σ' αυτό, βέβαια, και σιγά-σιγά άρχισαν να κυκλοφορούν ένα δελτίο με τα νέα που μεταδίδονταν. Κάτι τέτοιο, φυσικά, δεν μπορούσε να κρατηθεί μυστικό για πολύ καιρό. Μαθεύτηκε και τους έπιασαν.
Το στρατοδικείο από κάποια σύμπτωση έδειξε επιείκεια και τους καταδίκασε μόνο σε τρεις μήνες φυλακή με αναστολή. Έτσι, αφέθηκαν ελεύθεροι.
Τότε ο Μπαλάφας ανέβηκε στο βουνό και κατατάχθηκε στον ΕΛΑΣ. Στο Ζαγόρι, στο Χάνι του Καμπέραγα, έχοντας πάντα μαζί τη φωτογραφική του μηχανή, συνάντησε το φίλο του Λέανδρο Βρανούση, εθνοσύμβουλο Ηπείρου στην Κυβέρνηση του Βουνού - και μετέπειτα Διευθυντή του Κέντρου Έρευνας του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών. Εντάχθηκε στο 85ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ με διοικητή τον γενναίο Γιώργο Καλλιανέση και υπήρξε μόνιμος συνοδοιπόρος, σε ατελείωτες πορείες από περιοχή σε περιοχή, με το φίλο του Λέανδρο.
Ο Βρανούσης, διακατεχόμενος από την ίδια ζέση με τον Μπαλάφα. κρατούσε σημειωματάριο των γεγονότων που ο φίλος του αποτύπωνε με τη φωτογραφική του μηχανή. Το πολύτιμο μπλοκάκι με τις σημειώσεις του Βρανούση καταστράφηκε αργότερα από τον πατέρα του, όπως αφηγείται ο υπερήλικας πλέον φωτογράφος. Το ιστορικό φωτογραφικό υλικό του Μπαλάφα διασώθηκε κρυμμένο απ' το 1944 στο ξύλινο ταβάνι του σπιτιού της πατριώτισσας Ιουλίας Γοργόλη. στα Γιάννενα. Ένα μέρος καταστράφηκε από την υγρασία, αλλά το υπόλοιπο έμεινε άθικτο και το παρέλαβε ο ίδιος, χωρίς κανέναν πλέον κίνδυνο, το 1975. Φιλμ που δεν θεωρούνταν επικίνδυνα ώστε να τα κρύψουν, όπως εκείνα με θέμα τη μαζική μεταφορά των Εβραίων από τα Γιάννενα σε γερμανικά στρατόπεδα, έπεσαν στα χέρια των αρχών ασφαλείας το c 1944 και δυστυχώς εξαφανίστηκαν.
Η εποχή του πολέμου του '40, η Κατοχή και η συμμετοχή του Κώστα Μπαλάφα στο αντάρτικο αποτέλεσαν σταθμό στη ζωή του, χαράζοντας τη μετέπειτα πορεία του. Το αξιόλογο ιστορικό και καλλιτεχνικό του έργο. και ιδιαίτερα η φωτογραφική καταγραφή της Εθνικής Αντίστασης στην Ήπειρο, είναι ευτύχημα που ο ίδιος απο¬τύπωσε σ' ένα υπέροχο λεύκωμα-βιβλίο, εμπλουτισμένο με αυτού¬σιες δραματικές αφηγήσεις του ιδίου. Τόσο γι' αυτό, όσο και για τα υπόλοιπα λευκώματα-βιβλία του, αξίζει να γίνουν παρακάτω ξεχωριστές, λεπτομερείς αναφορές.
Από το 1945 μέχρι το 1951 εργάστηκε ως διερμηνέας, επειδή γνώριζε καλά την αγγλική γλώσσα, σε μία βρετανική ομάδα μηχανικών, που έκανε αποκαταστάσεις συγκοινωνιών μετά τον πόλεμο. Με τον τρόπο αυτό γύρισε σχεδόν όλη την Ελλάδα και γλίτωσε από το κυνηγητό και το δρόμο της εξορίας. Μάλιστα, από τη θέση του αυτή
βοήθησε πάρα πολύ κόσμο, αφού οι συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου και μετά ήταν τραγικές.
Το 1948, η ομάδα των μηχανικών εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Εκεί ο Μπαλάφας μπόρεσε ν' ασχοληθεί παράλληλα με την τέχνη-επιστήμη που είχε σπουδάσει, τη γαλακτολογία. κάνοντας καλλιέργειες σ' ένα βιολογικό εργαστήρι στην οδό Σωκράτους. Η επιθυμία του να σταδιοδρομήσει μελετώντας τις κλινικές ιδιότητες του γάλακτος στο Γαλλικό Ινστιτούτο Παστέρ με υποτροφία δεν πραγματοποιήθηκε, λόγω των μη «εθνικοφρόνων» πολιτικών του πεποιθήσεων.
Το 1951. με κριτήριο τα προσόντα του, προσελήφθη από την αμερικανική εταιρεία Ebasco, η οποία πέρασε στην τότε νεοϊδρυθείσα ΔΕΗ, απ' όπου και συνταξιοδοτήθηκε ως προϊστάμενος του Τμήματος Ανατυπώσεων. Και σ' αυτό το πόστο ο ίδιος διέπρεψε, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει σε μια εκ βαθέων συνέντευξη του ο υφιστάμενος του τότε Παύλος Βρέλλης, ο μετέπειτα ιδρυτής του Μουσείου Ελληνικής Ιστορίας των κέρινων ομοιωμάτων στα Γιάννενα.
Σε ηλικία τριάντα οχτώ ετών παντρεύτηκε την καθηγήτρια Ευαγγελία Μαργαρίτου, μια εξαίρετη σύντροφο, η οποία αντιλήφθηκε νωρίς την αγάπη και το πάθος του για τη φωτογραφία και τα ατελείωτα φωτογραφικά οδοιπορικά. 0 συμβιβασμός της με τον τρόπο ζωής του παθιασμένου φωτογράφου ήταν ενσυνείδητος: ο περισσότερος ελεύθερος χρόνος του συντρόφου της αφιερωνόταν στο προσφιλές του αντικείμενο.

Απέκτησαν δυο παιδιά, τη Στέλλα και τον Γιώργο, που και αυτά υποχρεωτικά συγκατατέθηκαν με την απουσία του πατέρα «κυνηγού» της φωτογραφίας, αν και πολλές φορές τον ακολουθούσαν στα μεγάλα οδοιπορικά του.
Εργαζόμενος στη ΔΕΗ, φωτογράφισε ορισμένα έργα, με αποκορύφωμα την κατασκευή του υδροηλεκτρικού φράγματος Κρεμαστών του Αχελώου, μ' όλες τις παρενέργειες και παραμέτρους του.
Ο νεοσύστατος τότε οργανισμός της ΔΕΗ τού έδωσε την ευκαιρία ν' ασχοληθεί με μιαν άλλη προσφιλή του δραστηριότητα, την κινηματογράφηση. Στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης το 1960, η ΔΕΗ έκανε πειραματικές τηλεοπτικές εκπομπές. Με τα μηχανήματα που χρησιμοποιήθηκαν τότε, συστήθηκε λίγο αργότερα το κρατικό κανάλι της ΕΙΡΤ. Το πρώτο ολοκληρωμένο φιλμ της ΔΕΗ γυρίστηκε στα 1960:
Ηταν τα πρώτα «Δωδώνεια». με πρωτεργάτη τον Κώστα Μπαλάφα. ο οποίος έκτοτε καθιερώθηκε και ως κάμεραμαν.
Τελικά γυρίστηκαν γύρω στις εξήντα ταινίες, που μαζί με το υπό-λοιπο φωτογραφικό υλικό επί πολλά χρόνια φυλάσσονταν σε κάποιες γωνιές του φιλόξενου σπιτιού του φωτογράφου στο Χαλάνδρι.
Όπως για τη φωτογραφία, που χάρη σ' αυτόν αποτελεί πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, έτσι και για τον κινηματογράφο, ο Μπαλάφας έχει κάνει σειρά διαλέξεων στους σπουδαστές της Ακαδημίας Δημιουργικής Φωτογραφίας Leica, η οποία προς τιμήν της έχει προβεί σε τρεις εξαίρετες εκδόσεις για τα παραπάνω θέματα."


Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

Αιώνιοι αντίπαλοι: Στιβ Τζομπς - Μπιλ Γκέιτς - Τάδε έφη Στιβ


Τάδε έφη Στιβ

Θα αντάλλασσα όλη την τεχνολογία γύρω μου για ένα απόγευμα με τον Σωκράτη.

Σπάνια βλέπεις καλλιτέχνη μετά τα 30 ή τα 40 του να κάνει κάτι πραγματικά σημαντικό.

Ήμασταν πάντα πολύ καλοί στο να κλέβουμε χωρίς ντροπή μεγάλες ιδέες.

(Από τη Νεφέλη Λυγερού, περιοδικό g/K της Καθημερινής - Οκτώβριος 2011)

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

Stay Hungry, Stay Foolish

Πώς να το μεταφράσεις κατά λέξη; Εμένα κάτι από την επι του Ορους Ομιλία μου θυμίζει. Ένα λαμπρό πνεύμα, ένας ανήσυχος "τρελλός", τρομερό παιδί, που έμεινε πάντα παιδί. Και στα μέσα που οραματίστηκε  του γράφουμε τώρα αυτές τις γραμμές.  Ανθρωποι που βλέπουν δεκαετίες μπροστά, οδηγοί και οραματιστές, αλλά και πρακτικοί, γήινοι. Ανθρωποι της εποχής μας. "Υπνοβάτες" του καιρού μας.   Μόνο που φεύγουν νέοι. Ισως είναι καλύτερα έτσι: Πώς θα ήταν ο τρομερός Steve, αν έφευγε γέρος; Ίσως όμως κάτι που θα άλλαξει τη ζωή μας να το είχε φέρει  πολύ νωρίτερα. Και ίσως αυτό να είναι πολύ χρήσιμο για την ανθρωπότητα. Να λυπόμαστε που έφυγε; Μόνο γι' αυτό, ίσως.  Γιατί όπως καλά το περιέγραψε ο Steve, o θάνατος είναι "μια χρήσιμη, αλλά απόλυτα πνευματική έννοια", το είχε καταλάβει καλά το νόημά του.  Και μόνο γι' αυτή τη φράση, αξίζει να τον τιμήσουμε.


Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011

Οι Λυγκιάδες στις φλόγες

Φωτογραφία του Γ.Νταχρή
Ένα από τα βιβλία που αξίζει κανείς να διαβάσει, όσο σκληρό και αν είναι. Από το άρθρο του Ιστορικού κ. Αλέκου Ράπτη στον "Ηπειρωτικό Αγώνα":


"Στις 3 Οκτωβρίου 1943 ημέρα Κυριακή, έξι φορτηγά του γερμανικού στρατού με καταδρομείς της 1ης ορεινής μεραρχίας ορεινών καταδρομών «Εντελβάις», ανεβαίνουν προς τους Λυγκιάδες. Ως το μεσημέρι της ίδιας μέρας οι λύκοι της «Εντελβάις», θα κατακάψουν το χωριό και θα ξεκληρίσουν 82 Λυγκιαδιώτες, από τους οποίους τα περισσότερα είναι γυναικόπαιδα. Ο καπνός από τα αποκαΐδια και η μυρωδιά από τα καψαλισμένα κορμιά, θα σκεπάσουν τα σκλαβωμένα Γιάννενα και θα βυθίσουν τους Γιαννιώτες στον φόβο και στην θλίψη.
Ο Christoph SminckGustavus ανήκει στην νεότερη μεταπολεμική γενιά των γερμανών ιστορικών ερευνητών που ερευνούν και καταγράφουν τα εγκλήματα πολέμου κατά του άμαχου πληθυσμού, που διεπράχθησαν συνολικά στο Ν. Ιωαννίνων από τους γερμανούς Ναζί κατακτητές.

Στον τελευταίο τόμο της τριλογίας του που φέρει τον τίτλο «Μνήμες κατοχής ΙΙΙ – οι Λυγκιάδες στις φλόγες» ο Gustavusπραγματοποιεί μια συγκλονιστική ιστορική έρευνα που καταγράφει τα τραγικά γεγονότα της Ναζιστικής βαρβαρότητας, που διεπράχθησαν στους Λυγκιάδες τον Οκτώβριο του 1943.
Ο συγγραφέας δούλεψε πολύ σκληρά για αυτό το ιστορικό έργο που αποτελεί κατάθεση ψυχής για τον ίδιο. Η αναζήτηση στοιχείων και η διεξαγωγή των πρωταρχικών ερευνών ξεκινούν από την δεκαετία του 1990 και φθάνουν χρονικά έως τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Σ΄αυτή την επίπονη και κοπιαστική εργασία ο Gustavus είχε την αμέριστη βοήθεια του επιστήθιου φίλου του, αείμνηστου Γιάννη Βαδαλούκα ο οποίος επέμενε από την αρχή για την σπουδαίοτητα αυτής της ιστορικής  έρευνας, την οποία ο συγγραφέας την μετέφερε στο βιβλίο.
Το βιβλίο αυτό σίγουρα θα προκαλέσει συζητήσεις , αλλά και θα συγκινήσει τον αναγνώστη,  ο οποίος αναζητεί τα γεγονότα εκείνης της περιόδου. Ταυτόχρονα όμως γίνεται και το σοβαρό ιστορικό εγχειρίδιο, το οποίο απευθύνεται στην νεότερη γενιά των σύγχρονων ιστορικών ερευνητών που αναζητούν τα ιστορικά στοιχεία που οδήγησαν στον αφανισμό των Λυγκιάδων εκείνη την τραγική ημέρα.

Οι μαρτυρίες

Ο Gustavus αποτυπώνει και καταγράφει την ιστορική μνήμη των γεγονότων με πρωταγωνιστές τους θύτες και τα θύματα του μακελειού, μέσα από μια σειρά συνεντεύξεων που ανατριχιαστικά σε περπατούν στα μονοπάτια εκείνης της εποχής και σε κάνουν σιωπηλό πρωταγωνιστή των γεγονότων.
Ο συγγραφέας μέσα από το βιβλίο του απευθύνει τον λόγο στους επιζώντες, θύματα του μακελειού και   καταγράφει τον Γιάννη Ρούσκα που περιγράφει δραματικά τον χαμό της αγαπημένης του κόρης λέγοντας: «Ναι, η Όλγα στην αγκαλιά μου ήταν δυόμιση χρονών κορίτσι.  Η ίδια σφαίρα πέρασε την κοπέλα μου και χτύπησε εμένα. Έπεσα κάτω…».
Η τραγική μορφή της Ελένης Χολέβα ζωντανεύει τα γεγονότα λέγοντας στον συγγραφέα:«Εμένα μια σφαίρα βρήκε το παιδί μου τον Αλέξη στο κεφάλι. Του τίναξε τα μυαλά που μου γέμισαν το πρόσωπο και τα στήθια. Έπεσα και εγώ σαν χαμένη σφίγγοντας στην αγκαλιά μου κουτσοκεφαλιασμένο μου παιδί. Ήμουν πνιγμένη στα αίματα…»
Σπαραγμός ψυχής είναι τα λόγια του δάσκαλου, Χρήστου Παππά που οι Ναζί «Εντελβάις» του δολοφόνησαν και τα 4 παιδιά του, και σαν να μην έφτανε αυτό, μετά από ένα μήνα τον υποχρέωσαν τα κτήνη να σκάψει στα αποκαΐδια στο χωριό για να βεβαιωθεί η Ελληνική Χωροφυλακή και η Γερμανική Μυστική Στρατονομία, πως πραγματικά εκτελέστηκαν άμαχοι στους Λυγκιάδες. «Πήγαμαν λοιπόν σ΄αυτά τα σπίτια και σκάψαμαν στα συντρίμματα…Βρήκαμαν μικρά κεφαλάκια … Μπροστά από διάφορα σπίτια κείτονταν ακόμη ανθρώπινα υπολείμματα…»
Ο Χαράλαμπος Λιούρης περιγράφει δραματικά την στιγμή της εκτέλεσης: «Μές στην πόρτα στάθηκε ένας Γερμανός… άρχισε να μας πυροβολεί με το αυτόματο. Εκεί που λές, αφού τον είχα αγκαλιά, ο Νικήτας πήρε ολάκερη τη ριπή. Εδώ στο λαιμό την πήρε και κρέμασε το κεφάλι του σαν το κατσίκι που σφάζεις… τα αίμα του Νικήτα χύθηκε απάνω μου».
Η εκδικητική μανία των λύκων  της «Εντελβάις», ξέσπασε ακόμη και σε μωρά παιδιά. Ο Παναγιώτης Μπαμπούσκας ήταν 14 μηνών όταν χτυπήθηκε με ξιφολόγχη στην πλάτη από έναν γερμανό ορεινό καταδρομέα. Ο διάλογος με τον συγγραφέα είναι κοφτός και οι μετρημένες λέξεις σε χτυπάνε σαν ριπή αυτομάτου όπλου, και σου σκίζουν κατάβαθα την ψυχή: «Θές να δείς την ουλή; Φοβερό τραύμα! Να! Η ουλή! Η μάννα μου με είχε αγκαλιά. Πεθαμένη η μάννα μου. Και η αδελφή μου νεκρή: έξι χρονών κορίτσι! Κι εγώ βαριά τραυματισμένος! Έτσι με βρήκαν στην μάνα μου! Στο στήθος της! Και έπινα γάλα! Σκοτωμένο γάλα!     
Η Αναστασία Φούκα την τραγική εκείνη μέρα ήταν δεκατεσσάρων χρονών και θυμάται αρκετά καλά πως ούρλιαζαν τα κτήνη της «Εντελβάις», και μετά πως εκτέλεσαν τα γυναικόπαιδα στο κατώι του Γιάννη του Καλύβα : «Κι αυτοί έρριξαν στο σωρό! Εγώ είχα τον αδελφό μου πέντε χρονών αγόρι… Όιιι μανούλα μου, σκιάζομαι! Φωνάζει τι παιδί…δεν μπόραγα να το κρατήσω, μόνο άνοιξα το χέρι κι έπεσε το παιδί ανάσκελα…»        
Έτσι χάθηκε το χωριό κι όλα σχεδόν τα γυναικόπαιδα μέσα στο μακελειό και τα κορμιά τους έμειναν άταφα και σάπισαν στο ξεροβόρι, στα στοιχειά της φύσης χωρίς λάδι και νεκρώσιμη ακολουθία «Ακόμη μετά από μήνες βρίσκαμαν νεκρούς. Αυτοί τραυματισμένοι και μισοζωντανοί είχαν συρθεί όξω από τα σπίτια τους…μετά είχαν πεθάνει εκεί χωμένοι μές στους θάμνους και τ΄ αγριόχορτα» λέει ο πάτερ Χολέβας στο συγγραφέα.

Έρευνα μετά το ολοκαύτωμα
Όμως ο Gustavus, συνεχίζει και παραπέρα τις έρευνές του για τους Λυγκιάδες, αναζητώντας στην Γερμανία στοιχεία και καταθέσεις μέσα από τα γερμανικά ομοσπονδιακά γερμανικά αρχεία ερευνώντας δεκάδες φακέλους με ανακριτικές δικογραφίες, τόσο στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Ιστορίας που έχει έδρα το Μόναχο όσο και στο Λουντβισμπούργκ όπου εδράζεται το Κέντρο Διοικητικών Υπηρεσιών των Ομοσπονδιακών Κρατιδίων για την Δικαστική Διαλεύκανση Ναζιστικών Εγκλημάτων. Από τους δεκάδες αρχειοθετημένους  φακέλους, ο συγγραφέας διαπιστώνει πως τελικά εκεί γύρω στην δεκαετία του 1960 -  1970, η Εισαγγελία του Μονάχου, σταμάτησε τις ανακρίσεις και έπαυσε την ποινική δίωξη των Ναζιστικών καθαρμάτων της «Εντελβάις» επικαλούμενη «πως δεν επαρκούν τα επιβαρυντικά στοιχεία εναντίων των κατηγορουμένων». Ο τότε Γενικός Εισαγγελέας του Μονάχου συνέταξε μια οδηγία προς τις ανακριτικές ομάδες η οποία είναι πάρα πολύ σαφής:
 «… Σύμφωνα με το τότε ισχύον διεθνές δίκαιο, εκτελέσεις ομήρων – κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις – ήταν νόμιμες. Πολλές ενδείξεις συνηγορούν ότι αυτές οι προϋποθέσεις υπήρχαν – όπως: η αδυναμία σύλληψης των ανταρτών, η τήρηση των κανόνων ανθρωπιστικής (!) μεταχείρησής τους…» Πραγματικά οι γερμανικές αρχές εκείνες της δεκαετίας σκύλευσαν την τραγική μνήμη των αμάχων και βούτηξαν τα χέρια τους στο αίμα των αθώων θυμάτων, παρέχοντας εμμέσως πλην  σαφώς σιωπηλή προστασία στους λύκους  της «Εντελβάις», κάτω από την σκιά της γερμανικής ομοσπονδιακής Δικαιοσύνης.                
 Όμως ο Gustavus, είναι ιδιαίτερα τολμηρός και συνεχίζει στωικά να επιμένει, πραγματοποιώντας έρευνες στο Αρχείο του Λουντβισμπούργκ, απ΄όπου και ανασύρει  μέσα από δεκάδες έγγραφα τον φάκελο Λυγκιάδες  και τον παρουσιάζει χωρίς περικοπές στο βιβλίο του:
« Τοποθεσία του εγκλήματος: Λυγκιάδες Ιωαννίνων
Ημερομηνία του εγκλήματος: 3.10.1943
Κατηγορίες: τραυματισμοί, εκτελέσεις, πυρπόλησης του χωριού, λεηλασίες, κατάσχεση ζώων, απανθράκωση ανθρώπων, κακοποιήσεις , τυφεκισμοί 40 παιδιών» και λίγο παρακάτω ακολουθεί ο ονομαστικός κατάλογος των «Εντελβάις» που εμπλέκονται στο έγκλημα των Λυγκιάδων.
Στο βιβλίο του αυτό, ο συγγραφέας καταθέτει το περιπετειώδες οδοιπορικό του στους γραφειοκρατικούς δαιδαλώδεις μηχανισμούς της γερμανικής Δικαιοσύνης, καθώς και την εκ νέου αναζήτηση γερμανικών στρατιωτικών εγγράφων, ετούτη τη φορά στο στρατιωτικό αρχείο στο Φράιμπουργκ, στο οποίο είναι αρχειοθετημένες οι  ημερήσιες αναφορές μονάδων, των «Εντελβάις». Έτσι λοιπόν ο συγγραφέας αποκαλύπτει μέσα από τα στρατιωτικά έγγραφα και τις αναφορές μάχης, ότι τα κτήνη της «Εντελβάις» που εκτέλεσαν εν ψυχρώ τα γυναικόπαιδα στους Λυγκιάδες, ανήκαν στο Εφεδρικό Τάγμα Πεζικού 79 το οποίο είχε διοικητή τον λοχαγό Άλφρεντ Σρέπελ, όπως τον θυμούνται και οι περισσότεροι επιζήσαντες επάνω στους Λυγκιάδες , καθώς έκανε χειρονομίες στην πλατεία του χωριού, κρατώντας ένα μπαστουνάκι, δίνοντας τις διαταγές για να αρχίσουν οι εκτελέσεις στα γυναικόπαιδα, στο χωριό.
Τελικά κανένας από τους πρωταίτιους  της σφαγής δεν δικάστηκε από την Γερμανική Ομοσπονδιακή Δικαιοσύνη και ούτε καταδικάστηκε κανείς, από τους λύκους της «Εντελβάις» που συμμετείχαν στο μακελειό εκείνη την μοιραία μέρα στις 3 Οκτωβρίου 1943.
Το βιβλίο του Christoph Sminck – Gustavus, είναι πραγματικά συνταρακτικό και η ανάγνωσή του προκαλεί δέος στον αναγνώστη που βιώνει μέσα από αυτό τις τραγικές μαρτυρίες των επιζησάντων. Τα γεγονότα αλληλοδιαδέχονται την προφορική μνήμη καθώς παρουσιάζονται για πρώτη φορά μέσα από το βιβλίο, μια σειρά από ανακριτικό και στρατιωτικό υλικό για τους «Εντελβάις» που φυλάσσεται επιμελώς στα Γερμανικά Ομοσπονδιακά Αρχεία και στο οποίο αποτυπώνεται το χρονικό της ναζιστικής βαρβαρότητας που διαπράχθηκε στις 3 Οκτωβρίου 1943 στους Λυγκιάδες.


                                                                         Αλέκος Ράπτης "
Αν πάτε στο πανέμορφο χωριό με την ανείπωτη θέα της Λίμνης και της πόλης των Ιωαννίνων, μην ξεχάσετε να σταθείτε έστω για μια στιγμή στο Ηρώο των πεσόντων και να αναστοχαστείτε σιωπηρά το ατιμώρητο έγκλημα. Απλός φόρος τιμής σε αθώα θύματα της ναζιστικής θηριωδίας.