Τρίτη 2 Απριλίου 2019

Το λιγαπολα σταματά την λειτουργία του

Με οδύνη θέλω να σας ενημερώσω ότι το Αρκουδπουρνάρ έφυγε από κοντά μας. Και έτσι το μπλογκ αυτό θα κλείσει την λειτουργία του.
Θα τον θυμόμαστε πάντα. Ήταν ενας καλός φίλος. Ευγενικός και έντιμος, καλός επιστήμονας, καλός δάσκαλος, καλός γονέας και σύζυγος, καλό παιδί.  Φίλος. Για καλό και το κακό.

Γεια σου φίλε Μ.

Δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ.
Καλή αντάμωση!
Σ.


Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2019

Όταν η ΜΟΜΑ έχτιζε στον Μπουνταλά για τους σεισμόπληκτους (1967)

Στα Γιάννενα με έφερε ένα τυχαίο γεγονός, ένας σεισμός. Το 1967 τα μεγάλα φράγματα του Αχελώου (Καστράκι και Κρεμαστά) είχαν ολοκληρωθεί και γέμιζαν με εκατομμύρια τόνους νερό. Η μεγάλη αυτή φόρτιση του εδάφους ήταν αυτή που προκάλεσε τον σεισμό στην Ήπειρο. Έτσι μας έλεγαν τότε οι σεισμολόγοι, που είναι πάντα καθησυχαστικοί. Ο σεισμός πάντως έγινε τον Μάιο του 1967 και πολλοί κάτοικοι έχασαν τα σπίτια τους.
 Έπρεπε να αποκατασταθούν οι σεισμόπληκτοι. Το έργο ανέλαβε ο στρατός με τις ΜΟΜΑ (Μικτές Ομάδες Μηχανημάτων Ανασυγκροτήσεως). Οι ΜΟΜΑ δημιούργησαν τα ΕΑΣ (Εργοτάξια Αποκαταστάσεως Σεισμοπλήκτων) και έπρεπε να τα επανδρώσουν. Ο στρατός ζήτησε από το ναυτικό και την αεροπορία τεχνικούς αξιωματικούς. Το Πολεμικό Ναυτικό έψαξε και βρήκε λουφατζήδες εφέδρους σημαιοφόρους και τους έστειλε στα ΕΑΣ.
 Έτσι βρέθηκα από τον ∆ημόκριτο στα Γιάννενα, με μεγάλη ευχαρίστηση. Όσοι είχαν ισχυρά μέσα (οκτάρια κατά την έκφραση του Ναυτικού) φρόντισαν να μείνουν στις κεντρικές υπηρεσίες στην Αθήνα.

Αρχίσαμε λοιπόν να εναρμονιζόμαστε με την ζωή στην πόλη και με την ζωή των αξιωματικών του στρατού. Πρώτα έπρεπε να μάθουμε που θα τρώμε. Στην λέσχη των αξιωματικών πήγαιναν οι μεγαλόβαθμοι αξιωματικοί και δεν πλησιάσαμε ποτέ. Οι λοχαγοί του στρατού έτρωγαν σε εστιατόρια της πόλης και το ίδιο κάναμε και εμείς. Το εστιατόριο έπρεπε να έχει καλό φαγητό, σε καλές τιμές. Έπρεπε επιπλέον να είναι ήρεμο και σεμνό. Τέτοιο εστιατόριο ήταν το "Τζάκι", ένα υπόγειο που σήμερα δεν υπάρχει πια. Ήταν σε μια πάροδο, βορείως της Μεραρχίας. Το αναζήτησα τελευταίως, αλλά το μόνο που βρήκα ήταν οι αεραγωγοί της κουζίνας του που μου έδειξε ένας κοσμηματοπώλης στο πίσω μέρος του μαγαζιού του.
Κάποια εστιατόρια ήταν "κακόφημα" μεταξύ των αξιωματικών του στρατού και τα αποφεύγαμε. Τα δοκιμάσαμε αργότερα και δεν βρήκαμε τίποτα το ανησυχητικό σε αυτά, αλλά κρατήσαμε την γενική γραμμή της τοπικής παράδοσης. Από τότε μου έμεινε το συνήθειο να επιλέγω εστιατόριο σε άγνωστες πόλεις με το ερώτημα: "Που τρώνε εδώ οι αξιωματικοί του στρατού"; Είμαι σίγουρος ότι το εστιατόριο αυτό θα έχει καλό φαί, σε λογικές τιμές. Σε πόλεις που έχουν στρατιωτικές μονάδες, η μέθοδος αυτή δεν με πρόδωσε ποτέ. Ένα άλλο εστιατόριο ήταν μάλλον εξοχικό κέντρο. Βρισκόταν πάνω στην λεωφόρο ∆ωδώνης κοντά στην ΜΟΜΑ και ονομαζόταν "μπαρμπα-Θωμάς".
Σήμερα δεν υπάρχει πια, οι δε περίοικοι δεν γνωρίζουν καν ότι υπήρξε ποτέ. Πηγαίναμε συχνά εκεί, παρ όλο που υπήρχε η αντένδειξη ότι "εκεί πηγαίνουν ζευγαράκια". Ένα εξοχικό κέντρο με τραπέζια ορατά από τον δρόμο, δεν μπορούσε να είναι προβληματικό. Ένα βράδυ μάλιστα που τρώγαμε εκεί, παρακολουθήσαμε ένα γλέντι γάμου με όργανα. Παρακολουθήσαμε με ενδιαφέρον τους Ηπειρώτες να διασκεδάζουν με τους ίδιους υπέροχους θλιβερούς ρυθμούς σε μινόρε, που απλώς τους έπαιζαν γρήγορα. Είδαμε και μια διαδικασία που δεν έχουμε ξαναδεί έκτοτε:
Ο κλαριντζής άρχισε να αφαιρεί κομμάτια από το κλαρίνο του, συνεχίζοντας να παίζει, μέχρις ότου έπαιζε μόνο με το επιστόμιο. Μετά συναρμολόγησε πάλι το κλαρίνο του, χωρίς να σταματήσει καθόλου το γλέντι.


Τα Γιάννενα ήταν μια μικρή πόλη, πολύ μικρότερη από ότι είναι σήμερα. Το πανεπιστήμιο είχε ανοίξει πριν από λίγα χρόνια και δεν είχε ακόμα τον μεγάλο όγκο φοιτητών που αλλάζει την ζωή της πόλης. Σημαντικότερη ήταν η παρουσία του στρατού. Το κτίριο του πανεπιστημίου ήταν τότε νεόδμητο στον λόφο του Βελισαρίου. Αργότερα έμεινε σε αυτό μόνο η φοιτητική εστία. Η ζωή της πόλης γύριζε γύρω από ένα περιορισμένο κέντρο, στη περιοχή του κτιρίου της Μεραρχίας. Εκεί γινόταν κάθε απόγευμα ο τυποποιημένος περίπατος, το "σουλάτσο" κατά τους επτανήσιους, το "νυφοπάζαρο" κατά τους σκωπτικούς. Γύρω από την δύση του ηλίου, ο κόσμος φορούσε τα καλά του και ερχόταν να περπατήσει στην οδό ∆ωδώνης, από το κτίριο της Μεραρχίας μέχρι την λοξή διασταύρωση με την οδό Ναπολέοντος Ζέρβα. Κάθε απόγευμα κάναμε και εμείς τον τακτικό μας περίπατο, διασκεδάζοντας με τις οικογένειες που περπατούσαν μπροστά μας. Όταν έφθαναν στο ύψος της Ν. Ζέρβα, χωρίς κανένα λόγο, έκαναν μεταβολή επί τόπου και κατέβαιναν πάλι προς την Μεραρχία. ∆εν υπήρχε κάποια διασταύρωση με αυτοκίνητα που αποτελούσε όριο. Έστρεφαν ξαφνικά σε κάποιο σημείο, σαν να άκουγαν το παράγγελμα "μεταβολή". Όλη η ζωή της πόλης ήταν γύρω από τον χώρο περιπάτου. Λέγαμε χαρακτηριστικά ότι, όποιο μαγαζί άνοιγε λίγο μακρύτερα από τον περίπατο, ήταν καταδικασμένο να κλείσει. Αυτό δεν ήταν πολύ μακριά από την πραγματικότητα. Το νεόδμητο τουριστικό περίπτερο, πάνω στον λόφο, δεν είχε καθόλου κίνηση. Σήμερα, η ευρύτερη περιοχή της οδού ∆ωδώνης, μου δίνει την ίδια εικόνα, με μια βασική διαφορά. Ο κόσμος πια δεν περπατάει. Βρίσκεται καθισμένος σε δεκάδες μαγαζιά που έχουν ανοίξει στην περιοχή. Τα μαγαζιά έχουν γυάλινες προσόψεις για να βλέπουν οι θαμώνες τούς περαστικούς, που όμως δεν σουλατσάρουν, αλλά πηγαίνουν να κάτσουν και αυτοί κάπου αλλού.

* * * Πλάι στην Μεραρχία υπήρχε ο κήπος του αρχαιολογικού μουσείου που είχε προσφάτως διαμορφωθεί, με ωραία θέα προς την λίμνη. Εκεί όμως δεν ήταν σωστό να πηγαίνουμε μετά την δύση του ηλίου, γιατί υπήρχε η φήμη ότι "εκεί πηγαίνουν ζευγαράκια". Κάτω από τον κήπο και μέχρι την λίμνη, η πόλη θύμισε τουρκομαχαλά. Η περιοχή αυτή ονομαζόταν Καλούτσιανη. Πρέπει να στέγαζε αποθήκες και συνεργεία. Η εικόνα συμπληρωνόταν με τον σαλεπιτζή που γυρνούσε στους δρόμους τον χειμώνα πουλώντας σαλέπι. Ήταν όμως ένας σύγχρονος σαλεπιτζής που σέρβιρε το σαλέπι σε πλαστικά ποτηράκια μιας χρήσεως και όχι στα τενεκεδένια ποτηράκια του παλιού καιρού. Ο σύγχρονος χάρτης μου αναγράφει στην Καλούτσιανη το τοπωνύμιο "Ταμπάκικα", δηλαδή βυρσοδεψία. ∆εν θυμάμαι να είχαμε δει βυρσοδεψία στην περιοχή, αλλά τα βυρσοδεψία φημίζονται για την βρώμα τους. Βρώμα και λάσπη θυμάμαι στην Καλούτσιανη, βυρσοδεψία δεν θυμάμαι. Από την Καλούτσιανη ξέραμε ότι ο δρόμος συνέχιζε προς τον Κατσικά, όπου όμως δεν πήγαμε ποτέ. Στην περιοχή αυτή η λίμνη είχε εκτεταμένους καλαμιώνες, χωρίς προσβάσεις.

 * * * Ο άξονας κινήσεως στα Γιάννενα ήταν από την λεωφόρο ∆ωδώνης προς στην προέκτασή της που ονομαζόταν οδός Αβέρωφ και οδηγούσε στο Κάστρο. ∆υτικότερα από τον άξονα ∆ωδώνης-Αβέρωφ ήταν η αστική περιοχή, όπου επίσης δεν είχαμε λόγο να πηγαίνουμε. Ο στρατός και οι φοιτητές της εποχής εκείνης, δεν είχαμε σχέση με την τοπική κοινωνία. Είμαστε προσωρινοί, περαστικοί, παρατηρητές, με κυριότερη συνάντηση στον κοινό απογευματινό περίπατο.
Ο περίπατος γινόταν κάθε απόγευμα στην οδό ∆ωδώνης, εκτός από την Κυριακή. Την Κυριακή το πρωί οι ίδιοι περιπατητές σουλατσάραμε στον Μόλο. Με την λέξη "Μόλος" οι Γιαννιώτες χαρακτηρίζουν τον παραλίμνιο δρόμο, κάτω από το τείχος του κάστρου. Ο δρόμος αυτός δεν έκανε τότε το γύρω του κάστρου, όπως σήμερα. Ξεκινούσε από την βορινή πλευρά και, κάπου στα ανατολικά εκφυλιζόταν σε τέλμα από καλάμια και βούρλα. Η νότια περίβολος του τείχους όπου σήμερα υπάρχει ευρύς χώρος αναψυχής, ήταν τότε η υποβαθμισμένη πλευρά της πόλης (η Καλούτσιανη). Από τον Μόλο ξεκινούσαν, τότε όπως και σήμερα, τα πλεούμενα για το νησάκι της λίμνης. Η λίμνη τότε είχε καθαρότερο νερό από ότι έχει σήμερα. Υπήρχαν περιοχές όπου το νερό ήταν τελείως διαυγές. Αυτές ήταν στην απέναντι όχθη της λίμνης στους πρόποδες του Μιτσικελίου. Εκεί ήταν και η πλευρά που μου άρεσε να περνάω τα απογεύματά μου.
Η ΜΟΜΑ

Πριν συνεργαστώ με τον στρατό, είχα λανθασμένη εικόνα για τις ΜΟΜΑ. Θεωρούσα ότι θα ήταν μονάδες εντάσεως εργασίας, με πολλούς άνδρες. Θεωρούσα ότι ένα μεγάλο πλήθος ικανών εθελοντών, αντί να εξασκούν την παραδοσιακή λούφα, θα απασχολούνταν σε παραγωγική εργασία, επ΄ ωφελεία της χώρας μας. Θεωρούσα ότι θα προέκυπταν φθηνά αναπτυξιακά έργα, με μη αμειβόμενη εργασία. Όταν γνώρισα όμως την ΜΟΜΑ, διαπίστωσα ότι τα εργασιοβόρα τεχνικά έργα των δρόμων (τοίχοι αντιστηρίξεως, οχετοί ομβρίων, γέφυρες) εδημοπρατούντο σε τοπικούς εργολάβους. Η ΜΟΜΑ είχε σαν αντικείμενο μόνο αυτό που υποδηλούσε και η ονομασία της "Μηχανήματα Ανασυγκροτήσεως", δηλαδή μπουλντόζες, γκρέιντερ, οδοστρωτήρες, γερανούς, φορτηγά οδοποιίας και άλλα παρόμοια βαρέα μηχανήματα. Είχε λίγους χειριστές μηχανημάτων και ένα συνεργείο για την συντήρησή τους. Τα ΕΑΣ αντιθέτως θα απασχολούσαν ένα πλήθος εξειδικευμένων τεχνητών. Τα ΕΑΣ ήταν πιο κοντά στην ιδανική εικόνα που είχα για εργοτάξια άμισθης εργασίας στον στρατό. Η άμισθη εργασία έπρεπε να γίνεται κατά το δυνατόν ευχάριστα. Η απασχόληση των τεχνιτών στις προηγμένες για την εποχή τεχνολογίες, θα απέδιδε επιπλέον εξειδικευμένα στελέχη για την ελεύθερη αγορά εργασίας.

* * * * * * * * * * * *  
 Στην 1η ΜΟΜΑ διοικητής ήταν ο Ιδομενεύς Μανωλιάδης, ένας λεβέντης αντισυνταγματάρχης του μηχανικού, ξερακιανός με μουστάκι α λα Γρίβα. Ανήκε στην κατηγορία των αξιωματικών με Α κεφαλαίο. Στην γραμματεία του διοικητού (υπασπιστήριο) υπηρετούσε ο Γεώργιος Χριστόπουλος, λοχαγός του πυροβολικού, και αυτός αξιωματικός με Α κεφαλαίο. Το να ξεχωρίζω τους αξιωματικούς με αυτό τον τρόπο, το είχα μάθει από τα πρώτα βήματά μου στο ναυτικό. Όταν ορκιστήκαμε αξιωματικοί, ο ναύαρχος ΑΝΕ (Αρχηγός Ναυτικής Εκπαιδεύσεως) κάλεσε στο γραφείο τους τρεις από εμάς που τοποθετηθήκαμε σε υπηρεσίες του αρχηγείου του. Μας καλωσόρισε και μεταξύ άλλων μας είπε: - Ελπίζω να προσφέρετε κάτι θετικό στο Βασιλικό Ναυτικό και να μην καταντήσετε "απλοί διεκπεραιωτές ανοήτων εγγράφων", όπως κάποιοι αξιωματικοί.  -
Αυτό τώρα δεν το καταλαβαίνετε, αλλά να το θυμόσαστε αργότερα, συμπλήρωσε. Τα λόγια του ναυάρχου δεν τα ξέχασα ποτέ και διαχώριζα τους γύρω μου σε δύο κατηγορίες. Όλοι γνωρίζουμε ότι σε κάθε οργάνωση υπάρχουν κάποιοι που διακρίνονται, γιατί βγαίνουν μπροστά και παίρνουν πρωτοβουλίες. Η ευδιάκριτη αυτή ομάδα των αξιωματικών με Α κεφαλαίο, στηρίζει κάθε σοβαρή προσπάθεια σε περίοδο κρίσεως, είτε είναι το αλβανικό μέτωπο, είτε είναι κάποια ενέργεια εν ειρήνη, όπου οι άλλοι απλώς σφυρίζουν αδιάφορα.

* * * * * * * * * * * *  
 Ο Χριστόπουλος λοιπόν ήταν λοχαγός του πυροβολικού με Α κεφαλαίο. Είχε και αυτός κάποια δική του ιδιότυπη κατηγοριοποίηση των γύρω του. Όταν έλεγε για κάποιον ότι "είναι σκυλί", αυτό ήταν έπαινος και όχι ύβρις. Όταν κάποτε με ανέφερε σαν "σκυλί μαύρο", κατάλαβα ότι με είχε σε εκτίμηση. Με τον Χριστόπουλο μάς συνέδεε ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, είμαστε και οι δύο ιπτάμενοι. Εγώ με ανεμόπτερα, εκείνος με τα Piper της Αεροπορίας Στρατού. Κάποια χρόνια αργότερα, η Αεροπορία Στρατού θα μας έδινε τα παλιά της Piper σαν αερορυμουλκά, για να ανυψώνουμε με αυτά τα ανεμόπτερά μας. Τότε όμως, τα Piper τα είχαν δώσει οι Αμερικανοί στον Στρατό, για εναέρια παρατήρηση στόχων από  το πυροβολικό. Το πυροβολικό διέθετε ιπτάμενους αξιωματικούς, ένας από τους οποίους ήταν και ο Χριστόπουλος.


Στο αεροδρόμιο Ιωαννίνων υπήρχε ΛΑΣ (λόχος αεροπορίας στρατού, φωτογραφία 18 1188 18 ) με αεροπλάνα του οποίου πετούσε ο Χριστόπουλος. Έτσι βρεθήκαμε κάποτε στον αέρα ένας λοχαγός του στρατού και ένας σημαιοφόρος του ναυτικού, με κατεύθυνση προς τα σύνορα.
Κοντά στο Καλπάκι άρχισε να μου δείχνει την γραμμή των συνόρων. ∆εν φαινόταν όμως καμία γραμμή, όπως έχει ο χάρτης.  Την εποχή εκείνη τα δικά μας βουνά δεν είχαν διαφορά από τα αλβανικά.
Σήμερα αντιθέτως, τα δικά μας βουνά είναι γκρίζα υποπράσινα, από κάποια πουρνάρια, ενώ τα αλβανικά είναι γκρίζα προς το άσπρο. Φαίνεται ότι τα γίδια της Αλβανίας τρώνε σήμερα κάθε υποψία πρασινάδας.
Η πτήση προς τα σύνορα μάς έφερε προς τα Ζαγοροχώρια, κοντά στην χαράδρα του Βίκου. Από τον αέρα παρατηρεί κανείς αμέσως ότι η πλαγιά δυτικά της χαράδρας συνεχίζεται στον ορεινό όγκο ανατολικότερα. Η χαράδρα υπάρχει εκεί παράλληλα και όχι κάθετα προς την πλαγιά. Φαίνεται ότι σε παλιότερες γεωλογικές περιόδους, ο ποταμός Βοϊδομάτης κυλούσε προς βοράν σε κάποια πεδιάδα και αποστράγγιζε την λεκάνη απορροής που είναι βόρια από το Μιτσικέλι. Όταν το έδαφος άρχισε να ανεβαίνει, ο Βοϊδομάτης συνέχισε να ρέει προς βορράν, κόβοντας συνεχώς το έδαφος που ανέβαινε γύρω του. Ο γεωλογικός σχηματισμός είχε πολύ ενδιαφέρον και αποφάσισα να τον επισκεφθώ από το έδαφος.



Η συνέχεια ΕΔΩ (το πληρες κείμενο) 


Επίσκεψη 1972 

Το καλοκαίρι του 1972 βρέθηκα πάλι στα Γιάννενα, σαν πολίτης και θέλησα να επισκεφθώ τον οικισμό των σεισμοπλήκτων. Οι εργασίες είχαν τελειώσει και τα σπίτια είχαν όλα παραδοθεί στους δικαιούχους. ∆οκιμάζοντας να περιδιαβώ τον οικισμό σαν τουρίστας, άρχισα να αισθάνομαι περίεργα. Σαν κάποιος να με παρακολουθούσε, σαν να ήμουν ανεπιθύμητος.
Από μακριά είδα μια γυναίκα να υφαίνει σε παραδοσιακό ξύλινο αργαλειό. Το θέαμα ήταν πολύ γραφικό και θέλησα να πλησιάσω στο σπίτι. Πριν όμως διασχίσω τον δρόμο, η γυναίκα έσπευσε να κλείσει και να ασφαλίσει το παράθυρό της. Σε ένα τέτοιο εχθρικό περιβάλλον, δεν τόλμησα να πάρω καμία φωτογραφία και απομακρύνθηκα προβληματισμένος.
* * * ∆ιαπίστωσα ακόμα ότι, σαν πολίτης δεν είχα πια την άνεση κινήσεων που είχα σαν ένστολος. Είχαμε πρόθεση να επισκεφθούμε την Βύσσανη (που γράφεται με δύο σίγμα και προφέρεται αναλόγως).
Η Πυρσόγιαννη ήταν άλλος ένας μυθικός προορισμός, για τον οποίο είχα ακούσει πολλά στην ΜΟΜΑ και θα ήθελα κάποτε να πάω. Φθάνοντας όμως στο Καλπάκι, μας σταμάτησε η χωροφυλακή και μας είπε ότι, για να πάμε βορειότερα χρειαζόμαστε ειδική άδεια. - Εντάξει.
Από που θα πάρουμε την άδεια; ρώτησα φιλικά. Μου ελέχθη όμως ότι μόνο το αστυνομικό τμήμα της κατοικίας μας (500 χλμ μακριά), μπορούσε να εκδώσει τέτοια άδεια.
Γυρίσαμε λοιπόν πίσω στα Γιάννενα άπρακτοι.

 Επίσκεψη το 2008
Επίσκεψη το 2008 Γύρω στο 2000 άρχισα να απλώνω σε όλη την Ελλάδα την ερασιτεχνική έρευνα που έκανα από το 1976, για τις ορεινές και θαλάσσιες αύρες στην χώρα μας. Το αεράθλημα του παραπέντε είχε διαδοθεί ευρέως. Είχα ήδη πολλούς πληροφοριοδότες ανά την Ελλάδα και πολλούς ενδιαφερόμενους για τα πορίσματα της έρευνας για τις τοπικές αύρες.
To 2008 επεξέτεινα την έρευνα στην Ήπειρο, όπου και έκανα επανειλημμένα ταξίδια. Όπως ήταν φυσικό, πέρασα τότε και από την Βύσσανη (με δύο σίγμα) και από την φιλόξενη Πυρσόγιαννη. Τώρα πια η αστυνομία δεν ανησυχούσε για όσους πήγαιναν προς βοράν, αλλά για λαθρομετανάστες που έρχονταν προς νότον.
Στα Γιάννενα διανυκτέρευα πάντα στο ξενοδοχείο "Βυζάντιο" που είναι πολύ κοντά στον χώρο της παλιάς ΜΟΜΑ και του Μπουνταλά. Μου δόθηκε λοιπόν η ευκαιρία να ψάξω και πάλι για την τύχη του οικισμού των σεισμοπλήκτων. Το τοπίο όμως είχε μεταβληθεί τελείως. Η πόλη είχε επεκταθεί προς την περιοχή Μπουνταλά και είχε καταβροχθίσει τον οικισμό. Περπατώντας ανάμεσα στα σπίτια, κανείς δεν με κοίταζε πια περίεργα. Επεσήμανα κάποια από τα παλιά σπίτια των σεισμοπλήκτων που επιβιώνουν μέχρι σήμερα και τα φωτογράφησα.




Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2019

Ένας Σπετσιώτης γέροντας

Ὁ Ματρόζος

Περὶ τοῦ ποιήματος: Ὁ Ματρόζος, Σπετσιώτης ἀγωνιστής, ποὺ χάρισε ἀφειδώλευτα τὰ πάντα στὴν πατρίδα, τελείωνε τώρα τὴν ζωή του φτωχὸς καὶ ἀγνοημένος, ἐνῷ οἱ πρώην ναῦτες του εἶχαν γίνει καπεταναῖοι στὰ βασιλικὰ καράβια καὶ ὁ παλιὸς συμπολεμιστής του Κωνσταντῖνος Κανάρης ἦταν πρῶτος ὑπουργός. Αὐτόν, λοιπόν, τὸν Κανάρη -τοῦ ὁποίου τὴν ζωὴ εἶχε γλυτώσει κοντὰ στὴν Τένεδο- πηγαίνει νὰ συναντήσει ὁ γερο-Ματρόζος στὴν Ἀθήνα.
Ἕνας Σπετσιώτης γέροντας, σκυφτὸς ἀπὸ τὰ χρόνια,
μὲ κάτασπρα μακριὰ μαλλιά, μὲ πύρινη ματιά,
σὰν πλάτανος θεόρατος γυρμένος ἀπ᾿ τὰ χιόνια,
περνοῦσε πάντα στὸ νησὶ τὰ μαῦρα γηρατειά.
Εἶναι ἀπὸ κείνη τὴ γενιὰ κι ὁ γερο-καπετάνος
ποὺ ἀκόμα καὶ στὸν ὕπνο του τὴν ἔτρεμε ὁ Σουλτάνος.

Εἶναι ἀπὸ κείνους ποὺ ἔχυσαν τὸ ἀθάνατό τους αἷμα,
ἀπὸ τοὺς χίλιους ποὺ ἔβγαλες, πατρίδα μου χρυσή,
εἶναι ἀπὸ κείνους ποὺ ἔβαλαν στὴν κεφαλή σου στέμμα
καὶ ἄγνωστοι σβηστήκανε στὸ δοξαστὸ νησί.
Εἶχες ἀστέρια ὁλόλαμπρα στὸν οὐρανό σου κι ἄλλα,
μὰ ἐκεῖνα ποὺ δὲν ἔλαμψαν ἤσανε πιὸ μεγάλα.

Σὰν ἔγραψαν μὲ τὸ δαυλὸ τῆς ἱστορίας μόνοι,
χωρὶς γι᾿ αὐτοὺς τοὺς ἥρωες μία λέξη αὐτὴ νὰ πεῖ,
μὲ τὴν πληγή τους γιὰ σταυρὸ κι ἀτίμητο γαλόνι,
ἄλλοι στὰ δίχτυα ἐγύριζαν καὶ ἄλλοι στὸ κουπί.
Κι οἱ στολοκάφτες τῶν Σπετσῶν, τ᾿ ἀτρόμητα λιοντάρια,
μὲ τὶς βαρκοῦλες ἔπιαναν στὸ περιγιάλι ψάρια.

Ὁ γέρος μας παράπονο ποτὲ δὲ λέει κανένα,
μὰ καπετάνους σὰν ἰδεῖ μὲς στὰ βασιλικά,
ἐκείνους πού ῾χε ναῦτες του μὲ μάτια βουρκωμένα
στὰ περασμένα ἐγύριζε καὶ στὰ πυρπολικά,
καὶ ξαπλωμένος δίπλα μου, μοῦ ῾λεγε ἐκεῖ στὴν ἄμμο
πόσα καράβια ἐκάψανε στὴν Τένεδο, στὴ Σάμο.

«Παιδί μου, τώρα ἐγέρασα, παιδί μου θ᾿ ἀποθάνω»,
στὸ τέλος πάντα μοῦ ῾λεγε μ᾿ ἕν᾿ ἀναστεναγμό,
«Ἕνας Ματρόζος δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τὸ ζητιάνο,
μὰ νὰ βαστάξω δὲν μπορῶ τῆς πείνας τὸν καημό.
Κλαίω ποὺ ἀφήνω τὸ νησί, θὰ πάω στὴν Ἀθήνα,
πρὶν πεθαμένο μ᾿ εὕρετε μία μέρα ἀπὸ τὴν πεῖνα...

Μοῦ λέν, ὁ καπετὰν Κωνσταντῆς, ἀπ᾿ τὰ Ψαρὰ κεῖ πέρα,
πὼς ὑπουργὸς ἐγίνηκε μεγάλος καὶ τρανός,
κι ἂν θυμηθῇ πὼς τὴ ζωή του ἔσωσα μία μέρα
ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὴν Τένεδο, μποροῦσε ὁ Ψαριανὸς
νὰ κάνει τίποτε γιὰ μὲ κι ἴσως νὰ δώσουν κάτι
σ᾿ ἐκεῖνον πού ῾χε τάλαρα τὴ στέρνα του γεμάτη».

Πέντε ἕξι ἡμέρες ὕστερα ἐμπῆκε στὸ βαπόρι
κι ἀκουμπιστὸς περίλυπος ἐπάνω στὸ ραβδί,
ὡς ποὺ στὴν Ὕδρα ἔφθασε, ἐγύριζε στὴν πλώρη
τὸ λατρευτό του τὸ νησὶ ὁ γέροντας νὰ δεῖ.
Καὶ σκύβοντας τὰ κύματα δακρύβρεχτος ἐρῶτα,
πῶς φεύγει τώρ᾿ ἀπ᾿ τὸ νησὶ καὶ πῶς ἐρχόταν πρῶτα.

«Ἐδῶ τί θέλεις, γέροντα;» ρωτᾷ τὸν καπετάνο
στὸ ὑπουργεῖον ἐμπροστὰ κάποιος θαλασσινὸς
ντυμένος στὰ χρυσά. «Παιδί μου, εἶναι πάνω
ὁ Κωνσταντής;». «Ποιὸς Κωνσταντής;». «Αὐτός... ὁ Ψαριανός».
«Δὲ λὲν κανένα Ψαριανό, ἐδῶ εἶναι Ὑπουργεῖο,
νὰ ζητιανέψῃς πήγαινε μὲς στὸ φτωχοκομεῖο!».

Ὁ γέρος ἀνασήκωσε τὸ κάτασπρο κεφάλι
καὶ τὰ μαλλιά του ἐσάλεψαν σὰν χαίτη λιονταριοῦ
καὶ μὲ σπιθόβολη ματιὰ μὲς ἀπ᾿ τὰ στήθια βγάνει
μὲ στεναγμὸ βαρύγνωμο φωνὴ παλληκαριοῦ:
«Ἂν οἱ ζητιάνοι σὰν κι ἐμὲ δὲν ἔχυναν τὸ αἷμα,
οἱ καπετάνοι σὰν καὶ σὲ δὲν θὰ φοροῦσαν στέμμα!»

Τότε ὁ Κανάρης ποὺ ἄκουσε φιλονικία κάτου,
στὸ παραθύρι πρόβαλε νὰ δεῖ ποιὸς τὸν ζητεῖ
καὶ τὸ νησιώτη βλέποντας λαχτάρησε ἡ καρδιά του
καὶ νά ῾ρθει ἐπάνω διέταξε μὲ τὸν ὑπασπιστή.
Κάτι ἡ φωνὴ τοῦ γέροντα τοῦ ἐξύπνησε στὰ στήθη,
κάτι ποὺ μοιάζει μὲ ὄνειρο μαζὶ καὶ παραμύθι.

Τὸν κοίταξε τὰ μάτια του μὲς στὰ μακριά του φρύδια,
Ποὺ μοιάζανε σὰν ἀετοὺς κρυμμένους στὴ φωλιά,
στὸν καπετάνο ἐφάνηκαν μὲ τὴν φωτιὰ τὴν ἴδια,
ὅταν τὰ ἐφώτιζε ὁ δαυλὸς τὰ χρόνια τὰ παλιά.
Κι ἕνας τὸν ἄλλο κοίταζε κατάματα οἱ δυὸ γέροι,
ὁ ἡμίθεος τὸν γίγαντα, ὁ ἥλιος τὸ ἀστέρι.

«Δὲν μὲ θυμᾶσαι, Κωνσταντή;» σὲ λίγο τοῦ φωνάζει,
«γρήγορα σὺ μὲ ξέχασες, μὰ σὲ θυμᾶμαι ἐγώ!...».
«Ποιὸς τό ῾λπιζε νὰ δεῖ ποτές», ὁ γέροντας στενάζει,
«τὸν καπετάνο ζήτουλα, τὸ ναύτη ὑπουργό!...».
Καὶ σκύβοντας τὴν κεφαλὴ στὰ διάπλατά του στήθη,
τὴ φτώχεια του ἐλησμόνησε, τὴ δόξα του ἐθυμήθη.

«Ποιὸς εἶσαι, καπετάνο μου; Καὶ ποιό ῾ναι τὸ νησί σου;»,
ὁ Ψαριανὸς τὸν ἐρωτᾷ μὲ πόνο θλιβερό,
«πενήντα χρόνια, μιὰ ζωή, περάσανε, θυμήσου
ἀπ᾿ τῆς καλῆς μου ἐποχῆς, ἐκείνης τὸν καιρό.
Μήπως στὴν Σάμο ἤσουνα τὴν ἐποχὴ ἐκείνη;
Στὴν Κῶ, στὴν Ἀλεξάνδρεια, στὴ Χῖο, στὴ Μυτιλήνη;»

Ἀπ᾿ ἔξω ἀπ᾿ τὴν Τένεδο ...πενήντα πέντε χρόνια
ἐπέρασαν ἀπ᾿ τὴν στιγμὴν ἐκείνη, σὰν φτερό.
Σὰν νὰ σὲ βλέπω Κωνσταντή, δὲ θὰ ξεχάσω αἰώνια...
Ἀκόμα στὸ μπουρλότο σου καβάλα σὲ θωρῶ...
Χρόνος δὲν ἦταν πού ῾καψες στὴ Χιὸ τὴ ναυαρχίδα
κι ἦταν ἡ πρώτη μου φορὰ ἐκείνη ποὺ σὲ εἶδα...

Ἀπ᾿ ἔξω ἀπ᾿ τὴν Τένεδο, θυμᾶσαι; Μιὰ φρεγάδα
σ᾿ ἔβαλε ἐμπρὸς μ᾿ ἀράπικου ἀλόγου γληγοράδα
μ᾿ ὀχτὼ βατσέλα πίσω της ἐμοιᾶζαν περιστέρια
κι ἐσὺ γεράκι γύρω τους... ἐπάνω στὸ μπουρλότο,
ποὺ τὴν κορβέτα τίναξες πρωτύτερα στ᾿ ἀστέρια,
σὰν δαίμονας μὲς στὸν καπνὸ γλυστροῦσες καὶ στὸν κρότο.

Σὲ καμαρώνω ἀπὸ μακριά... κι οἱ ναῦτες κι ὁ λοστρόμος
μ᾿ ἐξώρκιζαν νὰ φύγουμε τοὺς εἶχε πιάσει τρόμος,
γιατὶ ἡ ἁρμάδα ζύγωνε ἐπάνω στὸ τιμόνι
θάρρος στοὺς ναῦτες σου ἔδινες... δὲν βάσταξε ἡ καρδιά μου,
σὲ μιὰ στιγμὴ χανόσουνα, σὲ μιὰ στιγμὴ καὶ μόνη
καὶ «ὄρτσα! μάϊνα τὰ πανιά!» φωνάζω στὰ παιδιά μου.

Στὸ στρίψιμο τοῦ τιμονιοῦ μᾶς σίμωσες... μ᾿ ἀντάρα,
ὁ Τοῦρκος κοντοζύγωνε ἡ μαύρη μου καμπάρα
ἀστροπελέκια καὶ φωτιὲς καὶ κεραυνοὺς πετοῦσε,
μὰ σὰν δελφίνι γρήγορα κι ἐκεῖνος ἐγλιστροῦσε.
Οἱ ναῦτες μου φωνάζανε: «Τί κάνεις καπετάνο;»
Κι ἐγὼ τοὺς λέω: «Τὸν Ψαριανὸ νὰ σώσω κι ἂς πεθάνω...».

Καὶ σοῦ πετῶ τὴ γούμενα... καὶ δένεις τὸ μπουρλότο...
κάνω τιμόνι δεξιά... τὸ φλογερὸ τὸ χνῶτο
τοῦ Τούρκου θὰ σὲ βούλιαζε - θυμᾶσαι; Σοῦ φωνάζω,
«Πρῶτος ἀπ᾿ ὅλους ν᾿ ἀνεβεῖς», μὰ δὲν μ᾿ ἀκοῦς κι ἀφήνεις
ἄλλοι ν᾿ ἀνέβουν... ἔσκυψα κι ἀπ᾿ τὰ μαλλιὰ σ᾿ ἀδράζω,
καὶ σ᾿ ἔσωσα κι ἐφύγαμε... μὰ δάκρυα βλέπω χύνεις!...».

«Ματρόζε μου!» δακρύβρεχτος ὁ Κωνσταντὴς φωνάζει
καὶ μὲς στὰ στήθη τὰ πλατιὰ σφιχτὰ τὸν ἀγκαλιάζει.
Κι ἐνῷ οἱ δυὸ γίγαντες μὲ τὰ λευκὰ κεφάλια
στ᾿ ἄσπρα τους γένεια δάκρυα κυλοῦσαν σὰν κρυστάλλια,
δυὸ κορφοβούνια μοιάζανε γεμάτα ἀπὸ τὸ χιόνι,
ὅταν τοῦ ἥλιου τὸ φιλὶ τὴν ἄνοιξη τὸ λειώνει.-



Η ΠΟΛΙΣ

Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»


Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες. 


Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019

Χρωματίζοντας το παρελθόν


Μίκης - Μάνος 1954


Ο Άρης στα Γιάννενα Δεκ. 1944


 Παραμυθιά 1913

Πρόσφυγες 1922

Αεροδρόμιο Ιωαννίνων 1934

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2018

Πάμε ξανά σε εκείνη την αυλή


Του Ευάγγελου Αυδίκου στην Εφημερίδα των Συντακτών (ΝΟΕ 2018) Πέρασαν πολλά χρόνια. Ηταν και τότε Σάββατο. Οι ειδήσεις με το σταγονόμετρο. Τα Γιάννενα ήταν πολύ μακριά από την Αθήνα. Μια μέρα δρόμος. Δύσκολο να ακουστούν οι ερπύστριες που κατέβηκαν στο Πολυτεχνείο. Δεν είχαν εφευρεθεί οι ζωντανές συνδέσεις. Κι έτσι πέρασε η νύχτα εκείνη μες στην άγνοια. Σκότος παντού. Ο ήχος της πόρτας του Πολυτεχνείου, που υποχώρησε στην τεθωρακισμένη βία της χούντας, δεν έφτασε ώς τους φοιτητικούς κύκλους του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Που έδωσαν ραντεβού για το Σάββατο πρωί στη Δομπόλη. 17 Νοεμβρίου. Στην είσοδο με τα πλατιά σκαλοπάτια. Εκεί που έβγαζαν φωτογραφίες τα αγόρια και τα κορίτσια που έφταναν στην πόλη από όλη την Ελλάδα. Με φλογισμένα μάγουλα και μάτια σπινθηροβόλα για την ορκωμοσία της υποδοχής στο τρίτο Πανεπιστήμιο της χώρας. Μαζεύτηκαν οι ανησυχίες όλων στη Δομπόλη. Ανάμεσα στο περίπτερο και την πόρτα. Παιδιά που ξεπετάχτηκαν από τα Ζευγάρια. Τη Ζέρβα. Το Βελισάριο. Από τα Λακκώματα. Τον μεγάλο δρόμο με τις τριανταφυλλιές που δόξαζε τότε τη χουντική βία. Κουβαλώντας την ελπίδα. Ξεπερνώντας τον φόβο του επαρχιακού περιβάλλοντος. Την ανάσα του ασφαλίτη στον σβέρκο. Και τότε βγήκε ο διορισμένος πρύτανης. Ενός πολύπαθου ιδρύματος που δεν είχε σταθεί ακόμη στα πόδια του. Διαλυθείτε, οι λέξεις που ξερνούσε η ντουντούκα κουβαλούσαν την απειλή του στρατιωτικού νόμου. Το Πολυτεχνείο έπεσε. Μούδιασμα. Η επιβεβαίωση και η αποχώρηση. Μια νέα εποχή άρχιζε που πλήγωσε τη χώρα. Νοέμβριος 2018. Σαράντα πέντε χρόνια από εκείνη την ημέρα. Που οι νέοι και οι νέες στέκονταν μπροστά από την κεντρική πόρτα του Πανεπιστημίου τους. Διεκδικώντας μια καλύτερη θέση σ’ έναν κόσμο με δημοκρατία. Σάββατο και φέτος. Σέρνεις τα βήματά σου με δυσκολία. Στέκεσαι απέναντι στο περίπτερο. Οπως και τότε. Λείπει η ντουντούκα. Ευτυχώς. Απουσιάζει όμως η ζωή. Το Πανεπιστήμιο μετακόμισε στην Πεδινή. Η πανεπιστημιούπολη έγινε κυψέλη νιότης και γνώσης. Αναμενόμενο. Οι κοινωνίες όμως που θέλουν να αναζητούν το μέλλον τους δεν πετάνε στα σκουπίδια το παρελθόν. Το κτίριο της Δομπόλη έχει αραχνιάσει. Εκεί που ακούγονταν οι φωνές των φοιτητών και φοιτητριών. Εκεί που οι φλογισμένες ομιλίες στα αμφιθέατρα συνοδεύονταν από επευφημίες και αποδοκιμασίες έχει φωλιάσει η σιωπή. Εχουν πλέξει τον πολυπλόκαμο ιστό τους οι αράχνες της μνήμης. Η μνήμη μάς πληγώνει. Η επιστροφή στη Δομπόλη ματώνει. Από την αδιαφορία της πόλης που ξεχνάει το παρελθόν της. Εκεί που μπήκαν τα θεμέλια για τη σημερινή πόλη. Από τις πανεπιστημιακές αρχές που εγκλωβίζονται στον λαβύρινθο της γραφειοκρατίας. Από την πολυπλόκαμη κρίση. Κάντε κάτι. Διώξτε τα φαντάσματα της Ιστορίας από τη Δομπόλη. Η Δομπόλη είναι η ψυχή μας. Η νιότη που μας έκλεινε το μάτι του μέλλοντός μας.

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2018

και φως πραότατο χαρίζω


Κωστής Παλαμάς
Η ελιά
Είμαι του ήλιου η θυγατέρα
Η πιο απ’ όλες χαϊδευτή
Χρόνια η αγάπη του πατέρα
Σ΄ αυτό τον κόσμο με κρατεί
Όσο να πέσω νεκρωμένη
Αυτόν το μάτι μου ζητεί.
Είμ’ η ελιά η τιμημένη

Δεν είμ’ ολόξανθη, μοσχάτη
Tριανταφυλλιά ή κιτριά·
Θαμπώνω της ψυχής το μάτι,
Για τ’ άλλα μάτια είμαι γριά.
Δε μ’ έχει αηδόνι ερωμένη,
M’ αγάπησε μία θεά·
  Eίμ’ η ελιά η τιμημένη.
Όπου και αν λάχει κατοικία
Δε μ’ απολείπουν οι καρποί.
Ως τα βαθιά μου γηρατειά,
Δεν βρίσκω στην δουλειά ντροπή.
Μ’ έχει ο θεός ευλογημένη,
Και είμαι γεμάτη προκοπή.
Είμ’ η ελιά η τιμημένη.

Φρίκη, ερημιά, νερά και σκότη,
Tη γη εθάψαν μια φορά·
Πράσινη αυγή με φέρνει πρώτη
Στο Nώε η περιστερά·
Όλης της γης είχα γραμμένη
Tην εμορφιά και τη χαρά·
  Eίμ’ η ελιά η τιμημένη.

Εδώ στον ίσκιο μου μ’ αποκάτω
Ήρθ’ ο Χριστός να αναπαυθεί
Κι ακούστηκ’ η γλυκιά λαλιά του
Λίγο προτού να σταυρωθεί.
Το δάκρυ του, δροσιά αγιασμένη,
Έχει στη ρίζα μου χυθεί.
Είμ’ η ελιά η τιμημένη.
Και φως πραότατο χαρίζω
Εγώ στην άγρια τη νύχτα.
Τον πλούτο πια δεν τον φωτίζω,
Συ μ’ ευλογείς φτωχολογιά.
Κι αν απ’ τον άνθρωπο διωγμένη,
Μα φέγγω μπρος στην Παναγιά.
Είμ’ η ελιά η τιμημένη.

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2018

Παρασκευή 31 Αυγούστου 2018

Άκουσα ότι η Παπακώστα είναι Καραμανλική


Σκίτσο του Δημ. Χαντζόπουλου στην Καθημερινή (30 Αυγ. 2018)

Πέμπτη 9 Αυγούστου 2018

Ο Λαντς των Γερμανικών στρατευμάτων κατοχής είχε προπάππο από τους Νεγάδες; (εγγονός Γκινόπουλου;)


Σύμφωνα με προφορική παράδοση του χωριού Νεγάδων (μαρτυρία Γεωργίου Τσέφα) ο Γερμανός αντιστράτηγος Λαντς, διοικητής του 22ου Σώματος Στρατού των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής, που είχε σταλεί στην Ήπειρο, καταγόταν από την οικογένεια Γκινόπουλου. Τη δεκαετία του ’30 όταν πρόεδρος της κοινότητας Νεγάδων διετέλεσε ο Μιχαήλ Τσέφας, του ζητήθηκε από την Αυστρία να βεβαιώσει εάν ο Λαντς ήταν «αρείας» καταγωγής. Σύμφωνα πάντα με την ίδια παράδοση, τα γερμανικά στρατεύματα αφού πρώτα είχαν πυρπολήσει τους Φραγκάδες και κατευθύνονταν προς τους Νεγάδες, δέχτηκαν εντολή του Λαντς από τα Γιάννινα να αλλάξουν πορεία και να μην τους πυρπολήσουν (πληροφορία Γεωργίου Τσέφα, γιου του Μιχαήλ).

Ο Μάνθος Γκίνου (1755-1822) ήταν σπουδαίος γαι0κτήμονας στη Βλαχία.
Ο έγγονός του Μάνθος Γκινόπουλος, γνωστός ως κυρ Μανθάκης (1838- 1883) διετέλεσε υποπρόξενος της ΑυστροΟυγγαρίας στα Γιάννενα.
Ο Μάνθος Γκινόπουλος με τη σύζυγό του Καλλιόπη Τσαταλόπουλου απέκτησαν τέσσερις γιούς
τον Αθανασάκη που διέμεινε στην Αθήνα
τον Στέφανο που διέμεινε στη Ρουμανία
τον Σοφοκλή (γιατρός) που διέμεινε στη Βιέννη 
και τον Αλέξανδρο που διέμεινε στο Μόναχο 
(άρα ο Λαντς γιός του Σοφοκλή ή του Αλέξανδρου;)
 
ΠΗΓΗ    I ZAGORI NEGADES

ΣΧΕΤΙΚΟ: Ένας στρατηγός της Βέρμαχτ αφηγείται (εφημερίδα Το Βήμα) 

Σύμφωνα  με τον Χέρμαν Φρανκ Μάγερ και το βιβλίο του "Αιματοβαμμένο Εντελβάις" (τόμος Α) - Βιβλιοπωλείο της Εστίας Αθήνα 2009,
ο Χούμπερτ Λαντς γεννήθηκε στις 22 Μαίου 1896 στο Έντρινγκεν της περιφερειας του Τύμπινγκεν στη Βυρττεμβέργη. Ήταν το πρώτο παιδί του δασονόμου Όττο Λαντς (Otto Lanz) και της συζύγου του Μπέρτα (Berta)
Τον Ιούνιο του 1914 εντάχθηκε ως δόκιμος στο 12 ο Λόχο του Συντάγματος Πεζικού

Άλλες μαρτυρίες  (περιοδικό "η Καλουτά μας" - τεύχος 11 Χινόπωρο 1992 - Εκδότης Διευθυντής Θανάσης Σακελλαρίδης.

Ο Μάνθος Κ, Οικονόμου, Γυμνασιάρχης, Ιστορικός, στο βιβλίο του "Νεγάδες" (σελίδα 516) γράφει 
… όταν οι Αναστάσιος Βλαχόπουλος Πρόεδρος του Εμπορικού Επιμελητηρίου Ιωαννίνων,
     Μιχαήλ Τσιμπρής, αναπληρωτής Γενικού Διοικητού Ηπείρου
     Δ. Βλαχλείδης, Δήμαρχος Ιωαννίνων
και ο Γεώργιος Κωνσταντινίδης, Δικηγόρος ως επίσημος διερμηνεύς 
παρουσιάστηκαν στον Στρατάρχη  Lanz  για να του ζητήσουν την κατάπαυση του καψίματος των χωριών του Ζαγορίου, αυτός τους υποδέχτηκε φιλικά. 
Κατά τη συζήτηση, που έγινε, ο Lanz  πιθανόν να θυμήθηκε τον πατέρα του και τα όσα του έλεγε, όταν ήταν μικρός, για τον τόπο της καταγωγής του, το ωραίο και ιστορικό χωριό τους Νεγάδες για τον προσπάππο του κι άλλα σχετικά με την οικογένειά των. . . .
. . . . κι έβλεπε ότι το πρώτο χωριό, που θα καίγονταν μετά το κάψιμο των Φραγκάδων, θα ήταν οι Νεγάδες, το χωριό των προγόνων του, δεν βάσταξε, ομολόγησε σ' αυτούς, ότι
 "οι Νεγάδες είναι το χωριό μου, γιατί ο προσπάππος μου κατάγονταν απ' αυτούς κι ήταν μάγειρας στην Αυλή της Αυστρουγγαρίας"
 και υποσχέθηκε να σταματήσει το κάψιμο των χωριών του Ζαγορίου, που έγινε αμέσως 
Έτσι διασώθηκαν από το κάψιμο οι Νεγάδες και τα υπόλοιπα χωριά του Ζαγορίου που δεν είχαν καεί.
Αλλά γεννάται το ερώτημα 
Ποιος ήταν ο προσπάππος του Lanz;
Στη Βιέννη εκείνη την εποχή (που ζούσε ο προσπάππος) ήταν ταξιδεμένοι πολλοί Νεγαδιώτες . . . . , ο προσπάππος του Lanz  ήταν ο Αθανάσιος Γκινόπουλος . . . .

1) Ο Μιχαήλ Τσέφας πρόεδρος των Νεγάδων το 1936 έλαβε αίτηση του Σοφοκλή Γκινόπουλου, ιατρού εν Βιέννη, (μέσω του δικηγόρου Ιωαννίνων Στεφόπουλου) στην οποία ζητούσε πιστοποιητικό ότι είναι αρίας καταγωγής, πράγμα που εξέδωσε αμέσως διότι ήτο εγγεγραμμένος στο παλαιό μητρώο αρρένων της κοινότητος Νεγάδων. 

2) Ο Αθανάσιος, παππούς του Σοφοκλή Γκινόπουλου, ταξιδεύονταν στη Βιέννη.

3) Ο πατέρας του Σοφοκλή, - Μάνθος Γκινόπουλος (1835-1883) - διετέλεσε υποπρόξενος της Αυστρίας στα Γιάννενα  

4)Ο Σοφοκλής Γκινόπουλος (ιατρός κατά τον Γ.Β. Σωτήρη) διέμενε στη Βιέννη.

Και τελικά γιατί φέρει το επώνυμο Lanz;
Μπορούμε να πούμε ότι άλλαξε το επώνυμο του πατέρα του "Γκινόπουλος" και πιθανόν να πήρε ως τοιούτο το επώνυμο της μητέρας του, που κατά πάσαν πιθανότητα ήταν Βιεννέζα.

Παρασκευή 27 Ιουλίου 2018

Μιά αρκουδίτσα στο Δίκορφο

Στο κατάλληλο μέρος την κατάλληλη στιγμή βρέθηκε προχθές ο κ.Στέφανος Χρηστογούλας "τσακώνοντας" με τον φωτογραφικό του φακό μια αρκούδα τη στιγμή  που εκείνη πετάχτηκε ξαφνικά μπροστά του  μέσα απο κάδο απορριμμάτων ,όπου προφανώς αναζητούσε τροφή ,στο Δίκορφο Ζαγορίου .



Δίχως δεύτερη σκέψη ,ως λάτρης της φωτογραφίας και  έχοντας στο ενεργητικό του πολλές συμμετοχές σε εκθέσεις  φωτογραφίας στο Ζαγόρι ,ο κ.Στέφανος πρόλαβε να ενεργήσει αστραπιαία  απαθανατίζοντας  το αναπάντεχο ραντεβού που του επιφύλαξε η μέρα  ,δίνοντας  παράλληλα υπόσχεση πως στο ..επόμενο "καρτέρι"θα καταφέρει να φωτογραφήσει το συμπαθές ζώο face to face!


Η  εντυπωσιακή φωτογραφία δημοσιεύτηκε στα social media προκαλώντας όπως ήταν φυσικό   ενθουσιασμό ,αλλά και σχόλια με διάφορες προεκτάσεις.
ΠΗΓΗ EPIRUS TV NEWS

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2018

Οι πρόσφατες σεισμικές δονήσεις 2,4R 3,5R 2,2R

Στις 3 Ιουλίου 2018, ώρα 22.29 Μέγεθος 2,4 R,  15Km  ανατολικά των Ιωαννίνων,
επίκεντρο μεταξύ Καβαλλάρι,- Κρυόβρυσης - Μηλιωτάδων (ανατολικό Ζαγόρι)
με εστιακό βάθος 16,8 Km (αρκετό)

Στις 5 Ιουλίου 2018, ώρα 5.24 Μέγεθος 3,5 R, 14Km  Βορειοδυτικά των Ιωαννίνων (στην ίδια περιοχή των σεισμών του Φθινοπώρου 2016 - ανατολικά της Λιγοψάς - βόρεια της Πρωτόπαππα),
με εστιακό βάθος 4,6 Km (επιφανειακός σεισμός)

Στις 5 Ιουλίου 2018, ώρα 8.7   Μέγεθος 2,2 R 12 Km  Βόρεια των Ιωαννίνων,
με επίκεντρο μεταξύ Ελάτης και Δίκορφου, (πίσω από το Μιτσικέλι)
και εστιακό βάθος  5,4 Km  

Σάββατο 30 Ιουνίου 2018

Για το νερό που πίνουμε

• Τις τελευταίες μέρες, μετά την δήλωση του συμπολίτη μας κ. Κώστα Κυριαζή, ηλεκτρολόγου μηχανικού (πρ. δημοτ. σύμβουλος και στέλεχος της δημοτικής παράταξης «Γιάννενα Τώρα») ότι δεν γίνονται έλεγχοι στην ποιότητα του νερού από την ΔΕΥΑΙ, και επειδή – όπως με χθεσινή ανακοίνωσή του αναφέρει -  δέχτηκε προσωπικά βέλη, μειωτικά για το άτομό του, εξηγεί στη συνέχεια παραθέτοντας στοιχεία, γιατί έκανε τη δήλωση περί ανυπαρξίας ελέγχων από την ΔΕΥΑΙ.
Αφού αρχικά αναφέρεται σε συγκεκριμένες Υπουργικές αποφάσεις «για την ποιότητα νερού ανθρώπινης κατανάλωσης», ιδιαίτερα σημειώνει τις Οδηγίες του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έχουν ισχύ Νόμου του Κράτους.
Σύμφωνα με τον Νόμο λοιπόν, όπως αναφέρει ο κ. Κυριαζής, οι υπεύθυνοι ύδρευσης,  μεταξύ άλλων υποχρεούνται:
- να διενεργούν δειγματοληπτικούς και εργαστηριακούς ελέγχους σε αντιπροσωπευτικά προκαθορισμένα σημεία ολόκληρου του δικτύου διανομής από την πηγή υδροληψίας μέχρι τη διάθεση στον καταναλωτή. Προς τούτο πρέπει να καταρτίσουν προγράμματα παρακολούθησης, τα οποία θα αναφέρονται μεταξύ άλλων και στον καθορισμό των σημείων δειγματοληψίας. Ένα ποσοστό των δειγμάτων πρέπει να λαμβάνεται από σταθερά σημεία (αντλιοστάσια, δεξαμενές αποθήκευσης) ως επίσης και σε μέρη όπου υπήρξαν προβλήματα στο παρελθόν. Άλλα δείγματα να λαμβάνονται τυχαία στο δίκτυο μεταξύ των οποίων θα περιλαμβάνονται κατά προτεραιότητα πολυσύχναστα κτίρια λ.χ. νοσοκομεία, σχολεία, δημόσια κτίρια, πολυκατοικίες, ξενοδοχεία, εργοστάσια και άλλες θέσεις που υπάρχει μεγάλη πιθανότητα κινδύνου μόλυνσης λ.χ διακλαδώσεις, σημεία υποπίεσης. Τα προγράμματα αυτά υποβάλλονται στην Υπηρεσία Περιβαλλοντικής Υγιεινής και Υγειονομικού Ελέγχου της οικείας Π.Ε. προς έγκριση, μαζί με την κατάλληλη απεικόνιση σε σχέδια των σημείων δειγματοληψίας.
- να παρέχουν στους καταναλωτές στοιχεία της ποιότητας του νερού που καταναλώνουν, τα οποία κατά προτίμηση θα είναι προσβάσιμα στο κοινό μέσω διαδικτύου ή σε άλλη περίπτωση το κοινό μπορεί να απευθύνεται στους υπεύθυνους ύδρευσης για την παροχή της αντίστοιχης πληροφόρησης. (Ως σημείο δειγματοληψίας, στο οποίο ελέγχεται η τήρηση των ποιοτικών προδιαγραφών του παρεχόμενου νερού ανθρώπινης κατανάλωσης καθορίζεται η βρύση του καταναλωτή που χρησιμοποιείται για παροχή πόσιμου νερού). Επισημαίνεται ότι οι υπεύθυνοι ύδρευσης στο πλαίσιο της παρακολούθησης της ποιότητας του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης υποχρεωτικά λαμβάνουν δείγματα και στη βρύση των καταναλωτών, που χρησιμοποιείται κυρίως για παροχή πόσιμου νερού.
- Οι εργαστηριακές αναλύσεις για την παρακολούθηση του νερού που προορίζεται για ανθρώπινη κατανάλωση διενεργούνται σε εργαστήρια που πληρούν τις προδιαγραφές του Παραρτήματος ΙΙΙ
Ειδικότερα τα ιδιωτικά εργαστήρια ή άλλοι φορείς με τους οποίους τα ιδιωτικά εργαστήρια συνάπτουν συμβάσεις πρέπει να είναι διαπιστευμένα κατά το πρότυπο ΕΝ ISO/IEC 17025 ή άλλο ισοδύναμο διεθνώς αποδεκτό πρότυπο από το ΕΣΥΔ ή άλλο φορέα που συμμετέχει στη Συμφωνία Αμοιβαίας Αναγνώρισης της Ευρωπαϊκής Διαπίστευσης για τις δοκιμές (EA-MLA testing).
- Η Ένωση Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης Αποχέτευσης (ΕΔΕΥΑ), μετά από συνεργασία με το Υπουργείο Υγείας και στο πλαίσιο παρακολούθησης της ποιότητας νερού ανθρώπινης κατανάλωσης της χώρας από τους υπεύθυνους ύδρευσης, της συλλογής των απαραίτητων στοιχείων ποιότητας και της αποστολής τους στο Υπουργείο Υγείας ανέπτυξε και λειτουργεί ένα Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα για την παρακολούθηση της ποιότητας νερού ανθρώπινης κατανάλωσης της χώρας. Το εν λόγω πληροφοριακό σύστημα λειτουργεί στο σύνδεσμο http://ydor.edeya.gr/dashboard
***
Ο κ. Κυριαζής στην ανακοίνωσή του προσθέτει «ότι στις 22/6/2018 έρχεται στο ΔΣ της ΔΕΥΑΙ, (θέμα 27 αρ. πρωτοκόλλου 3742) προς έγκριση, σχέδιο συμφωνητικού για την ανάθεση του ελέγχου της ποιότητας του νερού στη Χημική Υπηρεσία Ηπείρου -Δυτικής Μακεδονίας) με αναδρομική ισχύ από 1-1-2018! (Το σχέδιο συμφωνητικού ήρθε στο Δ.Σ. για έγκριση, μετά τις ερωτήσεις που θέσαμε στο πρώτο δελτίο τύπου μας, για το αν γίνονται έλεγχοι, μετά την πρόσφατη διακοπή νερού)».
Τα ερωτήματα
Καταλήγοντας ο Κ. Κυριαζής τονίζει ότι μετά τα όσα ανέφερε, θέτει τα παρακάτω ερωτήματα, περιμένοντας απάντηση:
- Αφού δεν υπάρχει ακόμα η σύμβαση, από 1-1-2018 μέχρι σήμερα, ποιος πραγματοποιεί τους ελέγχους του νερού;
- Υπάρχει θέμα νομιμότητας της σύμβασης; Γίνεται να υπογραφεί με το Δημόσιο σύμβαση με ανάθεση που αναφέρεται  σε ημερομηνία έξι μήνες πριν;
- Από 19/7/2017 που άλλαξε ο νόμος, τι έχει κάνει η Διοίκηση της ΔΕΥΑΙ για να τον εφαρμόσει;
- Ποιο είναι το πρόγραμμα παρακολούθησης που έχει εκπονήσει η ΔΕΥΑΙ και έχει αποστείλει στην οικεία Π.Ε.;
- Ποιες και πόσες οι  δειγματοληψίες που έγιναν τυχαία στο δίκτυο, σε σχολεία, νοσοκομεία, κλπ.;
- Ποιες οι ενέργειες που έχετε κάνει για την πληροφόρηση του κόσμου μέσω διαδικτύου, τόσο στην ιστοσελίδα της ΔΕΥΑΙ,  όσο και στην ιστοσελίδα των Ε.Δ.Ε.Υ.Α  (όπου η απουσία είναι εκκωφαντική) ως ο νόμος ορίζει;
- Είναι πιστοποιημένο το χημικό εργαστήριο της ΔΕΥΑΙ κατά το πρότυπο EN ISO/IEC 17025 ή άλλο ισοδύναμο όπως ο νόμος ορίζει;  Αν ναι, γιατί δίνονται έξω οι έλεγχοι και σπαταλάται δημόσιο χρήμα; Αν όχι, γιατί έχετε αμελήσει να το πιστοποιήσετε; Έχει το προσωπικό που απαιτεί για να πραγματοποιηθεί η πιστοποίηση;

Παρασκευή 20 Απριλίου 2018

Η 21η Απριλίου του 1967 στα Γιάννενα