Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εμφύλιος 1943-49. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εμφύλιος 1943-49. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Μαρτίου 2017

Πολεμώντας στην Ελλάδα (1947)



Το φιλμάκι του βρετανικού αρχείου, από το οποίο προέρχονται και οι σκηνές που γυρίστηκαν στις φυλακές του «Φιξ», φέρει τον τίτλο «Πολεμώντας στην Ελλάδα 1947» (Fighting In Greece 1947) είναι χωρίς ήχο και έχει συνολική διάρκεια επτά λεπτών και τεσσάρων δευτερολέπτων. Αρχίζει με μια αεροπορική λήψη πάνω από την νότια πλευρά της πόλης, πλησιάζοντας στο τότε στρατιωτικό αεροδρόμιο Κατσικά για προσγείωση. Περιλαμβάνει επίσης σκηνές από το εσωτερικό κάποιου απροσδιόριστου δημόσιου κτηρίου της πόλης, από επιχειρήσεις του Στρατού σε κάποια ορεινή περιοχή, από μια μεγάλη ομάδα «ανταρτόπληκτων» στην πόλη και από στρατιωτικές επιχειρήσεις στην περιοχή της Κόνιτσας.

Στα πλάνα από το προαύλιο του «Φιξ», διάρκειας 62 δευτερολέπτων, βλέπει κανείς αρχικά έναν αξιωματικό (πιθανόν να πρόκειται για τον περιβόητο διοικητή των φυλακών εκείνη την εποχή, Σπύρο Αραβανή, από τη Λευκάδα) να κάθεται πίσω από ένα τραπέζι. Πιο πίσω στέκονται κατώτεροι αξιωματικοί και απλοί στρατιώτες. Οι κρατούμενοι βρίσκονται άλλοι παραταγμένοι όρθιοι κι άλλοι καθισμένοι στη βόρεια πλευρά της αυλής, ενώ ένας φρουρός κοιτάζει τα δρώμενα από το φυλάκιο του εξωτερικού τοίχου. Ο αξιωματικός φαίνεται να ζητάει από έναν κρατούμενο να του δείξει διάφορα σημεία πάνω σε έναν απλωμένο χάρτη (πιθανόν κάποιες θέσεις των ανταρτών; ). Στον επόμενο κρατούμενο που ανακρίνεται, είναι εμφανή σημάδια τραυματισμού (από βασανισμό; ) στο αριστερό του μάτι. Από μια ψηλότερη λήψη φαίνεται και η πίσω μεριά του κτηρίου των φυλακών, με την σκεπαστή εξωτερική σκάλα που συνέδεε τον πάνω με τον κάτω θάλαμο, καθώς και κάποια γειτονικά με τις φυλακές κτήρια από την πλευρά της 28ης Οκτωβρίου.

Ο προπαγανδιστικός σκοπός των, όπως φαίνεται, «στημένων» γυρισμάτων είναι ολοφάνερος. Οι κοντινές λήψεις στα πρόσωπα και στο παρουσιαστικό των κρατουμένων επιδίωκε να αποδομήσει στα μάτια του θεατή την εικόνα του περήφανου και αγέρωχου αγωνιστή, όπως για παράδειγμα την είχε αποθανατίσει μερικά χρόνια πιο πριν η φωτογραφική μηχανή του Μπαλάφα και του Μελετζή. Ο κρατούμενος αντάρτης-κομμουνιστής, παρουσιάζεται εδώ σαν ένας «ρακένδυτος συμμορίτης», «κατσαπλιάς» ή στην καλύτερη περίπτωση σαν «φοβισμένο αγρίμι», οι δε στρατιωτικοί εκπρόσωποι της Πολιτείας ως «τυπικοί», «άψογοι», σχεδόν «ευγενικοί».

Σήμερα, με την μεγάλη χρονική απόσταση προς την τραγική εκείνη περίοδο, ένας νηφάλιος θεατής, θα διέκρινε στα τρομαγμένα πρόσωπα αυτών των κρατούμενων παιδιών περισσότερο την κακιά μοίρα της Ελλάδας εκείνη την εποχή, όπου η χώρα, έχοντας βγει τραυματισμένη από την ολέθρια Κατοχή, αντί να φροντίσει να επουλώσει πληγές της και να προχωρήσει με ταχείς ρυθμούς και αισιοδοξία στην επανόρθωση και ανάπτυξη της, όπως δηλαδή έκαναν και οι υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης, άρχισε να τρώει τις σάρκες της και να αυτοκαταστρέφεται σε ανυπολόγιστο βαθμό.

Αναλογιζόμενος κανείς σήμερα την οικονομική καταστροφή όπως και το βαθύ κοινωνικό ρήγμα μαζί με όλα τα προσωπικά δράματα που προξένησε ο Εμφύλιος στη χώρα, ρίχνοντάς την  για δεκαετίες πίσω στην υπανάπτυξη και στη καθυστέρηση, δεν έχει παρά να ασπαστεί τα λόγια με τα οποία ο Λάμπρος Μάλαμας κλείνει το βιβλίο του: «να μην ξαναγίνει ποτέ εμφύλιος πόλεμος στην πατρίδα μας και η φυλακή του «Φιξ» και κάθε τέτοια φυλακή, να παραμείνει μια θλιβερή διδαχτική ανάμνηση, σαν παράδειγμα προς αποφυγή στην ιστορική συνείδηση των γενεών».


ΠΗΓΗ  ΗΠΕΡΩΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝ




Fighting on the Greek / Albanian border.
Air shot of the sea and coast in Greece.(Λίμνη Παμβώτις απο αεροδρ Κατσικά)
Various shots of men and women sitting at long tables in a large room - some of the men are questioned, possibly Albanian prisoners.
Convoy of lorries filled with Greek troops moving along country road.
Long shot of countryside with smoke rising in distance.
Various shots of the Greek troops advancing through countryside, occasional distant explosions with smoke rising in the air are seen.
Male civilians rounded up in a village, possibly Albanian prisoners.
Various shots of Greek orthodox priest surrounded by a large group of refugees, mainly women and children.
Several shots of the refugees receiving food.
Plane flying low over countryside.
More shots of the Greek troops advancing across hilly countryside, on mules, on lorries and some on foot.
Groups of refugees sitting on roadside.
Greek officers looking at the map.
Infantry running to take positions.

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Μέρες του 44. Οι απέδω και οι απέκει του Αράχθου. Στο λαϊκό δικαστήριο της Άγναντας


Γράφει ο Γ.Α. Φλώρος στα «Τζουμερκιώτικα Χρονικά» Τεύχος 10 Μάιος 2009

…………..Κι ήρθε ο χειμώνας του 42. Κατά πως μολογάνε, βαρύς κι ασήκωτος, λες και βάλθηκε κι αυτός με σέμπρο τον καταχτητή να ξεπαστρέψει τον ορεινό πληθυσμό των Τζουμέρκων. Για μήνες ασπρίλα απ’ το χιόνι ο τόπος. Για να βγούνε πέρα, πολλοί άλεσαν και τα σπορίσματα ακόμα που ‘χαν φυλαγμένα στις μπακούλες για να τα σπείρουν την Άνοιξη.
Και τα ζωντανά, για μήνες κι αυτά κλεισμένα, τι γάλα να ‘δωναν χωρίς θροφές; Μέχρι και τ’ άχυρα και τα ροκόφλα είχαν σωθεί στις αχυρώνες. Για να μην ψοφήσουν, ροκάναγαν πουρνάρες κι ελατούδες εκεί στα κατώγια των σπιτιών.

Σαν πρασίνισε ο τόπος και λάλησε ο κούκος, η γης έβγαλε λάχανα και τσουκνίδες. Τα ‘βραζαν, τ’ αλεύρωναν και ξεγέλαγαν την πείνα τους. Παρηγοριά, δυο χλιαρές γάλα, πλιότερο για τα παιδιά παρά για τους μεγάλους, που άρχισαν κι έδωναν τα ζωντανά, σαν χόρτασαν κλαρί και χλωροχόρτι.

Ο πόλεμος έκλεισε και τα σχολειά. Τα παιδούρια, σκόρπια εδώ και εκεί σαν τ’ αγρίμια του λόγγου. Χρονκίς ήταν κρεματζούλα στα καρπόκλαρα για να στομώσουν την πείνα τους. Απ’ το Μάη που γλύκαιναν τα σκάμνα και τα κορόμπλα ίσαμε το χινόπωρο που η φύση απλόχερα σκόρπαγε τα λογής λογής καλούδια της.
Ακόμα και αργότερα, στα τέλη του Αη Δημητριού που κίναγαν οι αέρηδες και γκρέμαγαν τις καρύδες που ‘χαν μείνει ξέκλωνα και δεν τις έσωναν οι ράβδες, τα παιδούρια μπορμπολόλαγαν κάτω απ’ τις καριές αναμερίζοντας με τα ποδάρια τους τα καρόφλα.

Κείνο το χειμώνα ξεχείλισε η ανθρωπιά και το φιλότιμο στα χωριά μας. Εκείνοι που κρατιόταν κάπως καλύτερα βοήθησαν όσο μπόρεσαν και τους αδύναμους να ξεχειμωνιάσουν.

Σαν να μην έσωναν αυτά, κείνη τη χρονιά πογώνιασε η Αντίσταση εδώ όπου ο τόπος ήταν ακόμα απάτητος απ’ τον καταχτητή.

Το 43 όμως η ορεινή ταξιαρχία των Γερμανών, ιντελβάις μου φαίνεται πως την έλεγαν, το ‘βαλε να ξεπαστρέψει την αντίσταση στα Τζουμέρκα.
Κίνησε απ’ την Άρτα και τα Γιάννινα και πήρε σβάρνα τα χωριά. Στο διάβα της έκαιγε σπίτια και ξεκλήριζε ανθρώπους.
Οι Τζουμερκιώτες σκόρπισαν και τρύπωσαν στα λόγγα. Σα γύρισαν κάποτε στα χωριά τους βρήκαν καμένα τα σπίτια και ρημαγμένα τα συγύρια τους. Γλίτωσαν μόνο οι μαχαλάδες και τα σπίτια που ήταν κάπως ξώμακρα απ΄ τη στράτα και το βλέμμα του καταχτητή. Ο κόσμος αναγκάστηκε να γίνει από νοικοκύρης, μουσαφίρης σε συγγενολόια στους μαχαλάδες. Οι πλιότεροι ποστρέχιασαν σε καλύβες κι αχερώνες που ‘ χαν στα χωράφια τους, και σε μονόπλατες που ‘στησαν σιμά στα καμένα σπίτια τους.

Όσο για την Αντίσταση, καλά κίνησε απ’ την αρχή με στόχο να πολεμήσει το Γερμανό. Κάπου όμως στη στράτα της μπήκε και το σαράκι και την έκανε κομμάτια και θρύψαλα. Ο αδερφός πολέμησε τον αδερφό …   


Κατά το 44, κάπως τους ήρθαν τα λογικά αφού μέτρησαν τ’ αποκαΐδια  και τη συμφορά που ‘χαν σκορπίσει, συνάχτηκαν οι καπεταναίοι, εκεί στο γεφύρι της Πλάκας κι αποφάσισαν να χωρίσουν την Αντίσταση στα δύο. Σύνορο ο Άραχθος με τους απέκει και τους απέδω. Στο γεφύρι της Πλάκας και Γκόκ’ φυλάκιο οι απέδω, φυλάκιο οι απέκει. Ψυχές μαυρισμένες από μίσος που παράφορα φώλιασε μέσα τους.

Το χωριό βρέθηκε απέδω. Απέδω συντάχθηκαν πάρα πολλοί αντάρτες, όπως τους έλεγαν. Τόσοι που ο τόπος δεν τους χώραγε να ζήσουν και να τραφούν. Το ασήκωτο τούτο βάρος έπεσε στα χωριά μας. Τα σοδήματα που ‘βγαζε ο τόπος δεν έσωναν να κρατήσουν ζωντανούς τους ντόπιους κι όχι να θρέψουν κι αυτό το ανταρτομάνι. Κατά πως λέει κι ο κοσμάκης, όπου υπάρχει η ανέχεια κι η ανάγκη, ξεκαμπάει η γκρίνια με όλα τα άλλα που τη συντροφεύουν.

Συχνά πυκνά ο «υπεύθυνος», συνοδεία ανταρτών αξούριστων για μήνες με φυσεκλίκια χιαστί στο στήθος τους που μόνο η θωριά τους σκόρπαγε λαβούρα, έπαιρνε σβάρνα τα κονάκια και πρόσταζε ορθά κοφτά, «αύριο το μεσημέρι θα φέρεις τόσες κλούρες ζυμωμένο ψωμί και μια τέτζερη βρασμένα φασούλια στην πλατεία του χωριού για τον αγώνα».
Κλαψουρισμένη και με το δίκιο της η απόκριση: «που να το βρω τόσο αλεύρι; Το λιγοστό που ‘χω στο αμπάρι δε σώνει να βγάλω πέρα τα παιδιά μου».
Κάποτε το παρακαλητό έπιανε κι οι κλούρες που θα ζυμώνονταν γίνονταν λιγότερες.
Σαν τύχαινε και ο «υπεύθυνος» ήταν ζαβός, αλίμονο στη νοικοκυρά. Η προσταγή άκαρδη και σκληρή: «μην τα φέρνεις, και το ρημαδιακό σου θα γίνει λαμπάδα και θα π’ρώνεσαι». Άσοτα τα βάσανα του κοσμάκη…


Τώρα που πήγαιναν οι λίρες και τα χρειαζούμενα για τον Αγώνα που ‘ριχναν τις νύχτες τα συμμαχικά αεροπλάνα στον καμπούλη του χωριού μας και στ’ άλλα χωριά, ποτέ δεν μαθεύτηκε.
Ούτε και κάποιοι από τους καπεταναίους που ΄γραψαν απομνημονεύματα, μας είπαν γιατί τότε σύμμασαν τόσο ανταρτομάνι απέδω απ’ τον Άραχθο κι αξίωναν απ’ τους κακομοιριασμένους Τζουμερκιώτες να τους ταΐσουν.

Κατά πως μολογάνε, απέκει απ’ τον Άραχθο τα πράγματα ήταν καλύτερα. Πολύ λιγότεροι οι αντάρτες. Τα χρειαζούμενα έφταναν πιο εύκολα. Σιμά ήταν ο κάμπος των Ιωαννίνων, του Καναλακίου και της Άρτας ακόμα. Πέρα απ’ αυτό στην Κέρεντζα τα συμμαχικά υποβρύχια ξεφόρτωναν  άκοπα ειδήσματα για την Αντίσταση.

Πολλοί φαμπλίτες απ’ το χωριό μας κι απ’ τα άλλα χωριά που ‘χαν στραγγίσει απ’ την ανέχεια, ρίχτηκαν απέκει απ’ τον Άραχθο μπαίνοντας σε χίλιους κινδύνους.
Ο δρόμος για στάχυα στο θεσσαλικό κάμπο είχε κλείσει. Όποιος ξαποφάσιζε για κει σαν τύχαινε κι έπεφτε στα χέρια των Γερμανών δε ματαγύρναγε. Τον κρέμαγαν στα τηλεγραφόξυλα για κατάσκοπο.

Όσοι κατάφεραν και διάβηκαν απέκει απ’ τον Άραχθο άλλαξαν κι επάγγελμα. Από κτίστες και μαραγκοί που ήταν οι πλιότεροι, βαφτίστηκαν καλατζήδες (γανωτές).
Ανέχεια απ’ τη μια, ανάγκη απ’ την άλλη πορεύτηκαν αντάμα. Τ’ αγγειά ήταν τότε χαλκοματένια. Έτσι με τον καιρό ξεκαλαλίζονταν, το φαΐ γίνονταν δηλητήριο. Για να ματαγίνουν χρειαζούμενα, ήταν ανάγκη να καλαλιστούν.

Ο χωριανός ο Γιώργης κι ο αδερφός του ο Κώστας ήταν από πάππο προς πάππου γανωτές. Σύμμασαν και κάποιους άλλους απ΄ το χωριό, χτίστες, μαραγκούς, που πέταξαν τα τσόκια και τα μστριά και έφτιαξαν παρεούλα. Μαζί τους πήγε και ο πατέρας μου.

Σα διάβηκαν το ποτάμι, άδραξαν το μαχαλοσάκι και τη μαχαλιώρα και πήραν σβάρνα τα χωριά και γάνωναν τα χαλκώματα. Η πληρωμή σε είδος. Ό,τι ήταν για πόρεψη, στάρι, καλαμπόκι, αρτμή, βούτυρο και σπορίματα.

……………………………………………………..

Οι καλατζήδες με τα σύνεργα φορτωμένα στο γαιδουράκι του μπάρμπα Γιώργη γύριζαν τα χωριά καλαλίζοντας τ’ αγγειά. Το σόδεμα το μοιράζονταν κι ο καθένας το σιγούρευε προσωρινά σε φίλους ή σε κουμπάρους που ‘κανε στα χωριά που διάβαιναν. Σα γίνονταν φόρτωμα, ζαλίγκα το κατέβαζαν φορτωμένοι στην απέκει μεριά του γιοφυριού του Γκόκ’. 
Οι γυναίκες που ‘χαν λάβει το χαμπέρι καρτέρεγαν στην απέδω μεριά. Εκεί, στη μέση του γιοφυριού, οι άντρες παρέδωναν το σόδεμα στις γυναίκες τους παρουσία των φρουρών των φυλακίων και τίποτα άλλο. Από κει, περπατώντας σε μεγάλη ανηφόρα για ώρες, έσωναν κάποτε στο χωριό με το σόδεμα.

Μια απ’ αυτές τις φορές με πήρε μαζί της η μάνα μου, παιδούρι τότε εφτά χρονών. Σα φτάσαμε στη μέση του γιοφυριού, ο πατέρας μου χάλεψε και πήρε άδεια απ’ τον καπετάνιο της απέδω μεριάς να με πάρει για λίγες μέρες απ΄ την απέκει μεριά, μιας και είχε κανά εξάμηνο να με δει. Έτσι κι έγινε.

Άξαφνα, σε κανά δυο μέρες ξεκάμπισαν στο σπίτι μας στο χωριό δυο αντάρτες και αξίωσαν απ’ τη μάνα μου να τους ακολουθήσει μέχρι το «φρουραρχείο»  του χωριού. Εκεί ο «φρούραρχος» την πρόσταξε να μην το κουνήσει απ’ το σπίτι της γιατί σε δυο μέρες θα πέρναγε από λαϊκό δικαστήριο στην Άγναντα για κατασκοπεία.

Ο πατέρας μου, που του ‘στειλαν το χαμπέρι, με κατέβασε στο γιοφύρι του Γκόκ’ και με παρέδωσε στο «σύνδεσμο». Αυτός είχε την εντολή να με παραλάβει και να με παραδώσει στο χωριό. Ο «σύνδεσμος» ήταν γείτονάς μας και τον αγγάρεψαν.
Κατά πως έλεγε η μάνα μου, ήταν καλός και πονόψυχος άνθρωπος. Κάθε φορά που απόσωναν τα ποδάρια μου απ’ το περπάτημα, σταμάταγε να ξαποστάσουμε. Ο δρόμος ήταν μπηχτά ανηφόρα, κι ο ίδιος κοντανάσαινε.

Την άλλη μέρα, συνοδεία των ανταρτών απ’ την πλατεία του χωριού μας πήραμε τη στράτα για την Άγναντα. Μαζί μας ήταν θυμάμαι η γιαγιά μου η Μαριγούλα και η θειάκω η Τάκαινα και η Βασίλαινα, η γυναίκα του μπάρμπα Γιώργη του γανωτή, η ανεψιά της γιαγιάς μου η Καλλιόπη και άλλες γυναίκες.

Στην Άγναντα ήταν κι άλλοι «κατηγορούμενοι» από άλλα χωριά. Ήρθε κάποτε και η σειρά μας. Ακούσαμε απ΄ το «δημόσιο κατήγορο» την κατηγορία: Κατασκοπεία!
Καλά εγώ, παιδούρι και δεν καταλάβαινα, αλλά μήπως νόγαγε και η μάνα μου;
Πρώτη φορά άκουσε φαίνεται τη λέξη κατασκοπεία.
Έδωσε πήρε ο «λαϊκός δικαστής» να την κάνει να καταλάβει πόσο σοβαρό ήταν το έγκλημα που έκανε και πως έπρεπε να δώσει λόγο.

--Μάζωξες πληροφορίες για το πόσοι είμαστε. Τι όπλα και πολεμοφόδια έχουμε και τις θέσεις των ανταρτών. Με σημείωμα που έστειλες με το παιδί σου στον άντρα σου, που ‘ναι απέκει απ΄ το ποτάμι, πρόδωκες τον αγώνα στον οχτρό.

-- Τι λες χριστιανέ μου; Δεν ξαδιάζω να κάτσω ψίχα να ξαποστάσω. Δυο παιδιά κι ένα γέροντα άρρωστο έχω στο σπίτι, πράματα να ταΐσω, χωράφια να τσαπίσω, ξύλα να κουβαλήσω να φτιάξω στιβανιά για το χειμώνα κι εσύ μ’ γίνεσαι πως άλλη συλλοή δεν έχω απ’ το να κουσεύω στις ράχες και να μετράω τσ’αντάρτες και τα ντφέκια τς;

---Καλά γι αυτά θα ειδούμε. Γιατί αρνήθηκες να δώκεις για τον αγώνα στον υπεύθυνο του χωριού σου τις λίρες που ‘χε μέσα στο σόδεμα ο άντρας σου;

-- Τι μολογάς χριστιανέ μου; Ο άντρας μου καλατζής είναι κι όχι καπετάνιος. Καλαλίζει χαλκώματα και πληρώνεται μ’ ένα πιάτο γένμα. Μέρες κάνει να γίνει φόρωμα. Το κουβαλάω ζαλίκι εγώ απ΄του Γκοκ στο χωριό, να ταίσω τη φαμπλιά μ’. Απ΄αυτό ζμώνω κλούρες και τρώτε κι εσείς.

Εγώ, πιασμένος απ’ το μπαλωμένο φστάνι της μάνας μου θα ‘χα φαίνεται κατακιτρινίσει, γιατί ο «δικαστής» μου ‘πε «μη σκιάζεσαι παιδί μ’ .  Πες μας μήπως η μάνα σου, έραψε μέσα στο γκολφ κανένα γράμμα και σαν πήγες από πέρα το πήρε ο πατέρας σου; Ή μήπως στο ‘ραψε στην τεράντζα απ’ το παντελονάκι σου;»     

«Όχι», του είπα, «δε μόραψε τίποτα η μάνα μ’» Τότε ο «δικαστής» είπε: «το παιδί να το δώσετε στη γιαγιά του κι η μάνα να κρατηθεί μέχρι να τελειώσουν οι δίκες».
Η μάνα μου φώναξε: «τι λες χριστιανέ μου, άφησε με να πάω στο χωριό. Δε γλεπς που δειλίνιασε κι έχω κλεισμένα τα πράματα και νηστικούς το παιδί και το γέροντα;»

Σημασία δεν της έδωσαν. Ένας αντάρτης την πήγε στο κρατητήριο. Σαν άκουσαν οι γύρω την απόφαση, κάτι μουρμούρισαν. Ξεχώρισα μόνο μια λέξη που ‘μεινε: «χαρχαρούδια τ’σ ».
Εμένα με σύμμασε η γιαγιά μου και κάτσαμε παράμερα. Η γιαγιά μου περίμενε ν’ ακούσει την απόφαση για την κοπέλα της και για τη νύφη της. Η απόφαση η ίδια, να κρατηθούν. Η κατηγορία ήταν άρνηση να δώσουν λίρες για τον αγώνα.
Η γιαγιά μου ήταν τυχερή, δεν πέρασε από δίκη. ΄Ενας απ΄τους αντάρτες της πήρε μια μαντανία καινούργια του νερού, που φορτωμένη πανωσίγκωνα και την απάλλαξε απ’ τη δίκη.

Σαν βασίλεψε ο ήλιος, ήρθαν εκεί που καρτερούσαμε, η μάνα μου κι οι δυο οι θείες μου. Και πήραμε τη στράτα του γυρισμού για το χωριό.
Η μάνα μου βόγγαγε συνέχεια και δυσκολεύονταν να πάρει ανάσα, γιατί της έσπασαν ένα πλευρό και τρία δάχλα απ’ το δεξί της χέρι.
Την ίδια τύχη είχαν και οι υπόλοιπες. Ό,τι είχε γίνει εκεί στο κρατητήριο – κολαστήριο στην Άγναντα, το μολόγαγαν σ’ όλη τη στράτα ίσαμε το χωριό.
Η γιαγιά μου καταριόταν καπ’ και που τον καπετάνιο απ’ το χωριό μας, το μπάρμπα Νίκο, που ήταν εκεί, που γνώριζε τα πάντα για τις γυναίκες, μάλιστα η μάνα μου τον είχε δεύτερο ξάδερφο, και όχι μόνο δεν πήρε το λόγο, το φχαριστιόταν κιόλας.
Την Καλλιόπη την έφεραν την άλλη μέρα στο χωριό σε κουβέρτα.

Κατά πως  μολόγαγαν, κι απέδω και απέκει, τα ίδια. Σωμό τα βάσανα του κοσμάκη δεν είχαν.

Μαύρα χρόνια κι άλαλα, ποτές μην ματαρθύν.              

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2013

Η μάχη του Μελιγαλά στον ... Πελοποννησιακό πόλεμο τον Σεπτέμβρη του 1944

Ο Μελιγαλάς και ο «μύθος» του

«Τιμή στους χίτες και ταγματασφαλίτες» φώναζαν οι χρυσαυγίτες στην εκδήλωση στον Μελιγαλά που έγινε την περασμένη βδομάδα, Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου, για να τιμηθούν τα θύματα της Πηγάδας. Κρίμα που έλειπαν οι αριστεριστές για να φωνάξουν κι αυτοί με τη σειρά τους «ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΜΕΛΙΓΑΛΑΣ» και να αναβιώσει το κλίμα της Μεταπολίτευσης. 
Η υπόθεση Μελιγαλά είναι βαθιά συνυφασμένη με τα πιο βαθιά τραύματα του Εμφυλίου και ταυτόχρονα ιδεολογικοποιημένη για πολιτική χρήση στο έπακρον. Ο ιστορικός Ιάσων Χανδρινός αναφερόμενος στην εποχή των συνθημάτων αφηγείται τα εξής ευτράπελα; «Αρχές της δεκαετίας του '80.
Το βάρος του "καυτού" εμφυλιακού παρελθόντος αισθητό και στα φοιτητικά αμφιθέατρα, όπου αντιπαρατίθενται από τη μια η ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος Β' Πανελλαδική ή/και η εξέλιξή τους, οι Αριστερές Συσπειρώσεις και λοιπές εξωκοινοβουλευτικές ομάδες, και από την άλλη η τότε ταχέως αναπτυσσόμενη ΔΑΠ-ΝΔΦΚ/ΟΝΝΕΔ, με Ρέιντζερς, Κένταυρους και λοιπές "ομάδες κρούσης".
Οταν οι πρώτοι έβριζαν τους δεύτερους "ΔΑΠίτες - Χίτες - Ταγματασφαλίτες", οι δεύτεροι, παραδόξως για την κοινή λογική, υιοθετούσαν το σύνθημα αυτό, για να τονίσουν αυτάρεσκα την ταυτότητα της "μαχητικής εθνικοφροσύνης", που οι πρώτοι τους απέδιδαν ως βρισιά και ως μομφή. Δηλαδή τα ΟΝΝΕΔόπουλα φώναζαν "Ζήτωσαν οι Χίτες, οι ταγματασφαλίτες, ζήτω η ΟΝΝΕΔ και οι ΔΑΠίτες", και τα τοιαύτα και έπαιρναν την απάντηση "ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-Μελιγαλάς", σε μια ενδιαφέρουσα "γηπεδική" συνομιλία πάνω στην πρόσφατη (1982) απόφαση του ΠαΣοΚ να αναγνωρίσει επίσημα την ΕΑΜική Εθνική Αντίσταση».

Ο Μελιγαλάς προτού γίνει ιδεολογικός μύθος ένθεν κακείθεν ήταν ένα ιστορικό γεγονός που συνέβη λίγο μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Πελοπόννησο.
Οι Γερμανοί έχοντας οργανώσει και ενισχύσει παντοιοτρόπως τα φιλικά τους Τάγματα Ασφαλείας, που έκαναν τις βρώμικες δουλειές εναντίον των ΕΑΜμιτών, φεύγοντας άφησαν στις διοικήσεις τους την ευθύνη των περιοχών με τον φόβο των κομμουνιστών. Από την άλλη μεριά το ΕΑΜ θέλησε να ξεκαθαρίσει την περιοχή πριν από την έλευση της εξόριστης κυβέρνησης.
Ο Μελιγαλάς δεν διαλέχτηκε τυχαία για να γίνει θέατρο των εμφυλιοπολεμικών μαχών.
Με 3.000 περίπου κατοίκους ήταν έδρα των ιταλών καραμπινιέρων (1941-1943), αλλά και ενός τμήματος του γερμανικού στρατού (1943-1944). Εκεί είχε την έδρα του ένα από τα πιο ισχυρά τμήματα των Ταγμάτων Ασφαλείας με 1.000 άνδρες στους οποίους είχαν προστεθεί κι άλλοι που ήρθαν, ένοπλοι αλλά και άμαχοι, κυνηγημένοι από την Καλαμάτα και τα γύρω χωριά.
Υπολογίζεται ότι την εποχή της μάχης το χωριό είχε 7.000 άτομα. Σύμφωνα με τη Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού
(Η απελευθέρωσις της Ελλάδος και τα μετά ταύτην γεγονότα, έκδοση του Στρατού το 1973, που δεν κυκλοφορεί πια) όσο και με τον ιστορικό-δημοσιογράφο της περιοχής Πελοποννήσου Παντελή Μούτουλα (Πελοπόννησος 1940-1945, Βιβλιόραμα) επρόκειτο για μια κανονική μάχη δύο σχετικά ισοδύναμων στρατιωτικών τμημάτων, με παγίδες, επιμέρους επιθέσεις, περικυκλώσεις, νάρκες, διεισδύσεις κτλ.
Επειτα από μάχες τριών ημερών (14, 15, 16 Σεπτεμβρίου) οι ΕΑΜμίτες καταλαμβάνουν την πόλη του Μελιγαλά και ακολουθούν οι εκκαθαρίσεις στην αγορά Μπεζεστένι και κατόπιν στην περίφημη «Πηγάδα», η οποία «αποτέλει είδος φρέατος που είχεν ανορυχθεί δια την ύδρευσιν της κωμοπόλεως».
Ο αριθμός των θυμάτων ποικίλλει ανάλογα με το ποιος τους μετράει. Το Ιστορικό Τμήμα του Στρατού τους ανεβάζει σε 2.000 άτομα. Ο «Σύλλογος Θυμάτων» τους θέλει λίγο λιγότερους, γύρω στους 1.144 (όλοι ενήλικοι άνδρες και 18 γυναίκες).
Το ιατροδικαστικό συνεργείο του Καψάσκη, το 1945, ανακοίνωσε ότι ξέθαψε 708 πτώματα.
 Στο μνημείο είναι γραμμένα 787 ονόματα από 61 πόλεις και χωριά.
Η ΕΑΜική πλευρά μιλάει για πολύ μικρότερους αριθμούς, ο ΕΛΑΣ αναφέρει ότι σκοτώθηκαν 60 αντάρτες και 800 «ράλληδες», ενώ άλλοι υπολογίζουν ότι υπήρξαν 120 σκοτωμένοι στη μάχη και 280-350 εκτελεσμένοι στην Πηγάδα (Σπύρος Ξιάρχος, Η αλήθεια για τον Μελιγαλά, Καλαμάτα, 1982).
Είναι φανερό ότι η σφαγή των αιχμαλώτων είχε ξεφύγει από το πλαίσιο μιας τακτικής, κανονικής μάχης. Τα συσσωρευμένα μίση, οι χρόνιες εμφύλιες διαμάχες και κυρίως ο αγώνας για τη μελλοντική εξουσία φούντωναν τα μίση και όπλιζαν τα χέρια. 
Οπως παραδέχεται και ο «Ριζοσπάστης», το αγριεμένο πλήθος ήταν εκτός εαυτού και με μαχαίρια και τσεκούρια προσπαθούσε να εκδικηθεί τους συνεργάτες των καταχτητών αλλά, ίσως, και να λύσει προσωπικές διαφορές. (Η αλήθεια για τον Μελιγαλά, «Ριζοσπάστης», 11.9.2005).

Μετά το 1982 η επίσημη κυβέρνηση σταματά να παίρνει μέρος στις ετήσιες εκδηλώσεις για τον Μελιγαλά στο πλαίσιο της εθνικής συμφιλίωσης που διακήρυξε το ΠαΣοΚ. Η διαμάχη γύρω από τον Μελιγαλά ατονεί. Η χώρα εισέρχεται στην Ευρώπη και πλέον υπάρχουν άλλες κοινωνικές, πολιτικές και ιδεολογικές προτεραιότητες. Τα επόμενα χρόνια το μνημόσυνο για τα θύματα του Μελιγαλά διεξάγεται από τον «Σύλλογο θυμάτων», έχει χαρακτήρα οικογενειακό και τοπικό.
Σήμερα αυτοί που θυμούνται τον Μελιγαλά είναι νοσταλγοί του παρελθόντος, άνθρωποι που κρίνουν το σήμερα με ό,τι συνέβη πριν από μισό αιώνα. Τα φρικτά γεγονότα του Μελιγαλά είναι άγνωστα στη νέα γενιά και δεν θα μπορούσε κάποιος να τα εκτιμήσει σφαιρικά αν δεν τα τοποθετήσει στο πλαίσιο ενός σκληρού εμφυλίου πολέμου που έδωσε θύματα και από τις δύο πλευρές. Η Ιστορία δεν ζητεί πια δικαίωση της μιας ή της άλλης πλευράς, αλλά κατανόηση. Τι έγινε και γιατί.


Επιστροφή στο παρελθόν
Από τους ταγματασφαλίτες στους χρυσαυγίτες
Στο εφετινό μνημόσυνο στον Μελιγαλά, παρουσία επτά βουλευτών της Χρυσής Αυγής, τα συνθήματα που ακούστηκαν πήγαιναν 30 χρόνια πίσω: «Τιμή στους χίτες και ταγματασφαλίτες», «Αλήτες - φονιάδες -κομμουνιστές», «Τσεκούρι και φωτιά στα κόκκινα σκυλιά». Ο βουλευτής μάλιστα της Χρυσής Αυγής Η. Παναγιώταρος στην ομιλία του έκανε λόγο για «καινούργιους συμμορίτες, δεξιούς και αριστερούς» και είπε ότι τις επετείους όπως αυτή στον Μελιγαλά η Χρυσή Αυγή θα τις κάνει εθνικές εορτές, εάν ποτέ πάρουν την εξουσία.
Τα παιδιά της Χρυσής Αυγής έχοντας κρύψει το ναζιστικό και φασιστικό τους πιστεύω κάτω από τα μαξιλάρια τους, έχοντας ξεχάσει το πιστεύω στο δωδεκάθεο και τον αστρικό κύκλο, αφού προσηλυτίστηκαν με βιασύνη στην Ορθοδοξία, έπρεπε να εφεύρουν έναν ιδεολογικό στιβαρό πυρήνα. Ετσι αναζήτησαν ρίζες στη χούντα και τα ιδεολογικά της τερτίπια, κορυφαίο εκ των οποίων υπήρξε η Πηγάδα του Μελιγαλά.
Η δικτατορία των συνταγματαρχών είχε αναδείξει την ιστορία του Μελιγαλά ως εμβληματικό σημείο αντιπαράθεσης με τον πάντα ελλοχεύοντα γι' αυτήν «κομμουνιστικό κίνδυνο». Από το 1953 ετελούντο στην περιοχή του Μελιγαλά ετήσιες εκδηλώσεις μνήμης και μισαλλοδοξίας. Η χούντα θα αναβαθμίσει τον εορτασμό. Ο χουντικός υπουργός Αθλητισμού (!) Ασλανίδης θα διαμορφώσει τον χώρο των εκτελέσεων (μάντρες, πάρκινγκ κ.ά.) και θα γιορτάζει πλέον με επισημότητα την επέτειο. Τις εκδηλώσεις θα τιμήσουν διά της παρουσίας τους το 1967 ο Παττακός, το 1968 ο «αντιβασιλέας» Ζωιτάκης, ενώ κατεβαίνουν οργανωμένα στην κάθε επέτειο μαθητές, στρατιώτες και «προσκυνητές» - όπως θα γράψει τοπική εφημερίδα - από άλλους ελλαδικούς τόπους.

ΠΗΓΗ ΤΟ ΒΗΜΑ

Η μάχη του Μελιγαλά στη ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ 


Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

Θα ξαναχτισθεί η γέφυρα Κοράκου, που ανατινάχτηκε στις 28 Μαρτίου 1949.


64 χρόνια από την καταστροφή της

Ζωντανεύει το όνειρο για ανακατασκευή της ιστορικής γέφυρας Κοράκου

Άρτα
Έζησε για 434 χρόνια αντέχοντας σε σεισμούς και τις μανιασμένες κατεβασιές του Αχελώου μέχρι που έπεσε κι αυτή θύμα του Εμφυλίου. Στις 28 Μαρτίου συμπηρώνονται 64 χρόνια από την ανατίναξή της.

Από τότε, φορείς και κάτοικοι της περιοχές έχουν επανειλημμένα ζητήσει την ανακατασκευή της γέφυρας.

Στα πόδια του Φέλλου Πετρωτού (Λιασκόβου) Αργιθέας Καρδίτσας, στο συνοικισμό Συκιάς-θέση Πυργάκι ή Σκαλούλα κοντά στα Ξερικούλια και στα πόδια του Κοκκινόλακου των Πηγών (Βρεσθενίτσας) Άρτας (Φράξος- πλαγιά Τσολάκη), όπου ο Αχελώος ή Άσπρος ή Ασπροπόταμος χωρίζει τους δυο νομούς χτίστηκε το 1514-1515 η περίφημη μονότοξη πέτρινη καμάρα « Η Γέφυρα του Κοράκου» ή «το Κορακογιοφύρι » ή ποιητικά «του Κόρακα το διόφυρο» ή «του Άσπρου το γιοφύρι».

Η γέφυρα ανατινάχθηκε το 1949 από άνδρες του «Δημοκρατικού Στρατού», σε μια προσπάθεια να ανακόψουν την επίθεση που δέχονταν.


Το ιστορικό γεφύρι χτίστηκε από το Μητροπολίτη των γεφυριών Βησσαρίωνα το Β΄ μητροπολίτη Λάρισας που δεν τον ενδιέφερε η υστεροφημία για αυτό και δεν έβαλε το όνομά του ως χορηγός παρά την ονόμασε «του Κοράκου» λόγω του ύψους της και «επειδή την ημέρα των εγκαινίων σταθείς εις το μέσον της γέφυρας και ερωτών: "πώς με βλέπετε;", οι μαστόροι του απήντησαν: σαν κόρακα, αυτός τους είπε: "ε, τότε γέφυρα του Κοράκου να είναι το όνομά της"».


Οι περιοχές Αργιθέας και Τετραφυλλίας και γενικότερα οι νομοί Καρδίτσας - Άρτας, αν και συνορεύουν, αποκόπηκαν ώς το 1961, οπότε και κατασκευάσθηκε η σημερινή αμαξογέφυρα.

Τα τελευταία χρόνια έχουν πραγματοποιηθεί επιστημονικές ημερίδες, με θέμα την προώθηση του ζητήματος για την ανακατασκευή του γεφυριού.

Με το σκεπτικό ότι η «αλυσίδα» πολιτισμού πρέπει να έχει όλους τους κρίκους της, μαζί με την ανακατασκευή του γεφυριού το αίτημα περιλαμβάνει την αναστήλωση των τουρκικών φυλακίων που υπήρχαν εκατέρωθεν της γέφυρας και την ανάδειξη της επιχωματωμένης Κουτσοκαμάρας, ενός μικρότερου γεφυριού στην περιοχή.

Το Κορακογιόφυρο, όπως είναι επίσης γνωστή η γέφυρα Κοράκου, δεν ήταν απλώς ένα πετρογέφυρο. Αποτελεί θρύλο, ιστορία, πολιτισμό.

Η δε τέχνη και τεχνική του θεωρούνται αξεπέραστη. Ήταν κτισμένο πάνω στον άξονα της αρχαίας οδού Τρίκκης - Γόμφων - Αργιθέας - Αμβρακίας και είχε μεγάλη στρατηγική και εμπορική σημασία.

Ήταν η μεγαλύτερη μονότοξη γέφυρα των Βαλκανίων, καθώς το άνοιγμα στην βάσης της ήταν 48 μέτρα, το μεγαλύτερο ύψος της 26, το πλάτος της 2,30 ενώ η απόσταση από την μία άκρη έως την άλλη ήταν 80 μέτρα. Λέγεται ότι ειδικά τις μέρες της βαρυχειμωνιάς το πέρασμα της γέφυρας προκαλούσε φόβο και δέος. Μάλιστα, οι ηλικιωμένοι της περιοχής θυμούνται ότι, σε πολλές περιπτώσεις, όσοι είχαν υψοφοβία τους έδεναν τα μάτια.

Τη γέφυρα φρουρούσαν δυο Κούλιες, όπως ονομάζονταν τα τουρκικά φυλάκια, η μία από την πλευρά της Αργιθέας και η δεύτερη στην πλαγιά κάτω από τις Πηγές της Άρτας. Στις Κούλιες, που ήταν πέτρινα διώροφα κτίρια υπηρετούσαν τούρκοι φύλακες, που επόπτευαν το πέρασμα και το προστάτευαν από δολιοφθορά.

«Η ανακατασκευή τέτοιων ιστορικών μνημείων αποτελεί πρόκληση για τη σύγχρονη Ευρώπη. Αφενός γιατί η τέχνη και η τεχνική που αφορά το συγκεκριμένο έργο, αποτελεί αντικείμενο θαυμασμού και συνεπώς πρέπει να αναδειχθεί και να παραμείνει ως εξαιρετικά σημαντικό απόθεμα της ιστορικής συνέχειας, αφετέρου γιατί υπάρχει πάντα μια σημειολογική ερμηνεία στήριξης τέτοιων πρωτοβουλιών που σχετίζονται με ιστορικά κτίσματα. Η σύνδεση μας με την τοπική και εθνική ιστορία και τα μηνύματα ενότητας και συνεργασίας που κομίζουν στη σύγχρονη πολυπολιτισμική Ευρώπη των λαών και των πολιτισμών» είπε στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων ο ευρωβουλευτής Γιώργος Χατζημαρκάκης.


Κατά  τον Ριζοσπάστη
Η μάχη στη Γέφυρα του Κοράκου
Η μάχη της Γέφυρας του Κοράκου, που εντασσόταν στην επιχείρηση της Αρτας, ήταν μια απ' τις μεγαλύτερες μάχες που έδωσε ο ΔΣΕ Ρούμελης, με τη συμμετοχή σχεδόν του συνόλου των δυνάμεών του. «Από το Γενικό Αρχηγείο του ΔΣΕ δόθηκε εντολή στις δύο μεραρχίες του ΚΓΑΝΕ να ενεργήσουν διείσδυση προς την Αρτα, για να βοηθήσουν επιθετικό ελιγμό που σχεδίαζε το ίδιο, στο χώρο της Β. Πίνδου», αναφέρει ο Β. Αποστολόπουλος (σελ. 214). Και συνεχίζει: «Στις 21 Μάρτη 1949, οι δυνάμεις των δύο Μεραρχιών μας βρίσκονται ανατολικά της Αρτας.

Οταν αντιλαμβάνεται ο αντίπαλος πως η Αρτα είναι ο στόχος των ανταρτών, φέρνει 4 τάγματα από την περιοχή της Κόνιτσας και άλλα 4 από την περιοχή της Αμφιλοχίας προς την Αρτα. 
Τις σημαντικότερες δυνάμεις του, τις κατευθύνει προς το βουνό Πρατίνα, προσπαθώντας να πλευροκοπήσει τα τμήματά μας».
Εγιναν σκληρές μάχες για την κατάληψη της γέφυρας από τον κυβερνητικό στρατό, με στόχο να ολοκληρώσει την κυκλωτική κίνηση και να σφίξει σαν τανάλια τις δυνάμεις του ΔΣΕ στη Ρούμελη. Ωστόσο, κάτι τέτοιο ποτέ δεν το κατάφεραν.
Η τελική φάση της μάχης δόθηκε στις 28 Μάρτη 1949. Το βράδυ, αργά, της ίδιας μέρας, ολοκληρώθηκε η σύμπτυξη των τμημάτων του ΔΣΕ. Και ήταν μόλις τότε που ο κυβερνητικός στρατός κατάφερε να πλησιάσει τη γέφυρα. Την οποία, όμως, ανατίναξαν τα τμήματα του λαϊκού στρατού, πριν προλάβει να συνεχίσει τη σφοδρή του επίθεση. Σε όλη τη διάρκεια της μάχης, τα τμήματα του ΔΣΕ είχαν να αντιμετωπίσουν τις επιθέσεις της αεροπορίας, όλμους - που έβαλλαν από καλύτερες θέσεις - και ένα συνεχή καταιγισμό πυρών.

(Οι στρατιώτες  του Κυβερνητικού Στρατού, ο αντίπαλος, δεν  ήταν βέβαια παιδιά του λαού, αλλά … γερμανοτσολιάδες, μοναρχοφασίστες, σκυλιά της Φρειδερίκης) 

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

Ο καπετάν Κουμπούρας (Παρούσης) νύχτα εισβάλλει στη Σαγιάδα (17 Γενάρη 1948)


Γράφει ο Γεώργιος Τσόγκας στο βιβλίο του «Η Σαγιάδα – Η ιστορική της Πορεία Γραπτές Μαρτυρίες και Αφηγήσεις» (Εκδόσεις Δωδώνη Αθήνα 2009)

Οι κομμουνιστές αντάρτες νύχτα στο χωριό

Ένα χρόνο πριν λήξει η μεγάλη αυτή αλληλοσφαγή, στις 17 Γενάρη του 1948 μπήκαν νύχτα στο χωριό από την τοποθεσία «Βούνο», οι κομμουνιστές αντάρτες του Ε.Λ.Α.Σ. με επικεφαλής τον «καπετάν Κουμπούρα» (Παρούση).
Οι λίγοι στρατιώτες και κάποιοι Σαγιαδινοί, οι οποίοι φρουρούσαν πάνω από το χωριό κοντά στη θέση Λυκογιάννη, δεν τους πήραν μυρωδιά. Έτσι μπήκαν ανενόχλητοι. Παραβίασαν τα καταστήματα για να πάρουν τρόφιμα και τσιγάρα και επιστράτευσαν νέους του χωριού.
Πήγαν τότε μαζί τους, άλλοι βιαίως και κάποιοι οικειοθελώς, οκτώ νέοι:
Φάνης Κέρος,  Γερ Γκόγκος,  Πέτρος Καλέσης,   Φάνης Κόρος,  Σπ Μπιρμπίλης, 
Θεοδ Μπομπολής,  Σπ Μποροβίλης και ο Παύλος Μπέσιος.
Ο τελευταίος τους ξέφυγε και γύρισε στο χωριό με τα πόδια του καταπληγωμένα.

Αποχωρώντας έγιναν αντιληπτοί από τους ευρισκόμενους στο φυλάκιο και αντάλλαξαν πυροβολισμούς. Οι πυροβολισμοί ξεσήκωσαν το χωριό.
Αλαφιασμένοι οι κάτοικοι ξεμυτούσαν δειλά από τα σπίτια τους, για να δουν τι γίνεται.  Οι γυναίκες και τα παιδιά ξεφώνιζαν έντρομα. Ο κόσμος, που τόσα φοβερά έβλεπε και ζούσε εφτάμιση χρόνια τώρα από τον Οκτώβρη του 1940, πανικοβλήθηκε.

Τελικά, δεν ξέρω πως έγινε και αρχίσαμε, μ’ όλο το σκοτάδι, να εγκαταλείπουμε τα σπίτια και να ροβολάμε στα νότια του χωριού. Μαζευτήκαμε στο λιουτρουβειό της εκκλησίας οι περισσότεροι κάτοικοι. Εκεί μάθαμε για τους νέους που πήραν μαζί τους οι αντάρτες, δυο μάλιστα από το λιουτρουβειό αυτό (η Σαγιάδα είχε τότε δυο λιουτρουβειά, το δεύτερο ήταν του Νικ. Κωνσταντή, δυτικά από το Πηάδι)
Τους μισούς δεν τους ξανάδαμε. Έπεσαν στις μάχες με το Στρατό, Σκοτώθηκαν τότε οι: Πέτρος Καλέσης,  Γεράσιμος Γκόγκος,  Θεοφάνης Κόρος, Γεώργιος Κολοκυθιάρης (ο τελευταίος πήγε αργότερα).
Σώθηκαν και επαναπατρίστηκαν μετά το 1952 οι Σπυρίδων Μποροβίλης και ο Θεόδωρος Μπιρμπίλης.
Μετά το 1974 επέστρεψαν οι δύο αδελφοί Φάνης και Γρηγόρης  Κέρος.
Σ΄ αυτούς ήταν και ο Σπ. Μπιρμπίλης, ο οποίος δραπέτευσε από τους αντάρτες και κατέφυγε στον Στρατό όπου πήρε τον βαθμό του ανθυπολοχαγού λόγω ανδραγαθίας.  

Μεταξύ των φονευθέντων ήταν και ο Φάνης Κέρος. Τον πατέρα του τον είχαν σκοτώσει οι Γερμανοί. Πως συμβαίνει αλήθεια συχνά να πληρώνουν μερικοί πολύ ακριβότερα από τους άλλους!
Η χαροκαμένη χήρα μάνα του Κόρου γιόρταζε το γιο της κάθε χρόνο, ώσπου πέθανε το 1967. Πηγαίναμε στη γιορτή και ψελλίζαμε τα χρόνια πολλά με κατεβασμένο το κεφάλι. Την κοροϊδεύαμε, αλλά κι αυτή κορόϊδευε τον εαυτό της, γιατί ήταν έξυπνη γυναίκα και αδύνατον να μην καταλάβαινε την αλήθεια. Ήταν όμως τόσο φοβερά επώδυνη αυτή η αλήθεια, που αρνούνταν επίμονα να την παραδεχθεί.

Σαν ξημέρωσε δόθηκε εντολή να κατεβούμε στο Σκάλωμα. Και αποκεί μεταφερθήκαμε αμέσως στην Κέρκυρα με πλοία του πολεμικού μας ναυτικού. «Ήταν εντολή του στρατηγού Μπότσαρη», λέει ο συγχωριανός μας Βασίλης Μάστορας.
Ήταν βεβαίως τακτική των ιθυνόντων, η οποία αποσκοπούσε στην αποψίλωση της παραμεθορίου, για να μην μπορούν οι κομμουνιστές να επιστρατεύουν άντρες και να εφοδιάζονται με τρόφιμα και άλλα αναγκαία. Και το πέτυχαν σε μεγάλο βαθμό το στόχο τους, αφού άδειασε όλη σχεδόν η παραμεθόριος από τους κατοίκους της.
Έτσι βρεθήκαμε πρόσφυγες στην Κέρκυρα ανταρτόπληκτοι ή αλλιώς «συμμοριόπληκτοι». Οι κομμουνιστές αντάρτες για πολλούς δεν ήταν παρά κοινοί συμμορίτες!.
 


.....................................................................................................
 Εμφύλιος ή Συμμοριτοπόλεμος ο Πόλεμος 1948-1949;

Μια επιστολή του Βασιλείου Λέττα στον Πρωϊνό Λόγο (Σάββατο 15-16 Σεπτεμβρίου 2012)
Θέλω για μια ακόμη φορά να διευκρινίσω το εάν ο αιματηρός πόλεμος 1948-1949 στο Γράμμο ήταν συμμοριτοπόλεμος και όχι εμφύλιος! Αυτοί, που τον αποκαλούν εμφύλιο θέλουν να αλλάξουν ή να παραποιήσουν την πραγματική ιστορία!
Αυτοί με σκοπό αποκαλούν τους αντάρτες του Μάρκου Βαφειάδη και του Χαρίλαου Φλωράκη αυτούς δηλαδή που άρπαξαν από τις αγκαλιές των μανάδων 28.000 χιλιάδες Ελληνόπουλα, χωρίς ίχνος λύπησης, «Δημοκρατικό Στρατό».
Ντροπή να τον αποκαλούν έτσι και τα επίσημα βιβλία του Κράτους!
Πρέπει να γνωρίζει ο κάθε Έλληνας ότι τις  λέξεις και τις προτάσεις τις στοιχειοθετεί ο Ελληνικός Λαός!
Θυμάμαι τα μαύρα εκείνα χρόνια που οι συμμορίτες έφερναν γύρω τα χωριά και άρπαζαν τους νέους και τις νέες καθώς και ανήλικα παιδιά, οι γριές φώναζαν:
«Παιδιά, κορίτσια φύγετε, έρχονται οι Συμμορίτες»!
Ο πλέον αρμόδιος όμως για να μας δώσει το τι ήταν ο πόλεμος αυτός δεν είμαι εγώ. Είναι ο ειδικός γλωσσολόγος, διδάκτωρ Φιλολογίας Ιωάννης Μενούνος. Στην εφημερίδα «Δημοσιογραφικά» γράφει στο φύλλο 88 :
«Δεν ήταν εμφύλιος πόλεμος, δεν είχαν χωριστεί οι Έλληνες σε δυο μερίδες που αλληλομάχονταν, όχι! Από τη μια μεριά ήταν το Ελληνικό Δημοκρατικό Κράτος και από την άλλη οι Κομμουνιστές, που προσπάθησαν με τη βία και τα όπλα να κάνουν την Ελλάδα τμήμα της διδακτορικής Ρωσίας, ενώ τους ήταν γνωστή η συμφωνία της Γιάλτας (Φεβρουάριος 1945)
Ύστερα από τα παραπάνω δεν έχει κανένας το ηθικό δικαίωμα να ονομάζει τον πόλεμο αυτό εμφύλιο και το στρατό των Κομμουνιστών Δημοκρατικό!
Πρέπει όλοι να ντρέπονται που χρησιμοποιούν τον αντεθνικό αυτό χαρακτηρισμό, είτε είναι Πρωθυπουργοί, Υπουργοί, Επιστήμονες και οποιοδήποτε αξίωμα και εάν έχουν!
 … με όλα όσα γράφω, δεν έχω σκοπό να ξύσω πληγές ούτε να θίξω κανένα. Απλά θέλω να πω κατά τη γνώμη μου την αλήθεια προκειμένου να τη γνωρίζουν οι νέοι μας, τα παιδιά μας, τα εγγόνια μας

Παρασκευή 17 Αυγούστου 2012

... τους διαμήνυσα, από τη Φολέγαντρο, ότι έκαμαν ένα έγκλημα ...



Γράφει ο Ευριπίδης Μακρής στο βιβλίο του
«Κουκούλι Ζαγορίου – ένα παλιό αρχοντοχώρι οχτώ αιώνων» - Ιωάννινα 2005.

Στο κεφάλαιο: Το Κουκούλι κατά το Β Παγκόσμιο Πόλεμο

... στα χρόνια του εμφυλίου...

Ο «τρίτος γύρος» άρχισε τον Σεπτέμβριο του 1946. Ο καταστροφικός και αδελφοκτόνος πόλεμος είχε αρχίσει και κράτησε τέσσερα χρόνια, μέχρι τον Αύγουστο του 1949. Οι κομουνιστές αντάρτες πήραν τα όπλα για να διώξουν τους «μοναρχοφασίστες», όπως ονόμαζαν την κυβέρνηση και το βασιλιά και κατ’ επέκταση και τον εθνικό στρατό, και να επιβάλουν τη λαϊκή δημοκρατία….
Το Κουκούλι δεν είχε συμμετοχή στον ένοπλο αγώνα των επαναστατών ανταρτών του εμφυλίου.
 Τον Αύγουστο του 1947 πέρασαν από το Κουκούλι τρεις χιλιάδες αντάρτες με τον «Υψηλάντη» τον καθηγητή Αλέξη Ρόσιο από τη Σιάτιστα
(Στο βιβλίο του «στα φτερά του οράματος» καταδικάζει ο ίδιος το κομουνιστικό σύστημα, αφού είχε την ευκαιρία να το γνωρίσει στην πράξη, όταν, μετά τον ανταρτοπόλεμο, αναγκάστηκε να ζήσει στη Σοβιετική Ένωση)
Στο χωριό βρήκαν μόνο τα γυναικόπαιδα. Οι άντρες από 16 χρονών και πάνω είχαν φύγει. Το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς όλοι οι Κουκουλιώτες εγκατέλειψαν το χωριό και επέστρεψαν σ’ αυτό μετά από τρία χρόνια. Έμειναν σ’ αυτό μονάχα μερικές ηλικιωμένες γυναίκες. Στο Ζαγόρι κυρίαρχοι ήταν οι αντάρτες.
Το χειμώνα του 1948 συνέβη ένα τραγικό περιστατικό. Οι κομουνιστές αντάρτες πέρασαν από «δικαστήριο» την Κλεονίκη Παπαβασιλείου και τον τσεπελοβίτη γαμπρό της από αδελφή, Φώτη Δεληγιάννη, και τους εκτέλεσαν.
Τι είχε συμβεί;
Ο Δεληγιάννης ήταν δεξιός. Κατηγορήθηκε από κάποιους συγχωριανούς του ότι πήγαινε μηνύματα στην κουνιάδα του Κλεονίκη, τα οποία αυτή τα διαβίβαζε στο στρατό που ήταν στη Βίτσα.
Έτσι πήγαν να τον συλλάβουν στο σπίτι του στο Τσεπέλοβο. Αυτός ανέβηκε στο ταβάνι του σπιτιού. Απειλούσαν τη γυναίκα του να τους αποκαλύψει που βρισκόταν ο άντρας της. Για μια στιγμή απείλησαν να σφάξουν το γιο του.
Τότε ο Δεληγιάννης, φοβούμενος μην πραγματοποιήσουν την απειλή τους, κατέβηκε από το ταβάνι και παρουσιάστηκε μπροστά τους. Τον έδεσαν και τον οδήγησαν στους Κήπους. Πήγαν και στο Κουκούλι και συνέλαβαν και την Κλεονίκη και την πήγαν στο κρατητήριο στους Κήπους.
Αφού τους ξυλοκόπησαν άγρια για να μαρτυρήσουν για κάτι το οποίο δεν είχαν κάμει – ήταν ανυπόστατα τα όσα τους καταμαρτυρούσαν – την άλλη μέρα τους πέρασαν από «στρατοδικείο».
Οι «δικαστές» τους έκριναν ενόχους και τους επέβαλαν την ποινή του θανάτου.
Την άλλη μέρα τους εκτελέσανε, μαζί με άλλους δύο (σύνολο τέσσερα άτομα) στο δάσος, μισή ώρα ανατολικά των Κήπων.
Εφτά χρόνια μετά βρήκαν τους θαμμένους σκελετούς.
Ο Νίκος Παπαβασιλείου, ο άντρας της Κλεονίκης γνώρισε τον σκελετό της γυναίκας του από ένα χρυσό δόντι στην οδοντοστοιχία της.


Για πολλά χρόνια – και σήμερα (2005)- οι συγγενείς της Κλεονίκης και του Δεληγιάννη και οι άλλοι Κουκουλιώτες πιστεύουν πως ο κύριος «δικαστής» στη δίκη της Κλεονίκης και του Δεληγιάννη ήταν ο Γκαστής από το Δίλοφο.
Εγώ (γράφει ο Ευριπίδης Μακρής) όταν κουβέντιασα με το Χρυσόστομο Νούλη από τους Κήπους (πολιτικό υπεύθυνο στο Ζαγόρι του ΕΑΜ ΕΛΑΣ ) διέψευσε αυτή την εκδοχή για πέρα ως πέρα λανθασμένη
«εγώ, λέει ο Χρυσόστομος Νούλης, ήμουνα στη Φολέγαντρο εκείνη την εποχή. Έμαθα για την εκτέλεση της Κλεονίκης ένα μήνα μετά. Βρίσκαμε τρόπους επικοινωνίας και τους διαμήνυσα ότι έκαμαν ένα έγκλημα. Όλοι ήξεραν ότι εγώ είμαι Κουκουλιώτης. Λυπήθηκα πολύ για την Κλεονίκη που περάσαμε μαζί όλα τα χρόνια με πάρα πολλές δυσκολίες, προπαντός τα χρόνια της Κατοχής. Φρόντισα και πληροφορήθηκα ποιοι έβγαλαν την απόφαση να την εκτελέσουν. Οι «δικαστές» ήταν Μακεδόνες και δεν ήξεραν τους Ζαγορίσιους. Δεν ήταν ο Γκαστής στην υπόθεση αυτή. Μακάρι να’ταν, δεν θα τους τουφέκιζαν, γιατί πραγματικά «πήγαν σαν το σκυλί στ’ αμπέλι»…»
Άλλο ένα δυστύχημα που έγινε στο Κουκούλι το 1948, αποτέλεσμα και αυτό του εμφυλίου, ήταν ο θάνατος που βρήκαν δυο Κουκουλιώτισες κοπέλες από νάρκη.
Στις 20 Ιουλίου του 1948 η Ασπασία Κόκκορου και η Φιλομήλα Αναστασιάδη, γυρίζοντας από τον προφήτη Ηλία της Βίτσας, κοντά στο γεφύρι του Μίσιου, πάτησαν νάρκη και σκοτώθηκαν. Επειδή δεν υπήρχαν άνθρωποι να τις μεταφέρουν στο χωριό τις έθαψαν επιτόπου. Ύστερα από λίγες μέρες σκοτώθηκε επίσης από νάρκη και ο γέρο – Τσάλιος ο Γιώργος.         

(Ο Ευριπίδης Μακρής τελείωσε με άριστα τη Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία, μετεκπαιδεύτηκε στο Μαράσλειο Διδασκαλείο και έκαμε μεταπτυχιακές σπουδές με υποτροφία του ΙΚΥ (1974-77) στο Πανεπιστήμιο του Ντούϊσμποργκ.
Υπηρέτησε στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση ως Δάσκαλος, Διευθυντής, Σχολικός Σύμβουλος.
Συνέγραψε αρκετά βιβλία και εκπόνησε πλήθος εργασιών – εισηγήσεων
Τιμήθηκε με έπαινο από την Ελληνική Λαογραφική Εταιρεία και το Λαογραφικό Μουσείο Σαρακατσάνων Σερρών)

Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010

Ο πατήρ Δημήτριος (Νταίηβιντ Μπάλφουρ) ο αρχηγός της Ιντέλλιτζενς Σέρβις στην Ελλάδα, στην κατοχή και στον εμφύλιο.


Ό πατήρ Δημήτριος ήταν μιά πολύπλαγκτη προσωπικότητα. Λεγόταν Νταίηβιντ Μπάλφουρ, αλλά δέν ήταν από τή γνωστή αριστοκρατική οικογένεια. Μάλλον τό όνομα τό πήρε άπό τό ομώ­νυμο περιπετειώδες ανάγνωσμα. Ήταν μιά διχασμένη προσωπικότητα. Σάν τόν Καζαντζάκη, κυνηγούσε νά βρει ένα Θεό. Μέσα του όμως υπήρχε καί τό μικρόβιο της κατασκοπείας, δηλαδή της υποκλοπής μυστικών. Όποιος κλέβει μυστικά, νιώθει πιό δυνατός. “ήταν ένας τύπος Λώρενς, αλλά χωρίς τή δική του προβολή, πα­ρόλο πού η δική του δράση ήταν πιό πολυσχιδής καί μακροχρόνια. Η κατασκοπεία, ως τό παλαιότερο —μαζί μέ τήν πορνεία— επάγ­γελμα, έχει κι αυτό μιά μυστικοπάθεια, έναν αποκρυφισμό σάν αυτόν πού διακρίνει κάποιους αυστηρούς μοναχούς. Τό «Άγιο» Όρος υπήρξε γι’ αυτόν Όχι σχολή θεολογίας άλλα κατασκοπείας. Τόν δί­δαξε νά ετάζει νεφρούς, καρδίας, ψυχάς, μυαλά, κυρίως νά διαβά­ζει μυστικά καί νά τά στέλνει στους κατάλληλους αποδέκτες.

Ασφαλώς, υπάρχει δικός του δάκτυλος στην αυτοκτονία Κοριζή, κυρίως όμως στην ένταση καί στην έκταση των Δεκεμ­βριανών. Ήταν ή γλώσσα (μεταφραστής) καί τό μυαλό του Σκόμπυ. Αυτός Ίσως (ή μάλλον) οργάνωσε προτού αναχωρήσει από τή Σμύρνη τά επεισόδια τόν Σεπτέμβριο του 1955, όταν Τούρκοι «βασιβουζούκοι» ξεφτίλισαν Έλληνες αξιωματικούς καί τίς οικο­γένειες τους. Τότε ακούσαμε καί τό όνομα του ταγματάρχη Γρηγορίου Σπαντιδάκη, πού τόν γνωρίσαμε χρυσοπλουμισμένο παγόνι στή δικτατορία.

Είχα τό θλιβερό προνόμιο από παιδί νά ζήσω όλες τίς θλιβερές καταστάσεις της Κατοχής καί της μετέπειτα περιόδου της άλληλοσφαγής. Σφαζόμασταν χωρίς, κατά βάθος, νά ξέρουμε «γιατί;». Απλώς υπακούαμε καί υποκύπταμε σ’ ένα ένστικτο αυτοκατα­στροφής. Καί άνθρωποι σάν τόν Μπάλφουρ μας «χόρεψαν στό ταψί». Όχι λόγω της δικής τους δαιμονικής, τάχα, Ικανότητας, αλλά λόγω του δαίμονα καταστροφής πού μας είχε κυριεύσει. Είχα από τότε τό πάθος τής περιέργειας. Θυμάμαι τόν Βελουχιώτη, όταν κατέβηκε στή Λακωνία. Έχω μάλιστα συγκρατή­σει καί μία ομιλία του πού πρό ετών κατέγραψα στον Οικονομι­κό, επί τών ένδοξων ήμερων του Γιάννη Μαρίνου. Αργότερα, στην Αθήνα, στό γήπεδο του «Παναθηναϊκού», γαβριάς τότε πιά, γνώρισα τόν Ζαχαριάδη, πού ήταν αγκαλιά μέ τόν Σιάντο καί τόν «παντός καιρού» Μιχάλη Κύρκο. Κάποτε κάποιος συγ­γενής (ήταν θέρος του 1946) μου έδειξε πάνω σ’ ένα «τζίπ» καί κάποιον Άγγλο βαθμοφόρο. «Αυτός», μου είπε, «είναι ό Σκόμπυ». Δέν είμαι απολύτως βέβαιος γι’ αυτό. Θυμάμαι, όμως, πλην του οδηγού, έναν ταγματάρχη μέ κοντό παντελονάκι. Λόγω του μανιάτικου πουριτανισμού πού μέ διακατείχε, δέν πρόσεξα τό πρό­σωπο του αλλά τήν «αισχρή» — κατά τά τότε μέτρα — εμφάνιση του. Διαβάζοντας τά όσα έγραψε αρχικά στην Εστία, καί στά οσα γράφει τώρα στην παρούσα εργασία του ό Νίκος Σοϊλεντάκης, θαρρώ ότι ό «κοντοπαντελονάκιας» (λέξη τής εποχής) ήταν ό άλλοτε πατήρ Δημήτριος του Ευαγγελισμού. Καί τό πιστεύω αυτό, διότι βασική αρχή τών κατασκόπων είναι ή έξης: νά τους βλέπεις, νά παρατηρείς πάνω τους καθετί, άλλ’ όχι τό πρόσωπο τους!

Ό πατήρ Δημήτριος, ό κατά κόσμον Νταίηβιντ Μπάλφουρ, είχε πολλά πρόσωπα καί, ανάλογα μέ τό συνομιλητή του, παρουσιαζόταν μέ τό ταιριαστό γιά τήν περίπτωση πρόσωπο. Ακόμη καί του συντετριμμένου καί μετανοοΰντος χριστιανού. Ξεγέλασε πολλούς καί πολλές. ‘Αλλά ή γυναίκα πού του έκλεισε δύο φορές τήν πόρτα -καί τή δεύτερη (φορά ως ηγουμένη- είχε πιά καταλά­βει «τι κάθαρμα, τι κάλπικος παράς, μιά ολόκληρη ζωή μέσα στό ψέμα», όπως θά έλεγε ό Μανόλης Αναγνωστάκης, ήταν αυτή ή θλιβερή μορφή, πού έπαιξε θλιβερό ρόλο στην πατρίδα μας σέ μιά θλιβερή εποχή. Δέν πιστεύω ότι ή περαιτέρω στάση (εκκλησιάσματα κλ.π.) δείχνουν μεταμέλεια. Αν όντως είχε μετανοήσει, θά έπρεπε προεχόντως ν’ αυτοκτονήσει. Απλώς καί στή μετάνοια του έπαιζε θέατρο.

Τό νά πώ ότι τό βιβλίο του Νίκου Σοϊλεντάκη πρέπει νά αγο­ραστεί καί νά διαβαστεί (όχι μόνο μία φορά), θά ήταν σάν νά έλεγα ότι τό νερό – ειδικά τό θέρος- κάνει καλό. Δέν τό συνιστώ, ως ιστορικός, ως αρίστη ιστορική μελέτη, πού είναι. Τό συνιστώ γιά λόγους ιατρικούς. Είναι τό καλύτερο αντίδοτο κατά τής πολι­τικής μας βλακογνωσίας καί βλακοπραξίας. Παριστάνουμε τους πονηρούς, άλλ’ όπως έλεγε ό Έμμ. Ροΐδης «τό πονηρότερου αλλά τό μάλα έξαπατώμενον εξ όλων τών ζώων της γης είναι ό Ελλην». Ή μελέτη του βιβλίου του Νίκου Σοϊλεντάκη θά εξα­λείψει πάσα αμφιβολία περί αυτού.
Σαράντος Ί. Καργάκος Λαύριο, 7 Ιουλίου 2009

Τέλος, ο επίλογος από το βιβλίο του Σοϊλεντάκη, που προλογίζει ο Καργάκος:
21. Επίλογος, – Συμπέρασμα
Ό Μπάλφουρ ενώ βασανιζόταν από παρατεταμένη ασθένεια, λίγο πρίν από τόν θάνατο του, πού επήλθε στίς 11 Όκτωβρίου 1989 είπε: « Έγώ, σάν ασύνετο γαϊδουράκι, σκέφτηκα νά τρέξω πίσω άπό δυο ισχυρά άλογα, τόν Γέροντα Σιλουανό και τόν πατέρα Σωφρόνιο». Έξ άλλου, σέ επιστολή του τόν Απρίλιο του 1988 προς τόν τότε μητροπολίτη Θυατείρων (Μεγάλης Βρετα­νίας) Μεθόδιο Φούγια, μέ τόν όποιο γνωρίσθηκε ό άλλοτε π. Δη­μήτριος κατά τήν τελευταία δεκαετία της ζωής του, γράφει: «Είμαι 85 ετών και τά τελευταία 42 χρόνια υπήρξα αντικείμενο της πιό χυδαίας συκοφαντίας, ή όποια ανθρωπίνως ειπείν, έχει καταστρέφει ανεπανόρθωτα τήν ζωή μου. Έν τούτοις, υπακούο­ντας στον πνευματικό μου πατέρα, τόν αρχιμανδρίτη Σωφρόνιο, δεν έχω ποτέ απαντήσει ή έκστομίσει μία λέξη γιά αυτοάμυνα, αλλά εχω μάθει νά παίρνω κυριολεκτικώς κατά λέξη τους λό­γους του Χρίστου: “Μακάριοι έστέ όταν όνειδίσωσιν υμάς και διώξωσι και είπωσι πάν πονηρόν ρήμα καθ’ υμών ψευδόμενοι ένεκεν εμού” (Ματθ. 5:11)».30 Κατά μαρτυρία του μητροπολίτου Μεθοδίου Φούγια,31 ό Μπάλφουρ του είπε ότι εάν δεν είχε άποσχηματισθεί κατά τήν Κατοχή, «τίποτε δέν τόν εμπόδιζε νά συ­νεχίσει νά προσφέρει τις υπηρεσίες του στην Ίντέλλιτζενς Σέρβις και νά είναι και κληρικός». Όταν θέλησε νά επανέλθει στην ενεργό διακονία, ή γυναίκα του τόν απειλούσε πώς θά αυτοκτονή­σει εαν τήν εγκατέλειπε γιά νά γίνει μοναχός. Έτσι έμεινε μετέω­ρος μέχρι του θανάτου του. Κάποια στιγμή ζήτησε από τόν ανω­τέρω μητροπολίτη νά τόν επαναφέρει στην ενεργό ίεροσύνη, αλλά εκείνος τόν παρέπεμψε στον Ρώσο μητροπολίτη Αντώνιο Βλούμ, διότι ήταν κληρικός της Ρωσικής Εκκλησίας. Ή απάντηση του τελευταίου ήταν αρνητική. Έκτος άπό τό ‘Έσσεξ, πήγαινε τακτικά στην “Οξφόρδη με τό πρόσφορο του καί τά ονόματα γιά νά μνημονευθούν στην προσκομιδή.

Κατηγορήθηκε από τήν ελληνική δημοσιογραφία ότι κατα­σκόπευε καί καθοδηγούσε τόν βασιλιά Γεώργιο Β’. Όμως ο Μπάλφουρ σέ συνομιλία μέ τόν καθηγητή Άντ.- Αιμ. Ταχιάο πα­ρατήρησε ότι δεν χρειαζόταν νά κατασκοπεύει τόν Γεώργιο Β’, διότι ό βασιλεύς συζούσε μέ τήν Αγγλίδα ερωμένη του. Όντως, ό Γεώργιος Β’ κατά τή διάρκεια της Ελληνικής Δημοκρατίας (1924-1935) διέμενε στό Λονδίνο, οπού συνδέθηκε μέ τήν Τζόυς Μπρίτταιν-Τζόουνς, ή οποία τόν ακολούθησε στην Αθήνα. Τό 1941, προτού καταφύγει ό βασιλιάς στην Κρήτη, προηγήθηκε ή κ. Τζόυς μαζί μέ τόν πρίγκιπα Γεώργιο (τόν άλλοτε Αρμοστή στην Κρήτη) καί τή σύζυγο του Μαρία Βοναπάρτη, ή οποία τή φρόντισε, Όσο ήταν μακριά από τόν βασιλέα. Μεταπολεμικά επανήλθε στην Ελλάδα μέ τόν Γεώργιο καί μετά τόν θάνατο του (1η Απριλίου 1947) παντρεύτηκε τον συνταγματάρχη Έντι Μπόξχωλ.33 Βρετανοί θεωρούν Ότι ή Τζόυς ήταν άπό τίς ελάχιστες βασιλικές ερωμέ­νες στην ιστορία γιά τήν οποία μόνο καλά λόγια έχουν ειπωθεί καί τήν περιγράφουν34 ώς ιδανική σύζυγο στρατιωτικού, απόλυ­τα λογική, μηδέποτε άναμειχθεισα σέ ραδιουργίες καί μέ ορθή αντίδραση σέ περίοδο κρίσεων. Ό πρώτος σύζυγος της, δεινός πότης, ήταν υπασπιστής του άντιβασιλέως των Ινδιών. Όταν ό Γεώργιος Β’ επισκέφθηκε προπολεμικά τήν Ινδία, τή γνώρισε καί σύντομα δημιουργήθηκε στενή σχέση. Ή ένταξη της στό έδώ βασιλικό περιβάλλον καλύφθηκε υπό τήν ιδιότητα της κυ­ρίας των τιμών της Φρειδερίκης, συζύγου του τότε διαδόχου Παύλου. Ό βασιλιάς Γεώργιος, μέ τά ήθη της εποχής, γιά νά νυμφευθεί τήν κοινή θνητή Τζόυς Μπρίτταιν-Τζόουνς έπρεπε νά παραιτηθεί άπό τόν θρόνο του, όπως έπραξε τό 1936 ό βασιλιάς Εδουάρδος Η’ της Αγγλίας, πού νυμφεύθηκε τήν Ούώλλις Σίμσον

Ό ιεροδιάκονος Νικόλαος, εγγονός αδελφού του γ. Σωφρονίου, σημειώνει Ότι πολλοί πιστεύουν Ότι ό Μπάλφουρ έζησε χρησιμοποιώντας υποκριτικά τήν Όρθοδοξία. Άποψη πού στηρίζεται στίς πα­λινωδίες του καί στην περιπετειώδη ζωή του.35 Κατά τόν Σ. Καργάκο, ώς καλός υποκριτής ήθελε μία υστεροφημία. Τήν πέτυχε. Ήταν ό αρχιτέκτων του Εμφυλίου. Ή ενασχόληση του μέ τό έργο του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Συμεών ήταν γιά τή σω­τηρία της ψυχής του, αφού έστειλε τόσες ψυχές στον Αδη. Κατά τήν αντίθετη άποψη πού εκφράζει ό καθηγητής Άντ.- Αιμ. Ταχιάος, ό Μπάλφουρ «ήταν πιστό τέκνο της Όρθοδόξου Εκκλη­σίας, τέτοιο πού δέν μπορεί νά είναι ένας υποκριτής ή κάποιος πού απλώς, ψυχρά καί μελετημένα εκτελεί μιαν αποστολή κατασκό­που, όπως τόν ερμήνευσαν άνθρωποι πού έστω καί στοιχειωδώς δέν μπορούν νά κατανοήσουν τίς παλινδρομήσεις μιας ανήσυχης καί ταραγμένης ψυχής, ούτε τι είναι αμαρτία καί μετάνοια. Ένας στρατολογημένος κατάσκοπος δέν χρειαζόταν, γιά νά εκτελέσει τήν αποστολή του στην Αθήνα, νά σπουδάσει χρόνια θεολογία στή Ρώμη, νά γίνει ρωμαιοκαθολικός μοναχός, αντί νά τόν υποδυ­θεί, στή συνέχεια νά γίνει ορθόδοξος μοναχός καί ιερέας, νά ζήσει στά απόκρημνα βράχια του «Άγιου» Όρους, τή στιγμή, πού στά σαλόνια του Κολωνακίου καί στίς δεξιώσεις τών διπλωματών στην Αθήνα, οι πληροφορίες πού ενδιέφεραν τήν αρμόδια βρετανι­κή υπηρεσία κυκλοφορούσαν εν αφθονία».36 Έξ άλλου, στή δεκαετία του 1930-1940, ό άρμενοκαθολικός επίσκοπος Γιοχάννες Γκαμσαραγιάν ήταν επικεφαλής ενός άπό τά δίκτυα της γερμανικής κα­τασκοπείας στην Ελλάδα. Είχε εγκαταστήσει στον δεύτερο Ορο­φο του μεγάρου Γιάνναρου, στή συμβολή τών οδών Όθωνος καί Φιλελλήνων στό Σύνταγμα, μυστική σχολή δολιοφθορέων πού έδρασαν στά χρόνια του πολέμου στή Μέση Ανατολή.37 Στά άνωτέρω επιχειρήματα μπορεί νά αντιπαρατεθεί ότι καί τό νά γίνει κάποιος κατάσκοπος είναι μία μορφή αναχωρητισμού. Είναι ένας άλλου τύπου μοναχισμός. Ό κατάσκοπος απαιτείται νά έχει ισχυ­ρή μυστικοπαθή ιδιοσυγκρασία. Ό Μπάλφουρ απλώς ράγισε καί έζησε σάν ραγισμένο γυαλί.

Στερούμενοι θεολογικών γνώσεων, νομίζουμε ότι ό Μπάλφουρ ακολούθησε τή γνωστή φράση τών Βενετών: «Είμαστε πρώτα Βε­νετοί καί κατόπιν χριστιανοί» . Προσχώρησε ειλικρινά στην Όρθοδοξία, αλλά δέν απαρνήθη­κε, καί ορθώς, τήν εθνικότητα του. Στην Αθήνα βρέθηκε καθ’ όδόν προς τά Ιεροσόλυμα. Ένθουσιασθείς από τά στελέχη καί τό έργο της «Ζωής», παρέμεινε στην Αθήνα γιά νά εκπληρώσει τήν επιθυ­μία του νά σπουδάσει στή θεολογική Σχολή. Ιερέας στό θεραπευ­τήριο του Ευαγγελισμού βρέθηκε σέ εποχή κατά τήν οποία τά σύν­νεφα του πολέμου ήσαν βαριά καί θά ξεσπούσε ό Β’ Παγκόσμιος πό­λεμος, στην έλευση του οποίου εθελοτυφλούσαν οι Μεγάλοι. Έτσι, κατά τήν κρίσιμη αυτή περίοδο, ή εδώ αγγλική πρεσβεία τόν στρά­τευσε στην υπηρεσία της πατρίδος του, ώς κατασκόπου. Άλλωστε ή κατασκοπεία είναι πάντοτε προπομπός της πολιτικής ή της στρα­τιωτικής δράσεως, διαπιστευμένοι δέ κατάσκοποι είναι Όλοι οί πρε­σβευτές καί οί στρατιωτικοί ακόλουθοι. Καί τούτο, διότι τά καθήκο­ντα του διπλωμάτη συνοψίζονται στό διαπραγματεύεσθαι, παρατηρείν καί προστατεύειν. Όπως διδάσκεται ό διπλωμάτης, παρατηρεί, άρύεται πληροφορίες καί αναφέρει κάθε ζήτημα πού ενδιαφέρει τή χώρα του, προωθώντας τά συμφέροντα της.

Ό Μπάλφουρ, μετά τή φυγή του στην Αίγυπτο, αποστάτησε, άλλα επανεντάχθηκε σταδιακά σέ αυτήν μεταπολεμικά καί πλή­ρωσε τό κοινό χρέος, ώς πιστό μέλος της.
Από το ιστολόγιο Η καλύβα ψηλά στο βουνό.

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2009

Μιχρί Μπελί, ο "καπετάν Κεμάλ" που πίστευε και αυτός ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.


Μιχρί Μπελί. Ο "καπετάν Κεμάλ" του Δημοκρατικού Στρατού

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ από την εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Ο 92 χρόνων τούρκος συγγραφέας, ακαδημαϊκός και πολιτικός βρέθηκε στη Ροδόπη για τις ανάγκες ενός ελληνικού ντοκιμαντέρ με θέμα της ζωή του και μίλησε στη "Θ"

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΜΑΡΙΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

Ο "καπετάν Κεμάλ" δεν ήταν "ένας νεαρός πρίγκηπας της Ανατολής, απόγονος του Σεβάχ του Θαλασσινού".

Όμως, όπως και ο πρίγκιπας που είχε συγκινήσει τον Μάνο Χατζιδάκι, έτσι και ο Μιχρί Μπελί (Mihri Belli) "πίστευε ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο".

Ο τούρκος συγγραφέας, ακαδημαϊκός και πολιτικός, σε ηλικία 92 ετών σήμερα, καθισμένος απέναντί μου, ξεδιπλώνει με ηρεμία την πολυτάραχη ζωή του.

Η συνέντευξη εκτυλίσσεται υπό το γεμάτο αγάπη και ενδιαφέρον βλέμμα της συζύγου του Σεβίμ Μπελί (Sevim Belli), επίσης γνωστής συγγραφέα.

Το πρόσωπο του Μιχρί Μπελί έχει πάνω του όλα τα σημάδια που αφήνει ο χρόνος. Και η έκφρασή του, ύστερα από κάθε καινούργια λέξη που βγαίνει αργά από τα χείλη του, σαν να την ζυγίζει καλά πρώτα, γεμίζει από τις μνήμες του παρελθόντος.
Ο κ. Μπελί είναι ο μόνος τούρκος υπήκοος που είχε πολεμήσει στη διάρκεια του εμφυλίου, στο πλευρό των ελλήνων κομμουνιστών. Μας μιλά για τότε που τον έλεγαν "καπετάν Κεμάλ", για τη συγκρότηση και τη διοίκηση του "τάγματος Οθωμανών" του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ).

Τι σας έφερε στη Θράκη 58 χρόνια μετά την αποχώρησή σας από τις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού;

Ήρθα στην Αλεξανδρούπολη, ανέβηκα στα Ορεινά της Ροδόπης.
Γίνεται ένα ντοκιμαντέρ για μένα από τον Φώτο Λαμπρινό (σ.σ. σκηνοθέτης, υπεύθυνος ιστορικών κινηματογραφικών αρχείων ΕΡΤ Α.Ε). Μια μέρα ήρθαν και με βρήκαν από την Ελλάδα στην Κωνσταντινούπολη και μου πρότειναν να γυρίσουν σε φιλμ τη ζωή μου. "Εντάξει", είπα και αναρωτήθηκα από μέσα μου αν η ζωή μου είναι ενδιαφέρουσα.

Τι απάντηση δώσατε;
Άρχισα στην Αμερική την πολιτική μου δράση. Μετά συνέχισα στην Τουρκία και στην Ελλάδα... Στην Αμερική βρέθηκα στο πλευρό των μαύρων που αγωνίζονταν στο Μισισίπι για τα ανθρώπινα δικαιώματά τους. Ύστερα πήγα στο Σαν Φραντσίσκο, εργάστηκα για το Κομμουνιστικό Κόμμα, παίρνοντας μέρος σε πορείες, σε διαμαρτυρίες. Μετά επέστρεψα στην Τουρκία και άρχισα τη δράση μου με το κομμουνιστικό κόμμα. Έμεινα πολλά χρόνια φυλακή γι' αυτό. Ήρθα στην Ελλάδα, έμεινα δυόμισι χρόνια, στο πλευρό του Δημοκρατικού Στρατού. Συνάντησα ανθρώπους σαν τον Λασσάνη (σ.σ. τον δάσκαλο Θανάση Γκένιο, που μετείχε στην ανταρτική ομάδα "Οδυσσέας Ανδρούτσος"), τον Λάμπρο, τον Αχμέτ, που τους αγάπησα πολύ. Ναι, νομίζω ότι η ζωή μου είναι ενδιαφέρουσα.

Πότε ήρθατε πρώτη φορά στην Ελλάδα;
Ήταν το 1932-33, μαθητής τότε. Τα χρόνια εκείνα όλα τα κόμματα της Ελλάδας ήθελαν να έχουν φιλικές σχέσεις με την Τουρκία. Ο Βενιζέλος ήταν γνωστός σε όλους. Ήταν η περίοδος της αγάπης. Αυτή συνεχίστηκε και μετά τον πόλεμο. Επί γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα ο ελληνικός στρατός έδειξε μια ηρωική αντίσταση, που εντυπωσίασε όλους, ακόμη και μας τους Τούρκους. Αγαπήσαμε όλοι τον ελληνικό λαό που πολέμησε για την ανεξαρτησίά του.
Σε εκδήλωση που έγινε τότε με έλληνες μαθητές, όλοι φώναξαν: "Ζήτω η Ελλάδα". Εγώ δεν φώναξα. Ήμουν εθνικιστής τότε.

Αλλά αφού έμεινα 10 μέρες, 17 χρονών παλικαράκι, την αγάπησα την Ελλάδα. Και φεύγοντας, σε μια συνάντηση, φώναξα το "Ζήτω η Ελλάδα" πιο δυνατά από όλους. Δεν ήμουν πολιτικός, ένα νέο παιδί ήμουν, που ό,τι γνώριζε καλά και του άρεσε το αγαπούσε. Και η Ελλάδα είχε πολλά για να αγαπήσει κανείς.

Πώς βρεθήκατε στην ορεινή Ροδόπη το '47;
Τον Απρίλιο του 1947 βρέθηκα στα βουνά της Ελλάδας. Πριν, όταν άρχισε το αντάρτικο, ήμουν φυλακισμένος στην Τουρκία. Το 'σκασα και κατατάχτηκα στον Δημοκρατικό Στρατό. Στην αρχή, μου ανέθεσαν την ευθύνη έκδοσης μιας εφημερίδας. "Savas" ονομαζόταν. Ήμουν 31 ετών τότε. Στη συνέχεια έπιασα και τα όπλα. Ήμουν υπεύθυνος του οθωμανικού τάγματος. Το λέγαμε έτσι, γιατί είχε μέλη: Πομάκους, Τούρκους, Έλληνες κ.ά. Ανέφερε ένας τη λέξη "οθωμανικό" κι αυτό ήταν, έμεινε να το αποκαλούν και οι υπόλοιποι έτσι. Πολέμησα δυόμισι χρόνια, έφυγα το φθινόπωρο του 1949 από τις ορεινές περιοχές της Ξάνθης και της Κομοτηνής.

Φύγατε επειδή τραυματιστήκατε σοβαρά...
Το γένι μου κρύβει ένα σημάδι από εκείνον τον παλιό τραυματισμό που λέτε. Πολέμησα ως καπετάνιος στα βουνά, φυσικό ήταν να συμβεί.

Το "καπετάν Κεμάλ" πώς προέκυψε; Έτσι σας φώναζαν, από ό,τι μου είπαν, οι κάτοικοι του ορεινού όγκου...
Ο Λάμπρος με είπε για πρώτη φορά καπετάν Κεμάλ. Ο Λάμπρος ήταν ένας Τούρκος της Ανατολής, από την Προύσα. Η μητρική του γλώσσα ήταν τα τουρκικά, αλλά ήταν χριστιανός και κομμουνιστής. Μια μέρα έλεγε για τον στίχο ενός ποιητή, όπου αναφερόταν και το όνομα Κεμάλ. Αυτό ήταν. Μου το κόλλησε ο Λάμπρος και μου 'μεινε.

Τον χάσατε εκείνο τον πόλεμο. Εκ των υστέρων τι λέτε, ήταν καλό ή κακό που είχε τέτοια κατάληξη;
Κακό!
Γιατί γίνατε αριστερός;
Κομμουνιστής έγινα γιατί είμαι πατριώτης.

Και σήμερα ισχύει αυτό που λέτε;
Σήμερα πιο πολύ.

Στην Τουρκία δεν είναι εύκολο να δηλώνει και να είναι κανείς αριστερός...
Όχι, δεν είναι καθόλου εύκολο ακόμη και σήμερα. Είναι γεμάτες οι φυλακές με αριστερούς, με κομμουνιστές. Η Τουρκία δεν έχει δημοκρατία.

Γιατί μια τόσο μεγάλη χώρα φοβάται τους αριστερούς και τους φυλακίζει ακόμη και σήμερα, όπως λέτε;
Γιατί αυτά που πήρε ο καπιταλισμός από τον λαό θα τα πάρουν οι αριστεροί πίσω, αν αναλάβουν την εξουσία.



Ποιο θεωρείτε το μεγαλύτερο ζήτημα στη χώρα σας;
Το Κουρδικό. Νομίζω ότι ο Αμπντουλάχ Οτσαλάν είχε καλές ιδέες. Πίστευα ότι ο Ταλαμπανί και ο Μπαρζανί, που συνεργάστηκαν με τους Αμερικάνους, έβλεπαν τον Οτσαλάν ως τον μεγαλύτερο φόβο τους. Έτσι έχασαν την ευκαιρία. Ο Οτσαλάν δεν ήθελε ένα ελεύθερο Κουρδιστάν, γιατί θα ήταν υποχείριο στα χέρια των Αμερικανών. Η ενδεδειγμένη λύση θα ήταν μια Τουρκία με ίδια δικαιώματα για τους Κούρδους, τους Λαζούς, τους Τσερκέζους και όλες τις άλλες μειονότητες.

Είστε αντίθετος στην είσοδο της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση;
Είμαι εναντίον της Ε.Ε. γενικότερα. Στην Ευρώπη τρεις κάνουν κουμάντο, η Αγγλία, η Γαλλία και η Γερμανία. Δεν λειτουργεί δημοκρατικά αλλά ιμπεριαλιστικά.

Η Ε.Ε. δεν είναι μονόδρομος;
Εμείς στα Βαλκάνια θα μπορούσαμε να έχουμε μια δική μας ένωση με τη συμμετοχή και της Μέσης Ανατολής. Επί οθωμανικής αυτοκρατορίας το σχήμα αυτό δοκιμάστηκε με τη συμβίωση πολλών διαφορετικών πληθυσμιακών ομάδων, με κάποιες λίγες ελευθερίες για Αρμένιους, Τούρκους και λοιπούς. Νομίζω ότι μια ένωση, όπως το οθωμανικό κράτος, σίγουρα πολύ πιο δημοκρατική, με ελευθερίες, δικαιώματα, δημοκρατία για όλους ανεξαιρέτως, χωρίς καμία καταπίεση, θα ήταν πολύ καλύτερη για όλους: τους Άραβες, τους Έλληνες, τους Αρμένιους κ.ά.

Τώρα δεν είναι αργά;
Αργά είναι...

Υπάρχει κάτι που θέλετε να κάνετε;
Έχουμε μια θρησκευτική κυβέρνηση, που θέλει να σαρώσει το κεμαλικό κράτος. Αυτό θέλω να σταματήσω. Κάνει κουμάντο ο στρατός. Για να εκλεγείς στο κοινοβούλιο, πρέπει να λάβεις 10%, πράγμα καθόλου δημοκρατικό. Αν λάβεις 9,9% δεν εκλέγεσαι. Ρύθμιση των στρατιωτικών είναι αυτή. Οι στρατιωτικοί κάνουν κουμάντο. Η Τουρκία είναι θρησκευτικό κράτος.

Φτάνοντας στα 92, τι συμπέρασμα βγάλατε. Υπάρχει Θεός;
Αν υπάρχει Θεός; Αν πιστεύω στον Θεό δηλαδή; Δεν με αγαπάει ο Θεός. Εσύ πιστεύεις; Πιστεύεις ότι θα πας στον Παράδεισο; Φοβάσαι και πιστεύεις; Από τι φοβάσαι; Τώρα άρχισα να ρωτάω εγώ και να περιμένω απαντήσεις από εσένα...

Μια ζωή σαν ταινία

Ο Mihri Belli γεννήθηκε στη Σηλυβρία της Ανατολικής Θράκης το 1916. Γόνος αστικής οικογένειας, σπούδασε οικονομικά στο Ροβέρτειο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης και συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Μισισίπι των ΗΠΑ. Επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και εργάστηκε στο ομώνυμο πανεπιστήμιο. Αναμείχθηκε ενεργά στην πολιτική, ιδρύοντας την Ένωση Προοδευτικής Νεολαίας. Φυλακίστηκε και εξορίστηκε. Το 1946, ενώ ήταν εξόριστος, διέφυγε στην Ελλάδα. Εντάχθηκε στον Δημοκρατικό Στρατό και πολέμησε ως καπετάνιος στα βουνά της Ροδόπης, όπου τραυματίστηκε σοβαρά. Με την αμνηστία του 1950 επέστρεψε στην Τουρκία και φυλακίστηκε ως ηγετικό στέλεχος του Τουρκικού Κομμουνιστικού Κόμματος (1951-1958). Μετά την αποφυλάκισή του άρχισε να γράφει σε διάφορα αριστερά περιοδικά, με το ψευδώνυμο E. Tufekci. Έφυγε από την Τουρκία με το στρατιωτικό πραξικόπημα το 1971 και επέστρεψε το 1974. Διετέλεσε γενικός γραμματέας του Τουρκικού Εργατικού Κόμματος. Το 1979 έγινε απόπειρα δολοφονίας εναντίον του, από την οποία τραυματίστηκε σοβαρά. Με το πραξικόπημα του στρατηγού Εβρέν το 1980 έφυγε πάλι, στη Σουηδία αυτή τη φορά, όπου έζησε μέχρι το 1992, οπότε επέστρεψε στην πατρίδα του. Ζει με τη συγγραφέα Sevim Belli.

Τίτλοι βιβλίων του:
Savci Konustn, Soz Sanigindir - Ο εισαγγελέας μίλησε, ο λόγος στον κατηγορούμενο (1962)
Milli Demokratik Devrim - Εθνική Δημοκρατική Επανάσταση (1968)
Devrimci Hareketimizin Elestirisi 1961-1971 - Κριτική του Επαναστατικού Κινήματος 1961-1971 (1977)
TKP nin Tarihsel Komunu - Ιστορική πορεία του Τουρκικού Κομμουνιστικού Κόμματος (1978)
Rigas in Dedigi - Τάδε έφη Ρήγας Φεραίος (1987)
Anilar II Cilt - Αναμνήσεις δύο τόμοι (1988)
Gurbetten Notlar - Turkiye Solu - Σημειώσεις από την εξορία - Η Αριστερά στην Τουρκία (1996)
Yaratici Marksizm ve Dunya Ustune - Δημιουργικός Μαρξισμός και Κόσμος (1996)
Πηγή: εφημερίδα Γνώμη




Πάντα υπάρχει και μια άλλη άποψη.