Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απόκρηες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απόκρηες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012

Αποκριάτικα δρώμενα



Ο Ηπειρώτης κ. Μιχάλης χορεύει τον "γανωτζή", τραγουδάει ο Αλέκος Κιτσάκης



Παραλλαγή από την Κύπρο (ο γανωματής)

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

Οι φωτιές της αποκριάς στα Γιάννενα


Οι φωτιές της αποκριάς

Υπήρξαν εποχές στα Γιάννενα που χορεύαν κι οι γριές. Σαν σκηνικό στο «Τέλος της μικρής μας πόλης» του Δημήτρη Χατζή. Τότε που ήταν όρθια τα τούρκικα αρχοντικά, πριν αρχίσουν να πέφτουν το ένα μετά το άλλο στον βωμό της «αντιπαροχής».
Ξύλα για τ'ς αποκριές
να χορεύουν οι γριές
με τις κόκκινες ποδιές
κόκκινες και παρδαλές.

Τα Γιάννενα έπρεπε για κάποιους πατριδοκάπηλους να μην έχουν τουρκικό χρώμα. Ούτε καν οβρέικο. Ποτέ δεν χαρακτηρίστηκαν οι κατοικίες αυτές διατηρητέες και γρήγορα έγιναν πολυκατοικίες τύπου Πετραλώνων.
Χόρευαν λοιπόν τις αποκριές ακόμη και οι γριές γύρω από τις τζαμάλες, τις περίφημες φωτιές που άναβαν στις γειτονιές της πόλης ανήμερα την Κυριακή της Τυρινής (σαν σήμερα δηλαδή) και χόρευαν γύρω τους μέχρι πρωίας οι μασκαράδες.

«Οι παλιοί Γιαννιώτες τις έλεγαν "τζόρες" και όχι τζαμάλες, όπως λέγονται σήμερα. Η λέξη "τζαμάλι" μας παραπέμπει στον κουδουνάτο, δηλαδή τον μασκαρά που φορούσε πάνω του κουδούνια και περιφερόταν στις φωτιές της πόλης. Πιθανόν στο πέρασμα των χρόνων να παρερμηνεύθηκε η έννοια των κουδουνοφόρων μασκαράδων που περιφέρονταν παλαιότερα στις φωτιές και η ονομασία τζαμάλες να αποδόθηκε στη φωτιά που άναβε σε κάθε γειτονιά και όχι στους ανθρώπους της.
Η κατασκευή της τζαμάλας γίνεται με ειδική τεχνική, ώστε, όταν καίγονται τα ξύλα, να σχηματίζουν όσο γίνεται μεγαλύτερη φλόγα. Η καλή καύση των ξύλων επιτυγχάνεται με την κατασκευή της "πόρτας της αλεπούς", που επιτρέπει την είσοδο του αέρα στο εσωτερικό της τζαμάλας, ώστε τα ξύλα να καίγονται ομοιόμορφα»

Η προετοιμασία της τζαμάλας κρατούσε μήνες: Επρεπε να βρεθούν τα ξύλα και τα κούτσουρα. Τα πιτσιρίκια προγραμμάτιζαν από πού θα τ' αρπάξουν, από πού θα τα κόψουν (ήταν οι εποχές της αθωότητας, όταν το να πριονίσεις ένα κλαδί δεν ήταν ακόμη οικολογικό έγκλημα). Ο θησαυρός φυλαγόταν προσεκτικά σε κρυψώνες μέχρι την Κυριακή, που θα στηνόταν η φωτιά της γειτονιάς.

Στη «μάντρα» της Καλούτσιανης, στη Σιαράβα, στην Καραβατιά στον Πλάτανο πίσω από το γήπεδο, στον Αλλάχ κοντά στο εβραϊκό νεκροταφείο, στο κάστρο.

Σχεδόν παντού οι πύρινες εστίες γλεντιού συγκέντρωναν όλους τους γείτονες. Υπήρχαν και οι περαστικές παρέες που γύριζαν από τζαμάλα σε τζαμάλα, πάντα καλοδεχούμενες και σεβαστές.

Μας θυμίζει ο μηχανικός Γιάννης Παπαϊωάννου:
«Νωρίς το απόγευμα της Κυριακής της Τυροφάγου άναβε η φωτιά και γύρω από αυτήν μαζεύονταν μεγάλοι και μικροί σέρνοντας τον χορό και τραγουδώντας δημοτικά ή περιπαικτικά αποκριάτικα τραγούδια. Συνήθως το προβάδισμα στον χορό το είχε κάποιος γεροντότερος γλεντζές μερακλής ή κάποια γνωστή μεσόκοπη της γειτονιάς με πειρακτικές διαθέσεις, που γνώριζαν αρκετά τραγούδια, τραγουδούσαν δε κάθε στίχο μόνοι τους και τον επαναλάμβαναν οι υπόλοιποι. Λειτουργούσε δηλαδή ο χορός σαν πολυφωνικό συγκρότημα και ταυτόχρονα χορευτικό.

»Πάντα υπήρχαν κάποια παιδιά της γειτονιάς, που φρόντιζαν να κρατάνε αναμμένη τη φωτιά. Ετσι από ώρα σε ώρα έβλεπες να πετάγονται στα ύψη οι φλόγες, κάνοντας έναν παράξενο θόρυβο από τα ξύλα που προσθέτονταν και διέκρινες μερικές νοικοκυρές -που γειτόνευαν τα σπίτια τους με τη φωτιά- να σταματάνε το τραγούδι και να φωνάζουν μισοτρομαγμένες για την πιθανή μετάδοση της φωτιάς στην ξύλινη κουζίνα τους από κάποια αποκαΐδια που αιωρούνταν στον αέρα: "Μωρέ αναμοκαμμένο και αναμοφλογισμένο, πρόσεξε μην αρπάξει φωτιά το σπίτι μ', έτσ' όπως ανακατέβ'ς τα ξύλα στ' φωτιά", για να συμπληρώσει κάποια άλλη "και μέρα πούναι σήμερα να μην έχουμε ντράβαλα"».

Σε πείσμα των καιρών οι τζαμάλες άντεξαν, υπάρχουν ακόμη και σήμερα και πολλοί αγωνίζονται να τους δώσουν την παλιά τους αίγλη. Αυτή που μνημονεύει ο Κώστας Κρυστάλλης («Αι Απόκρεω εν Ιωαννίνοις», περιοδικό «Εστία» 1891):

«Αι Απόκρεω πανηγυρίζονται τόσον πανδήμως και μεγαλοπρεπώς εν Ιωαννίνοις, ώστε λαμβάνουσιν, ούτως ειπείν, όψιν και σημασία εθνικής εορτής... Φύσει ευτράπελοι οι Ιωαννίται και πλούσιοι άλλοτε είχον ανυψώση τον πανηγυρισμόν των απόκρεω εις το άκρον άωτον της ευθυμίας και τρυφής...»

Πάνω από 50 τζαμάλες θα καίνε σήμερα το βράδυ στα Γιάννενα.
Τις οργανώνει το Πνευματικό Κέντρο του δήμου Ιωαννίνων, που προεδρεύεται από τον καθηγητή παθολογίας Μωυσή Ελισάφ. Και υπάρχουν ακόμη παιδιά που ψάχνουν για ξύλα απ' την Καλούτσιανη μέχρι την Καραβατιά. Χορός, κρασί, αχνιστή φασολάδα και μαζί η αγωνία να μη μοιάζει όλο αυτό με τουριστική ατραξιόν. Για να αποτελέσουν οι εκδηλώσεις και το πνευματικό κέντρο, όπως αναφέρει και ο Μ. Ελισάφ, «μια νησίδα υπέρβασης μιας ανεπιθύμητης πραγματικότητας σε μια κοινωνία θρυμματισμένη στον βωμό των ατομικών συμφερόντων».
Β. ΣΙΑΦ. στην Κυρ. Ελευθεροτυπία 6 Μαρτίου 2011
ΣΧΕΤΙΚΑ: 1) Έτοιμες οι τζαμάλες στη Λούτσα στο Κάστρο στον Πλάτανο, στο photoioannina blogspot
2) Οι αποκριές και οι τζαμάλες στα Γιάννενα, του Γιάννη Παπαϊωάννου στο ligapola blogspot.

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2009

Με το μυαλό στις γιορτές του χειμώνα


Θυμάται ακόμα τα πρώτα Χριστούγεννα που πέρασε στα Γιάννενα – τόσο αλλιώτικα απ’ ό,τι ήξερε στο Συρράκο, όπου τα χιόνια στοιβάζονταν ως απάνω κι οι πέντε καμπάνες του χωριού έκρουαν ασταμάτητες. Εδώ ο ουρανός ήταν θολός και τα βουνά γύρω τυλιγμένα κι αυτά στην μπόρα. Έβρεχε δίχως τελειωμό κι οι τοίχοι είχαν μουσκέψει κι οι δρόμοι πελάγωσαν. Ωστόσο ήταν γεμα΄τοι από κόσμο. Ο Πλάτανος, οι Καμάρες, το Κουρμανιό, όλα ξέχειλα. Σκεπασμένοι με κοντοκάπια και με μαντίλες και κάμποσοι με ομπρέλες έτρεχαν από μαγαζί σε μαγαζί για τα παραμονιάτικα ψώνια τους. Στα παραπόρτια των «Ελεών» μαζεύονταν τα γυναικόπαιδα της φτωχολογιάς και βρέχονταν καρτερώντας να πάρουν το μικρό χριστουγεννιάτικο μοίρασμα. Τα σπίτια μέσα, φτωχά και πλούσια, έλαμπαν απ’ την πάστρα και στην σπιτομάνα έκαιε η κρεμασμένη καντήλα.

Όμως, με τον όρθρο, μάταια περίμενε να τον ξεκουφάνουν οι καμπάνες. Μόνο σαν σε όνειρο άκουσε αχνούς μακρινούς ήχους, που κι αυτούς δεν ήταν σίγουρος αν τους άκουσε. Κι ύστερα, ξαφνικά, δυνατά χτυπήματα ακούστηκαν στην πόρτα τους που τον έκαναν να πεταχτεί τρομαγμένος.

- Μπάμ, μπαμ, μπαμ… Σηκωθείτε, χριστιανοί… Ώρα για εκκλησία… Σηκωθείτε…

Σηκώθηκαν, ντύθηκαν. Τα χτυπήματα κι οι φωνές ακούγονταν παρακάτω, από πόρτα σε πόρτα. Σε λίγο οι δρόμοι άρχισαν να ξυπνούν, οι πόρτες ν’ ανοίγουν κι από μέσα να ξεπετάγονται συνοδειές, συνοδειές που έτρεχαν τουρτουρίζοντας στην ενορία τους.

Όλα τούτα του ξενοφάνηκαν. Δεν τα περίμενε. Κι ούτε ήξερε γιατί γίνονταν έτσι. Αλλά ήταν απ’ τον καιρό του Σκυλόσοφου. Με τον ξεσηκωμό που έκανε, στα 1612, οι τούρκοι ξαναπήραν πίσω τα προνόμια που είχαν δώσει στα Γιάννενα, να σημαίνουν οι εκκλησιές τους καθώς έχουν συνήθεια και να γιορτάζουν τις απόκριες με προσωπιδοφορία. Κατέβασαν τις καμπάνες απ’ όλες τις εκκλησιές και μόνο σαν πέρασαν πάνω από εκατό χρόνια τους άφησαν κι έβαλαν δυο μικρά σήμαντρα, στο Αρχιμανδρειό και στον Αι-Νικόλα. Μικρά, που μήτε ακούγονταν. Γι’ αυτό κι οι εκκλησιές όριζαν «κράχτες», που γυρνούσαν με ένα ξύλινο τσουκάνι από πόρτα σε πόρτα και φώναζαν «σηλωθείτε χριστιανοί… Ώρα για την εκκλησία…».

Με τον καιρό τους άφησαν σιγά, σιγά να γιορτάζουν πάλι και τις απόκριες. Μόλις έμπαινε το τριώδιο, έπαιρναν την άδεια του πασά και του μητροπολίτη κι άρχιζαν το ξεφάντωμα, που δυνάμωνε την τελευταία Κυριακή. Τα σκολιαροπαίδια «ντύνονταν» κι αυτά πότε «γιατροί» και πότε πριγκίπισσες, κι άλλα βγαίναν στους δρόμους κι έπαιζαν τον «Πανάρατο», μαζεύοντας ύστερα λεφτά από τους περίεργους που έβλεπαν την ¨παράσταση». Γρήγορα όμως διαλύονταν κι άλλαζαν και ξανάβγαιναν στους δρόμους να ιδούν την παρέλαση που άρχιζε απομεσήμερα. Και τί δεν έβλεπαν! Κλέφτες κι αρματωλοί με ψεύτικα μαχαίρια που σταματούσαν στον δρόμο τους διαβάτες κι αγρίευαν:

- Παρά! Παρά!

Το χρυσό αμάξι που έφερνε τον βασιλιά και την βασίλισσα, την γριά που έγνεθε την ρόκα της, το γαϊτανάκι… Κι ύστερα «τ’ άργανο», που ήταν ψίκι σωστό, γάμος ακέριος. Με νύφη και με γαμπρό και με βλάμη και με συμπεθεριό ατέλειωτο, φορεμένους σεγκούνια και ταφτάδες, να παίζουν νταούλια και καραμούζες και να σέρνουν φλασκιά γιομάτα κρασί και να πίνουν… Σαν βασίλευε ο ήλιος, μαζεύονταν όλοι στα Μνήματα και χόρευαν, κι άλλοι χόρευαν έξω απ’ τα προξενεία κι άναβαν φωτιές τετράψηλες στα σταυροδρόμια και τις πηδούσαν…

Μιχάλη Περάνθη, «Ο Τσέλιγκας», Εστία, 1982

Αναδημοσίευση από το blog: ΝομοΣοφία

Σχόλιο δικό μου: Σήμερα τις καμπάνες τις κάνανε ηλεκτρικές, με κομπιούτερ μάλιστα. Οι τελευταίες με το χέρι, "χειροκτύπητες" (;) ήταν αυτές του Αρχιμαντριού. Τις ακούω καθε μέρα, δυο ή τρεις φορές, καθότι γείτονας. Τώρα πια "κλικ", ένα κουμπί, και σου βγάζει όποιον σκοπό θελεις. Από "Το Ταλαντον" (Τοτάλαντον, τοτάλαντον...) και "Τον Αδάμ, τον Αδάμ, τον Αμήν, Αμήν, Αδάμ" (τοναδάμ, τοναδάμ, τοναμήν, αμήν, αδάμ...) (έτσι χτυπούν είναι οι παραδοσιακοί βυζαντινοί σκοποί χτυπήματος, από τα μοναστήρια παρμένοι, μου τόλεγε ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου) μέχρι το "Τζιγκλ Μπέλς ", το "Χριστός Ανέστη" και του "Κιτσου η μάνα κάθονταν...". Η ευκολία. Αλλά και η αποξένωση... Και η μοναξιά.