Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τραγούδι απ' το Ζαγόρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τραγούδι απ' το Ζαγόρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2009

Κίνησι ου Ρόβας κίνησι, μεσ' στην Βλαχιά να πάει


(Αναδημοσίευση άρθρου του παλιού δάσκαλου Στέφανου Μπέτση στην τοπική εφημερίδα των Ιωαννίνων «Πρωϊνός Λόγος»)
"Ατάρ Οδυσσεύς και καπνόν αναθρώσκοντα νοήσαι ης γαίης θανέειν ιμείρεται"
( Όμηρος )
"Αδαπάνητος έστι της ευποιίας ο πλούτος, εν τω διδόναι γαρ λαμβάνεται και εν τω σκορπίζειν συνάγεται"
( Απολλώνιος)

Το ταξίδι των Ηπειρωτών προς τη Βλαχία και οι καημοί του.

Οι ταξιδιώτες της Βλαχίας Ηπειρώτες καταγόμενοι κυρίως από τα Κουρεντοχώρια, το Ζαγόρι και το Πωγώνι, αλλά και οι αλβανόφωνοι ακόμα Βορειοηπειρώτες από το Αργυρόκαστρο ως την Μοσχόπολη και την Κοριτσά, ήταν όλοι τους συνήθως παιδιά αμούστακα αλλά και μικροπαντρεμένοι και από τους πρώτους ολίγοι ξαναγύριζαν στα σπίτια τους και οι δεύτεροι ύστερα από απουσία είκοσι και πλέον ετών.

Ο πηγεμός στη Βλαχία εγίνονταν βέβαια δια ξηράς με τα καραβάνια ζώα φορτηγά άλογα και μουλάρια με επικεφαλής τον καραβανάρη, που διέθετε από 20 έως 100 ζώα, διαρκούσε δε το ταξίδι από 1 μήνα ως 40 μέρες.
Το ταξίδι των Ηπειρωτών προς την Βλαχία δεν ήταν μόνο πολυήμερο αλλά και δύσκολο με τα ποτάμια, τις κλεισούρες του και τον κακό καιρό αλλά και επικίνδυνο, γιατί συχνά έπεφτε σε συμμορίες ληστών, που γύμνωναν τους ταξιδιώτες ιδίως τους επιστρέφοντες ή και τους σκότωναν.
Από τους καραβανάρηδες αυτούς γνωστοί για τον τόπο μας ήταν ο Φεντάνης από την Τσαρκοβίστα των Κουρέντων κι ο περίφημος Ρόβας Γιαννιώτης,
(σύμφωνα με άλλες πηγές ο Ρόβας κατάγοταν από την Καλωτά)
που η λαϊκή μούσα τον αποθανάτισε με το γνωστότατο τραγούδι κατά την πιο άρτια παραλλαγή του και στο Γιαννιώτικο μάλιστα ιδίωμα (βόρειο) αυτό:

"Κίνησ' ου Ρόβας κίνησι μεσ' στην Βλαχιά να πάει
νύχτα σιλώνει τάλουγου νύχτα του καλιγώνει
βάνει τα πέταλα ασημιά καρφιά μαλαματένια
κι η αρματοσιά τ' αλόγου του χρυσό μαργαριτάρι.
Σαράντα μέρες έκανι σαράντα μερουνύχτια
όσου να φτάκει στη Βλαχιά στου έρμου Μπουκουρέστι.
Βλαχούλες τον καρτέρησαν γλυκά τον κουβεντιάζουν.
Καλώς του Ρόβα πούρχιτι καλώς του Ρόβα πούρθι.
- Ρόβα του τι μας ήφιρις απ' τα καλά τα Ιάνν'να;
- Σας ήφιρα τρία πηδιά τρία παλληκαράκια.
Τόνα του λένι Κωνσταντή κι τ' άλλου Νικουλάκη
του τρίτου κι ημουρφότιρου του λένι Δημητράκη".

"Ο Ρόβας, καθώς γράφει σε σύντομο δημοσίευμά του ο αείμνηστος και διαπρεπής φιλόλογος Δημ. Σάρρος, ήτο Ιωαννίτης, απέθανε το 1978, επί τεσσαράκοντα σχεδόν έτη ήτο ο μόνος μίτος ο συνδέων την Ηπειρωτικήν Βλαχίαν με την Ελληνικήν Ήπειρον, εταξείδευεν άπαξ, σπανιώτερον δε δις του έτους εκ της Ηπείρου εις τον Δούναβιν και τανάπαλιν.




Αυτός εκόμιζεν εις την έρημον Ήπειρον γράμματα και χρήματα των ξενιτευμένων τέκνων της, και σπανιώτατα και κανένα εξ αυτών, αυτός εκόμιζεν ανεπιστρεπτεί εις τας μαγικάς αγκάλας της εκβεβακχεμένης Βλαχίας την καρδίαν, την λεβεντιάν της Ηπείρου, και πόσοι τάχα από εκείνους εγύριζαν οπίσω;". και περακάτω ο ίδιος: ¨Ο Ρόβας μετά πολλάς περιπέτειας από την Ηπειρον δια του Ζυγού, Μετσόβου, Γρεβενών, Κονιαροχωρίων, Περλεπέ, Βελεσσών, Δουβνοβίτσας, Σιστοβίου, έφθανε με τα καραβανιά του εις το Βουκουρέστι".

Τόπος των ξενιτευόμενων από την περιοχή μας και σημείο εκκίνησης του επιβλητικού σε όγκο (διέθετε από 80 ως 100 ζώα) και άριστα οργανωμένου καραβανιού του Ρόβα ήταν η Δοβρά Ζαγορίου. Εκεί μαζεύονταν όσοι σκόπευαν να ταξιδέψουν στη Βλαχία. Το ταξίδι εγίνονταν μία ή δύο φορές το χρόνο, τ' Αι-Γιωργιού δηλ. και του Σταυρού (14/9) μετά το Πανκουρεντιακό πανηγύρι της Παλιουρής (8/9) τότε, που στις πλαγιές των λόφων και των βουνών μας άνοιγαν οι μοσχομύριστες διώχνες, όνομα χαρακτηριστικό γιατί με το άνθισμά τους έδιωχναν τους νέους μας για την ξενιτιά, λουλούδια όμορφα και ταπεινά, άλλες κάτασπρες, άλλες κατακίτρινες κι άλλες θαλασσιές, χαρά θεού και το άνθισμά τους ήταν μια μαχαιριά, που έμπηγε η ξενιτιά η πλανεύτρα στο στήθος της φτωχής πατρίδας με το άσπλαχνο άρπαγμα των παιδιών της. Οι στιγμές του ξεπροβοδήματος και του αποχωρισμού του ξενιτευμένου νέου από τους συγγενείς και φίλους ήταν πραγματικά συγκινητικές. Φιλιά, αγκαλιάσματα και δάκρυα, πολλά δάκρυα καθώς δε ο ταξιδευτής ξεμάκραινε, ευχές ολόκαρδες και μηνύματα θερμά προς τους ήδη εκεί ταξιδεμένους χωριανούς. Κι έρχονταν στο νου οι φιλοσοφημένοι στίχοι του λαϊκού ποιητή:

"Παρηγοριά έχ' ο θάνατος
και λησμοσύνη ο Χάρος
κι ο ζωντανός ξεχωρισμός
παρηγοριά δεν έχει"
ή
"Την ξενιτιά, την ορφανιά,
την πίκρα, την αγάπη
τα τέσσερα τα ζύγιασαν
βαρύτερα είν' τα ξένα".

Ο Ηπειρωτικός λαός, λαός κατ' εξοχήν αποδημητικός, τραγούδησε με πλήθος τραγούδια του όλο καημό και πίκρα τους ξενιτεμένους της Βλαχιάς. Παραθέτω μόνο κατά τους πρώτους στίχους τους αρκετά από τα τραγούδια αυτά δανεισμένα από εκδομένες συλλογές. Ένα λεει:

"Μάνα με κακοπάντρεψες
και μώδωκες βλαχιώτη
(δηλ. άντρα ταξιδεμένον στη Βλαχιά)
δώδεκα χρόνους στη Βλαχιά
και τρεις μέσα στο σπίτι...".
Eνα άλλο:
"Το ποιά έχ' άντρα στη Βλαχιά
και γυιό στο Μπουκουρέστι
πες της να μην τον καρτερεί
να μην τον παντηχαίνει.
Οι Βλάχισσες είναι κακές
κι αυτές οι βλαχοπούλες
γελούν μανάδων τα παιδιά
και πίσω δεν γυρίζουν".
Ενα τρίτο τελειώνει:
"Κι όσα κορίτσια απαντώ
όλα τα παραγγέλω
άντρα βλαχιώτ' μη πάρουνε
αν θέλουν να μην κλάψουν".
Κι ένα ακόμα:
"Θέλω να τα καταραστώ
τα έρημα τα ξένα
την Πόλη και την Μολδαβιά
και την Βλαχιά τα τρία
της Μολδαβιάς το πρόβατα
βλογιά να τάχει μάσει
και της Βλαχιάς οι έμορφες
πανούκλα να τις κάψει..."'
Κι ένα τελευταίο:
"Ανάθεμά σε Μπουγδανιά
Βλαχιά και Μπουκουρέστι
πώχεις ποτάμια απέραντα
βουνά που δεν πατιούνται...".
……………………………………………………………………………….
Ο Ρόβας
Θρύλος έχει γίνει το όνομα του Ηπειρώτη κυρατζή Ρόβα ο οποίος τον περασμένο αιώνα στα αγώγια του για τις Παραδουνάβιες περιοχές, το καραβάνι του άγγιζε τα 200 αλογομούλαρα !!!
Η Λαϊκή Μούσα απαθανάτισε το όνομα του με το παρακάτω τραγούδι

Ο Ρόβας παιδιά μ ξεκίνησε
μες την Βλαχιά να πάει
γειά στο Ρόβα μου
μες την Βλαχιά να πάει
πάπια χήνα μου, να χεις το κρίμα μου.

Νύχτα σελώνει ο Ρόβας τ άλογα
νύχτα τα καλιγώνει
γεια σου Ρόβα μου
νύχτα τα καλιγώνει
πάπια χήνα μου, να χεις το κρίμα μου.

Βάζει τα πέταλα χρυσά
καρφιά μαλαματένια
γεια σου Ρόβα μου
καρφιά μαλαματένια
πάπια χήνα μου, να χεις το κρίμα μου

Όλο στεριά ο Ρόβας πήγαινε
Όλο στεριά πηγαίνει
γεια σου Ρόβα μου
όλο στεριά πηγαίνει
πάπια χήνα μου, να χεις το κρίμα μου.

------------------------------------
Νύχτα περνάει το Δούναβη
μπαίνει στα Βουκουρέστια,
κι πέρα που ξεπέζευε
όλοι τονε ρωτάγαν:

Ρόβα μ' σαν τι μας ήφερες
απο τα μαύρα Γιάννινα;
σας φέρνω εκατό παιδιά
κι όλα Γιαννιωτοπαίδια

Τα τρία τα καλύτερα
της ομορφιάς στολίδια,
το να το λεν Αυγερινό,
το άλλο το λέν Φεγγάρι,
το τρίτο το καλύτερο
το λέν Μαϊσιον ήλιο!

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2009

Καπέσοβο, Καπέσοβο πώχεις το κρυονέρι


(Από το ημερολόγιο του 2002 «Συνέβη στο Καπέσοβο … και έγινε τραγούδι» έκδοση του Πολιτιστικού Συλλόγου Καπεσόβου)

Στο Κάϊρο αρρώστησα, στα Γιάννενα θα γειάνω

στην άκρη στο Καπέσοβο θα πέσω να πεθάνω.

Καπέσοβο, Καπέσοβο πώχεις το κρυονέρι

έχεις κορίτσια όμορφα, πούναι γλυκά σα μέλι.

Σηκώνομαι πρωί – πρωί, δυο ώρες πριν να φέξει

παίρνω το ντουφεκάκι μου και πάω να κυνηγήσω,

λαγούς και πέρδικες να βρω και πίσω να γυρίσω.

Βρίσκω την Όλγα μου μπροστά και την καλημερίζω.

- Καλή σου μέρα Όλγα μου,

- Καλώς το Μιχαλάκη

- Έχεις μαλλιά δεντρογαλιές και τρίχες σαν μετάξι

και κάθε τρίχα γίνεται σπαθί για να με σφάξει.

- Μιχάλη μ’ αρραβώνιασαν χωρίς το ρώτημά μου,

μου δώκαν άντρα δάσκαλο χωρίς το θέλημά μου

με δείραν και με μάλωσαν και μ’ έκαναν τιμπίκι

από τη ρούγα μη διαβείς όσο να γένω νύφη

Όλγα ζάχαρη, Όλγα μέλι, Όλγα μοσχοαναθρεμένη! (-ή)

Όλγα ζάχαρη, Όλγα μέλι, Όλγα ζάχαρη θριμένη!

(αφήγηση: Ελένη Τσολάκη)

------------------------------------------------------------------

Στο Κάϊρο αρρώστησα, στα Γιάννενα θα γειάνω

στην άκρη στο Καπέσοβο θα πέσω να πεθάνω.

Πέρασα θάλασσα πλατειά, κάμπους βουνά και όρη

Για νάβρω την αγάπη μου απάνω στο Ζαγόρι.

Πήρα τα ζαγαράκια μου να πάω να κυνηγήσω

Βρίσκω την κόρη από μπροστά και την καλημερίζω.

-Καλήμέρα σου κόρη μου – Καλώς το παλληκάρι

εμένα μ’ αραβώνιασαν χωρίς το θέλημά μου,

μούδωκαν άντρα χωριανό χωρίς το θέλημά μου,

με δείραν και με μάλωσαν και μ’ έκαναν τιμπίκι

από τη ρούγα μη διαβώ όσο να γένω νύφη.

Καπέσοβο, Καπέσοβο πώχεις το κρυονέρι

έχεις κορίτσια όμορφα, πούναι γλυκά σα μέλι.

Μανουσάκια μανουσάκια, μόσχους και γαρυφαλάκια

Μανουσάκια στην αυλή σου, πως κοιμάσαι μοναχή σου;

(Δημοσίευση: Κ. Βαρζώκας)

…………………………………………………………………………

Το τραγούδι στο Καπέσοβο σήμερα τραγουδιέται αποκλειστικά στη δεύτερη εκδοχή του και αναφέρεται στον ανεκπλήρωτο έρωτα του Μιχαλάκη για την Όλγα, την οποία οι γονείς της την πάντρεψαν με άλλον άντρα.

Ξέρουμε ότι η Όλγα παντρεύτηκε το 1893, άρα μπορούμε να συμπεράνουμε ότι τότε περίπου γράφτηκε το τραγούδι ή διασκευάστηκε.

Λέμε διασκευάστηκε, γιατί στη συλλογή του Κώστα Βαρζώκα, αφενός αναφέρεται σαν χορός συρτός, ενώ σήμερα χορεύεται ζαγορίσιος και αφετέρου δεν αναγράφονται συγκεκριμένα ονόματα, ενώ γνωρίζουμε ότι η Όλγα και ο Μιχαλάκης ήταν υπαρκτά πρόσωπα.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Καπεσοβίτισας Ελένης Τσολάκη (η οποία μας υπαγόρευσε και το σύνολο των στίχων), το τραγούδι γράφτηκε από την αδελφή του Μιχαλάκη, Φρείδω, σε συνεργασία με έναν οργανοπαίκτη από τη Μπάγια (Κήποι) τον «Κωτσιογύφτο», ένα βράδυ μέσα στο μαγειριό της Φρείδως.

Υπάρχει βέβαια το ενδεχόμενο, ο Βαρζώκας να θέλησε επίτηδες ν’ αποφύγει την αναγραφή συγκεκριμένων ονομάτων, γιατί η ερωτική ιστορία που αφηγείται το τραγούδι ήταν σχετικά πρόσφατη, όταν εκείνος έγραφε τη συλλογή του.

Σ’ αυτήν την άποψη συνηγορούν και μαρτυρίες πολλών Καπεσοβιτών, ότι το γύρισμα του τραγουδιού «Όλγα ζάχαρη, Όλγα μέλι…» δεν ακουγόταν στο Καπέσοβο μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970, όσο δηλαδή ζούσαν εκεί τα παιδιά του Μιχαλάκη και η μοναχοκόρη της Όλγας.

Σχετικά με τη ζωή των προσώπων του τραγουδιού:

Ο Μιχαλάκης ξενητεμένος στο Κάϊρο, αρρώστησε και επέστρεψε στο Καπέσοβο για ανάρρωση. Εκεί ερωτεύτηκε την Όλγα, αλλά η οικογένειά της δεν τον δέχτηκε για γαμπρό. Αργότερα έφτιαξε τη δική του οικογένεια και έζησε στο Καπέσοβο μέχρι τα γεράματά του.

Η Όλγα πέθανε το 1916, νεότατη στα 39 της χρόνια, αφού πρώτα έχασε πέντε παιδιά και τον άντρα της το 1906.

Πρόλαβε να δει την πρωτότοκη και μοναχοκόρη της παντρεμένη και ν’ αγκαλιάσει το πρώτο της εγγόνι που γεννήθηκε το 1915.



Τρίτη 10 Μαρτίου 2009

Ο Γρηγόρης Καψάλης στη Βασιλαρχόντισσα.



Ωρε δεν είναι κρίμα κι άδικο,
Βασιλαρχόντισσα.
Δεν είναι κι αμαρτία να ειν’ η Βασι-
μωρέ να ειν’ η Βασίλω η Βάσω, σ’ ερημιά;

Ωρε να ειν’ η Βασιλω σ’ ερημιά,
Βασιλαρχόντισσα.
Σε κλέφτικα λημέρια να στρώνει πε-
μωρέ να στρώνει πεύκα η Βάσω, στρώματα.

Ωρε να στρώνει πεύκα στρώματα,
Βασιλαρχοντισσα.
Κι οξιές προσκεφαλάκια κι ο Θύμιος Γα-
μωρέ κι ο Θύμιος Γάκης Βάσω μ’, φώναξε.

Ωρε κι ο Θύμιος Γάκης φώναξε,
Βασιλαρχόντισσα.
Από ψηλή ραχούλα, για σήκω Βα-
μωρέ για σήκω Βάσω απάνω, κι έφεξε.

Οι ληστοσυμμορίες του Σαρακατσάνου Βαγγέλη Τάκου και του Θύμιου Γάκη στις 27 Ιουλίου 1884 στο Μέτσοβο, απήγαγαν την κόρη του Νικολάκη Αβέρωφ, Ευδοκία, σύζυγο του Σεργίου Τζοανόπουλου, την περίφημη Βασιλαρχόντισσα του δημοτικού τραγουδιού.
Η απαγωγή έγινε μετά από προτροπή του Μετσοβίτη Γεωργίου Ντάλα και το Μεσολογγίτη Φλέγκα, που εργαζόταν στο Μέτσοβο και τον οποίο είχε ραπίσει ο Νικολάκης Αβέρωφ, επειδή πέρασε από το Κουλτούκι του Μετσόβου, όπου κάθονταν μόνο οι άρχοντες.

Οι ληστές μετά την απαγωγή κατέφυγαν στο πυκνοδάσος της Βάλια Κάλντα και σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή στην περιοχή Περτουλίου Τρικάλων.
Ο Γάκης συνελήφθη το 1894, κατόπιν προδοσίας, και δικάστηκε στα Γιάννενα σε ισόβια δεσμά.
Η μαρτυρία της Βασιλαρχόντισσας Ευδοκίας, την οποία ο Γάκης κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας της την προστάτεψε, στάθηκε ικανή για τη μη καταδίκη του ληστή σε θάνατο.
Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ο Γάκης μετά την απόδοση χάριτος, κατέφυγε με τη βοήθεια των Χατζηγακαίων στο Παπασλί της Μ. Ασίας, όπου παντρεύτηκε την κόρη του εκεί δημάρχου, Παναγιώτη Κλάρα, Ευαγγελία.
Κατά τη Μικρασιατική εκστρατεία βοήθησε με όλες του τις δυνάμεις τον Ελληνικό Στρατό .
1)ΕΔΩ μιά άλλη εκτέλεση του τραγουδιού

2) Τρεις παραλλαγές του τραγουδιού

Σάββατο 16 Αυγούστου 2008

Ηπειρώτικα τραγούδια χθες βράδυ στο Ζαγόρι, κάτω από τον πλάτανο και την πανσέληνο.

1. Οι κλέφτες
Ώρε ν’ οι κλέφτες εξουρί- βρε ρίζονταν πω-πω,
ωρ’ ν’ οι κλέφτες πω-πω ν’ οι κλέφτες.

Ώρε με τα γυαλιά γυαλί- γυαλίζονταν πω-πω,
ωρ’ ν’ οι κλέφτες πω-πω ν’ οι κλέφτες.

Άιντε είχαν ξυράφια-α μαλαματένια πω-πω,
ωρ’ ν’ οι κλέφτες πω-πω ν’ οι κλέφτες.

Ώρε κι ο καπετάνιος χό- βρε χόρευε πω-πω,
ωρ’ ν’ οι κλέφτες πω-πω ν’ οι κλέφτες.

Ώρε χορεύουν τα κλε- νε φτόπουλα πω-πω,
ωρ’ ν’ οι κλέφτες πω-πω ν’ οι κλέφτες.

2. Ξύπνα περδικομάτα μου
Ξύπνα περδικομάτα μου μωρέ,
κι 'ρθα στο μαχαλά σου.

Χρυσά στολίδια σου 'φερα μωρέ,
να πλέξεις στα μαλλιά σου.

Κι αν ήρθες καλοσώρισες μωρέ,
ας έκανες και κόπο.

Ήρθες και μας ομόρφυνες μωρέ,
τον άσχημο τον τόπο.

Δεν το 'ξερα λεβέντη μου μωρέ ,
πως ήρθε η αφεντιά σου.

Να πεταχτώ σαν πέρδικα μωρέ,
να 'ρθω στην αγκαλιά σου.

Νάζια σου κάνω μάτια μου,
και να με συμπαθήσεις.

Το ακρινό παράθυρο,
απόψε μην το κλείσεις.

Κι αλλη μια χάρη σου ζητώ,
θα σε παρακαλέσω.

Ώρε στο στρώμα που κοιμάσαι εσυ,
να 'ρθω κι εγω να πέσω.

3. Τ' αρχοντόπουλο
Εγώ ήμουν τ’ αρχοντόπουλο,
εγώ ήμουν τ’ αρχοντόπουλο.
Με τους πολλούς παράδες,
Φατμέ τι μου ‘κανες;
Με τους πολλούς παράδες,
στα Μπιτόλια μ’ έστειλες.

Εγώ ήμουν που σεργιάναγα,
εγώ ήμουν που σεργιάναγα.
Στο άλογο καβάλα,
Φατμέ τι μου κανες;
Στο άλογο καβάλα,
στα Μπιτόλια μ’ έστειλες.

Εγώ ήμουν που κουβέντιαζα,
εγώ ήμουν που κουβέντιαζα.
Με μπέηδες με πασάδες,
Φατμέ τι μου κανες;
Με μπέηδες με πασάδες,
στα Μπιτόλια μ’ έστειλες.

Και τώρα πως κατάντησα,
και τώρα πως κατάντησα.
Να φτιάχνω εγώ μασάδες,
Φατμέ τι μου κανες;
Να φτιάχνω εγώ μασάδες,
στα Μπιτόλια μ’ έστειλες.

Φατμέ μου σε παρακαλώ,
Φατμέ μου σε παρακαλώ.
Για λύσε μου τα μάγια,
Φατμέ τι μου κανες;
Για λύσε μου τα μάγια,
στα Μπιτόλια μ’ έστειλες.

4. Φεζοδερβέναγας
Δε σ’άρεσαν τα Γιάννενα,
Φεζοδερβε-μωρέ δερβέ-δερβέναγα.
Δε σ’άρεσε κι Άρτα,
και πήρες δίπλα Φεζο
μ’ τα-μωρέ τα βουνά.
Και πήρε δίπλα τα βουνά
Φεζοδερβέ-μωρέ δερβέ-δερβεναγα.
Δίπλα τα κορφοβούνια,
και στο Τσιρνές Φεζο μ’
ξημέ-μωρέ-ξημέρωσες.
Και στο Τσιρνές ξημέρωσες,
Φεζοδερβέ-μωρέ-δερβέ-δερβέναγα.
Στα βλάχικα κονάκια,
εκεί οι κλέφτεςΦεζο μ’
ειν’-μωρέ-ειν’πολλοί.
Get this widget | Track details | eSnips Social DNA


5. Σε τούτ' την τάβλα που 'μαστε
Σε τουτ’ την τάβλα που ‘μαστε,
γραμμένα μαύρα μάτια μου,
σε τούτο το τραπέζι,
τρεις μαυρομάτεςρουσα μ’ μας κερνούν.
Τρεις μαυρομάτες μας κερνούν,
γραμμένα μαύρα μάτια μου,
και οι τρεις καλές κοπέλες,
η μια κερνάρουσα μ’ με το γυαλί.
Η μια κερνάει με το γυαλί
γραμμένα μαύρα μάτια μου,
και η άλλη με την κούπα,
κι η τρίτηρουσα μ’ η μικρότερη.
Κι η τρίτη η μικρότερη
γραμμένα μαύρα μάτια μου,
με μαστραπά στο χέρι,
κέρνα μας ρουσα μ’ κέρνα μας γλυκό κρασί.