Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2010

Ο επαναπατρισμός της θεια-Λαμπρινής, του Τάσου Βουρνά, σέ Παπαδιαμάντεια γραφή, στην Αυγή της 25-12-1964


Ο επαναπατρισμός της θεια-Λαμπρινής
του Τάσου Βουρνά

Βορράς χιονιστής είχεν ενσκήψει εις την μικράν κώμην της Πολωνίας, όπου είχον από τινων ετών εγκατασταθή Έλληνες πρόσφυγες εκ των ακρωρειών της Ελλάδος, φεύγοντες την λαίλαπα του εμφυλίου πολέμου. Εκεί εις την φιλόξενον γην του Βορρά εύρον αποκούμπι και ανάπαυσιν κατόπιν των ταλαιπωριών τόσων ετών εις τα βουνά και εις τα ξένα. Τώρα, δόξα σοι ο Θεός, είχα απαγγιάσει, κατά το δη λεγόμενον. Και στέγην, και τροφήν, και εργασίαν, και περίθαλψιν εύρον και στοργήν από τους ξένους ανθρώπους – ας είναι καλά. Αλλά το ορεινόν και τραχύ χωρίον των, το σκαρφαλωμένον εις τας υπωρείας της Πίνδου, πού να το εύρουν εν μέσω της ατέρμονος πολωνικής πεδιάδος; Μάλιστα όταν ήλθον το πρώτον εδώ και ερρίζωσαν εις τον ξένον τόπον και έστησαν παραγώνι, είχον λάβει χώρα μερικά νόστιμα επεισόδια. Ο Ερυθρός Σταυρός της φίλης χώρας, ήτις εφιλοξένει τους τραχείς ορεσιβίους εξ Ελλάδος, έσπευσε να τους παραχωρήση ενδύματα εκ των λεγομένων ευρωπαϊκών και ανάλογα εσώρουχα. Θρήνος και οδυρμός εγένετο καθ’ όλον το χωρίον. Πώς ν’ αλλάξουν οι γέροντες τα ταμπάρα των και τα τσόχινα πανωβράκια των και αι γραίαι τα κοντογούνια των, τα από πεντηκονταετίας, ως προικιόν χορηγηθέντα υπό των μητέρων των, και ουδέποτε αλλαγέντων κατά την διάρκειαν ολοκλήρου βίου; Είδαν κι’ έπαθαν οι ξένοι άνθρωποι να τους πείσουν ν’ αλλάξουν την αρχαϊκήν των φορεσιάν και «να μπουν στα στενά», ήγουν να βάλουν τα ευρωπαϊκά και συγχρονισθούν οπωσούν με το ξένον περιβάλλον και τας συνηθείας του τόπου.

Βορράς, λοιπόν, χιονιστής είχε φυσήξει εις τα αρκτώα εκείνα μέρη, λήγοντος του έτους 1961, ότε η γραία Λαμπρινή, χήρα ωσεί εβδομηκοντούτις, έχουσα κόρην έγγαμον εις το χωρίον Σ* της Πίνδου και εγγόνια τα οποία δεν επρόφθασε να γνωρίση και να ταρναρίση ως μάμμη εις τα γόνατά της, απεφάσισε να υπάγη εις την πατρίδα. Ήκουσεν ότι διά να ταξιδεύση εχρειάζετο χαρτιά και σφραγίδας και υπογραφάς και εισιτήρια εις τον σιδηρόδρομον. Και τον μεν ναύλον ηδύνατο να πληρώση η γραία Λαμπρινή εκ της συντάξεως την οποίαν της παρείχον οι ξένοι άνθρωποι – ας είναι καλά. Αλλά τα χαρτιά, τας σφραγίδας και τας υπογραφάς πού θα τας εύρισκαν; Οι λύκοι που εκυβέρνων «εκεί κάτω» εις την πατρίδα δεν της έδιδον την άδειαν. Και να ήτο μόνο αυτό; Το πατρογονικόν της σπίτι εις το χωρίον, εκεί όπου εγεννήθη και ανεστήθη, όπου υπανδρεύθη και εσπαργάνωσε τέκνα, το κατείχον ξένοι άνθρωποι. Δεν είχε στον ήλιο μοίρα η γραία Λαμπρινή. Όλα τούτα της τα είχε γράψει καταλεπτώς η θυγάτηρ της, το Μαχώ, διά χειρός του πατρός Ιωάσαφ, του ιερέως του χωρίου. Είχε –λέει– ψηφισθή νόμος και την έσβησαν από το δημοτολόγιον και της εσήκωσαν την υπηκοότητα την ελληνικήν και της εδήμευσαν τον οικίσκον της και το χωράφι της και τα παρέδωσαν σε κάτι βερέμηδες, κακούς ανθρώπους, πρώην συνεργάτας των Γερμανών – φωτιά να τους κάψη! Και η γραία Λαμπρινή, μόνη κι έρημη εις τα ξένα ενοστάλγει την πατρικήν και συζυγικήν εστίαν, τον ταπεινόν οικίσκον της και το παραγώνι της, και τα εγγόνια της, φωτογραφίας των οποίων αρτίως τας είχε αποστείλει η θυγάτηρ της μέσα εις το πικραμένον της γράμμα. Τας είχε έκτοτε, ημέραν και νύκτα, εις τον κόρφον της και επεδείκνυεν εις τας άλλας ομοχωρίους της γερόντισσας και τας κατεφίλει δακρύουσα. Και από καιρού εις καιρόν παρεκάλει τους γραμματισμένους να της διαβάσουν το φαρμακωμένον γράμμα της θυγατέρας της, ενώ κρουνοί δακρύων έβρεχον τας ρικνάς παρειάς της κάθε φοράν που ήκουε τα ίδια, τα πικρά λόγια: «Αγαπημένη μου μάνα, πρώτον ερωτώ διά την καλήν σας υγείαν. Αν ερωτάτε και δι’ ημάς καλώς υγιαίνομεν. Μάθε, μητέρα, ότι ο ένας τοίχος του σπιτιού μας εσάπισε και είναι έτοιμος να πέση. Προσέτι μίαν ημέραν επήρε φωτιά το παραγώνι κι εκόλλησε το φαγοπύρι φωτιά κι εκάηκε το νταβάνι. Ανέβη ο άντρας μου να το σβήση και έσπασαν όλα τα κεραμίδια. Κοντά σ’ αυτά με βρήκαν και άλλες καταδρομές. Η γειτόνισσά μας που σου κρατεί στανικώς το σπίτι εμάλωσε μαζί μου κι ύστερα πήγε εις την Αστυνομίαν και με κατεμήνυσε τάχα πως εγώ την είπα πείσα και δείξα, ενώ εκείνη μούπε τα χειρότερα. Τώρα πρέπει να πάω και στο δικαστήριο. Μού στείλανε τις προάλλες κλήση.

Κι άλλες δυστυχίες με σάστισαν, κατακαημένη μου μάνα. Η γίδα μας αρρώστησε και ψόφησε με τη βαρυχειμωνιά• ήταν κι εγκαστρωμένη. Έχασα και τη γίδα, έχασα και τα κατσίκια τα δυο, έχασα και το γάλα των παιδιών. Μόνο το νου μου δεν έχασα, καημένη μου μάνα…».

Το απεφάσισε, λοιπόν, η γραία Λαμπρινή. Θα έφευγε μόνη διά τον τόπον της και ας μην είχε χαρτιά και σφραγίδας από την βασιλικήν κυβέρνησιν. Ιδέαν περί συνόρων και λοιπών εμποδίων, όσα οι άνθρωποι εφεύρον διά να χωρισθούν μεταξύ των, δεν είχε. Θα τραβούσε προς νότον, αυτό το ήξευρεν. Έχουσα αριστερά της την ανατολήν και δεξιά την δύσιν, θα εβάδιζε την ημέραν και θα εκόνευε την νύκτα εις τα σπίτια των καλών Χριστιανών. Και κάποτε θα έφθανε. Και διά να γλυτώση την πεζοπορίαν, αν έβλεπε σιδηρόδρομον κατευθυνόμενον προς νότον, θα επλήρωνε τον ναύλον και θα επέβαινε, με το καλό ή με το άγριον.

Αφ’ εσπέρας έλαβε την απόφασιν να εκκινήση τα χαράματα. Χωρίς να είπη τίποτε εις τας άλλας γυναίκας τας ομοχωρίους της, απεσύρθη ενωρίς εις τον οικίσκον της, εμάζευσε τον ρουχισμόν της και μερικά κανίσκια τα οποία είχε προμηθευθή διά τα εγγονάκια της, τα έδεσεν όλα εις μπόγον, ενεδύθη και κατεκλίθη εις την κλίνην της, όπως ήτο, διά να κλέψη ένα ύπνο, πριν εκκινήση διά το μεγάλον ταξίδι.
Επί αρκετάς ώρας ελαγοκοιμήθη, έχουσα κατά νουν να ξυπνήση ολίγον προ της αυγής και να ολισθήση λάθρα έξω του χωρίου. Και ότε ηκούσθη το πρώτο λάλημα του πετεινού, η γραία Λαμπρινή ηγέρθη τάχιστα, ενίφθη κατά πρόσωπον, έκαμε τον σταυρόν της και εξεπόρτισε. Η νυξ ήτο ακόμη βαθεία και το χιόνι εφώτιζεν αμυδρώς τον δρόμον της με την ψυχράν ανταύγειάν του.

Άμα εξελθούσα εις τους ερημικούς κατ’ εκείνην την ώραν δρόμους του χωρίου, εβάδισε ταχέως προς τον σταθμόν του σιδηροδρόμου. Θα επεβιβάζετο της πρώτης αμαξοστοιχίας, η οποία θα διηθύνετο προς νότον, κατά το σχέδιόν της. Εις τούτο εστάθη τυχερή. Εμπορικός συρμός με ανοικτά βαγόνια έμφορτα μεγάλων ζώων, ήτο έτοιμος να εκκινήση. Και η θεία Λαμπρινή, ολισθήσασα κρυφίως, αφού πρώτον έρριψε τον μπόγον της εις το βαγόνι, εσκαρφάλωσεν είτα και αυτή και ετοποθετήθη αθορύβως μεταξύ οκτώ αγελάδων, αι οποίαι την υπεδέχθησαν με φιλικούς μηκυθμούς και την εθέρμαινον με την αναπνοήν των.


Το τραίνο εξεκίνησεν. Η γραία Λαμπρινή έκαμε άλλην μίαν φορά το σημείον του σταυρού και έλαβε κουράγιο. Ήδη το δυσκολότερον μέρος του ταξιδίου επραγματώνετο ευτυχώς. Ενόμιζεν ότι μετ’ ου πολύ θα έβλεπε την κορυφογραμμήν της Πίνδου, την τόσον οικείαν εις την μνήμην της, την χαμένην εις την αντάραν και το χιόνι. Και ότε εξημέρωσεν, η γραία επρόβαλε μετ’ άκρας επιφυλάξεως την κεφαλήν της από το παραπέτο του βαγονιού, προσπαθούσα να διακρίνη εις το αβέβαιον πρωϊνόν φως και ομίχλην, τα γνώριμα και αγαπημένα βουνά.

Αλλοίμονον! Η πατρίδα ήτο ακόμη αρκετά μακράν. Προ των ομμάτων της γραίας Λαμπρινής ηπλούτο ο ατελείωτος κάμπος, όσον που φθάνει το μάτι, σαβανωμένος με το χιόνι. Εταξίδευσεν ολόκληρον την ημέραν προς νότον και περί την βραδυνήν αμφιλύκην της εφάνη ότι διέκρινε μακράν τας σκιάς υψηλών βουνών. Η καρδιά της ελαχτάρησε. Να ήτο άραγε η Πίνδος, το προσφιλές βουνόν, όπου υπό την σκιάν του εγεννήθη, εμεγάλωσεν, υπανδρεύθη και εσπαργάνωσε τέκνα;

Όχι μόνον δεν ήτο η Γη της Επαγγελίας της, αλλά και περί το εσπέρας, ότε ο ήλιος έδυεν εις την παρυφήν του κάμπου, εβεβαιώθη ότι ο συρμός εστράφη προς την δύσιν. Εμάζευσεν εν βία τον μπόγον της και, όταν ο σιδηρόδρομος εστάθη δι’ ολίγα λεπτά, επήδησεν αθορύβως εις το έδαφος, αποφασισμένη να συνεχίση πεζή το ταξίδι της.

Άγνωστος τόπος το μέρος όπου ευρέθη. Εις την ακοήν της έφθαναν λόγια άγνωστα, διαφορετικά από την γλώσσαν του τόπου εις τον οποίον έζη μέχρι προ τινος. Η καρδία της εμούδιασε. Πού να υπάγη νύκτα ώραν, ξένη και άγνωστος, μόνη και έρημος γραία, αδύνατον μέρος; Όλον το θάρρος της την εγκατέλειψε και καθήσασα εις μίαν γωνίαν του σταθμού, ομού μετ’ άλλων επιβατών, ήρχισε να κλαίη με μαύρα δάκρυα. Πονετικοί άνθρωποι αυτοί οι ξένοι. Την περιεκύκλωσαν με ενδιαφέρον και την ηρώτων εις την άγνωστον γλώσσαν των διά την αφορμήν των δακρύων της. Τι να τους είπη; Πώς να συνεννοηθή; Πώς να τους ζωγραφίση τον πόνον της; Και έκλαιε με σιωπηλούς λυγμούς, ενώ γύρω της οι ξένοι άνθρωποι την παρετήρουν με ανείπωτον συμπάθειαν. Ήλθε, τέλος, και ένας άνθρωπος της εξουσίας. Με θερμόν χαμόγελον την επλησίασε, της ωμίλησε. Είδε και απόειδε ότι δεν είναι δυνατόν να συνεννοηθεί. Αντήλλαξε μερικές λέξεις με τους πολίτας και λαβών ηρέμα την γραίαν εκ του βραχίονος, την ωδήγησε εις το γραφείον του σταθμού.

Εκ της ανταλλαγής των ολίγων λέξεων μετά της γραίας, ερωτωμένης εις την ξένην γλώσσαν και αποκρινομένης εις την γλώσσαν της στερεοτύπως «θέλω να πάω στο χωριό μ’», εξήχθη το συμπέρασμα από την ομήγυριν ότι επρόκειτο περί Ελληνίδος. Ο αστυνομικός ωμίλησεν εις το τηλέφωνον δι’ ολίγων και μετ’ ου πολύ κατέφθασαν ασθμαίνοντες δύο Έλληνες εκ των πολιτικών προσφύγων, των διαμενόντων εις την πολίχνην εκείνην της Τσεχοσλοβακίας. Διότι η γραία είχε διέλθει τα πολωνοτσεχικά σύνορα και ευρέθη, άνευ διαβατηρίου, εις την Τσεχίαν.

Οι δύο Έλληνες έσκυψαν έκπληκτοι πλησίον της γραίας:
–Από πού είσαι, μάνα μου;
–Από την Πίνδο…
Ακούσασα την πάτριον φωνήν έπαυσε πλέον αυτομάτως να κλαίη και ανέβλεψεν μετ’ ελπίδων προς τους νεοελθόντας.
–Και πού καθόσουν;
–Σα κει στην Πολωνία…
Έκαμαν οι άνθρωποι τον σταυρόν των, ενώ οι ξένοι συγκινηθέντες παρηκολούθουν εν μεταφράσει την συνομιλίαν.
–Και πώς ήρθες εδώ;
–Με το τραίνο, γιε μ’!
–Και πώς θα πας κάτου;
–Με το πόδι μ’! Βαστάου για ακόμ’!
Εγέλασαν γύρω οι άνθρωποι. Έλαβον την γραίαν μετά στοργής και την ωδήγησαν εις τους ελληνικούς καταυλισμούς, ενώ ταυτοχρόνως ετηλεγράφουν εις Πολωνίαν προς ησυχίαν των εκεί συμπατριωτών των.
Βεβαίως, το ταξίδι της γραίας Λαμπρινής προς το χωρίον της δεν επραγματώθη. Και στενάζουσα, αναμένει μετά των άλλων την ευλογημένην ώραν της επιστροφής της εις το πάτριον έδαφος. Αχ, δεν θάχουν, Θεέ μου, τελειωμόν οι πίκρες και τα βάσανα του κόσμου;

(Η Αυγή, 25.12.1964)

ΠΗΓΗ: Ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου

Τρίτη 3 Ιουνίου 2008

Ο τελευταίος ταμπάκος (του Χριστόφορου Μηλιώνη)

Ο Χριστόφορος Μηλιώνης, φιλόλογος και συγγραφέας, σε αφιέρωμα του περιοδικού ΑΝΤΙ, στον Δημήτρη Χατζή, στο κλίμα των διηγημάτων του βιβλίου "Η μικρή μας πόλη" έγραψε το διήγημα που ακολουθεί. Σεργιανίστε νοερά στα παληά χάνια του Γυαλί Καφενέ, στο Κουρμανιό, στη Σιαράβα, στα Ταμπάκικα.
Απολαύστε το διήγημα πίνοντας ένα ρακί στη μνήμη του Δημήτρη Χατζή και του Χαρίση του τελευταίου ταμπάκου.

Ο τελευταίος ταμπάκος (του Χριστόφορου Μηλιώνη)

Ο παπουτσής ο Μέρμηγκας πήρε με τη σειρά τα χάνια στο Κριθαροπάζαρο. Έριξε μια ματιά απ’ την τζαμαρία στο Γυαλί Καφενέ - τι γυρεύει εδώ ο Χαρίσης, τι δουλειά έχει η αλεπού στο παζάρι; Έφτασε ως το χάνι του Κόρακα, ρώτησε κι εκεί:
«Μη φάνηκε ο Χαρίσης ο ταμπάκος;»
«Δεν τον είδαμαν» του λένε.
Ξαναγύρισε στο Κριθαροπάζαρο. Κοίταξε ακόμα μια φορά στο χάνι του Ζώη, ξαναρώτησε μην πέρασε εντωμεταξύ, «δεν φάνηκε», του λένε, και κατηφόρησε στη λίμνη. Νύχτωσε για τα καλά, ανάψανε απ’ ώρα τα ηλεκτρικά. Έχει και μια υγρασία, του κερατά. Φυσάει νοτιάς, που περονιάζει τα κόκαλα. Ο ουρανός πίσσα και η λίμνη θεοσκότεινη. Την ακούει που βρυχιέται και ξερνάει τα κύματα στο μώλο – πάλι καμιά βρώμα έκανε το μούλικο και δεν θα ησυχάσει, ώσπου να το ξεβράσει σε τίποτα καλαμιές. Κοίταξε έναν- έναν τους καφενέδες ανηφορίζοντας στο Κουρμανιό κι έφτασε εκεί απ’ όπου είχε ξεκινήσει, στο μαγέρικο του Γκογιάννου.
«Στεφάνωσα» τους είπε. «Τίποτα δεν έκαμα». Εκείνοι τον κοίταξαν με το στόμα ανοιχτό: ο Ζώης ο χανιτζής, ο Καραμπίνας ο κουρέας, ο Κατσούλης ο αμαξάς, ο Γκριμπογιάννης ο φαναρτζής, ο Σιέμος ο ντουφεξής. Στην πιατέλα απείραχτος και ο μεζές κόντευε να κρυώσει. Και τα ποτήρια γιομάτα.
«Τι με τηράτε;» τους λέει, σαν χάχηδες. Δεν τον ήβρα πουθενά». Κι ο Γκουγιάννος, κοιλαράς και λιγδιασμένος, με την ξύλινη κουτάλα μετέωρη πίσω απ’ τον πάγκο του:
«Έμένα δεν μου φαίνεται για καλό» είπε. Μα οι άλλοι τον αποπήραν:
«Άει γκρεμίσου παλιοκερατά» του λένε. «Κάπου έντεσε ο άνθρωπος. Αρχέψτε κι όπου να ‘ναι θα ΄ρθει, τι θα κάνει». Κάρφωσαν τα πιρούνια στα συκωτάκια, βούτηξαν με τα δάχτυλα το ψωμί στο λάδι, «άντε γειά μας», είπαν, «εβίβα το πρώτο». Μα το κρασί δεν έκανε κάτω.
«Τι διάολο πάθατε;» είπε ο Ζώης. «Με το ζόρι το μισολάενο».
«Αν είχαμε τώρα το Χαρίση, θάταν αλλιώς»
Κι ύστερα έπεσε μια βουβαμάρα για πολλή ώρα. Μια μούγκα, που γινόταν αβάσταχτη όσο λιγόστευαν οι ελπίδες να φανεί.
«Μας την έσκασε ο παλιοταμπάκος» ξέπασε επιτέλους ο Κατσούλης. «Αν ήταν αυτός, θάταν αλλιώς απόψε. Αυτός ήξερε ιστορίες, με σημασία, κι είχε έναν τρόπο να τις λέει. Ήξερε για τους παλιούς Γιαννιώτες, τους σκωταράδες, που δεν κινούσαν το πρωϊ στη δουλειά, αν δεν περνούσαν πρώτα απ’ το μαγέρικο – συκώτια και μισολάενο αναντάμ παπαντάμ».
«Καλλιώρα σαν κι εμάς».
«Τι σαν κι εμάς; Μια φορά κάθε σαββατόβραδο, το λες σαν κι εμάς εσύ; Εκείνοι ήταν άλλοι άνθρωποι».
Ήξερε για τη Βασιλαρχόντισσα ακόμα, που την είχαν πάρει οι κλέφτες, για να τους στείλει λύτρα ο Βλαχλείδης, κι ύστερα της βγάλανε τραγούδι:
Δεν είναι κρίμα κι άδικο, δεν είναι αμαρτία
Να μένει η Βάσω στα βουνά, σε κλέφτικα λημέρια.

«Ντε μωρέ Σιέμο, κάνε την αρχή»
«Δεν βγαίνει» είπε ο Σιέμος. Σώπασαν.
Παλιοτικός άνθρωπος. Τα ‘χε ζήσει αυτά και τα ‘λεγε.
Ήξερε τους παλιούς, τους Μολυβάδες, τον Σαμπεθάη τον Καμπιλή, που πήρε στο λαιμό του τους Εβραίους. Τότε με τους Γερμανούς. «Άντε να φύγουμε», τους λέγανε, να βγούμε στα Ζαγόρια, να τραβήξουμε απογάλια και τον κόσμο μας». Εκείνος το χαβά του, με το νόμο και τα γρόσια, να ταϊσει τον ένα, να μπουκώσει τον άλλο. Δεν τους έβγαζε στα βουνά, που έβραζε το αντάρτικο.

Get this widget | Track details | eSnips Social DNA

«Εγώ τον θυμάμαι τον Καμπιλή» είπε ο Κατσούλης. Και τη Μαργαρίτα του Μολυβάδα τη θυμάμαι. Την έπαιρνα με το παετόνι. Ύστερα την εκτελέσανε οι Γερμανοί. Μα ο Χαρίσης τα λεγε αλλιώς. Είχε τον τρόπο του»
«Και στα πολιτικά, μπασμένος. Ιδεολόγος»
«Σαν κι εμάς»
«Τι σαν κι εμάς; Ποιος από μας βγήκε στο βουνό, σαν τον Χαρίση; Εμείς – κανά μπερντάχι στο τμήμα μοναχά. Σαν κι εμάς το λες εσύ αυτό;»
Λεβέντης σ όλα του. Κι άμα έβλεπε θηλ’κό έστριβε τα μουστάκια του. Έλεγε κι εκείνο για τις εβραιοπούλες-«πως το ΄λεγε, μωρή κωλοσούσα;»
«Μαρή Ρεβέκα! Απόψε που έλειπι ο άντρασι μ’ , έρθε ένας κύριος στο σπίτι και μ’ άνοιξε την πόρτα. – Κι εσύ τι έκαμες; - εγώ τον άφκα να ιδώ τι θα κάμει. Βγάνει το παλτό του και το κρεμάει σαν κύριος στην κρεμάστρα. Τον αφήνω εγώ, να ιδώ τι θα κάμει. Με παίρνει, με πηγαίνει στο κρεβάτι, βγάνει τα ρούχα του, βγάνει και τα δικά μου. Εγώ τον αφήνω, να ιδώ τι θα κάμει. Ξαπλώνει απάνω μου και μου βάνει κάτι ανάμεσα στα σκέλια. –Τι κάνεις αυτού; Του λέω…».
Ο λόγος του κουρέα έμεινε μετέωρος, κανένας δεν γέλασε. Σώπασαν με βλέφαρα κατεβασμένα, βαριά από το κρασί. Ο καημένος ο Χαρίσης, πως τα ΄λεγε και γελούσε ο πρόσωπός του! Άνθρωπος μερακλής, γεροντοπαλίκαρο. Το θηλυκό δεν το ΄χε μπουχτίσει.
Τις απόκριες στις τζαμάλες, γύριζε το βράδυ όλες τις γειτονιές, από φωτιά σε φωτιά. Τον τραβολογούσαν οι γυναίκες να τους πει τραγούδια – «τις τρανές, μπρε μπρε μπρε, τις τρανές αποκριές». Κι εκείνο τα’ άλλο, που τα παράσταινε κιόλας:
Πως το τρίβουν το πιπέρι
Του διαόλ’ οι καλοέροι

-άεντε, Χαρίση, να μας δείξεις πως το τρίβουν το πιπέρι. Χαλασιά σου.
«Χαλασιά σου, Χαρίση» είπαν κι έφεραν τα ποτήρια στα χείλη τους.
Μα πιο καλά τα ΄λεγε για τους ταμπάκηδες. Πως αργάζονταν τα τομάρια στη λίμνη, πίσω απ’ τα ξυλάδικα, χωμένοι ως το γόνατο στα βρωμονέρια, μες στην μπόχα. Με το βρακί ξεκούμπωτο, να παίρνουν αγέρα τ’ αχαμνά τους. Κι όλο αφυσκιές έλεγαν. Είχαν δικά τους χούγια αυτοί, δικά τους ζακόνια. Αλλά στο σπίτι νοικοκύρηδες. Και στην αγορά με υπόληψη. Εκείνος ο Σιούλας αρχαντάνθρωπος. Πάνε όλοι τους, τους έφαγαν τα εμπόρια, όλο ψεύτικο πράμα. Ψεύτισε ο κόσμος. Μονάχα ο Χαρίσης τώρα, ο τελευταίος ταμπάκος… Κόπηκε πάλι η κουβέντα στη μέση. Σώπασαν, κοιτάχτηκαν με μάτια θολά. Σκοτεινιασμένοι.
«Άεντε, εβίβα! Πανάθεμά σε, Γκουγιάννο κιρατα. Λειψό το φέρνεις» Κι ο Γκριμπογιάννης άπλωσε τη χωματένια κανάτα στον πάγκο του μάγερα. Κι εκείνος,
«Δεν πάτε, λέω γω, να ιδείτε τι γένεται ο άνθρωπος;» τους λέει. Και τότε σαν τους έζωσαν τα μαύρα φίδια, σηκώθηκαν, ένας ένας ξεπόρτισαν. Κατηφόρισαν κατά τη λίμνη, στα παλιά ταμπάκικα, ένας πίσω τον άλλο, με σκυφτό κεφάλι, βαρύ απ’ το κρασί, γερασμένοι, με τα φαρδιά παντελόνια τους, τα μπαλωμένα – εκτός απ’ τον κουρέα τον Καραμπίνα, που πήγαινε μπροστά σεινάμενος κουνάμενος, βεργαλυγώντας, κι ούτε νοτιάς τον έπιανε ούτε υγρασία. Όλα τα σοκάκια τα ΄ξερε κι όλες τις πόρτες τις κρυφές η κωλοσούσα. «Πέρα από τα ξυλάδικα έχει το σπίτι του, πίσω απ΄ το παλιό το Συναγώι, ξέρω εγώ» Κι όλο γύριζε και τους έκανε κουνήματα να τον ακολουθήσουν, η παλιοκαραμπίνα, κι αυτοί να μην μπορούν να τον φτάσουν, τους έβγαλε την ψυχή στους έρημους δρόμους.
Έκοψαν μέσα απ΄ τα ξυλάδικα, που μύριζαν μουχλιασμένο πριονίδι, και χώθηκαν σ΄ένα στενό σοκάκι λησμονημένο. Ο Καραμπίνας σταμάτησε στο μισοάνοιχτο πορτάκι, οι άλλοι μαζεύτηκαν γύρω του. Κανένας δεν τολμούσε. Μόνο κοίταζαν το παλιόσπιτο με τον γκρεμισμένο τσατμά, και πάνω από την πόρτα τα χαρβαλωμένο παραθύρι- είχε φως μέσα ή ήταν από το ηλεκτρικό στη γωνία, με το τενεκεδιένο καπέλο, που το ταρακουνούσε ο αγέρας και το ‘ κανε να τρίζει λυπητερά; Κανένας δεν αποφάσιζε να σπρώξει τη θύρα. Κι ο Καραμπίνας, τώρα που τους έδειξε, εκανε πίσω και δεν σάλευε.

Πρώτος κουνήθηκε ο Σιέμος. Κι από κοντά οι άλλοι. Ήταν ένα έμπασμα θεοσκότεινο, μύριζε μούχλα. Όμως εκεί στην κώχη ξεκινούσε μια σκάλα που πότε πότε φωτίζοταν αχνά από ένα φως που κατέβαινε από ψηλά. Σκουντουφλώντας πήραν να την ανεβαίνουν και σε κάθε πόδι που πατούσε θρηνούσε το ξύλινο σκαλοπάτι, έτσι που ο θρήνος ανέβαινε μαζί τους ως επάνω, στη μικρή κάμαρη, όπου είδαν ένα ντιβάνι καταμεσής με δυο λαμπάδες, κι αναμεσά τους ο Χaρίσης αναπαυόταν, με μισό χαμόγελο κάτω από τις άσπρες μουστάκες του. Οι άντρες στριμώχτηκαν στη γωνία. Δυο γριές κάθονταν στα σκαμνιά, με τα χέρια δεμένα στην ποδιά τους. Μονάχα σήκωσαν τα μάτια. Ύστερα από λίγο η μια είπε:
«Φουρτούνα σου, Χαρίση ήρθαν οι φίλοι σου»
Κι εκείνοι, σαν να κατάλαβαν, ανέβασαν τα βαριά τους χέρια, έκαναν το σταυρό τους και πάλι ασάλευτοι κι αμήχανοι.
«Τι στέκεστε έτσι;» ξανάπε η γριά. «Τι δεν κάθεστε;»
Κοίταξαν γύρω, όλοι μαζί. Ύστερα στρώθηκαν, δυο στο πάτωμα, δυο στο τζάκι, που ήταν κλεισμένο μπροστά μ’ ένα μπερντέ, ένα παλιό πανί, σκούρο – χρόνια θάχε ν’ ανάψει φωτιά. Ο Σιέμος κι ο Γκριμπογιάννης απόμειναν όρθιο, με τα σκέλια ανοιχτά, τα χέρια κρεμασμένα.
«Καλά ήρθατε εσείς, να πάμε κι εμείς στα σπίτια μας, να κλείσουμε μάτι. Γειτόνισσες είμαστε… Θα μας έρθει και λιγοθυμιά απ΄ την κρασίλα, π’ ανάθεμά σας. Πάρτε τα σκαμνιά».
«Κι αύριο μπονώρα εδώ είμαστε»
Κι ενώ η μια κατέβαινε τη σκάλα, η δεύτερη ακολουθούσε, ξεγοφιασμένη, σκαμπανεβάζοντας τα πισινά της μια πάνω μια κάτω, σαν βάρκα δεμένη στο μώλο, και μουρμούριζε:
«Ποιο αύριο; Ούτε τρεις ώρες νύχτα δεν απόμειναν».
Έφυγαν οι γυναίκες, κι εκείνοι, καθισμένοι σταυροπόδι, με τον Χαρίση στη μέση, ξανάσαναν.
«Δεν έπρεπε να μας το κάνεις αυτό αδερφέ» είπε ο Σιέμος, κι εκείνος χαμογελούσε αχνά και σαν λυπημένα στο λιγοστό φως που ρίχνανε οι λαμπάδες.
«Ν’ ανάβαμε τη λάμπα…»
Ο Μέρμηγκας ανέβηκε έπιασε τη μικρή γυάλινη λάμπα, που ήταν κρεμασμένη από ένα καρφί στον τοίχο, δίπλα στο τζάκι. Την κούνησε, είχε λίγο πετρέλαιο. Την άναψε. Ένα ήμερο φως απλώθηκε στους μαυρισμένους τοίχους, στο ντουλάπι με το τζαμωτό, στα σκαμμένα πρόσωπα με τα πρησμένα μάτια, τα βοϊδίσια. Κι η ώρα άρχισε να κυλάει ήσυχα, σπιτικά, κι ο καθένας σκεφτόταν τα δικά του – αν είχε να σκεφτεί. Το κρύο έμπαινε απ’ όλες τις χαραμάδες και ανάγκαζε τους άντρες να σφίγγονται και να τυλίγονται στα φαρδιά τους σακάκια, τα μπαλωμένα, κουκουβισμένοι καθένας στη μεριά του.
Κάποια στιγμή ο Καραμπίνας, εκεί που κάθοταν στην ποδιά του τζακιού άπλωσε το χέρι κι ανασήκωσε τον μπερντέ – μια κίνηση αυθόρμητη, να ιδεί αν θα μπορούσαν ν’ ανάψουν κάτι, να ζεσταθούν. Το χέρι του έπιασε μια νταμιζάνα. Την κούνησε κι ακούστηκε το πάφλασμά της.
«Ο καημένος ο Χαρίσης» είπε, «εδώ το φυλάει το ρακί». Και τα μπιρμπιλωτά του μάτια παίξανε πάνω στο τζαμωτό ντουλάπι. Γλίστρησε ως εκεί με μια κίνηση γατίσια, το άνοιξε και ανάμεσα σ’ αδειανά μπουκάλια βρήκε τρία ρακοπότηρα.
«Από ένα» είπε. «Για τ’ αντέτι»
Γέμισε πρώτα τα τρία ποτήρια, τα πήραν οι διπλανοί του – «ο Θεός να μακαρίσει την ψυχή του» είπαν. Ύστερα, το ίδιο, οι άλλοι τρεις. Το ρακί κατέβηκε ζεστό στην καρδιά τους – «ρακί ματαβγαλμένο, μερακλής άνθρωπος». Φούντωσαν.
«Σήκου, Καραμπίνα» πετάχτηκε ο Μέρμηγκας, «σβήσε εκείνες τις λαμπάδες και δεν τις αντέχω. Μας μπούκωσαν καπνό οι ρουφιάνες». Κι ο Καραμπίνας πάλι γλίστρησε σαν τη γάτα και φύσηξε τις λαμπάδες. Πριν καθίσει στη θέση του, περιμάζεψε κοντά του τα ποτήρια, ύστερα έστριψε εκεί που καθόταν στο τζάκι και ξαναγέμισε – δεύτερη σειρά. Ο Σιέμος τότε άρχεψε σιγανά να μουρμουρίζει ένα θλιβερό σκοπό σαν μοιρολόι .

Για σήκου απάνω, Γιάννο μου και μη βαριοκοιμάσαι
Βρέχει ο ουρανός και βρέχεσαι
«Σιέμο!» τον έκοψε ο Γκριμπογιάννης. «όχι λυπητερά του Χαρίση- στα Γιάννενα στον Κουραμπά, αυτό να πούμε».
Και τότε ξεκίνησαν όλοι μαζί, όπως στου Γκογιάννου τ’ άλλα σαββατόβραδα:
Στα Γιάννενα στον Κουραμπά είν’ ένα χιλιδόνι
Φωνές βραχνές, ασυντόνιστες, σπασμένες απ’ το παράπονο.
«Καραμπίνα» έκοψε πάλι το τραγούδι ο Ζώης, «φέρε μωρή κωλοσούσα την νταμιζάνα, να μην σε βλέπω να κλωθογυρίζεις όλη την ώρα αυτού στο τζάκι, σαν ο γανωματής στον τέντζερη. Βάλ’ την εδώ στη μέση να γιομίζουμε τα ποτήρια σαν άνθρωποι, να μας βλέπει κι ο Χαρίσης, να χαίρεται η ψυχή του. Μια Κυριακή…», συνέχισε τα λόγια του με τραγούδι, κι οι άλλοι ακολούθησαν:
μια Κυριακή, μια πίσημην ημέρα
ήρθε μια περιστέρα
να μην την είχα ιδεί…
Είπαν ύστερα δε σ’ άρεγαν τα Γιάννενα, Φέζο ντερβέναγα, είπαν Βασιλική προστάζει, βεζύρη Αλήπασα, είπαν το Σιαμαντάκα, ώσπου βράχνασιαν οι φωνές και δεν έβγαιναν, και ένας σώπαινε, όχι αμέσως, παρά μόνο έλεγε το τραγούδι ως τη μέση, ύστερα ένα στίχο εδώ έναν παρακάτω, ύστερα λέξεις, κατόπι συλλαβές ασύνδετες και τέλος έγερνε στο πάτωμα κι αποκοιμιόταν, και μαζί τους έσβηνε ένας άλλος κόσμος, ώσπου βαθιά ησυχία απλώθηκε στην κάμαρη. Το πετρέλαιο στη λάμπα είχε τελειώσει, ανέβηκε η φλόγα μια δυο φορές ως την κορφή στο λαμπογυάλι, ν’ ανασάνει, και τέλος έσβησε. Και τότες ήσυχα – ήσυχα πέρασε μέσα το φως της αυγής και φώτισε το ήμερο πρόσωπο που χαμογελούσε αχνά, κουρασμένο λίγο μα βαθιά ευχαριστημένο, κάτω από τα πεσμένα άσπρα μουστάκια.

Αυτή ήταν η τελευταία νύχτα του Χαρίση, του τελευταίου ταμπάκου. Όταν καλοξημέρωσε, ήρθαν τέσσερις του δήμου, μαζί κι οι φίλοι του, μαζί κι οι δυο γριές της νύχτας, και τον πήρανε.
Είδα σήμερα ψάχνοντας στο google ότι το μικρό αυτό διαμάντι του Χ. Μηλιώνη γυρίστηκε σε ταινία μικρού μήκους.

O Χριστόφορος Μηλιώνης γεννήθηκε στο Περιστέρι Πωγωνίου το 1932.
Σπούδασε κλασική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση. Συνεργάστηκε με τα σημαντικότερα λογοτεχνικά περιοδικά και με την εφημερίδα Τα Νέα ως επιφυλλιδογράφος.
Έχει εκδώσει βιβλία με διηγήματα:(Παραφωνία, Το πουκάμισο του Κενταύρου, Τα διηγήματα της δοκιμασίας, Καλαμάς και Αχέροντας, Χειριστής ανελκυστήρος, Τα φαντάσματα του Γιόρκ, Μια χαμένη γεύση)
Πεζογραφήματα: Το μικρό είναι όμορφο
Νουβέλες:Ακροκεραύνια
Μυθιστορήματα: Δυτική Συνοικία, Ο Σιλβέστρος
Δοκίμια: Υποθέσεις, Με το νήμα της Αριάδνης, Σημαδιακός και αταίριαστος
Βιβλία του μεταφράστηκαν στα ρωσικά, γερμανικά, αγγλικά, και ιταλικά.
Διηγήματά του δημοσιεύτηκαν σε ανθολογίες και περιοδικά, στα ρωσικά, γερμανικά, ιταλικά, γαλλικά, ουγγαρέζικα και ολλανδικά.

Παρασκευή 23 Μαΐου 2008

Σαμπεθάϊ Καμπιλής του ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΑΤΖΗ από Το τέλος της μικρής μας πόλης

Το διήγημα που με συντάραξε όταν το πρωτοδιάβασα (θάταν 1975) και όταν το ξαναδιαβάζω
Πηγή: www.in.gr/book/anagnwseis)

Στη μικρή μας πόλη είχαμε κάπου τέσσερις χιλιάδες Εβραίους - περισσότερους, όχι λιγότερους. Είταν όλοι τους μαζεμένοι γύρω απ' τη Συναγωγή τους - το Συναγώι, που το λέγανε και κείνοι και μεις, μέσα στο παλιό Κάστρο της πόλης και σε μερικούς δρόμους, ολόγυρά του. Οι χριστιανοί, που καθόντανε μέσα στο Κάστρο και σ' αυτούς τους οβραίικους δρόμους ολόγυρα, είχα στην οξώπορτά τους ένα σταυρό ζωγραφισμένο μ' ασβέστη. Είταν όμως λιγοστοί, πολύ λιγοστοί, τόσο πολύ, που σ' αυτούς τους δρόμους είτανε συνήθειο παλιό να βγαίνει την Παρασκευή το βράδυ άνθρωπος της Συναγωγής, μόλις έπεφτε ο ήλιος και τελαλούσε δυνατά:
- Ώ...ω...ρα για Σαμπά!... Ώ...ρ...ααα για Σαχρί!... Τελαλούσε πως έπεσε ο ήλιος κι άρχισε Σάββατο και κανένας τους να μη πιάνει φωτιά μες στα σπίτια τους ως τ' άλλο το βράδυ. Παναπεί δηλαδή πως είταν πέρα για πέρα οβραίικοι δρόμοι. Είταν ο δικός τους μαχαλάς - τα οβραίικα.
Ταπεινοί, τόσο ταπεινοί σαν νά' τανε φοβισμένοι και φουκαράδες είταν οι πλιότεροι - οι πιο φουκαράδες μέσα στην πόλη μας είταν αυτοί. Αλήθεια πως κ' οι δρόμοι τους μέσα στο Κάστρο είταν αυτοί. Αλήθεια πως κ' οι δρόμοι τους μέσα στο Κάστρο είταν απ' τους πιο βρώμικους και τα παιδιά τους απ' τα πιο αρρωστιάρικα - όλο σπυριά. Κάνανε το χαμάλη, το λούστρο, το μεροκαματιάρη - τέτοιες δουλειές. Και δουλεύαν και τα παιδιά τους από μικρά, μαζί τους ή κάναν θελήματα κ' οι γυναίκες τους ξενοδούλευαν, πλένανε, σφουγγαρίζανε στα ξένα τα σπίτια, ακόμα και στα πορνεία της πόλης - τόσο μικρή και τέσσερα - πέντε τα είχε - αυτές καθαρίζανε, τόσο είτανε φτωχές. Εργάτες ωστόσο να πάνε, να μάθουνε τέχνες, ραφτάδες να πούμε, μαραγκοί, σιδεράδες - τέτοια πράγματα - κανένας δεν πήγαινε. Δεν θέλανε, λέγαν, να σκλαβωθούν με το μεροκάματο και την τέχνη. Μερικοί τενεχτσήδες - δηλαδή τενεκετζήδες - τσαγκαράδες - και καλύτερα να πως μερεμετιτζήδες των παπουτσιών - κ' ένας - δυο χασάπηδες, που δεν πούλαγαν ποτές γουρουνίσιο κρέας, είχαν κάτι μικρομάγαζα. Μα στα οβραίικα μέσα κι αυτοί - δεν πηγαίνανε παραπέρα.
Είταν ύστερα οι γυρολόγοι του δρόμου, πραματευτάδες δηλαδή, μεταπράτες και παλιατζήδες, το δικό τους το οβραίικο είδος, το πάππου προς πάππου. Δεν είτανε και πολλοί μα γιομίζαν όλη την πόλη με τη μεγάλη φασαρία που κάνανε. Γυρνούσαν τους μαχαλάδες από το πρωί ως το βράδυ με μια τάβλα κρεμασμένη μπροστά στην κοιλιά τους ή μια μεγάλη σακούλα στην πλάτη, κάνε σέρνοντας το μικρό καροτσάκι τους και φωνάζαν ακούραστα - τελαλούσανε την πραμάτεια τους μ' ένα τρόπο ξεχωριστό και δικό τους, κάπως σαν τραγουδιστά, σα να σέρνανε τη φωνή τους στο τέλος των λέξεων - καθώς συνήθαγαν όλοι τους.
- Ουβριέ, τον φώναζαν οι γυναίκες στους μαχαλάδες, σκύβοντας απ' το παράθυρο - ακόμα κι αν το' ξεραν τ' όνομά του.
Αυτός άκουγε, δεν κακοκαρδιζόταν που τον φώναζε Οβραίο, ακουμπούσε την πραμάτεια στο πεζούλι της πόρτας ή πάνω στο δρόμο, έπαιρνε μιαν ανάσα και την περίμενε να κατέβει για ν' αρχίσουν εκεί παζάρεμα ατέλειωτο για ένα μασούρι κλωστή ή μια πήχη λάστιχο για βρακοζώνα που το χρησιμοποιούσαν και για καλτσοδέτα.
Τα παιδιά καμιά φορά τρέχαν πίσωθέ του και φωνάζανε τραγουδιστά και τον κοροϊδεύαν:
Σπίρτα, ράμματα, βιλόνια,
τ' Ουβριού τα παντελόνια.
Αυτός δεν κακοκαρδιζότανε με τα παιδιά και τραβούσε τον ανήφορο, σκύβοντας το κεφάλι του πάνων στην πανάκριβη πραμάτεια του, που την αβγάτιζε μέρα με την ημέρα, μες στο λιοπύρι και τη βροχή, την καταφρόνια και τον περίγελο, όσο να τον αξιώσει ο Θεός ν' ανοίξει κι αυτός το δικό του το μαγαζί στο παζάρι μαζί με τους άλλους.
Στο παζάρι της πόλης θα' τανε καμιά εκατοπενηνταριά - διακόσιοι Εβραίοι με μαγαζιά - τόσοι απ' τις τέσσερις χιλιάδες. Αλλοι με μικρά μαγαζιά και καμπόσοι με βαρβάτα εμπόρια - όσο βαρβάτα μπορούσανε νά' ναι τα εμπόρια σε μια πόλη που την έτρωγε το σαράκι, είδος γεροντοχτικιό. Πουλούσανε πανικά, γυαλικά, σιδερικά, τέτοια εμπόρια, είδος έτοιμο, απ' έξω φερμένο, όχι στάρια, τροφίματα, εγχώρια είδη - τέτοια πράματα δεν είχε κανένας τους. Τα μαγαζιά τους είταν ανακατωμένα με των χριστιανών, δεν είχαν παράξενο τίποτα, γένια ή στο ντύσιμο, όπως αλλού, και τη φωνή τους ακόμα πασκίζαν αυτοί και τη σουλουπώνανε να μη σέρνεται - ξεχωρίζαν ωστόσο κι αυτοί με το πρώτο πως είταν Εβραίοι.
Τέλος - είτανε και κάτι λιγοστοί, πολύ λιγοστοί, σπουδαγμένοι, ένας - δυο γιατροί, φαρμακοποιοί, ένας - δυο δικηγόροι και κάτι δάσκαλοι των ξένων γλωσσών, όχι άλλες επιστήμες, μηχανικοί, γεωπόνοι, να πούμε τεχνικοί γενικά, που και σ' όλη την πόλη δεν είταν πολλοί - δεν τους σήκωνε ο τόπος.
Αυτοί που' χανε τους παράδες ζούσανε βέβαια καλύτερα από τους άλλους - σε καλύτερα σπίτια, είχαν και δούλες - Οβριές - κ' είχανε φκιάξει έξω απ' το Κάστρο ένα - δυο οβραίικους δρόμους, πού' ταν κι από τους καλύτερους της πόλης. Αυτοί το βράδυ ανεβαίνανε και στα καφενεία στην πλατεία της πόλης, είχαν νταραβέρια με καλούς νοικοκυραίους και καθόντανε μαζί τους και παίζανε τάβλι. Όποιος έχανε πλήρωνε και για τους δυο μας.
Πλούσιοι και φτωχοί είταν όλοι τους μαζεμένοι γύρω απ' τη Συναγωγή τους, είταν όλοι θρήσκοι, κανένας δεν έπιανε φωτιά το Σάββατο και κανένας δεν δούλευε το Σάββατο. Πλούσιοι και φτωχοί, είταν όλοι τους ταχτικοί στη ζωή τους, παντρευόνταν από μικροί κ' είχαν όλοι τους ένα δεύτερο ρούχο, καλύτερο, για να το φοράνε το Σάββατο, να πάνε το πρωί στη Συναγωγή τους και να βγούνε τ' απόγευμα να κάνουν περίπατο. Οικογενειακώς. Όσοι μπορούσανε καθόντανε και στο καφενείο, πάλι οικογενειακώς. Πίνανε καφέ ή μια γκαζόζα, οι γυναίκες τους τρώγανε μια βανίλια και τα παιδιά μοιραζόντανε το λουκούμι που κοβόταν στα δυο - δεν ντρεπόνταν που τους κοιτούσαν απ' τα γύρω τραπέζια. Την Κυριακή τ' απόγευμα ξαναβγαίνανε περίπατο, πάλι οικογενειακώς ή πηγαίνανε στο καφενείο και χασμουριόνταν ώσπου να περάσει κι αυτή - μια μέρα ακόμα χαμένη.
Τέτοια ταπεινή, φρόνιμη και συμμαζεμένη είταν η ζωή ολονών τους.
Κι ωστόσο μέσα στην πόλη λέγανε γι' αυτούς πολλά και διάφορα πράγματα. Τους φορτώναν ένα σωρό κουσούρια, κακίες κι αδυναμίες, που τάχα εμείς δεν τις είχαμε - και πρώτα-πρώτα για τους παράδες που τους μαζώνανε δεκάρα-δεκάρα και που τάχα εμείς τους σκορπούσαμε. Γενικά τους παρασταίνανε σαν ανθρώπους παρακατιανούς, ράτσα τιποτένια και βρώμικια. Τους λέγανε παλιόβριους και τσιφούτιδες. Οι μεγάλοι δεν τους το φωνάζαν μπροστά τους, μα σαν τύχαινε Εβραίος να βρεθεί μια φορά έξω απ' το παζάρι και τα οβραίικα, στους μακρινούς μαχαλάδες της πόλης και τον γνωρίζανε τα παιδιά, τρέχανε πίσω του και του φωνάζαν τραγουδιστά!
Ουβριέ, παλιόβριε,
που' ν' η κότα πόκλεψες...
Ανοησίες δηλαδή των παιδιών και των μεγάλων που τα βγάζαν αυτά, γιατί οι Εβραίοι πού' χαμε μεις στη δική μας την πόλη δεν κλέβαν και προπαντός δεν κλέβανε κότες. Μα αν όλοι το πίστευαν πως οι Εβραίοι κάνουνε τόσα και τόσα, δεν πειράζει φυσικά να φωνάξει και το μαξούμι - το παιδάκι δηλαδή - πως κλέβαν και κότες. Δεν είτανε μάλιστα και παράξενο πως στο τέλος το' χανε και οι ίδιοι πιστέψει πως κάπως έτσι πρέπει να' ταν τα πράματα, αφού κι αναμεταξύ τους ακόμα μπορούσαν να βρίζονται ή να χαϊδεύονται φωνάζοντας ο ένας στον άλλον παλιόβριο. Λέγαν ακόμα γι' αυτούς και πολλές μικρές ιστορίες που τις είχαν ακούσει μονάχα, μα τις παράσταιναν όλοι σα να' ταν αλήθεια και νά' χανε γίνει στη δική μας πόλη από δικούς μας Οβραίους. Και είταν έτσι καλοφκιαγμένες, νόστιμα κι ομορφούτσικα ταιριασμένες, που δεν είταν παράξενο πάλι να τις ακούσει κανένας κι από τους Οβραίους τους ίδιους να τις λένε και να γελούνε - τις βρίσκανε δηλαδή κι αυτοί ταιριασμένες.
Οι μανάδες λέγανε κι αυτές στα παιδιά τους να μην αργούνε το βράδυ να γυρίσουνε σπίτι, γιατί έξω απ' τα τζίνια - τα φαντάσματα που βγαίνουν άμα πέσει το σκοτάδι - είναι κι Οβραίοι που πιάνουνε τα μικρά τα παιδιά και τα βάνουνε στα βελόνια κι από το αίμα τους φκιάχνουνε τα ματσόθ - τ' άζυμα δηλαδή. Πάλι ανοησίες φυσικά γιατί παιδί κανένα δε χάθηκε ποτές απ' αφορμή τους Οβραίους. Και το ξέρουν όλοι. Και το Πάσχα, την Πρωτοχρονιά και τα Καλύβια, τη γιορτή της Σκηνοπηγίας - αυτές τις τρεις μεγάλες γιορτές τους, οι γειτόνοι τους οι χριστιανοί, κι άλλοι τους γνώριμοι μέσα στην πόλη, τα δεχόνταν απ' αυτούς τ' άζυμα που τους στέλνανε, δηλαδή τα ματσόθ. Και δεν φοβόντανε πως είναι ζυμωμένα με το αίμα. Και τους στέλνανε και κείνοι στο δικό μας το Πάσχα κουλούρια και πορτοκάλια στο μαντίλι - πασχαλιές που τα λέγανε - μονάχα τα κόκκινα αυγά δεν τους στέλνανε. Είταν δηλαδή τα πράματα μπερδεμένα λίγο με τους Εβραίους. Όσο και να τους καταφρονούσαν, είχαν όλοι τους μέσα στην πόλη κάθε λογής καλά νταραβέρια μαζί τους, και ψωνίζαν απ' αυτούς και δανείζονταν, οι πλούσιοι συνεταιριζόνταν στα εμπόρια κ' οι φτωχοί τραβούσαν τα ίδια με τη φτώχεια και με τα βάσανα. Και μ' όσα κακά κι αν τους φόρτωναν, κανένας ποτέ δεν ακούστηκε να πειράξει Εβραίο μόνο και μόνο γιατί είταν Οβριός, ποτές μήτε τη Μεγάλη την Πέμπτη - όχι, δεν τους πειράζαμε εμείς.
Δεν είχαν τίποτα να φοβηθούν από μας. Κι ωστόσο, παραλήδες ή ζητιάνοι, σπουδαγμένοι ή δουλευτάδες, από κει, από τα οβραίικα τα δικά τους, κανένας δεν ξέκοβε, δεν πήγαινε παραπέρα, δεν χώριζε από τους άλλους.
- Εδώ είναι η κλώσσα, τους έλεγε ο Σαμπεθάι Καμπιλής.
Και το' βρισκαν όλοι σωστό και σοφό με την κλώσσα του - που να πας και να χάνεσαι μέσα στους ξένους; Και κανένας δεν έφευγε από την κλώσσα. Μήτε για όρκο δεν είταν Εβραίος που να κάθεται σ' άλλον μαχαλά μέσα στην πόλη.
Γρήγορα-γρήγορα τρέχαν το βράδυ να μαζωχτούνε γύρω στην κλώσσα τους - σα να ξύπναγε μέσα τους ένας φόβος παλιός. Μόλις έπεφτε το σκοτάδι ο μαχαλάς τους ερημωνόταν κι ο ίσκιος του Κάστρου απλωνόταν πάνω του, κάθιζε πάνω του. Αμπαρώναν τις πόρτες, κλεινόντανε μέσα και κάναν πολλά παιδιά σαν τους χωριάτες. Μερικοί μέσα στην πόλη θέλανε να λένε πως οι Οβριές με τα παχιά τους τα χείλια είτανε γρήγορες στον έρωτα σαν τις περιστέρες κ' εύκολες στην γέννα σαν τις κουνέλες - και γι' αυτό τα πολλά τα παιδιά τους.
Τις άγριες χειμωνιάτικες νύχτες ο δυτικός άνεμος ερχόταν από τη λίμνη που βρίσκεται δίπλα στην πόλη και ξεσπούσε στον οβραίικο μαχαλά βουίζοντας μέσα στα σκοτεινά χαγιάτια και τις σαραβαλιασμένες στέγες, γιομάτος όνειρα ταραγμένα. Τις ήμερες νύχτες, μέσα στην ησυχία, ακουγόνταν οι καλαμιές που τραβούσανε σ' ατελείωτο μάκρος το πνιγμένο τους αργοσάλεμα, κάτι σα θρήνος για μια χαμένη ζωή. Κι από τις αρχές της άνοιξης ως το τέλος του καλοκαιριού, ο ύπνος του μαχαλά λικνιζότανε μέσα στην ατέλειωτη συναυλία των βατράχων που δίπλα στο μαχαλά διαλαλούσαν από τη λίμνη το χορτασμό και τους έρωτές τους πάνω στην πράσινη, βρώμικη λάσπη της όχτης.
Η εβραίικη κοινότητα σ' αυτή την πόλη πρέπει νά' ταν καμωμένη από χρόνια πολύ παλιά. Γι' αυτό τα οβραίικα είτανε μέσα στο Κάστρο της. Και γι' αυτό κ' η Συναγωγή της είχε αρχιραβίνο κι όχι ραβίνο. Και λέγανε κιόλας πως είταν Μητρόπολη της Συναγωγής της Νέας Υόρκης ή του Σικάγου - δεν τα θυμάμαι τώρα καλά.
Ο Σαμπεθάι Καμπιλής έλεγε σχετικά πως αυτοί δεν είταν Ισπανοεβραίοι σαν της Θεσσαλονίκης, μα βρισκόνταν εκεί από τους πρώτους διωγμούς των Ρωμαίων κ' έφτασαν γραμμή από την Παλαιστίνη και στάθηκαν εκεί και κονέψαν και δεν το κούνησαν ύστερα. Δηλαδή κάπου δυο χιλιάδες χρόνια βρισκόνταν εκεί - αυτό έλεγε.
Διαβασμένος κανένας θα μπορούσε να του παρατηρήσει πως ο Εβραίος περιηγητής Βενιαμίν ο Τουδέλας, που γύρισε όλη την Ελλάδα στα μέσα του δωδέκατου αιώνα και πήγε σ' όλες τις οβραίικες Συναγωγές και τις αναφέρει μία προς μία, δεν γράφει τίποτα για Οβραίους σ' αυτή την πόλη μήτε καν την αναφέρει. Ο Σαμπεθάι Καμπιλής είχε αμέσως ν' αντιπροβάλει τα αναγκαία επιχειρήματα και να τον κολλήσει στον τοίχο.
Έλεγε δηλαδή πως ο άλλος περιηγητής του ίδιου καιρού, ο Αραβας Εδρισή, γράφει πως η πόλη αυτή, η δική μας, είναι καμωμένη πάνω σε νερά. Αυτό βέβαια δεν είναι και καμιά σπουδαία ανακάλυψη αυτουνού του Εδρισή, αφού δίπλα στην πόλη βρίσκεται η λίμνη. Έλα όμως που το ίδιο γράφουνε και τα πανάρχαια χαρτιά των Οβραίων της πόλης αυτής, πως είναι «γκιώδ» - κάπως έτσι, πάλι δεν θυμάμαι καλά - δηλαδή πόλη πάνω σε νερά. Και πως αυτό λογαριαζότανε πάρα πολύ από τους Οβραίους του παλιού καιρού, να του γράφουνε δηλαδή σε τι μέρος το φκιάξανε το καινούργιο το Συναγώι τους. Και πως τέλος αυτό θα μπορούσε κανένας να το βρει να ταιριάζει μια χαρά και με του Προκόπιου όσο γράφει για την Εύροια στο βιβλίο του για τα χτίσματα του Ιουστινιανού - «ύδασι κατακορής»... Αρα «γκιώδ» ίσον Εύροια και Εύροια, η δική μας η πόλη. Όπερ έδει δείξαι.
Όλο αυτό είταν ένα ζήτημα που δεν φαίνεται να τους σκότιζε και πολύ τους ξυπόλυτους Εβραίους της πόλης μας και τις Οβραίες που ξενοδούλευαν για ένα κομμάτι ψωμί. Μήτε τους βοηθούσε σε τίποτα, να το ξέρουνε δηλαδή αν είχανε φτάσει κει πέρα κυνηγημένοι από τους Ρωμαίους στην Παλαιστίνη ή την Ιερή Εξέταση στην Ισπανία. Παραδεχόνταν ωστόσο κι αυτοί πως για να κάθεται ο Σαμπεθάι Καμπιλής ο δικός τους και να χάνει τον καιρό του με χαζοπράματα τέτοια παναπεί πως δεν θά' τανε χαζοπράματα και θά' χε βέβαια κάποιο χρήσιμο λόγο - γι' αυτόν τον ίδιο - κι αν είτανε γι' αυτόν, είτανε σίγουρα και γι' αυτούς, για όλους τους. Λέγανε μάλιστα πως είχε καθίσει κ' είχε γράψει κ' ένα σημείωμα για το ζήτημα αυτό και το' δωσε κάποτε στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, στα μεγάλα κεφάλια. Και τους έγραψε στο σημείωμα, πως για να βρίσκονται εκεί - σίγουρα πράματα κι ας μην το γράφει αυτός ο Τουδέλας - δύο χιλιάδες χρόνια οι Οβραίοι παναπεί πως κι η πόλη και το Κάστρο της βρισκόταν από τότες, δυο χιλιάδες χρόνια. Και, φως φανάρι, λοιπόν, αποκλείεται να χτιστήκαν από βαρβάρους που κατέβηκαν υστερότερα, αν είναι αλήθεια πως πατήσανε ποτές το ποδάρι τους στην Ελλάδα οι βάρβαροι. Και το δεχτήκανε, λέγανε, με τιμή και χαρά οι σοφοί της Αθήνας το σημείωμα αυτό για να το χρησιμοποιήσουν αυτοί επιστημονικώς - όπως είναι η δουλειά τους - αφού έτσι όμορφα-όμορφα, μαζί με την παλαιότητα της ισραηλιτικής κοινότητας σ' αυτή την πόλη - ζήτημα όχι και τόσο σπουδαίο - αποδειχνόταν κι από το Σαμπεθάι Καμπιλή η αιωνιότητα της ελληνικής φυλής - ζήτημα σπουδαιότατο, καθώς ξέρουμε όλοι μας. Και προπαντός, η συνέχεια των πολιτισμών της.
Ο Σαμπεθάι Καμπιλής δεν είχε καμιά επίσημη ιδιότητα. Δεν είταν χαχάμης στο Συναγώι ούτε σύμβουλος στην Κοινότητα των Εβραίων ούτε επίτροπος σε λεφτά ούτε τίποτα. Δεν ανακατευόταν σε τίποτα, δεν πήγαινε πουθενά, ούτε στο νομάρχη για ζήτημα της κοινότητας ούτε στους βουλευτές για ρουσφέτια ούτε στο δήμαρχο για παράπονα ούτε σε κανένα. Μια φορά το χρόνο μονάχα, μαζί με τον πρόεδρο της Ισραηλιτικής Κοινότητος και τον ραβίνο της Συναγωγής έμπαινε σ' ένα αμάξι ανοιχτό και πηγαίνανε το Πάσχα στο Μητροπολίτη μας να του ευχηθούνε τα χρόνια πολλά. Αλλη μια φορά το χρόνο, στη γιορτή του Μπαϊραμιού, έτσι πάλι με τους άλλους δυο, πήγαινε και στο Μουφτή.
Αυτός ο Μουφτής δεν εκπροσωπούσε κανέναν πια, μήτε στην πόλη μήτε στην περιοχή - δεν υπήρξε πελατεία. Είταν ένας γέρος άνθρωπος που βαρέθηκε να φύγει στην Τουρκιά του Κεμάλ με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Παρακάλεσε και πλήρωσε, Τούρκους και Ρωμιούς, και τα κατάφερε να βγάλει ψεύτικα χαρτιά πως είταν αλβανικής καταγωγής και τέλος το γλύτωσε το ξερίζωμα που ξεσήκωσε τότε θρήνο στους τούρκικους μαχαλάδες.
Ένα χτηματάκι είχε όλο κι όλο και μ' αυτό ψευτοζούσε. Είχε και δυο κοριτσάκια που μεγάλωσαν και δεν ήξερε με ποιόνε να τα παντρέψει κι αρχίσαν και κείνα - τι να κάνουν τα έρημα; - και τα παίζανε με κάτι μόρτες Ρωμιούς. Και θέλανε να λένε μέσα στην πόλη πως αυτοί τα τρόμαζαν τη νύχτα και ξεφώνιζαν έτσι ξαφνικά τα τρία παγώνια που φύλαγε στην αυλή του ο Μουφτής - οι μόρτες πηδούσαν τον τοίχο.
Αυτός πέρναγε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στους παλιούς καφενέδες της πόλης και καθότανε δίπλα στους ταβλαδόρους κι όλο κούναγε το κεφάλι του από το πρωί ως το βράδυ. Μερικοί λέγανε πως συλλογιζόταν το μεγάλο τούρκικο ντοβλέτι που χάθηκε - όμως είχε πια ξεκαρφωθεί πίσω στο λαιμό του και γι' αυτό το κούναγε.
Όπως και να πεις, είταν μια φορά κι αυτός θρησκευτικός αρχηγός. Αλλες δέκα θρησκείες νά' χαν αρχηγούς μέσα στην πόλη - κι ας είταν και τέτοιους, δίχως πελατεία - σ' όλους τους θα πήγαινε ο Σαμπεθάι Καμπιλής μια φορά το χρόνο στη μεγάλη γιορτή τους να τους ξαναπεί με ταπεινοσύνη το ίδιο:
- Ένας είναι ο Θεός. Και με το φόβο του ζούμε.
Είταν δηλαδή ένας άνθρωπος του Θεού. Ήξερε να διαβάζει οβραίικα, μελετούσε στα σοβαρά τη γραφή και πλιότερο το Ταλμούτ και βοηθούσε το ραβίνο της Συναγωγής να κρατιέται πιστά η θρησκευτική τάξη που την ήξερε στην εντέλεια. Το Λευιτικόν είτανε τ' αγαπημένο του βιβλίο και τό' ξερε απόξω και στην ελληνική του μετάφραση.
Κοντούτσικος, στρογγυλούτσικος, φόραγε πάντα ένα στενό μαύρο κουστούμι το καλοκαίρι κ' ένα το ίδιο στενό, μαύρο πάλι, παλτό το χειμώνα, με τρία κουμπιά, στιβάλια με κουμπιά και μια γκρίζα ρεπούμπλικα, φίνο μπορσαλίνο, όμως τόσο άσχημα πατημένη στο στρογγυλό του κεφάλι που θαρρούσες πως τώρα θα πέσει.
Ίδιο σαν αυτόν είταν και το μαγαζί του - η άκρα ταπεινοσύνη. Είτανε σ' ένα δρομάκι της αγοράς με μια πόρτα θολωτή, χαμηλή, έπρεπε να σκύψεις για να μπεις. Μέσα - φάτσα, είταν ένα τραπεζάκι με τη σκουριασμένη κόπια πάνου και δίπλα, στ' αριστερά, μια μιρκή κάσα για τα λεφτά. Στα ράφια είτανε μονάχα κάτι λίγα τόπια πανί - δεύτερο πράμα, για τους χωριάτες και για τη φτώχεια, χασέ - χομαΐ που το λέγανε - ντρίλι, ρετσίνα, τέτοια πράματα.
Για να ψωνίσει κανένας μια πήχη πράμα είχε καταντήσει σιγά-σιγά και δεν πατούσε κει μέσα, όξω κι αν ερχότανε για πρώτη φορά στο παζάρι της πόλης. Μα και πάλι δεν θα ξεγελιότανε να μπει σ' ένα τέτοιο παλιομάγαζο. Από την αρχή του παζαριού θα τον είχανε τραβήξει στα δικά τους μαγαζιά οι εμπόροι που στεκόνταν στην πόρτα - Οβραίοι και Ρωμιοί - και φωνάζανε, καν εκείνοι καν οι παραγιοί τους, και τραβούσαν τους χωριάτες από το μανίκι - να μπεις, να ιδείς και να μην αγοράσεις...
Μέσα στο μαγαζί το δικό του ο μικρότερος αδερφός του ο Σιέμος και τα δυο τα παιδιά του, όταν δεν είχαν δουλειά δεν καθόντανε - δεν τους άφηνε αυτός να καθίσουν ούτε βγαίναν στην πόρτα - δεν ήθελε αυτός να βγαίνουν στην πόρτα. Ακουμπούσανε βαρύθυμοι στους άδειους μπάγκους, χασμουριότανε κρυφά και μουρμουρίζανε σιγά-σιγά μην τους ακούσει. Αυτός καθότανε σκυμμένος σε κείνο το τραπέζι, όλο θά' γραφε κάτι, κάτι λογάριαζε, από το πρωί ως το βράδυ που κλειούσαν και τους έπαιρνε και φεύγαν κ' οι τέσσερις, γραμμή για το σπίτι, αυτός μπροστά με το Σιέμο, τα παιδιά παραπίσω.
Τέτοιο, λοιπόν, είτανε και το μαγαζί του - μια τρύπα. Κι αυτός ζούσε κει μέσα χωρίς καμιά από τις χαρές πόχουν οι ανθρώποι, χωρίς φως και χωρίς στολίδι κανένα, με ψωμί και νερό μονάχα - καθώς λέγανε.
- Αφησέ μας κ' εμάς να κάνουμε κάτι, μουρμούριζε κάποτε ο Σιέμος ... Μήτε σκλάβοι... Τι κάνουμε εμείς εδώ μέσα;
Αυτός σήκωνε τα μάτια του και τους κοίταζε και τους τρεις.
- Μαθαίνετε να τυραννιέστε... Αυτό είναι το πρώτο... Πώς αλλιώς θα το κρατήσετε το μαγαζί;
Ο Σιέμος κατέβαζε τότες το κεφάλι του και το κατεβάζανε και τα παιδιά του Σαμπεθάι. Αλήθεια πως θα το κρατούσανε; Ο κόσμος όλος το' ξερε μέσα στην πόλη πως αυτό το μαγαζί είτανε το μεγαλύτερο στο παζάρι μας. Πίσω από κείνο το τραπέζι που καθόταν ο Σαμπεθάι Καμπιλής άνοιγε μια πορτούλα κ' έμπαινες από κει σ' ένα πράμα σκοτεινό και μακρύ, που δεν είταν μήτε μαγαζί μήτε κι αποθήκη - είταν και τα δυο. Πάνω σε μπάγκους και σε κάσες μεγάλες, πνιγμένο στη ναφθαλίνη, στοιβαζόταν εκεί τ' άνθος της πραμάτειας, από τσόχα, καμπαρντίνα και φανέλα εγγλέζικη ως τους χασέδες και τα λινά και τα κάμποτα κι ούτε πρόφταινε να σταθεί. Πάνω από εκατό μαγαζιά σ' όλη την περιοχή απ' τον Καμπιλή θέλανε να πάρουν κι όχι απ' άλλον. Η αποθήκη άνοιγε πίσω, με μια πόρτα σιδερένια σ' ένα στενό του οβραίικου μαχαλά. Από κει έμπαινε κ' έβγαινε το εμπόρευμα, χωρίς μπούγιο και φασαρία, σα να γινόταν λαθρεμπόριο. Και παράς, μετρητά, λιανοπούλι στην κάσα, τίποτα - δούλευε συναλλαγματική με την τράπεζα.
Αν κανένας από τους καλούς-καλούς νοικοκυραίους της πόλης ήθελε μια προίκα ολάκερη για την θυγατέρα του, όλα τα πανικά, τό' ξερε κι αυτός πως μονάχα στο Σαμπεθάι Καμπιλή μπορούσε να πάει. Αν κανένας άλλος ευυπόληπτος συμπολίτης είχε το μεράκι για ένα εγγλέζικο «τίγκερ» - ξιουράφι, λέγανε, για εκατό χρόνια - και νά' ναι και παλιακότερο κάπως, γκαραντί δηλαδή, όχι πράματα ψεύτικα του παρόντος καιρού, τό' ξερε κι αυτός πως μονάχα το Σαμπαθέι Καμπιλή θα μπορούσε να παρακαλέσει για να γράψει στην Αγγλία. Ακόμα κι αν ο νομάρχης, ο δήμαρχος ή άλλος κανένας από τους μεγάλους, να πούμε, της πόλης, χρειαζόταν ένα φίνο κασμίρι για τη ζακέτα που θα φορούσε στη δοξολογία της Εικοστής Πέμπτης Μαρτίου, ή άλλη καμία, επίσης σπουδαία, ανάγκη, πάλι σε κείνον θα πήγαινε. Θά' σκυβε το κεφάλι για να περάσει τη θολωτή πόρτα του μαγαζιού και θα τον παρακαλούσε να το βάλει μέσα στην πρώτη του παραγγελιά στην Αγγλία.
Ο Σαμπαθάι Καμπιλής σημείωνε ήμερα-ήμερα την παραγγελιά. Μήτε βαριόταν μήτε ξιπαζόταν που τον παρακαλούσαν οι μεγάλοι, μόνο μουρμούριζε σα να μίλαγε μονάχος του:
- Δεν μας λογαριάζουν, αγαπητέ μου κύριε... Τι να λογαριάσουν από μας, τόσο-τόσο μικρούς;...
Είναι σίγουρο ωστόσο πως έγραφε πάντα κ' η παραγγελιά ερχόταν στην ώρα της και παραδινότανε μαζί με τα χαρτιά της, την τιμή, τα εμβαστικά, τελωνείο, όλα. Και μαζί, το δικό του το κέρδος, τιποτένιο μα γραμμένο πάντα κι αυτό - τέτοια πράγματα ταχτικότατα.
- Αγαπητέ μου κύριε... Δε μου χρωστάτε καμιά ευχαριστία, έλεγε σ' όλους. Όπως βλέπετε το' καμα για να κερδίσω κ' εγώ κατιτίς.
Όχι. Αυτός δεν ήθελε να γελάσει κανέναν. Δεν είχε ανάγκη να τους πουλήσει ευγένειες, δεν καταδεχότανε να καλοπιάσει κανέναν απ' αυτούς τους ισχυρούς της ημέρας κι από τους άλλους που το κουτάλι τους έπαιρνε κάποτε μια στάλα νερό και σφιγγόντανε να φανούν μεγαλύτεροι - έρχονται και παρέρχονται, ξαναπέφτανε. Πίσω από κείνο το δικό του το τραπεζάκι είταν κάτι παραπάνω από μια δύναμη. Είτανε μια εξουσία. Το πώς αυτός τον έβγαζε τον πρόεδρο της Ισραηλιτικής Κοινότητας, και το ραβίνο της Συναγωγής αυτός τον διόριζε, δεν είτανε ίσως σπουδαίο. Μα ο καθένας μπορούσε να ξέρει - και καλά θά' κανε να το ξέρει - πώς τους οβραίικους ψήφους αυτός τους κανόνιζε κάθε φορά, σ' όλες τις εκλογές, πόσοι πάνω-κάτω θα ψηφίσουν Βενιζέλο, πόσοι τους βασιλικούς. Εκείνοι μάλιστα που ξέραν τα πράματα λέγανε πως αυτός ο Σαμπεθάι Καμπιλής είταν από τους πολύ λιγοστούς ανθρώπους που ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης μας - άλλη μόνιμη εξουσία - του μιλούσε λόγια παστρικά. Και πως κι ο Σεβασμιότατος ο Μητροπολίτης μας είτανε πάλι από τους πολύ λιγοστούς ανθρώπους που ο Σαμπεθάι Καμπιλής δεν του κρυβότανε. Οι δυο τους είταν ενωμένοι με το φόβο ενός Θεού. Και η Κοινότητα των Οβραίων είταν ένα από τα κύρια στηρίγματα της φατρίας του Μητροπολίτη, στα δημοτικά ζητήματα, στις εκλογές, σε όλα, όπως από τ' άλλο μέρος ο Μητροπολίτης είταν ένα από τα κλειδιά του Σαμπεθάι Καμπιλή για να συμμαζεύονται πίσω στην οβραίικη κλώσσα τους τα κλωσσόπουλα που θα θέλαν να ξεμακρύνουν.
Είταν δηλαδή ο Σαμπεθάι Καμπιλής ένα σοβαρό, υπεύθυνο και σίγουρο πρόσωπο μέσα στην ιεραρχία της πατροπαράδοτης τάξης σ' αυτή την πόλη. Και μόνιμο.

Πολλά χρόνια πρέπει να πέρασαν έτσι, πάρα πολλά. Μπορεί νά' τανε στ' αλήθεια και τα δυο χιλιάδες χρόνια του Σαμπεθάι Καμπιλή, μπορεί νά' ταν κι ακόμα παλιότερα, πριν ακόμα ξεκινήσουν να' ρθούνε σ' αυτή την πόλη. Οι πλάκες του Μωυσή κρατούσανε πάντα την παλιά τους γραφή. Κ' η οβραίικη φτωχολογιά τις κουβαλούσε στην πλάτη της, λιμασμένη, καταφρονεμένη, απ' αυτές καρτερώντας τη σωτηρία.
Όπου κάποτε, πάνε τώρα τριάντα χρόνια, ακούστηκε και στην μικρή πολιτεία η φωνή ενός καινούργιου προφήτη. Δεν υπάρχει, έλεγε αυτός, κανένας άλλος τρόπος για τους Οβραίους να γλυτώσουν, να σταματήσει η χαμένη τυράννια τους κ' η ντροπή τους, παρά να τις σπάνσουνε μια και καλή τις πλάκες του Μωησή. Οι φτωχοί με τους φτωχούς κ' οι αρχόντοι με τους αρχόντους, όπως είτανε κιόλας αυτοί και πρώτος-πρώτος ο Σαμπεθάι Καμπιλής. Αυτός τους φοβερίζει τους Οβραίους πλιότερο απ' όλους τους χριστιανούς. Κ' η σωτηρία που τους τάζει είναι οι αλυσίδες που τους δένουν.
Φανερό, λοιπόν, πως αυτός ο καινούργιος προφήτης είταν ο πρώτος Οβραίος κομουνιστής της πόλης αυτής. Σαν ο Σαμπεθάι Καμπιλής φόραγε κι αυτός μια γκρίζα ρεπούμπλικα άχαρα τσαλαπατημένη στο κεφάλι του πού' τανε κι αυτουνού στρογγυλό και τα ρούχα του είτανε το ίδιο σαν του Σαμπεθάι Καμπιλή κακοβαλμένα στο κορμί του - μόνο που, τ' αντίθετο απ' αυτόν, είταν πάντα ξεκούμπωτος, παλτό, σακάκι, γιλέκο, καμιά φορά και τα κουμπιά του παντελονιού του.
Είταν ορφανός από πατέρα κ' η μάνα του τον είχε αναστήσει ξενοδουλεύοντας και τον καμάρωνε ύστερα πόγινε καθηγητής των γαλλικών σ' ένα τέτοιο σκολειό σαν της «Αλλιάνς Φρανσαίζ», που το κράταγε στα χέρια της η Κοινότητα των Οβραίων. Τον καμάρωνε ακόμα που' ταν έτσι ταπεινός και γλυκός κ' οι Οβραίοι τον κοιτούσαν στα μάτια και την τιμούσε κι αυτήν, όπως τιμούν οι φτωχοί τις μανάδες τους.
Ώρες και παράωρες τριγυρνούσε κάθε μέρα στον οβραίικο μαχαλά. Χωρίς καθόλου να γνοιάζεται πως είταν καθηγητής σ' ένα τέτοιο σκολειό σαν της «Αλλιάνς Φρανσαίζ», καθόταν στα πεζοδρόμια και στα πεζούλια και μιλούσε με τις Οβριές και με τους χαμάληδες. Πήγαινε μαζί τους στα καπηλειά τους, εκεί μέσα στα οβραίικα, κι αν δεν έπινε κι αυτός, έτρωγε ωστόσο μαζί τους, με τα δυο του τα χέρια την οβραίικη λαχαναρμιά και τρέχανε τα ζουμιά στο παλτό του. Γέννημα δηλαδή και θρέμμα δικό τους, ολόφτυστο.
Λίγο-λίγο με δισταγμό και με φόβο οι Οβραίοι αρχίσανε και μαζευόντανε γύρω του κι ακούγανε ξαφνιασμένοι που τους εξήγαγε τη Γραφή μ' έναν τρόπο δικό του, καινούργιον κι ανασαίνανε τ' όνειρό του. Μια καινούργια μικρή Συναγωγή άρχισε σιγά-σιγά και γινότανε στο μαγαζί του Χαΐμ Εζρά.
Ο Χαΐμ Εζρά είταν ένας κοιλαράς, αγράμματος μανάβης. Περηφανευόταν πως αυτός τα πρωτόβγαζε στο μαγαζί του κάθε χρόνο, πριν απ' όλους τους μανάβηδες της πόλης, τα πρωτόβουλα πράσα - τέτοιος αγαθός και φιλήσυχος άνθρωπος είταν. Από τον πατέρα του είχε πάρει το συνήθειο κι ό,τι να τού' λεγαν έλεγε σ' όλους «σωστά, χαγιασέμ» - σωστά μα την πίστη μου. Οι πελάτες του μαγαζιού κ' οι περαστικοί τον πειράζανε - «σωστά, χαγιασέμ», του φωνάζαν. «Σωστά, χαγιασέμ», τους αποκρινόταν κι αυτός και γελούσε. Ώσπου κάποτε που τον είχανε πάει στο δικαστήριο μάρτυρα τά' κανε θάλασσα μ' αυτό το καταραμένο το «σωστά χαγιασέμ» και τον σκυλόβρισε κι ο πρόεδρος από πάνω και τον τάραξαν κι οι δικηγόροι από δω κι από κει κι ο κόσμος όλος μέσα στην αίθουσα ξεκαρδιζόταν στα γέλια - έγινε θέατρο και πικράθηκε τότες κι ο Σαμπαθέι Καμπιλής. Από τότες τό' χε κόψει. Μ' από τότες τονε μάθαν όλοι και τον φώναζαν όλοι ο Χαΐμ ο σωστά χαγιασέμ, σάμπως νά' τανε τ' όνομά του. Αυτός δεν έλεγε τίποτα πια, μήτε γέλαγε. Πικραινόταν κάθε φορά και ντρεπότανε στην αρχή - ύστερα το συνήθισε, συνήθισε πως ένας Οβραίος μπορεί να ντρέπεται σ' όλη του τη ζωή χωρίς να χαλάσει το μαγαζί του ή να γίνεται τίποτες άλλο κακό.
Τώρα όλη του την καρδιά και την αγάπη την είχε δοσμένη σ' αυτόν τον καινούργιο προφήτη τους, που τους μιλούσε για την ντροπή των Οβραίων, για το Χριστό που σταυρώσαν οι Καμπιλήδες, για τις αλυσίδες των φτωχών, για μια σωτηρία που δεν την γράφει το Τορρά - καθώς έλεγε. Κάθε φορά που ξεμπλέκανε τέλος στο μαγαζί του, και ξεκινούσε και κείνος να φύγει, τον σταματούσε στην πόρτα και τον κοιτούσε στα μάτια:
- Γιοσέφ... Γλύκα και λύπη είταν στην φωνή του. Φαινότανε κιόλας να ντρέπεται λίγο γι' αυτά τα καμώματα.
- Τι είναι πάλι, τον ρώταγε ο άλλος και γέλαγε.
Ήθελε να του δώσει δυο-τρία αχλάδια ή μήλα, μια σακούλα σταφύλια, κι αν δεν είταν ο καιρός για τα φρούτα ένα μάτσο πράσα, ένα καλοδιαλεγμένο λάχανο - κουμπρουλάχανο που το λέγανε.
- Πάρ' το, μωρέ Γιοσέφ... Τι άλλο μπορώ να σου δώσω;
- Και χωρίς λεφτά; - γελούσε αυτός.
- Χωρίς.
- Δίνουν κι Οβραίοι, μωρέ Χαΐμ, χωρίς παράδες;
- Δεν ξέρω, Γιοσέφ... Δεν ξέρω. Πολύ μας ανακάτεψες εσύ... Πάρ' το τώρα, για την Οβριά. Θέλω να σ' το δώσω.
Άμα δεν είτανε μαζί τους, το ξέρανε, θά' τανε σπίτι. Καθότανε σταυροπόδι κατάχαμα, μ' ένα τραπέζι χαμηλό μπροστά στα γόνατα, διάβαζε κ' έγραφε και ποιήματα. Η μάνα του καθότανε τότες στην οξώπορτα.
- Τι κάνει ο Γιοσέφ, τη ρωτούσαν οι Οβραίοι που πέρναγαν.
- Μέσα είναι... Διαβάζει... Τό' λεγε σα νά' ταν κανένα μυστήριο κι όσο μπορούσε σιγότερα μη του ταράξει την ησυχία. Και στεκόταν εκεί, φύλακας άγγελος δίχως σπαθί, χάιδευε μόνο τα κοκαλιάρικα χέρια της που γδάρθηκαν ξενοδουλεύοντας.
Κάποτε κείνος ακουγόταν από μέσα:
- Οβριά... Που είσαι μωρ' Οβριά;
- Όρσε, φώναξε αυτή, μ' από την πόρτα δεν έφευγε - ήξερε.
Έβγαινε τότες αυτός, τρίβοντας τα μάτια του, πήγαινε δίπλα της, καθότανε στο κατώφλι, περνούσε το χέρι του στον ώμο της που' χε καμπουριάσει κι ο οβραίικος βρώμικος δρόμος γιόμιζε ομορφιά κι αγάπη.
- Αλήθεια, Γιοσέφ, που θα γίνεις μεγάλος άνθρωπος;
- Ποιος σου τά' πε μωρή μάνα, τέτοια μπανταλά; - κουταμάρες δηλαδή.
- Ο Σαμπεθάι Καμπιλής... Ολοένα μου το' λεγε όταν είσουν μικρός...
Ο Σαμπεθάι Καμπιλής!...
Αυτός τον είχε ξεδιαλέξει μέσα στα οβραίικα, αυτός τον έμαθε να διαβάζει οβραίικα. Από τότες πού' τανε μικρός ακόμα, τον έπαιρνε τα χειμωνιάτικα βράδια στο σπίτι και καθόνταν κατάχαμα και διαβάζαν οι δυο τους. Με την καλοκαιριά του παιδί περνούσε απ' το μαγαζί του κι άμα κλείνανε πηγαίναν μαζί στον ερημικό δρόμο πίσω απ' το Κάστρο, στην άκρα της λίμνης, και πάλι μιλούσαν για το Ταλμούτ.
- Βλέπεις, λοιπόν, τον ρώταγε κάποτε ο Σαμπεθάι Καμπιλής και τον κοιτούσε στα μάτια.
- Ναι ραβί, έλεγε το παιδί - ραβί τον έλεγε, δάσκαλο. Όμορφο είναι.
Όσο μεγάλωνε, τόσο πιο πολύ ο Σαμπεθάι Καμπιλής χαιρότανε μέσα του, κρυφά, μυστικά, την εξυπνάδα του, την αγάπη του για τη Γραφή και τη στέρεα γνώση που κέρδιζε μέρα τη μέρα. Κρυφά, μυστικά, δεν ήθελε να φανερωθεί σε κανέναν, βοήθησε και τη μάνα του και τον σπούδασε.
Κάποτε μέσα στο μαγαζί του, καθώς είτανε σκυμμένος στο τραπέζι του και λογάριαζε, ανασήκωνε τα μάτια του και κοιτούσε τον αδελφό του το Σιέμο και τα δυο τα παιδιά τα δικά του. Σάπια κορμιά, κλούβια κεφάλια, ηλίθιοι, του φαρμάκωναν τη ζωή. Μήτε το μαγαζί δε μπορούσαν αυτοί να κρατήσουν άμα κλειούσε τα μάτια του... Έκανε έτσι μια φορά και κοίταζε το ρολόι του. Σε μια, σε δυο ώρες αυτός θά' ταν εδώ... Χαρά μυστική γιόμιζε την καρδιά του, το φως και το στόλισμα που δεν βλέπαν οι άλλοι. Γι' αυτόν τον άνθρωπον, που τον ανάστησε μοναχός του, με τα δικά του τα χέρια, έναν τέτοιο άνθρωπο, που του τον έστειλε ο Κύριος για να του δώσει μια μέρα τα κλειδιά της Κοινότητας, να τραβήξει στο αιώνιο, τ' ακατάλυτο μάκρος του ο νόμος του Μωυσή, εδώ σ' αυτήν την πόλη ή αλλού - και κάποτε τέλος «Εκεί», εκεί που πρέπει, γρήγορα ή αργά, όπως είταν το θέλημα του Κυρίου... Κλείνει τα μάτια του κι ονειρεύεται τότες. Ο Σαμπεθάι Καμπιλής ονειρεύεται. Έχει κι ο Σαμπεθάι Καμπιλής τ' όνειρό του. Η καρδιά του χτυπάει ζεστά για έναν άνθρωπο - αυτό δεν είναι η αγάπη που λένε;
Ο άνθρωπος αυτός είταν ο Γιοσέφ Ελιγιά, ποιητής και ταλμουδιστής. Είχε αρχίσει τότε και δημοσίευε κάπου-κάπου μικρές θαυμαστές εργασίες για ζητήματα της Γραφής και μοναδικές μεταφράσεις από τα κείμενα. Ο Σαμπεθάι Καμπιλής του παρατήρησε στην αρχή για μερικά σημεία στη μετάφραση από το Άσμα Ασμάτων, λαθεμένα κατά τη δική του τη γνώμη.
- Και τι πειράζει; Γέλασε ο Γιοσέφ. Μήτε εγώ μήτε συ μήτε κανένας δε μπορούμε ν' αλλάξουμε τα κείμενα. Μόνο τα ξηγάμε, άλλος έτσι, άλλος αλλιώς.
- Αυτό Γιοσέφ, δεν είναι κείμενο για να το ξηγάμε - είπε αυτός κ' είταν πολύ λυπημένος. Είναι ο νόμος.
- Είταν, γέλασε πάλι καλόκαρδα ο Γιοσέφ. Τώρα είναι δω και για μας ο ρωμαίικος νόμος. Δε μας φτάνει αυτός;
Ο Σαμπεθάι Καμπιλής κατάλαβε. Έσκυψε το κεφάλι του και δε μίλησε άλλο. Σιγά-σιγά ξεμακραίναν ο ένας από τον άλλον, δε βλεπόντανε ταχτικά, ο Γιοσέφ δεν περνούσε απ' το μαγαζί του.
- Γιοσέφ, του' πε μια μέρα που βρεθήκαν στο δρόμο. Ο ραβίνος πολύ στενοχωριέται μ' αυτά που κάθεσαι και λες.
- Αυτός είναι κουφός, πως μπορεί να ξέρει τι λέω; - γέλασε πάλι ο Γιοσέφ.
Τότες ο Σαμπεθάι Καμπιλής είδε πως έπρεπε πια να δώσει ένα τέλος. Σηκώθηκε ένα μεσημέρι, άφησε το μαγαζί του και κίνησε να τον βρει. Δεν ήθελε να μιλήσουν εκεί, μπροστά σ' όλους τους ηλίθιους. Πήγε και του ηύρε σπίτι του. Καθίσανε κατάχαμα και το μικρό, χαμηλό τραπεζάκι είταν ανάμεσά τους όπως τον παλιό τον καιρό. Ο Σαμπεθάι Καμπιλής είταν πολύ λυπημένος. Ο Γιοσέφ Ελιγιά δε γελούσε. Καθόταν έτσι και σώπαιναν.
- Γιοσέφ, είπε τέλος ο Σαμπεθάι Καμπιλής. Θέλω να φύγεις.
- Το ξέρω, είπε ήμερα ο άλλος.
- Όχι, όχι... Δεν ξέρεις τίποτα εσύ... Να χαχανίζεις μονάχα... Θέλω να πω, πως εγώ... Να λοιπόν, εγώ σε παρακαλώ να φύγεις.
- Καταλαβαίνω, ραβί - τον ξανάπε δάσκαλο. Μα δε θα φύγω.
- Καταλαβαίνεις; Τίποτα δεν καταλαβαίνεις εσύ. Θα σε διώξουν οι Ρωμιοί.
- Τα βλέπεις που λέγαμε κάποτε για το νόμο; Μπορούν στ' αλήθεια να με κυνηγήσουν και να με διώξουν αυτοί.
- Γι' αυτό το θέλω κι εγώ να φύγεις μονάχος σου. Θα βρεις αλλού μια δουλειά, στην Αθήνα, στη Σαλονίκη... Θα σου στείλω ύστερα εγώ και τη μάνα... Ως τα τότες, καταλαβαίνεις...εγώ ό,τι χρειάζεται... Όλα... Ύστερα κάνε ό,τι θέλεις.
- Ξέρω. Μα δε θα φύγω.
- Γιοσέφ... Κοίταξέ με μια φορά - τι τα κατεβάζεις τα μάτια; Πως μπορώ να σε κυνηγήσω, να σε διώξω;... Να σε χτυπήσω εγώ;... Γιατί το θέλεις αυτό;
- Έχω ένα χρέος εδώ... Αυτό είναι όλο. Τ' άλλα...
- Όλοι έχουμε ένα χρέος, πρέπει να' χουμε. Κ' είναι δικό μου το χρέος εδώ να μη σκορπίσουν αυτοί - που θέλεις να πάνε;... Μα είναι κάτι και τ' άλλα που δεν θέλεις τότε, Γιοσέφ, το χρέος πονεί... Πονάει όταν πρέπει... ως το τέλος.
- Αυτό σωστό - ως το τέλος. Εσύ μου το' μαθες... Γι' αυτό σου λέω δε φεύγω.
Ο Σαμπεθάι Καμπιλής κατάλαβε πως είχαν τελειώσει. Σηκώθηκε αργά και βαριά ακουμπώντας τις παλάμες του στα γόνατα. Σηκώθηκε κι ο Γιοσέφ μα δεν πήγε μαζί του. Κοντά στην πόρτα ο Σαμπεθάι Καμπιλής έριξε τη ρεπούμπλικα στο κεφάλι του και στάθηκε μια στιγμή κοιτώντας το πάτωμα.
- Οι Ρωμιοί θα γελάσουν, είπε σε λίγο, που' σκαψα μοναχός μου το λάκκο μου...
- Εσύ ποτέ δε σκοτίστηκες τι λέγαν τι κάνουν οι άλλοι. Άσ' τους να λένε.
- Κ' οι Οβραίοι θα πουν, βγάλαμε κ' εμείς έναν άνθρωπο, μας τον ξέκανε ο Καμπιλής.
- Αυτό που κάνω εγώ θ' απομείνει... Κανένας δε μπορεί να το ξεκάνει.
- Όχι, όχι... Τίποτα πια δεν καταλαβαίνεις εσύ... Άλλο θέλω να πω. Εσύ, εσύ Γιοσέφ... πιστεύεις εσύ, πως ήρθα εδώ να σε φοβερίσω, να σ' αγοράσω; Αυτό θέλω να μου πεις.
Τον κοίταξε με την ημεράδα του χυμένη σ' όλο το πρόσωπό του. Του χαμογέλασε σα να' θελε να του δώσει κουράγιο.
- Τι σου χρειάζονται εσένα, Σαμπεθάι Καμπιλή, τέτοια λόγια;... Ραβί, τι μας χρειάζονται εμάς τέτοια λόγια;
Σήκωσε τα μάτια του κι ο Σαμπεθάι Καμπιλής και τον κοίταξε, τον αγκάλιασε με τα μάτια του - τελευταία φορά.
- Ο Θεός των πατέρων μας ας είναι μαζί σου, είπε ήσυχα και λυπημένα. Κι ας σε φωτίσει.
- Καλό νύχτωμα, είπε ο άλλος φιλικά - είταν η ευχή κι ο χαιρετισμός που συνήθιζαν οι Εβραίοι τ' απόγευμα.
Με σίγουρο χέρι ο Σαμπεθάι Καμπιλής ξερίζωσε τ' άγριο φύτρο. Δεν είταν και δύσκολο. Ο Γιοσέφ διώχτηκε σε λίγο απ' το σκολειό της «Αλλιάνς Φρανσαίζ». Οι πόρτες του κλείστηκαν όλες, στην αρχή οι οβραίικες, ύστερα κι όλες οι άλλες. Κάτι λίγα μαθήματα που τ' απόμειναν κοπήκαν και κείνα - τα παιδιά αρρωστήσανε ξαφνικά ή τα οικονομικά των γονέων έτυχε πάνω στην ώρα και στένεψαν, δε μπορούσανε πια να πληρώσουν. Ζώστηκε ολούθες από τη φτώχεια, κυνηγήθηκε με κείνον τον τρόπο που ξέρουν στην επαρχία να κυνηγούνε - διώχτηκε. Και λίγο πιο ύστερα πέθανε, πολύ νέος ακόμα, κάπου μακριά εκεί στη Μακεδονία. Η μικρή Ιερουσαλήμ για μια ακόμα φορά τον απέκτεινε τον προφήτη της. Η παρασυναγωγή στο μανάβικο του Χαΐμ Εζρά σκόρπισε.
Ο Σαμπεθάι Καμπιλής αναρωτήθηκε τότες μην είχε μαζί ξεριζώσει και την καρδιά τη δική του. Το ζύγισε, το ξαναζύγισε, το λογάριασε απ' όλες τις μεριές. Και μια χαρά πρωτοφανέρωτη τον πλημμύρισε. Η καρδιά του είχε βαφτιστεί και με τη θυσία στην αγάπη του Κυρίου του. Την ένιωθε αμοίραστη, δυναμωμένη και φτερωμένη. Τίποτα άλλο δεν είτανε μέσα - μήτε πόνος για τον Γιοσέφ μήτε λύπη για τα παλιά, μήτε δισταγμός - τίποτα.
Ήξερε ωστόσο πως τα μουρμουρίσματα δεν σταματούσανε στα οβραίικα και μέσα σ' όλη την πόλη μ' αυτή την υπόθεση του Γιοσέφ. Είταν μια ευκαιρία για όλους όσοι θέλανε να χτυπήσουν τον Σαμπεθάι Καμπιλή και πίσω απ' αυτόν τον Μητροπολίτη. Τέτοιες ευκαιρίες στην πόλη μας δεν τις αφήνανε να χαθούνε. Βγήκανε, λοιπόν, και λέγανε πως ο Γιοσέφ δεν έκανε τίποτα δίχως να ρωτήσει τον Καμπιλή, όλα μαζί τα κάνανε, μπορεί και να' τανε και σχέδιο της «Σιών», και μονάχα την τελευταία στιγμή, όταν η ελληνική αστυνομία πήρε τα μέτρα της, τότε μονάχα ο Σαμπεθάι Καμπιλής τον ξεπούλησε τον άνθρωπο το δικό του - με δυο λόγια, ρίχναν όλο το βάρος απάνω του. Άλλοι, πάλι, μουρμουρίζανε πως ο Γιοσέφ Ελιγιά δεν είταν κομουνιστής, τίποτα κακό δεν έκανε κ' η ελληνική αστυνομία δεν τον πείραξε κι ούτε κ' είχε σκοπό να τον πειράξει ποτές έναν τέτοιο άνθρωπο, μα ο Σαμπεθάι Καμπιλής θέλησε να τον ξεφορτωθεί γιατί φοβήθηκε για τη δική του θέση και τον εξόντωσε τον καημένον - δουλειές του Μητροπολίτη. Άλλοι κοίταζαν το πράμα βαθύτερα και στο πρόσωπο του Σαμπεθάι Καμπιλή βλέπαν την απονιά των Οβραίων που' χανε σταυρώσει και το Χριστό - αυτοί δεν γίνονται ανθρώποι, μόνο εμείς τους αφήνουμε και καζαντίζουν και τους έχουμε ανοιχτές όλες τις πόρτες...
Ο Σαμπεθάι Καμπιλής έσκυψε και ξανάκουσε την καρδιά τη δική του. Φτεροκοπούσε πάντα. Και μαζί με τη χαρά την πρωτοφανέρωτη ένιωθε τώρα πόσο βαθιά τον καταφρονούσε όλον αυτόν τον όχλο - των Οβραίων και των Ρωμιών - με τις τιποτένιες φροντίδες, τις χαρές του τις ψεύτικες, με την καρδιά την αδύνατη, που δεν κόταγε να σηκώσει κεφάλι, μόνο μουρμούριζε μουλωχτά.
Τότε μαθεύτηκε πως το Σάββατο βγήκε στο Συναγώι μπροστά στους Οβραίους και τους είχε μιλήσει. Δεν είταν αλήθεια πως του μίλησε. Πήγε δίπλα στο ραβίνο και στάθηκε ταπεινός με το κεφάλι σκυμμένο και τον περίμενε να τελειώσει. Και πήρε κατόπι και τους διάβασε κι αυτός από τη Γένεση εκείνο το μέρος, το είκοσι δύο, που γράφει για τη θυσία του Αβραάμ. Τους το διάβασε οβραίικα και τους το' πε κ' ελληνικά να τ' ακούσουν όλοι τους. Τίποτα άλλο δεν είπε, δεν έδωσε καμιάν εξήγηση γι' αυτήν την εμφάνισή του. Και μόνο σαν τέλειωσε σήκωσε τα μάτια του στα «χαραφόθ» - δηλαδή κατά πάνω - κι όπως ο Αβραάμ είταν έτοιμος να θυσιάσει το γιο για την αγάπη του Θεού, έτσι και εμείς ας μένουμε πιστοί πάντα στ' όνομά του - τόσο μόνο τους είπε.
- Αμέν, ακούστηκε μέσα στο Συναγώι μια πνιγμένη βουή, σαν το βούισμα απ' τις καλαμιές που λυγάνε στον άνεμο. Η κλώσσα της Συναγωγής είχε τινάξει τα φτερά της και τα ξανάκλεισε βαριά πάνω στα τρομαγμένα κλωσσόπουλα. Η καταχνιά της προαιώνιας τάξης ξαναπλώθηκε στα οβραίικα. Μπορούσαν να το μάθουν κ' οι «άλλοι». Ο Σαμπεθάι Καμπιλής είχε τελειώσει πια μ' άλλους.
Ένα μικρό ράγισμα φανερώθηκε σε λίγο. Η πατροπαράδοτη τάξη φάνηκε πως άρχισε να σαλεύεται και στην κοινότητα των Οβραίων, όπως είτανε πια σαλεμένη για πάντα και σ' όλη την πόλη. Άρχισαν δηλαδή μερικοί από την οβραίικη φτωχολογιά και πηγαίναν εργάτες, δουλεύαν μαζί με Ρωμιούς, μαθαίνανε τέχνες, παναπεί πως δουλεύανε και το Σάββατο. Δεν είτανε και πολλοί, έφταναν ωστόσο για να φαίνεται το πρώτο ράγισμα. Οι άλλοι τους κοίταζαν ξαφνιασμένοι, περιμένανε τον κεραυνό που θα πέσει στα κεφάλια τους, τους είδαν ύστερα που δεν έπαθαν τίποτα - γίνανε πλιότεροι. Και μερικά μαγαζιά αρχίσαν και κείνα δειλά-δειλά κι ανοίγανε λίγο το Σάββατο, να μη χάνουνε τους χωριάτες που κατέβαιναν να ψωνίσουν.
- Δεν ακούνε... Δεν ακούνε, είπε μελαγχολικά ο ραβίνος κ' έξυσε το γενι του με το μεγάλο του δάχτυλο. Τον τελευταίο καιρό είχε ολότελα κουφαθεί κι όλο μίλαγε μοναχός του κι όλο κούναγε το κεφάλι του πάνω και κάτω. Κόντευε κι αυτό να ξεκαρφωθεί πίσω στο σβέρκο - σαν του Μουφτή.
Κι ο πρόεδρος της Κοινότητας τους είχε φωνάξει.
- Δεν ακούνε τίποτε. Ο ρωμαίικος ο νόμος δεν ορίζει να μη δουλεύουμε Σάββατο κ' η Κοινότητα δε μας το πληρώνει να καθόμαστε δυο φορές τη βδομάδα - κάτι τέτοια του λέγανε κ' είτανε κ' αυτός πολύ λυπημένος.
Ο ρωμαίικος ο νόμος;... Ο Σαμπεθάι Καμπιλής δεν είπε τίποτα. Άφησε το πράμα και κύλησε λίγο καιρό μονάχο του. Και ξαφνικά πήρε μια μέρα ένα μάστορα και δυο-τρεις εργάτες και τους έφερε στο μαγαζί του. Τους έβαλε και γκρεμίσαν την πορτούλα. Τα παιδιά του κι ο Σιέμος κοιταζόντανε, κοιτάζαν και δεν πιστεύαν τα μάτια τους. Αυτός στεκόταν εκεί με τα παιδιά ανοιχτά και τα χείλια σφιγμένα. Τους κοιτούσε που γκρεμίζαν αυτή την πόρτα, γκρεμίσαν όλον τον τοίχο. Ένας κόσμος παλιός γκρεμιζόταν για πάντα, έφευγε πίσω. Και ξεπρόβαλε τώρα ο θησαυρός της δικής του πραμάτειας - να τον βλέπουν όλοι.
Τράβηξε λίγο παραμέσα το τραπέζι και ξανακάθισε σάμπως να μην είχε γίνει τίποτα. Κι ολότελα ξαφνικά, έτσι ξαφνικά όπως είχε γκρεμίσει τον τοίχο, ξανοίχτηκε μέσα στην αγορά - πιστώσεις, εμπορεύματα, συνεταιρισμούς. Τα οβραίικα μαγαζιά βρεθήκανε όλα δεμένα με το δικό του - συμβόλαια, συνεταιρισμοί, πιστώσεις, συμφέροντα και κέρδη. Κανένα δεν ξανάνοιξε Σάββατο. Γύρω στους εμπόρους βολοδέρνανε κ' οι μικρότεροι - μεσίτες, μεταπράτες, μικρέμποροι και πραματευτάδες, οι γυρολόγοι. Παρακάτω δένανε κι αυτοί την οβραίικη φτωχολογιά με τα χίλια σκοινιά - παράδες, ανάγκες, συγγένειες, ελπίδες. Ο ίσκιος του μαγαζιού του τους σκέπασε όλους. Συναγώι, Κοινότητα και το μαγαζί το δικό του είταν τώρα ένα και τα τρία - ο νόμος του Αβραάμ, ο φόβος και το χρήμα - η κλώσσα. Τίποτα πια δεν μπορεί να σαλέψει μέσα στα οβραίικα δίχως τη θέληση τη δική του.
Η μάνα του Γιοσέφ, αυτή μονάχα είχε απομείνει κει πέρα, έξω απ' τη θέληση τη δική του, έξω από κάθε νόμον οβραίικο ή ρωμαίικον. Μισοζωντανή μισοπεθαμένη, μισογνωστική και μισόζουρλη, τριγύριζε από δρόμο σε δρόμο κι από πόρτα σε πόρτα και ρωτούσε τους Οβραίους για τον Γιοσέφ αν εμάθανε τίποτα - αυτή δεν ήξερε και τον περίμενε ακόμα. Κ' οι Οβραίοι σκύβανε το κεφάλι τους, δεν ξέρανε τι να της πούνε, μερικοί τρέχανε να κρυφτούν, δε θέλαν να πέσουν απάνω της. Ο Σαμπεθάι Καμπιλής το' ξερε κι αυτό, πως ο Χαΐμ Εζρά της μάζωνε πάντα κάτι λίγα λεφτά στο μαγαζί του και πήγαινε και της τα' δινε. Να του το' κοβε - χειρότερα. Έπεσε στα γόνατα και παρακάλεσε ταπεινά το Θεό του να τη σηκώσει μιαν ώρα αρχύτερα να τελειώσει και το δικό της το βάσανο.
Ο Θεός άκουσε τη φωνή του - η γριά πέθανε κι αυτή πολύ γρήγορα. Και μόνο τότε που δεν έμεινε τίποτα πια, τότε μονάχα την ένιωσε τη λύπη που τόσον καιρό του' τρωγε την καρδιά. Την ένιωσε και φοβήθηκε. Φοβήθηκε για το ράγισμα, πως δεν είταν όξω, στην Κοινότητα, με τους λίγους φουκαράδες που θέλανε να δουλέψουνε Σάββατο και δεν ξανακότησαν, με τους πέντε-δέκα εμποράκους που θέλαν ν' ανοίξουν το Σάββατο και δεν ξανανοίξανε. Πως η πίστη η δική του δεν είταν αμόλευτη σαν και πρώτα, αφού λογάριαζε την καρδιά του αν χαιρόταν ή πόναγε και σκεφτότανε κι αυτός σαν τους άλλους και τούτο και κείνο και τη γριά και το θάνατο - αυτό φοβήθηκε. Και βιάστηκε να ξεπλύνει την προδοσία και την αμαρτία του.
Έτσι τ' αποφάσισε τότε και γίνηκε πρόεδρος της Κοινότητας. Άρχισε και πήγαινε ταχτικά στο νομάρχη και το δήμαρχο, είχε γράμματα με τους βουλευτές του νομού, μπήκε στο συμβούλιο του Εμπορικού Συλλόγου και του Επιμελητηρίου, έβαλε το Σιέμο στο Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης. Κάπου-κάπου έδινε και μικρά ανώνυμα αρθρίδια στην τοπική εφημερίδα για τα ζητήματα της Κοινότητας των Οβραίων και για ζητήματα γενικότερα.
- Χαίρομαι πάρα πολύ που η ισραηλιτική μας Κοινότητα αρχίζει να γίνεται κοινωνικός παράγων τόσο δραστήριος, έλεγε ο εκδότης της και τσέπωνε το φάκελο με το παραδάκι.
Ο Σαμπεθάι Καμπιλής σήκωνε τα μάτια και κοίταζε αυτό το μούτρο που χαιρότανε για την ισραηλιτική μας Κοινότητα. Αν ντρεπόταν εκείνη τη στιγμή για τον εαυτό του, αν λυπόταν για τον παλιό τον καιρό, θα' χε πάλι τύψεις το βράδυ.
Τώρα φόραγε κι αυτός μια ρεπούμπλικα στο κεφάλι του κανονικά πατημένη, έβαλε το παλτό με κουμπιά σταυρωτά κι από την άνοιξη και πέρα ως το τέλος του καλοκαιριού ντυνότανε μ' ανοιχτότερα ρούχα. Ο παλιός ο καιρός της ταπεινοσύνης που χρειαζότανε τότες κ' έφτανε και περίσσευε, φαινότανε πια μακριά, σα να' τανε μονάχα ένα βιβλίο μέσα στη Βίβλο, δίπλα στο Λευιτικό, σα να' χε πεθάνει μαζί με το Μουφτή που κούναγε το κεφάλι του, με το Γιοσέφ που δεν ήξερε να κουμπώσει τα κουμπιά του παντελονιού του...
Η ομίχλη είχε πέσει βαριά - έτσι γινότανε καμιά φορά το χειμώνα σ' αυτή την πόλη. Ώρα περασμένη ο Σαμπεθάι Καμπιλής κατέβαινε κατά τον οβραίικο μαχαλά με τα χέρια σφιγμένα μέσα στις τσέπες του παλτού του. Είταν λυπημένος πάλι κι ούτε το κατάλαβε πως πέρασε την παλιά πόρτα του Κάστρου και βρισκότανε πια μέσα στα οβραίικα. Ψυχή πουθενά. Κάπου κάπου σε κανένα παράθυρο φως. Είτανε μπροστά στην πόρτα του Χαΐμ Εζρά.
- Χαΐμ, ε Χαΐμ, φώναξε δυνατά. Τον φώναξε πρώτα κ' ύστερα μόνο αναρωτήθηκε τι τον ήθελε. Τίποτα δεν τον ήθελε, μετάνιωσε, ντράπηκε, κίνησε να φύγει. Το παράθυρο άνοιξε - δε μπορούσε πια να φύγει. Ο Χαΐμ Εζρά έσκυψε από πάνω με τα νυχτικά του:
- Τι είναι; Καμιά φωτιά πάλι;
- Όχι, εγώ είμαι... Ο Σαμπεθάι.
- Καμπιλής;
- Ναι, εγώ.
- Και τι;
- Μέρες είχα να σε δω...
- Θέλεις τίποτα;
- Όχι... Πέρναγα, είδα το φως... Είπα, δεν έπεσες ακόμα, έτσι μου' ρθε να σε φωνάξω.
Σώπασαν. Ο Χαΐμ Εζρά από πάνου δεν τον έβλεπε καλά μέσα στο σκοτάδι.
- Τώρα γυρίζεις, ρώτησε για να πει κάτι κι αυτός.
- Τώρα, ναι... Δύσκολα, Χαΐμ, όλο δυσκολότερα.
- Σωστά χαγιασέμ, του ξέφυγε κ' ύστερα από τόσον καιρό το ξανάπε.
Καληνυχτίστηκαν, ο Χαΐμ Εζρά έκλεισε το παράθυρο.
- Σωστά χαγιασέμ, το ξανάπε μόνος του μέσα στο δωμάτιο και στάθηκε κι άκουσε τη φωνή του. Του φάνηκε πολύ ταιριαστό για την περίσταση, για κάθε περίσταση, πολύ ωραίο και πολύ αστείο. Κ' έχει και νόημα... νόημα βαθύ - γιατί το σταμάτησε; Αύριο κιόλας το ξαναρχίζει - σωστά, σωστά χαγιασέμ, δύσκολα, όλο δυσκολότερα, κύριέ μου...
Ο Σαμπεθάι Καμπιλής πήγε λίγο παρακάτω και στάθηκε. Ο δρόμος είταν έρημος, ησυχία βαθιά τον έζωνε, δεν ακουγότανε τίποτα, τίποτα. Τίποτα εδώ δεν σαλεύει δίχως τη δική του τη θέληση. Κι ωστόσο μέσα στην αντάρα όλα φαίνονται να γλυστρούνε - όλα γλυστρούνε και φεύγουν και πέφτουν, όλα, κάθε μέρα - να το, λοιπόν, η καρδιά του γλυστράει:
- Γιοσέφ... Καρδιά μου Γιοσέφ... Γιατί; Γιατί εσύ;... Κύριε... Γιατί διάλεξες αυτόν να με δοκιμάσεις;
Ακούμπησε στο στύλο, έβγαλε το καπέλο του και σκούπισε το κεφάλι του που το' λουζε ο ιδρώτας. Μέσα στο σκοτάδι είδε τότες την άγρια μορφή του θεού του, μέσα στην ερημία του οβραίικου μαχαλά ξανάκουσε τη φωνή του...
Να ξυπνάει τον κόσμο για ν' ακούσει, λέει, μια οβραίικη φωνή μέσα στη νύχτα!... Και τι σου χρειάζονται εσένα, Σαμπεθάι Καμπιλή, τέτοια λόγια;
Η προδοσιά κ' η αμαρτία του τον πλακώσαν εκεί μ' όλο το βάρος της νύχτας. Κ' εκεί, το ορκίστηκε τότες μια φορά και για πάντα να μην την αφήσει ποτές απ' τα χέρια του την κοινότητα του Κυρίου του...
Τ' άλλα που γίναν ύστερα θα' πρεπε να' ναι ο επίλογος του χρονικού μιας ισραηλιτικής Κοινότητας στην Ελλάδα. Ποτές δεν είταν ο σκοπός μου να το γράψε εγώ ένα τέτοιο χρονικό - και δεν νομίζω πως είναι δουλειά μου. Εγώ για τον Καμπιλή τον δικό μου ήθελα να πω, που γέρασα κι ακόμα δεν τα κατάφερα να το ξέρω τι αγάπησα και τι μίσησα από την πίστη του. Τα είπα - όπως μπορούσα.
Μα η ζωή τούτη τη φορά θέλησε να κλείσει η ίδια το διήγημα, δίνοντας αυτή - σπάνιο πράγμα - την αναγκαία λύση. Αρκεί, λοιπόν, ν' αναφέρω χρονογραφικά πως ο Σαμπεθάι Καμπιλής τον κράτησε στ' αλήθεια τον όρκο που' δωσε στο Θεό του εκείνη τη νύχτα και δεν την άφησε απ' τα χέρια του την Κοινότητα των Εβραίων ως την τελευταία στιγμή - ως το Θάνατο, το δικό του και το δικό της.
Όταν ακούστηκαν οι Γερμανοί και κατέβαιναν στην Ελλάδα, άρχισε και στη μικρή Κοινότητα των Εβραίων αυτής της πόλης ο μεγάλος τρόμος. Όλοι ξεπουλούσαν, άλλοι φκιάχνανε λίρες, όλοι φώναζαν να σκορπίσουν και να κρυφτούνε μέσα στους Ρωμιούς. Η κοινότητα τρανταζόταν ολόκληρη, ακόμα λίγο και θ' άρχιζε το σωτήριο σκόρπισμα.
Δεμένους με τα χίλια σκοινιά του, δίβουλους και τρομαγμένους, ο Σαμπεθάι Καμπιλής τους κράτησε κει, με χίλιους τρόπους, με μηχανές κ' ελπίδες και με φοβερίσματα, να μη σκορπίσουν μονάχα, να μην του φύγουν. Και τους προφτάσαν, εκεί. Και τους πήραν όλους: και τον κουφό το χαχάημ και τις γριές και τους γέρους και κείνους που θέλανε να δουλέψουνε το Σάββατο και τους άλλους όλους που δεν πιάνανε τη φωτιά και τα μικρά τα παιδιά τους με τα σπυριά και του Σαμπεθάι Καμπιλή τα παιδιά και το Σιέμο και τον ίδιον τον Σαμπεθάι Καμπιλή. Και χαθήκαν όλοι - τέσσερις χιλιάδες ψυχές, έξω από κείνους τους λιγοστούς, μετρημένους στα δάχτυλα - που δεν θέλησαν ν' ακούσουν τον Σαμπεθάι Καμπιλή και τα σπάσανε τα σκοινιά του και φύγανε, κρύφτηκαν μες στους Ρωμιούς ή πήγανε στο βουνό που τους φώναζαν οι εαμίτες.
Μέσα σε λίγες ώρες η Κοινότητα των Εβραίων βούλιαξε ακέρια. Με τη Συναγωγή της, τα μαγαζιά της, τους παράδες τους μαζωμένους πεντάρα-πεντάρα. Δεν έμεινε τίποτα. Η μικρή μας πόλη με πιασμένη την ανάσα άκουσε το σπαραγμό και το θρήνο που υψώθηκε απ' τα οβραίικα. Είταν ο ύστατος θρίαμβος του Σαμπεθάι Καμπιλή.