Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επανάσταση 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επανάσταση 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Μαΐου 2012

Ένα "χαρτί" που ξοφλήθηκε στο ακέραιο


Κανάρης γύριζε τ 1825 πρακτος π τν λεξάνδρεια, που εχε πάει ν κάψη τν Τουρκοαιγυπτιακ στόλο. Κα σ ν μν φτανε πίκρα του γι τν ποτυχία, κουγε κα τ μουρμουρητ τν ναυτν του, πο μέρες εχαν ν φν κα ν πιον νερό. Τ καράβι τους εχε σώσει π μέρες τς προμήθειές του. Πλέοντας λοιπν στ’ νοιχτά, κάποιος ναύτης τν πλησιάζει κα το λέει:

―Καπετν Κωνσταντή, να καράβι π μακριά.

―Καλά, το ποκρίνεται συχα Κανάρης.

Σ μισ ρα τ δυ πλοα βρέθηκαν κοντ κα ο νατες το Κανάρη παρατήρησαν, τι ταν να μεγάλο αστριακ στιοφόρο.

μπρός, παιδιά, πιάστε τος γάντζους, προστάζει πυρπολητής.

Μερικο π τος νατες πραν τ τουφέκια τους, λλοι κατέβασαν μι βάρκα κα μ τος γάντζους κόλλησαν στ ξένο πλοο. Τότε Κανάρης μ τν χώριστό του σύντροφο Μικ κα μερικος λλους νατες σκαρφαλώνει σ’ ατ μ τν πιστόλα στ χέρι κα παρουσιάζεται στν πλοίαρχο.

―Τί θέλετε; ρωτ μ τρόμο Αστριακός, γιατ νόμισε, πς ταν πειρατές.

―Θέλομε ν μς δώσης ψωμί, τυρί, νερ κα π ,τι λλο χεις, γιατ πεθαίνομε π τν πενα.

πλοίαρχος κατάλαβε τότε μ ποιος εχε ν κάνη κα προστάζει τος νατες του ν τος φέρουν ψωμιά, τυρί, να βαρέλι σαρδέλες κα ρκετ νερό. φο τ κατέβασαν στ βάρκα, Κανάρης επε στν Αστριακ πλοίαρχο:

―Λεφτ δν χω τώρα ν σ πληρώσω· γράψε λοιπν πόσα κάνουν σ’ να χαρτ κα φέρε το ν σο τ πογράψω.

―Δν κάνει τίποτε, ποκρίθηκε πλοίαρχος γνωρίζοντας τ φτώχεια τν παναστατν.

―Φέρε το, επα, κα γράψε δυ χιλιάδες γρόσια! πάντησε θυμωμένος πυρπολητής. Τ πόγραψε κα τ δίνει στν πλοίαρχο λέγοντας:

―Τ θνος μας θ σ πληρώση!

λλ σες δν χετε θνος, τόλμησε ν π κενος.

στραψαν τ μάτια το Κανάρη, γρίεψε τ πρόσωπό του κα μ θυμ κα περιφρόνηση επε:

―Σ δν χωμε θνος, θ κάνωμε!

τσι χωρίστηκαν, νας πιστεύοντας στ λόγια του, πο ταν πεποίθηση λων τν σκλαβωμένων, κα λλος κουνώντας τ κεφάλι του π δυσπιστία στ νειροπολήματα τν ραγιδων.

ξόφληση

Πέρασαν τ χρόνια κα Ελλάδα γινε λεύθερη. Κανάρης, σεβαστς πι ναύαρχος, ταν πουργς τν Ναυτικν, κα καπετν Μικς πλοίαρχος σ’ μπορικ σκάφος. Μικς τυχε κάποτε στ Γαλάζι τς Ρουμανίας ν’ γοράζη σιτάρι. κε βρκε κα τν Αστριακ πλοίαρχο, πο τότε μόνο τν ναγνώρισε, ταν το θύμισε τν παλι δυσάρεστη συνάντηση· τν παρακίνησε μάλιστα ν περάση π τν θήνα, γι ν πληρωθ, κα μ κόπο τν κατάφερε ν δεχτ. να πρω λοιπν Μικς κα Αστριακς πγαν στ πουργεο κα ζήτησαν ν δον τν Κανάρη. μα μπκαν, Μικς το επε:

 ―ξοχώτατε, θυμσαι, πο πόγραψες μι πόδειξη γι δυ χιλιάδες γρόσια σ’ να πλοίαρχο Αστριακ κοντ στν λεξάνδρεια;

, ναί, θυμομαι, πάντησε, φο σκέφτηκε λίγο Κανάρης.

―Ν λοιπόν, πλοίαρχος ρθε ν πάρη τ χρήματα.

Κανάρης ζήτησε τν πόδειξη, τν κοίταξε καλ καλ κα πειτα μ θνικ περηφάνια λέει στν Αστριακό:

―Βλέπεις, πλοίαρχέ μου, πς μες ο λληνες ,τι λέμε τ κάνομε! πόγραψε κατόπιν να νταλμα κα τό δωσε στν πλοίαρχο, γι ν πληρωθ

Αναγνωστικό Έκτης Δημοτικού, 1952


Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Μια Αυλή γεμάτη Έλληνες - η Αυλή του Αλή Πασά


Προδημοσίευση από το υπό έκδοση έργο «Αλή Πασάς» ο απόλυτος ηγεμόνας,

του Αναστασίου Παπασταύρου αρχιτέκτονα μηχανικού, πρώην Δημάρχου της πόλεως των Ιωαννίνων (στο περιοδικό Ζωσιμάδες τεύχος 37 Οκτώβριος 2011)








Μάνθος Οικονόμου, Σπύρος Κολοβός, Σταύρος Τσαπαλάμος


Μαρίνογλου, Μιχαλάκης Χαντζερής, Γεώργιος Τουρτούρης και πολλοί άλλοι

Ο πρώτος αυλικός Αλέξιος Νούτσος, Το πρωτοπαλήκαρο Οδυσσέας Ανδρούτσος

Ο πρώτος μυστικοσύμβουλος - Αθανάσιος Ψαλίδας

Ο Υπασπιστής - Γεώργιος Καραϊσκάκης

Ο Μπιστικός - Ευάγγελος Ζάππας

Ο Τζοχαντάρης - Αθανάσιος Διάκος

Ιωάννης Δυοβουνιώτης, Γιωργάκης Βαλτινός, Ανδρέας Ίσκος

Θανασούλας Βαλτινός, Θεοδωράκης Γρίβας, Αλεξάκης Βλαχόπουλος

Το Αρχείο του Αλή

Προδημοσίευση από το υπό έκδοση έργο «Αλή Πασάς» ο απόλυτος ηγεμόνας, του Αναστασίου Παπασταύρου αρχιτέκτονα μηχανικού, πρώην Δημάρχου της πόλεως των Ιωαννίνων (στο περιοδικό Ζωσιμάδες τεύχος 37 Οκτώβριος 2011)

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2009

Η δολοφονία του Αλέξη Νούτσου το 1822 από τον ...


Ο Αλέξης Νούτσος το καλοκαίρι του 1821 κατεβαίνει στην επαναστατημένη Ελλάδα. Γνωρίζει τους Φαναριώτες πολιτικούς και τους Έλληνες καπεταναίους και αναμιγνύεται στα πολιτικά και στρατιωτικά πράγματα.

Προσπαθεί να απεμπλέξει και να γλιτώσει τους Αλβανούς φίλους του που βρίσκονται κλεισμένοι στην Τριπολιτσά. Το επιτυγχάνει ύστερα από διαπραγματεύσεις και τους στέλνει στον Αλή Πασά στα Γιάννινα.

Ο Αλέξης δεν ξεχνά τον Αλή Πασά κυρίως πια για συναισθηματικούς λόγους. Του στέλνει πληροφορίες και προσπαθεί να του στείλει και στρατιωτική βοήθεια αλλά ματαίως.

Ο Αλής πέφτει τον Ιανουάριο του 1822 κι ο Αλέξης ξεχειμωνιάζει με την οικογένειά του στη Λευκάδα.

Την Άνοιξη του 1822 κατεβαίνει στην Πελοπόννησο, στην πρώτη Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου, ύστερα από πρόσκληση του Μαυροκορδάτου για βοήθεια.

Στην Πολιτική Διοίκηση που σχηματίστηκε εκλέχτηκε πρόεδρος του Εκτελεστικού ο Μαυροκορδάτος και Υπουργός Εσωτερικών και Πολέμου ο Ιωάννης Κωλέττης, φίλος του Αλέξη από την αυλή του Αλή Πασά.

Ο Μαυροκορδάτος και ο Κωλέττης, από την Κόρινθο όπου εδρεύει η Πολιτική Διοίκηση, στέλνουν τον Αλέξη Νούτσο στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα με σκοπό να συνενώσει πολιτικούς (Αρειοπαγίτες) και στρατιωτικούς (Ανδρούτσος).

Εκεί τα πάντα έχουν διαλυθεί απ’ τη διχόνοια και τις φιλοδοξίες.

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος υπόσχεται συνεργασία και δίνει ελπίδες στον Αλέξη Νούτσο.

Τούτος γυρίζει στην Κόρινθο όπου η κυβέρνηση τον διορίζει πολιτικό και στρατιωτικό αρχηγό της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας.

Το Μάιο φεύγει από την Κόρινθο και φτάνει στο Δίστομο όπου αρχίζει επαφές με πολιτικούς και στρατιωτικούς. Οι Αρειοπαγίτες κατηγορούν τον Ανδρούτσο και τούμπαλιν.

Ο Νούτσος πάει στη Στυλίδα όπου συναντά τον Δημήτριο Υψηλάντη που είναι αηδιασμένος από το μίσος και τη διχόνοια που επικρατούν.

Ο Ανδρούτσος καλεί το Νούτσο στη «Δρακοσπηλιά» όπου στρατοπεδεύει.

Ο Αλέξης Νούτσος, ανύποπτος και αισιόδοξος, πάει προς συνάντηση του Οδυσσέα. Παίρνει μαζί του και το Χρήστο Παλάσκα μια που και οι τρεις ήταν φίλοι στην αυλή του Αλή Πασά.

Εδώ στη «Δρακοσπηλιά» ο Οδυσσέας Ανδρούτσος δολοφονεί τους φίλους του Αλέξη και Χρήστο.

Οι μηχανογραφίες και η διχόνοια επικράτησαν.

Οι κοτζαμπάσηδες και οι καπεταναίοι, που ζήλευαν την αρχοντιά και την αίγλη του Αλέξη Νούτσου και φοβόντουσαν την παλληκαριά του Οδυσσέα Ανδρούτσου, τους ξεπάστρεψαν και τους δυό.

------------------------------------------------------------------

Επρασινίσαν τα κλαριά κι ελάλησεν ο κούκος

κι ο Αλέξης δεν εφάνηκε να βγει προς το Ζαγόρι,

να βάλει τούρκους ομπροστά και τους ρωμιούς του πίσω

και τον Κασίμη στο πλευρό ν’ ανάφτει το τσιμπούκι.

-Εσείς πουλιά αχ τα Γιάννενα κι αηδόνια αχ το Ζαγόρι

εσείς να μη λαλήσετε τούτο το καλοκαίρι

να πάτε προς τη Λιβαδιά, τη μαύρη την Αθήνα

να δείτε και να μάθετε γι’ αυτόν τον Κυρ’ Αλέξη.

- Εψές προψές τον είδαμαν στο χάνι της Βεντίστας

μαύρα πουλιά τον έτρωγαν κι άσπρα τον τριγυρίζαν

κι ένα πουλί, μαύρο πουλί, κάθεται και τον κλαίει:

-Να τώξερε η μάνα σου η δόλια σου γυναίκα

μην άλλαζαν την Πασχαλιά και τα φλουριά μη βάναν

------------------------------------------------------------------

(από το ημερολόγιο του 2002, του Πολιτιστικού Συλλόγου Καπεσόβου «Ο Αλέξης Νούτσος» με τίτλο «Συνέβη στο Καπέσοβο … και έγινε τραγούδι»