Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατοχή στα Γιάννενα 1941-44.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατοχή στα Γιάννενα 1941-44.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014

Οι Λιγκιάδες στις φλόγες 3 Οκτωβρίου 1943

Τοποθεσία του εγκλήματος: Λυγκιάδες Ιωαννίνων

Ημερομηνία του εγκλήματος: 3 Οκτωβρίου 1943

Κατηγορίες: τραυματισμοί, εκτελέσεις, πυρπόληση του χωριού, λεηλασίες, κατάσχεση ζώων, απανθράκωση ανθρώπων, κακοποιήσεις, τυφεκισμοί 40 παιδιών

Κατηγορούμενοι:
1)      Λαντς Χούμπερτ, στρατηγός, διοικητής του ΧΧΙΙ ου Ορεινού Σώματος Στρατού
2)      Μάγιερ, ταγματάρχης
3)      Φον Στέττνερ Βάλτερ, υποστράτηγος, διοικητής της 1ης Μεραρχίας ορεινών καταδρομών
4)      Μπάουερ Κάρλ, αξιωματικός από το Μόναχο
5)      Υποδιοικητής του Μπάουερ με μικρό όνομα Χανς
6)      Λέδι ή Λέντι, λοχαγός
7)      Σχιούμαχερ Καρλ ανθυπολοχαγός από τη Βαυαρία – ίσως ο πιο αμέτοχος – για να καλυφθούν και οι πραγματικοί ένοχοι. Ο Καρλ Σχιουμάχερ είχε αρνηθεί να πάρει μέρος στην «επιχείρηση» στους Λιγκιάδες και εκείνη την ημέρα έκανε τον άρρωστο.  

Διοικητής της μονάδας (εφεδρικό τάγμα 79)  που αιματοκύλισε τους Λιγκιάδες ήταν ο Άλφερντ Σρέπελ.
Ο Φραγκ Μάγερ (συγγραφές του Αιματοβαμμένου Εντελβάις) εντόπισε τον Σρέπελ, αλλά καμιά εισαγγελία στη Γερμανία δεν άρχισε ποτέ προκαταρτικές έρευνες για τη δράση του στην Ελλάδα. Έτσι δεν ασκήθηκε καμιά ποινική δίωξη ενεντίον του.

Ο κύριος υπεύθυνος στην Ήπειρο, ο στρατηγός Χούμπερτ Λαντς, καταδικάστηκε το 1948 στη Νυρεμβέργη από αμερικανικό στρατοδικείο σαν εγκληματίας πολέμου σε δώδεκα χρόνια φυλάκιση. Μετά από λίγο όμως του απονεμήθηκε χάρη. Βγήκε από τη φυλακή το 1952.

Οι πρώτες ανακρίσεις για τα Εθνοσοσιαλιτικά Εγκλήματα Βιαιοπραγιών – Ελληνικά Θέματα, ξεκίνησαν από την εισαγγελία του Μονάχου το 1957. Μεταξύ τους βρισκόταν και προανακριτικές έρευνες εναντίον του στρατηγού Λαντς.
Μα όλες οι ανακρίσεις αυτές κατέληξαν στο αρχείο. Το 1965, στο Μόναχο ξεκίνησε μια καινούργια ανακριτική έρευνα.
Ο Λαντς και ο φον Λέντε με διάφορα νομικά τεχνάσματα πέτυχαν τη δικαστική απαλλαγή τους, εξαιτίας ενός λάθους του Αντώνη Τούσση, διευθυντή του Ελληνικού Εθνικού Γραφείου Εγκλημάτων Πολέμου, που είχε αναφέρει εσφαλμένα την 4η Ιουνίου 1943 ως ημερομηνία της «τέλεσης αντιποίνων» στους Λιγκιάδες, μια περίοδο κατά την οποία ο Λαντς ήταν πράγματι ακόμα διοικητής στο ανατολικό μέτωπο.
Ακόμη ο Λαντς την ημέρα του ολοκαυτώματος βρισκόταν στην κηδεία του Ζάλμινγκερ (ο εξολοθρευτής του Κομμένου, που σκότωσαν αντάρτες του ΕΔΕΣ στο Κουκλέσι).
Ακόμα και αν ο φον Στέττνερ ήταν εκείνος που εξέδωσε την διαταγή εξολόθρευσης των Λιγκιάδων, ο Λαντς με την ημερήσια διαταγή της 1ης Οκτωβρίου 1943 (μετά την ενέδρα των ανταρτών στο Κουκλέσι) δημιούργησε το κλίμα της σφαγής.

Έτσι ο Λαντς και ο φον Λέντε επέστρεψαν αλώβητοι στις καθημερινές τους ασχολίες.
Ο Λαντς έγραψε τα απομνημονεύματά του, ίδρυσε το Σωματείο παλαιών ορεινών καταδρομέων, ορίστηκε ειδικός για θέματα άμυνας και ήταν υποψήφιος των Φιλελευθέρων στις εκλογές του 1961.
Ο φον Λέντε εργάστηκε σαν νομικός σύμβουλος του Συνδέσμου των Ιπποτών (γαλαζοαίματοι ευγενείς και πρώην μεγαλοκτηματίες) και σαν δικηγόρος βετεράνων του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Στη δίκη της Νυρεμβέργης του 1946 ο φον Λέντε θυμόταν ακόμα τους Λυγκιάδες και ότι ο Λαντς, όταν του έγινε γνωστή η καταστροφή του χωριού διέταξε «στρατιωτική δικαστική έρευνα» Το πόρισμά της, όμως, υποστήριξε ο φον Λέντε τότε, δεν του έγινε γνωστό.
(ο Λέντε εννοούσε την παρωδία έρευνας από τον στρατονόμο Τομ Κόβιακ με  διερμηνέα, τον καθηγητή της Ζωσιμαίας Παιδαγωγικής Ακαδημίας, Πουλμέντη)

Ακόμα και ο Σπυρίδων, ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων, έδωσε κατάθεση στο Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου. Μιλάει και για την ανακοίνωση που είχε ετοιμάσει το γερμανικό επιτελείο, όταν ανέλαβαν την κατοχή στην Ήπειρο μετά τον αφοπλισμό των Ιταλών. Ο Σπυρίδων λέει ότι αρνήθηκε να υπογράψει την ανακοίνωση και γι’ αυτό του επέβαλλαν κατ’ οίκον κράτηση. Αναφέρει τις σφαγές στην Παραμυθιά και στους Λυγκιάδες και υπογραμμίζει πως ο Λαντς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι ήξερε την καταστροφή των Λυγκιάδων, αφού το χωριό φαινότανε απ’ τα παράθυρα, ακριβώς απέναντι απ’ την οικία και το γραφείο του.

ΠΗΓΗ Μνήμες Κατοχής ΙΙΙ – Οι Λυγκιάδες στις φλόγες  Christoh U. Schminck Gustavus.


Απέναντι από την πόλη των Ιωαννίνων, ριζωμένο στην κορυφή του Μιτσικελιού βρίσκεται το χωριό Λιγκιάδες. Έχει την τύχη να έχει θέα όλο το λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων και την «ατυχία» να φαίνεται από την πόλη και όλη τη γύρω περιοχή.

Στις 3 Οκτωβρίου του 1943, ημέρα Κυριακή, και ενώ ακόμα δεν είχε χαράξει οι προβολείς και το πυροβολικό του γερμανικού στρατού κατοχής είναι στραμμένοι στο χωριό. Έξι καμιόνια με Γερμανούς καταδρομείς ανηφορίζουν προς τα εκεί. Μετά από λίγες ώρες το χωριό θα έχει σβηστεί από το χάρτη. Και 82 κάτοικοι – κυρίως γυναικόπαιδα και ηλικιωμένοι – δε θα προλάβουν ούτε καν να ρωτήσουν σε τι έφταιξαν.

Οι καπνοί θα σκεπάσουν τα Γιάννενα και η λήθη τη μνήμη.



Ο Christoph SchminckGustavus θα μιλήσει με τους επιζώντες της σφαγής. Θα δώσει το λόγο στα θύματα. Αλλά και θα ψάξει στη Γερμανία τους θύτες. Θα προσπαθήσει να καταλάβει γιατί ποτέ δε λογοδότησαν για τα εγκλήματά τους.

Το «Μνήμες Κατοχής ΙΙΙ. Οι Λιγκιάδες στις φλόγες» είναι το τρίτο και τελευταίο βιβλίο της τριλογίας του για την Ήπειρο.

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2014

Η σφαγή του Κομμένου 16 Αυγούστου 1943



Σφαγή του Κομμένου
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Η σφαγή του Κομμένου ήταν μια από τις μεγαλύτερες σφαγές αμάχων στην ιστορία της Γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα. Διαπράχθηκε κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, στις 16 Αυγούστου 1943, στο χωριό Κομμένο που βρίσκεται στον νομό Άρτας και είναι χτισμένο κοντά στις όχθες του ποταμού Άραχθου.

Τα γεγονότα πριν τη σφαγή

Σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα Στέφανο Παππά, μετέπειτα Γυμνασιάρχη και μάρτυρα κατηγορίας στή Δίκη της Νυρεμβέργης, στις 12 Αυγούστου 1943 ένα γερμανικό τζιπ με δύο στρατιώτες του τάγματος Φιλιππιάδας διενεργούσε περιπολία στα χωριά του Αμβρακικού κόλπου. Κάποια στιγμή το τζίπ ανατράπηκε από λακκούβα στο χωματόδρομο και προσέτρεξαν σε βοήθεια κάτοικοι του χωριού Κομμένου. Οι Γερμανοί ισχυρίζονται ότι «μέσα σε χωράφι είδαν ένα ένοπλο αντάρτη και τρόμαξαν, με αποτέλεσμα να χάσουν τον έλεγχο του οχήματος». Το τζιπ με την βοήθεια των χωρικών επαναφέρθηκε στην κανονική θέση και οι στρατιώτες ελαφρά τραυματισμένοι επέστρεψαν στη Φιλιππιάδα όπου έδωσαν αναφορά.
Ο επικεφαλής ταγματάρχης Φάλνερ (Falner) της μονάδας Φιλιππιάδας Πρέβεζας επικοινώνησε με το Στρατηγείο στα Ιωάννινα (στρατηγός Χούμπερτ Λαντς (Hubert Lanz)) και έλαβε την εντολή «να εξαφανίσει το χωριό από το χάρτη» σύμφωνα με εντολές του Αδόλφου Χίτλερ.
Κατά πληροφορίες, ο Falner αργότερα συνελήφθη από παρτιζάνους του Τίτο στη Σερβία και εκτελέστηκε. Την εντολή της σφαγής εκτέλεσε η μονάδα της Φιλιππιάδας με επικεφαλής τον υπολοχαγό Κόβιακ (Koviack). (Στέφανος Παππάς: "Η Σφαγή του Κομμένου", Αθήνα 1996 και Γκούβας Χαράλαμπος: "Η Ιστορία του Νομού Πρέβεζας", έκδοση 2009).

Όμως, υπάρχει και δεύτερη άποψη.[1]. O συγγραφέας Χέρμαν Φρανκ Μάγιερ[2] (τέκνο Ναζιστή αξιωματικού πού εκτελέστηκε από Έλληνες αντάρτες), το έτος 2008 ισχυρίζεται ότι το βιβλίο του αυτόπτη μάρτυρα Στέφανου Παππά έχει κάποιες ανακρίβειες. Κατά τον Μάγερ, «ο Hubert Lanz δεν είναι ο εντολέας της «ισοπέδωσης» του Κομμένου, διότι αφίχθη στην Ήπειρο στις 9 Σεπτεμβρίου 1943 ενώ η σφαγή έγινε στις 16 Αυγούστου 1943».[3].

Σύμφωνα με μιά άλλη άποψη, στις 12 Αυγούστου 1943 μια μικρή ομάδα ανταρτών μπήκε στο χωριό Κομμένο με σκοπό τη συγκέντρωση τροφίμων. Στη διάρκεια της παραμονής τους, μια αναγνωριστική ομάδα από δύο Γερμανούς μοτοσυκλετιστές μπήκε τυχαία στο χωριό και μόλις είδαν τους αντάρτες έφυγαν χωρίς να εμπλακούν μαζί τους. Οι κάτοικοι που αντιλήφθηκαν το γεγονός το ίδιο βράδυ διανυκτέρευσαν στην ύπαιθρο φοβούμενοι αντίποινα. Αντιπροσωπεία των κατοίκων την άλλη μέρα πήγε στον Ιταλό διοικητή της Άρτας με σκοπό να εξηγήσουν τα γεγονότα και να ζητήσουν την κατανόηση του για το συμβάν. Εκείνος τους καθησύχασε και τους διαβεβαίωσε οτι δεν υπήρχε κίνδυνος. Διαφορετική όμως ήταν η άποψη της Γερμανικής διοίκησης της 1ης Ορεινής Μεραρχίας που έδρευε στα Γιάννενα. Καθώς οι προσπάθειες των κατακτητών να πλήξουν το αντάρτικο είχαν ισχνά αποτελέσματα, οι Γερμανοί αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν παραδειγματική επιχείρηση αντιποίνων.

Η σφαγή
Σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα Στέφανο Παππά, η μηχανοκίνητη μονάδα ναζιστικών στρατευμάτων από τη Φιλιππιάδα, με την εντολή της Διοίκησης Ιωαννίνων, εισέβαλε στο χωριό Κομμένο της Άρτας τα χαράματα της 16ης Αυγούστου 1943, με το πρόσχημα των αντιποίνων για την ύπαρξη ανταρτών του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ στην περιοχή. Το χωριό κοιμόταν ήσυχο μετά από γαμήλια γιορτή πού είχε γίνει την προηγούμενη ημέρα. Στο χωριό υπήρχαν και ορισμένοι φιλοξενούμενοι από την Πρέβεζα. Την εποχή εκείνη πρακτικά το Κομμένο ανήκε στο Νομό Πρέβεζας με θαλάσσια επικοινωνία. Τα ναζιστικά στρατεύματα προέβησαν σε μια άνευ προηγουμένου σφαγή του άμαχου πληθυσμού. Έστησαν πολυβόλα στις εισόδους του χωριού, εισέβαλαν στα σπίτια και σκότωσαν όποιον έβρισκαν μπροστά τους και στο τέλος έβαλαν φωτιά και τα έκαψαν. Λίγοι ξέφυγαν με βάρκες στον Αμβρακικό Κόλπο. Στο τέλος της σφαγής οι ναζί στρατιώτες κάθισαν στην πλατεία του χωριού όπου έφαγαν και ήπιαν μπύρες αφήνοντας εκεί άδειες κονσέρβες, δίπλα σε 7 πτώματα. Συνολικά οι νεκροί της σφαγής ήταν 317 άτομα. Διασώθηκαν 440 άτομα. Η σφαγή του Κομμένου Άρτας είναι ισοδύναμη με αυτή των Καλαβρύτων και του Διστόμου. Ο αείμνηστος Στέφανος Παππάς, μετέπειτα γυμνασιάρχης, από το Κομμένο, νεαρός τότε επέζησε της σφαγής και έγραψε βιβλίο με πλήρη περιγραφή των γεγονότων. Ένα απόσπασμα από το βιβλίο του είναι το εξής: «Οι πρώτοι προστρέξαντες μετά την ανθρωποσφαγή Γρηγόρης Κολιοκώτσης και Ευστάθιος Κολιοκώτσης, ευρήκαν τις δύο ξαδέρφες των Αθηνά και Θεοδοσία νεκρές από σφαίρες πιστολιού και φανερότατα τα ίχνη του βιασμού. Αλλα παραδείγματα μακαβρίου εγκληματικότητας είναι τα δύο μωρά του μακαρίτη Ευστάθιου Κολιοκώτση ηλικίας 7 μηνών, που ευρέθηκαν νεκρά από ασφυξία, γιατί οι κακούργοι εγέμισαν τα στόματά των με βαμβάκι βρεγμένο με βενζίνη και κατόπιν το άναψαν για να απολαύσουν ένα σαδιστικό πυροτέχνημα. Ευρέθη επίσης ο δεύτερος παππάς του χωριού Ζώης Παππάς σκοτωμένος με μαχαίρι και με εξωρυγμένους τους οφθαλμούς. Ως επισφράγισμα της θηριωδίας των ανωτέρω αναφέρω ένα πρωτάκουστο κακούργημα. Η ετοιμογέννητη Παναγιώτα σύζυγος του Λεωνίδα Τσιμπούκη βρέθηκε νεκρή με την κοιλιά ξεσχισμένη και το έμβρυο νεκρό δίπλα της, όπως βεβαιώνει ο αυτόπτης μάρτυρας Θεόδωρος Σταμάτης…». (Στέφανος Παππάς, 1996 και Γκούβας Χαράλαμπος, 2009).

Σύμφωνα με μιά δεύτερη παραλλαγή των γεγονότων, το έργο της σφαγής ανατέθηκε στο 98ο Σύνταγμα του συνταγματάρχη Γιόζεφ Ζάλμινγκερ.
Το ξημέρωμα της 16ης Αυγούστου 100 άνδρες του 12ου λόχου με επικεφαλής των υπολοχαγό Ρέζερ οπλισμένοι με όλμους, πολυβόλα, χειροβομβίδες και αυτόματα όπλα περικύκλωσαν το χωριό. Η τελευταία εντολή που πήραν από τον Ρέζερ, σύμφωνα με μαρτυρία ενός από τους στρατιώτες, ήταν να μην αφήσουν τίποτα όρθιο. Οι άντρες της Βέρμαχτ εκτέλεσαν κατά γράμμα την εντολή. Οι στρατιώτες σκότωναν όποιον έβρισκαν μπροστά τους ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας. Έμπαιναν στα σπίτια των αιφνιδιασμένων χωρικών και ξεκλήριζαν ολόκληρες οικογένειες. Χαρακτηριστικό είναι οτι 20 οικογένειες ξεκληρίστηκαν μέχρις ενός. Επί 9 ώρες οι Γερμανοί σκότωναν, βίαζαν, έκαιγαν και κατέστρεφαν οτι υπήρχε στο διάβα τους. Όταν αποχώρησαν είχαν αφήσει πίσω τους 317 νεκρούς μεταξύ των οποίων 97 νήπια και παιδιά μέχρι 15 χρονών και 119 γυναίκες. H σφαγή έγινε μια μέρα μετά το πανηγύρι του χωριού για τη γιορτή της Παναγίας.

Η συνέχεια μετά τη σφαγή

Ο επικεφαλής των δολοφόνων ταγματάρχης Φάλνερ εκτελέστηκε αργότερα στη Σερβία από παρτιζάνους αντάρτες του στρατάρχη Τίτο. Για τον υπολοχαγό Κόβιακ δεν υπάρχουν πληροφορίες.
Ο επικεφαλής Μέραρχος των Ναζί στα Ιωάννινα Χούμπερτ Λαντς παραπέμφθηκε και δικάσθηκε στη συνακόλουθη της Δίκης της Νυρεμβέργης γνωστής ως "Δίκη των ομήρων" (Hostages Trial) ή Δίκη του Λιστ ως εγκληματίας πολέμου, το 1947, και καταδικάστηκε σε 12 έτη κάθειρξης. Ωστόσο αφέθηκε ελεύθερος το 1951. Ο Λαντς κατά τη δεκαετία του 1970 έλαβε μέρος σε τηλεοπτική συζήτηση με τον γνωστό από τη δράση του στην κατεχόμενη Ελλάδα Βρετανό στρατιωτικό Κρις Γούντχάουζ στην τηλεόραση της Κολωνίας (Köln) σχετικά με το μέλλον της Ευρώπης.
Πολιτική αγωγή και μάρτυρας κατηγορίας στο δικαστήριο της Νυρεμβέργης ήταν ο Στέφανος Παππάς, με δικηγόρο τον καθηγητή Πανεπιστημίου Ιωάννη Σιόντη, ως εκπρόσωπο του Ελληνικού Κράτους. (Στέφανος Παππάς, 1996 και Γκούβας Χαράλαμπος, 2009).

Ήδη από τη δεκαετία του '60 Γερμανοί ιδιώτες έμαθαν για τη σφαγή του Κομμένου και επισκέφθηκαν το χωριό. Μάλιστα μια ευκατάστατη Γερμανίδα χρηματοδότησε την ανέγερση νέου Δημοτικού Σχολείου. Από τη δεκαετία του 80 άρχισε να ασχολείται με τις θηριωδίες των Ναζί ο Χέρμαν Φρανκ Μάγερ, ο οποίος και για το σχετικό βιβλίο του τιμήθηκε από την Κοινότητα Κομμένου.

Το έτος 2003, Γερμανοί ακτιβιστές παρουσία τηλεοπτικών συνεργείων άπλωσαν πανό μέσα στο Μουσείο Περγάμου (The Pergamon Museum) που βρίσκεται στο τέως Ανατολικό Βερολίνο με το σύνθημα «Καλάβρυτα- Δίστομο - Κομμένο. Να αναγνωρισθεί η σφαγή και να δοθούν αποζημιώσεις», στα Γερμανικά και Ελληνικά. Τελικά στις 30 Απριλίου 2004 ανακοινώθηκε στα διεθνή μέσα ενημέρωσης ότι ο εισαγγελέας του Μονάχου άνοιξε το φάκελο της σφαγής του Κομμένου, και ο Πρόεδρος του Κομμένου Γεώργιος Παππάς δήλωσε ότι επιτέλους ανοίγει ο δρόμος για περαιτέρω διεκδικήσεις. Κάθε χρόνο στις 15-16 Αυγούστου γίνεται στο Κομμένο μνημόσυνο και τελετές σε ανάμνηση αυτής της θηριωδίας που δεν τιμά τον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό. (Στέφανος Παππάς, 1996 και Γκούβας Χαράλαμπος, 2009, Περιοδικό "Απειρος Χώρα": "Μνημόσυνο στό Κομμένο Αρτας", τεύχος Σεπτ. 2010).

Τετάρτη 28 Απριλίου 2010

Γιατί δεν διεσώθησαν περισσότεροι Γιαννιώτες Εβραίοι τον Μάρτη του 1944;


Πότε θα παραδεχθούμε την ιστορία των Γιαννιωτών Εβραίων;
Η αίθουσα στην οποία γίνεται η συζήτηση για τον εκτοπισμό των Γιαννιωτών Εβραίων από τα Γιάννενα το 1944, βρίσκεται στο σχολικό συγκρότημα της Ακαδημίας. Σήμερα, ανακαινισμένη και σύγχρονη, λέγεται «Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος», αλλά για πολλά χρόνια ήταν η περίφημη «Αίθουσα Τελετών» (ολίγον μακάβριος τίτλος) της Ακαδημίας.

Σε αυτή την αίθουσα, πριν ανακαινιστεί, έχω παρακολουθήσει αρκετές παραστάσεις για τον Αλή Πασά, μερικές μάχες με Γερμανούς και κανα-δυο επικά πολεμικά με τον Παπαφλέσσα. Σε όλα αυτά πρωταγωνιστούσαμε εμείς τα παιδιά, μαθητές, ντυμένοι τσολιάδες, πολεμιστές και σουλτάνοι.
Δεν έχω ακούσει λέξη (είτε σε σχολική παράσταση, είτε σε μία από τις σχολικές αίθουσες του συγκροτήματος) για τους Εβραίους των Ιωαννίνων. Ο εκτοπισμός 1850 συμπολιτών μας (τότε μεγάλου ποσοστού του πληθυσμού ολάκερης της πόλης!) δεν ήταν ποτέ μέρος της σχολικής ύλης, ούτε καν της συζήτησης μεταξύ δασκάλων-μαθητών. Στις 25 Μαρτίου (ανήμερα του εκτοπισμού κάθε χρόνο) ακούγαμε για τον Ευαγγελισμό και για την Ελληνική Επανάσταση, τίποτε όμως για τη γενοκτονία στο Κάστρο.
Πληροφορήθηκα το γεγονός όταν τελείωσα το σχολείο!
Ήταν κάτι που οι Έλληνες αποσιωπούσαν. Γιατί; Θα αποσιωπούσαν ποτέ τον εκτοπισμό και θανάτωση των Χριστιανών της πόλης; Ασφαλώς όχι. Γιατί το έκαναν με τους Εβραίους;

Η εκδήλωση της Δευτέρας
Εδώ και καιρό η Ισραηλιτική Κοινότητα Ιωαννίνων, αν και αργοσβήνει, προσπαθεί να κάνει αισθητή την παρουσία της. Επέλεξε τις εκδηλώσεις και μερικές συμβολικές κινήσεις (όπως ο πρόσφατος ανθρώπινος κύκλος έξω από το πολύπαθο εβραϊκό νεκροταφείο) ως την πειστικότερη απάντηση στους βανδαλισμούς σε βάρος της. Φέρνοντας την κοινότητα στο προσκήνιο, έχει ως απώτερο σκοπό να φέρει και τις βαρβαρότητες στην πρώτη γραμμή της προσοχής της τοπικής κοινωνίας.
Μέσα σε αυτό το γενικότερο κλίμα διοργανώθηκε και η προχθεσινή ημερίδα με πρωτοβουλία των ομιλητών. Μάλλον η κουβέντα στήθηκε λίγο αυτοσχέδια και ως συνέχεια της συζήτησης του Δεκεμβρίου, η οποία διεξήχθη εν μέσω έντασης, εξαιτίας της αναφοράς της Φραγκίσκης Αμπατζομπούλου σε αντισημιτικά σχόλια σε λογοτεχνικά κείμενα Γιαννιωτών.
Ήταν λίγο ενοχλητική η περιρρέουσα ατμόσφαιρα «θα πλακωθούμε πάλι», την οποία ενίσχυαν τα σχόλια του συντονιστή των ομιλητών, Πάρι Παπαμίχου. Διαρκώς έλεγε ότι προκύπτουν διαφωνίες, ότι τα πράγματα περιπλέκονται, λες και η αντιδικία ήταν το ζητούμενο. Πράγματι κάποια στιγμή πυροδοτήθηκε ένταση, υπήρξαν διαφωνίες, αλλά απομακρυσμένες από το επίκεντρο της συζήτησης. Ποιο ήταν το επίκεντρο; Αν η πόλη στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων το ‘44. Προστάτεψε τους Εβραίους; Ή μήπως ο εκτοπισμός βόλεψε την τοπική κοινωνία, αφού έδωσε το πράσινο φως για το πλιάτσικο των περιουσιών τους; Καθόλου απλό θέμα και μάλιστα όταν συζητιέται σε μαζικά ακροατήρια -η αίθουσα των 300 ατόμων ήταν γεμάτη, ενώ υπήρχαν και πολλοί όρθιοι στην είσοδο.
Γύρω από αυτό το ερώτημα αναπτύχθηκαν δύο επιχειρηματολογίες. Η πρώτη της Ελένης Κουρμαντζή. Η καθηγήτρια ιστορίας του πανεπιστημίου (ασταμάτητη ερευνήτρια της εβραϊκής κοινότητας και ειδικά του Γιοσέφ Ελιγιά) μίλησε με θέμα «Μαρτυρίες Γιαννιωτών για την γερμανική κατοχή» και έχει μια ξεκάθαρη θέση: η ηγεσία της εβραϊκής κοινότητας αγνόησε τις προειδοποιήσεις, ο τότε πνευματικός της ηγέτης Σαμπεθάι Καμπιλή πίστεψε στα καθησυχαστικά μηνύματα των Γερμανών. Την ίδια στιγμή η ισχυρή παρουσία του γερμανικού στρατού είχε τρομοκρατήσει τη μαχητική τοπική κοινωνία, η οποία ελάχιστα περιθώρια δράσης είχε. Οι Γιαννιώτες στο σύνολο τους δημοκράτες ιστορικά, είχαν βαθιά συναισθήματα φιλίας, ακόμη και ταύτισης με την κοινότητα. Η διήγηση της κ. Κουρμαντζή στηρίζεται σε πρωτότυπη ιστορική έρευνα, αλλά χρωματίζεται έντονα συναισθηματικά όταν φθάνει στους Γιαννιώτες. Το βροντώδες χειροκρότημα του κοινού όταν τους έπλεξε το εγκώμιο στο τέλος της ομιλίας της σε αποπροσανατόλιζε. Ήρθαμε εδώ για να ακούσουμε τι έγινε ή για να ευλογήσουμε τα… δημοκρατικά μας γένια.

Στον αντίποδα η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου (θέμα της ομιλίας της: «Κατοχικά Γιάννενα και Ολοκαύτωμα: Η λογοτεχνία ως μαρτυρία») περιγράφει τελείως διαφορετικά την κατάσταση. Δεν είναι καθόλου βέβαιη για το αν η εβραϊκή κοινότητα, στοχευμένη και αιχμάλωτη από τις άγριες κατοχικές αρχές, και εν μέσω ενός κλίματος αδιαφορίας ή ακόμη και προκατάληψης, θα μπορούσε να σωθεί από μόνη της. Ιδίως μάλιστα τη στιγμή που δεν διέθετε τη βοήθεια των ελληνικών θεσμών και προσώπων με κομβικό ρόλο στα δρώμενα της πόλης.
Η κ. Αμπατζοπούλου επικαλείται τα παραδείγματα άλλων πόλεων όπως της Ζακύνθου με το Δεσπότη της και της Αθήνας -με τις διοικητικές της αρχές- που κατάφεραν να οργανώσουν τη μαζική διάσωση των Eβραίων συμπολιτών τους. Στα Γιάννενα δεν έγινε καμία συντονισμένη ενέργεια πλην του ΕΑΜ που ζητούσε όμως «άνδρες και λίρες» και όχι τρόπο διάσωσης μιας θρησκευτικής μειοψηφίας.
Η κ. Αμπατζοπούλου στέκεται πολύ στο πριν και στο μετά. Στο διαρκώς επαναλαμβανόμενο ανά τη χώρα και την Ήπειρο στερεότυπο της χρέωσης όλων των δεινών στους Εβραίους (από την εποχή του Σκυλόσοφου μέχρι επεισόδια στο τέλος του 19ου αιώνα στα Γιάννενα και ανυπόστατες κατηγορίες για παιδοκτονία σε βάρος Εβραίων στο Πωγώνι του 1918) και κυρίως στα αφιλόξενα για τους Εβραίους μεταπολεμικά Γιάννενα. Αυτή η τελευταία ευκαιρία για τους Γιαννιώτες να βοηθήσουν τους μόλις 163 διασωθέντες Εβραίους συμπολίτες που τελικά επέστρεψαν, χάθηκε ανεπιστρεπτί.
Η τελευταία της αναφορά μου φέρνει στο νου το δικό μου σχολείο.
Αν στο κάτω κάτω της γραφής αγαπούσαμε τόσο πολύ τους Εβραίους συμπολίτες μας και τους προστατέψαμε, γιατί αυτή η ξεκάθαρη ενοχική στάση μας μετά; Γιατί τους εξοβελίσαμε από την ιστορία μας με τον ίδιο τρόπο που τους εξοβελίσαμε από τα σπίτιά τους, μη αναγνωρίζοντας τα ως δικά τους όταν (ελάχιστοι από αυτούς) γύρισαν;
Η συζήτηση σου άφηνε το βαρύ αίσθημα ενός ανεξιχνίαστου και ανέγγιχτου παρελθόντος. Επανέφερε το επιτακτικό ερώτημα: πότε θα ασχοληθούμε επιτέλους στην Ελλάδα με την ιστορία του 20ου αιώνα χωρίς εξωραϊσμούς και προκαταλήψεις; Και την ίδια στιγμή επικρατούσε μια αδιαμφισβήτητη αισιοδοξία. Στην ίδια αίθουσα που ανεβάζαμε θεατρικά της κακιάς ώρας με χατζάρες και τουρμπάνια, αρχίσαμε να συζητάμε για το παρελθόν μας. Σιγά σιγά, λίγο ανορθόδοξα και φοβισμένα, αλλά επιτέλους συζητάμε. Και όταν συζητάς θα μάθεις την αλήθεια και στο τέλος θα την παραδεχθείς.

Στην επιστημονική ημερίδα μίλησαν επίσης η Ρένα Μόλχο με θέμα «Πώς εξιχνιάζεται ένα έγκλημα που έμεινε ατιμώρητο», και ο Σάββας Μιχαήλ με θέμα «Ένας Εβραίος Γιαννιώτης στην αραβική Αλ-Ανταλούς».
ΠΗΓΗ: Ηπειρωτικός Αγών 28 Απρ. 2010

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009

Οκτώβριος 1944: Οι Γερμανοί φεύγουν από τα Γιάννενα ... δεν ήταν έτσι ωρέ!


Από το ένθετο «Δεκεμβριανά - Αθήνα 1944 -45» όπως τα είδε ο Αγγλικός παράγων, από την Ελευθεροτυπία του Σαββατοκύριακου 12-13 Δεκεμβρίου 2009, δυο σελίδες ασχολούνται με την απελευθέρωση των Ιωαννίνων τον Οκτώβριο 1944.


Έτσι στο εξώφυλλο του περιοδικού ΑΕΡΑ (Αγγλία, Ελλάς, Ρωσία, Αμερική) του Νοεμβρίου 1944 διαβάζουμε:
Τα Ιωάννινα, η μεσαιωνική πόλις των Κομνηνών και των Δουκών που είδαν να διέρχονται μπρος από τα τείχη των στρατιές κατακτητών και ελευθερωτών, αναπνέουν και πάλι, αφού ετίναξαν τον γερμανικό ζυγό!

Τη νύχτα της 14ης προς την 15η Οκτωβρίου 1944 τα γερμανικά στρατεύματα του στρατηγού Λάντζ, στρατοπεδευμένα μέσα στα Ιωάννινα και στην περιοχή της πόλεως, κατόπιν πιέσεως των Ανταρτών, αναγκάστηκαν μα αποσυρθούν. Τα Ιωάννινα, η πρωτεύουσα της Ηπείρου με τη γραφική της λίμνη, με τη δοξασμένη ιστορία της, η πόλις που υπέφερε κάτω από τη βαριά μπότα του Γερμανού, τρία τόσα χρόνια ξύπνησε ελεύθερη και υπερήφανη.
Τα γραφικά Ιωάννινα είχαν μεγάλη στρατηγική σημασία για τους Γερμανούς, ήταν ένας από τους κυριότερους δρόμους διαφυγής από τη Θεσσαλία. Καλαμπάκα, Μέτσοβο, Ιωάννινα, Αλβανικά Σύνορα.
Λίγες μέρες πριν αποσυρθούν οι Ναζί, οι Αντάρτες της περιοχής είχαν κρυφθεί γύρω από τη λίμνη και έτσι την ιστορική εκείνη νύκτα, μπήκαν μέσα στην πόλι.
Όλο εκείνο το βράδυ έβρεχε. Πραγματική καταιγίδα.
Μόλις όμως ξημέρωσε, διελύθησαν τα σύννεφα και έλαμψε ο ήλιος στα ελεύθερα πλέον Ιωάννινα, ο ήλιος της ζωής και της ελευθερίας. Πλημμύρισε η πόλις από ελληνικές σημαίες, που οι κοπέλες νύχτες πριν τις έφτιαχναν κρυφά για την άγια μέρα. Την ώρα που οι καμπάνες σκόρπισαν το χαρμόσυνο μήνυμα, οι κάτοικοι πετάχτηκαν από τα σπίτια τους και γέμισαν τους δρόμους.
Και μέσα σ’ αυτήν την εορταστική ατμόσφαιρα μια ξεχωριστή νότα ήταν η υποδοχή των συμμάχων αξιωματικών. Ο λαός τους χαιρέτισε με ζητωκραυγές και τους πρόσφερε λουλούδια και ό,τι άλλο μπορούσε να εκδηλώσει την εκτίμηση και την αγάπη του. Από τα Ιωάννινα είχαν περάσει πριν τρία – τόσα χρόνια οι Βρετανοί αεροπόροι για να κατευθυνθούν στο Αλβανικό Μέτωπο. Εδώ έρχονταν και πάλι για να αντικρύσουν χαρούμενα πρόσωπα! Για να ακούσουν το χαρμόσυνο μήνυμα:
-- Τα Ιωάννινα είναι ελεύθερα.

Ήταν όμως τόσο ειδυλλιακά τα πράγματα μετά την αποχώρηση των Γερμανών;
Αλήθεια γιατί δεν αιχμαλωτίστηκαν μερικοί Γερμανοί αφού η πόλη είχε ζωστεί από τον ΕΔΕΣ και λίγο πιο πέρα από τον ΕΛΑΣ;
Η κατά τα άλλα γεμάτη επίθετα σαν σχολική έκθεση Δημοτικού, περιγραφή του περιοδικού, δεν είδε συνεργάτες των Γερμανών, δεν κατέθεσε φύλλα δάφνης στους πατριώτες που έπεσαν στα εκτελεστικά αποσπάσματα, δεν είδε τις φλόγες στους Λυγκιάδες του στρατηγού Λαντζ, την ανάμειξη παραγόντων της πόλης στον αφανισμό της Εβραίϊκης κοινότητας τον Μάρτη του 1944 …τίποτε απ’ όλα αυτά παρά μόνο τους Βρετανούς αξιωματικούς και τον ηλιο της ελευθερίας, λες και ο εγγλέζικος παράγων δεν κατέβαλλε τις πιο φιλότιμες προσπάθειες για την εμφύλια σύρραξη που ακολούθησε…



Εμ .....ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΕΤΣΙ ΟΡΕΣ!

……………………………………………………………………………….
Από το βιβλίο του πολιτικού μηχανικού Γιάννη Παπαϊωάννου «Γεγονότα από τη νεότερη ιστορία» (Προσωπική Έκδοση - Ιωάννινα 2006)
και από το κεφάλαιο Μικρό χρονικό της Ιταλογερμανικής κατοχής στα Γιάννινα ….Οι Γερμανοί μπαίνουν στα Γιάννενα περίπου δυο μήνες πριν από την κατάρρευση του ιταλικού μετώπου, η οποία έγινε στις 23 Σεπτεμβρίου 1943 και έχουν πολλά μηχανοκίνητα (τζιπ, μοτοσυκλέτες, φορτηγά, κανόνια).
Αφήνουν και τους Ιταλούς που βρίσκουν στα Γιάννινα, τους οποίους έχουν πλέον υπό την εποπτεία τους.
Στην περιοχή των Ιωαννίνων οι Γερμανοί στέλνουν την πρώτη ορεινή μεραρχία αλπινιστών Εντελβάις (φορούσε ένα λουλούδι στο αυτί – μόνο που ήταν άνθη του κακού) η οποία είχε δράσει στην περιοχή του Καυκάσου.

…Βρισκόμαστε στο 1944, και οι διάφορες αντιστασιακές οργανώσεις αρχίζουν να ετοιμάζονται να διεκδικήσουν η κάθε μία για λογαριασμό της την αποκλειστική διακυβέρνηση στην Ελλάδα μετά το τέλος του πολέμου.
Μια μέρα μεσημέρι στα Γιάννενα στο παζάρι, οι Εαμίτες σκοτώνουν έναν καταδότη των Γερμανών έξω στον δρόμο. Οι Γερμανοί δεν αντιδρούν καθόλου, ίσως τους βόλεψε που απαλλάχτηκαν από κάποιον που γνώριζε πολλά.

Οι Εαμίτες τραγουδούν «Στ’ άρματα, στ’ άρματα εμπρός στον αγώνα για την χιλιάκριβη τη Λευτεριά…»
Οι Εδεσίτες έχουν δικό τους ύμνο «Άδικος λογαριασμός, δεν θα ρθεί κομμουνισμός, γιατί ο Ζέρβας είναι άγρυπνος φρουρός…»
Στα βόρεια των Ιωαννίνων, πίσω από το Μιτσικέλι, στις ορεινές περιοχές του Ζαγοριού και του Μετσόβου οργανώθηκε το αντάρτικο του ΕΑΜ ΕΛΑΣ με ελεύθερους πυρήνες που δεν ελέγχονταν από τον κατακτητή.
Στα νότια της πόλης όλη η περιοχή από Ξηροβούνι – Κατσανοχώρια – Λάκκα Σούλι μέχρι Παραμυθιά ελέγχονταν από ένοπλα τμήματα του ΕΔΕΣ.

Από 21 μεχρι 29 Φλεβάρη 1944 στο κτίριο του Τελωνείου στο γεφύρι της Πλάκας
<εκεί που κάποτε 1881-1912 ήταν τα σύνορα Ελλάδος – Τουρκίας> στον Άραχθο ποταμό, πραγματοποιήθηκε συνδιάσκεψη στην οποία μετείχαν από μέρος του ΕΛΑΣ οι Σαράφης, Ρούσσος, Μπάμπης Κλάρας,
από μέρος του ΕΔΕΣ οι Πυρομάγλου, Βεργωτής, Νικολόπουλος,
από μέρος της ΕΚΚΑ Ψαρρός, Καρτάλης, Δούκας,
από μέρος της Κυβέρνησης του Καϊρου και της Συμμαχικής Αποστολής ο Κρίς Γουτχάουζ, παραβρέθηκαν ο Άρης Βελουχιώτης και ο Ναπολέων Ζέρβας κατά την οποία υπεγράφη το «Σύμφωνο της Πλάκας».

Όλα τα αντάρτικα σώματα είτε του ΕΔΕΣ, είτε του ΕΛΑΣ εφοδιάζονταν με ρούχα, οπλισμό και χρυσές λίρες από τους Εγγλέζους, χωρίς διάκριση(;).
Σύνδεσμοι των Εγγλέζων στρατολογούνται και μέσα στα Γιάννενα, και πληρώνονται μια λίρα τον μήνα για τις υπηρεσίες που προσφέρουν, και βγάζουν πέρα τη δύσκολη κατοχή.
Σύμφωνα με το τεύχος 80 των Ιστορικών της "Ελευθεροτυπίας " της 26 Απριλίου 2001, για την συντήρηση και ενίσχυση του ΕΔΕΣ και του ΕΛΑΣ οι Άγγλοι διέθεσαν 1.108.000 χρυσές λίρες περίπου, ενώ για τις μυστικές οργανώσεις 101.975 χρυσές λίρες, (έτσι τόσο απλά, χωρίς κανένα δόλο και υστεροβουλία)

Στις 25 Μαρτίου 1944 οι Γερμανοί θα προχωρήσουν στον αφανισμό της Γιαννιωτο-Εβραίϊκης κοινότητας, 1800 περίπου ψυχές θα οδηγηθούν μέσω Λάρισας στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Άουσβιτς και του Μπιρκεντάου της Γερμανίας.
Στις 12 Οκτωβρίου 1944 οι Γερμανοί εγκαταλείπουν την Αθήνα και στις 18 Οκτωβρίου 1944 έρχεται στην Αθήνα η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση του Καϊρου υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου.
Στα Γιάννενα ο γερμανός διοικητής φον Λανς σε συμφωνία με τον Δήμαρχο Βλαχλείδη κανονίζουν ώστε η αποχώρηση των μεν, και η είσοδος των δε να είναι ομαλή. (Αργότερα ο φον Λανς θα δικαστεί(;) στη Γερμανία για τα εγκλήματα του Κομμένου, της Άρτας, των Λιγκιάδων και της Κέρκυρας)
Οι Γερμανοί θα φύγουν από τα Γιάννενα, μέσω Περάματος στις 14 Οκτωβρίου 1944.
Την επόμενη μέρα, σύμφωνα με τη συμφωνία της Καζέρτας της Ιταλίας, μπαίνει στα Γιάννενα ένα τάγμα του ΕΔΕΣ και φροντίζει να μην γίνουν διαδηλώσεις εναντίον των Γερμανών ούτε και συμπλοκές.
Η συμφωνία της Καζέρτας πρόβλεπε ότι στα Γιάννενα θα μπούνε οι Εδεσίτες, το αρχηγείο των οποίων θα στεγαστεί στο σπίτι του Κώστα Φρόντζου.
Προσωπικά ο Κώστας Φρόντζος συνοδεύει τους Γερμανούς στην έξοδο της πόλης προς το Πέραμα, στις 14 Οκτωβρίου 1944.
Την επόμενη μέρα 15 Οκτωβρίου 1944 μπαίνει στα Γιάννενα ένα τάγμα του ΕΔΕΣ και φροντίζει να μην γίνουν διαδηλώσεις εναντίον των Γερμανών ούτε και συμπλοκές.
Με την είσοδό τους στα Γιάννενα οι Εδεσίτες πρώτα καταλαμβάνουν τη Μεραρχία και μετά το Διοικητήριο (στο οποίο έχουν μείνει μόνο οι εξωτερικοί τοίχοι)
Ο λοχαγός Λυγεράκης του ΕΔΕΣ έρχεται με βενζινομηχανές από την περιοχή του Κατσικά, καταλαμβάνει πρώτα το νησί και μετά αποβιβάζεται στο μώλο.
Ο Ναπολέων Ζέρβας έρχεται στα Γιάννενα μετά από μια εβδομάδα μέσω της οδού ΚΑ Φεβρουαρίου.
Στις 6 Δεκεμβρίου 1944 ο Άρης Βελουχιώτης με τον Στέφανο Σαράφη μέσω Περάματος και των οδών Ανεξαρτησίας – Αβέρωφ φθάνουν στην κεντρική πλατεία των Ιωαννίνων, όπου τους γίνεται αποθεωτική υποδοχή. Οι δυνάμεις του Ζέρβα με τη βοήθεια αγγλικών πλοίων σπό Ηγουενίτσα και Πρέβεζα καταφεύγουν στην Κέρκυρα.
Μαζί τους παίρνουν ομήρους και αρκετούς αριστερούς Γιαννιώτες για την προστασία από τις δυνάμεις του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ των κατοίκων των Ιωαννίνων που πρόσκεινται στον ΕΔΕΣ.

Το τραγούδι του ΕΔΕΣ
Ζήτω ο Ζέρβας Ναπολέων, που γυρίζει τα βουνά
για ναρθεί δημοκρατία, ζήτω ζήτω η λευτεριά

σε παρωδία από τους Ελασίτες
Ζήτω ο Ζέρβας Ναπολέων, που γυρίζει τα βουνά
για να βρει καμιά λαψάνα, να γεμίζει την κοιλιά.
Μακάρι η αντιπαλότητα να έμεινε στους στίχους και να μην εξελισσόταν στο πολύχρονο πολυαίμακτο εμφύλιο!
…………………………………………………………………………….

Από το βιβλίο του Πέτρου Αποστολίδη «Όσα θυμάμαι» Εκδόσεις Κέδρος σε δική μου απόδοση από την αφηγηματική γραφή του γιατρού και Δήμαρχου Ιωαννίνων για λίγες μέρες, που δείχνει ότι τα σκαριά του πολυαίμακτου εμφύλιου είχαν ήδη στηθεί.

….Σάββατο πρωί πριν ξημερώσει οι Γερμανοί άδειασαν την πόλη και τα χαράματα άρχισαν να μπαίνουν τμήματα του ΕΔΕΣ. Με τη συμφωνία ΕΛΑΣ-ΕΔΕΣ τα Γιάννενα μέχρι το Μπιζτούνι θα τα είχε ο Ζέρβας κι από εκεί και πέρα ο ΕΛΑΣ.
Ο κόσμος στις συνοικίες είχε ξυπνήσει και γέμιζαν τα πεζοδρόμια. Οι αντάρτες έμπαιναν από τ’ ακρινά σπίτια, ο κόσμος δεξιά κι αριστερά στα πεζοδρόμια τους κοίταζε αμίλητος κι ανέκφραστος.
--Γειά σας, παιδιά, καλή λευτεριά!
--Γειά σας, κι ο κόσμος.
Ήταν κάτι κρύο κι απογοητευτικό, μου ‘λεγε κάποιος που τα ‘δε με τα μάτια του, γράφει ο Π. Αποστολίδης.
Φρούραρχος τοποθετήθηκε ο συνταγματάρχης Κωνσταντινίδης.
Ο Π. Αποστολίδης μετά από παράκληση του Ανώτερου Διοικητή Χωροφυλακής Ταρσακόπουλου κρύβει το γερμανό αξιωματικό Funk της προπαγάνδας, μιλάει γαλλικά, θέλει να λιποτακτήσει και να αγωνισθεί κατά του Χίτλερ.
Μαζί με τον Funk (ντυμένο με μπλέ κουστούμι που έδωσε ο γιατρός Σούλης) o Π. Αποστολίδης θα βγουν στην πλατεία, ήθελε να δει τις εκδηλώσεις του κόσμου.
Όποιος τον έβλεπε – ξανθός καθώς ήταν- τον νόμιζε Εγγλέζο.
Ύστερα από εφτά οχτώ μέρες ήρθε ο Ζέρβας, τον πήραν κι ούτε τον ξαναείδα ή έμαθα γι αυτόν.
….Οι Ζερβικοί πυροβολούν και τραυματίζουν την Άννα Κολιοδημήτρη κατά λάθος, παραλίγο να χρεωθεί γι αυτό ο ΕΛΑΣ…..
Βρισκόμουν στην κάτω πλατεία και βλέπω να κατεβαίνει από πάνω κάποιος αντάρτης, αυτόματο στον ώμο και δίκοχο με το σήμα τους ΕΛΑΣ. Ανέβηκε στις σκάλες του Δημαρχείου. Η πλατεία γεμάτη κόσμο.
Τράβηξα προς τα πάνω κι έτριψα δεξιά στο ξενοδοχείο «Ίλιον» για το σπίτι. Δεν είχα προχωρήσει δέκα βήματα, ακούω πυκνούς πυροβολισμούς και βλέπω κόσμο να τρέχει προς τα πάνω. Κάνω να γυρίσω να δω τι συμβαίνει και κάποιος μου φωνάζει:
«Μην προχωρείς γιατρέ θα σε χτυπήσουν».
Παίρνω το δρόμο για το σπίτι, σταματώ μια στιγμή στην κλινική του Σούλη (δίπλα πιο κάτω δεξιά κατεβαίνοντας στον σημερινό ΟΤΕ της 28ης Οκτωβρίου) και μπαίνω στην αυλή. Μια περίπολος του Ζέρβα κατηφόριζε τρέχοντας από την πλατεία και φώναζε άγρια στον κόσμο: «Όλοι στα σπίτια σας».
Κουβαλάνε σε λίγο στην κλινική μια κοπέλα τραυματισμένη. Ο Σούλης έλειπε. Μ’ έκπληξη μου βλέπω την Άννα, την αδελφή των Κολιοδημητραίων του Ζέρβα.
Το τραύμα ήταν διαμπερές στο μηρό χωρίς ευτυχώς να θίξει ούτε νεύρο ούτε μεγάλο αγγείο. Της είπα ότι είναι ακίνδυνο και σε λίγες μέρες θα κάνει πάλι τις βόλτες της, έκανα επίδεση και καθόμουν δίπλα σε ένα κρεβάτι μέχρι να ‘ρθεί ο Σούλης.
Καταφθάνουν δυο αντάρτες του Κολιοδημήτρη, ξαδέλφια της Άννας, ο ένας λοχίας.
Το Σύνταγμά τους ήταν καταυλισμένο έξω από την πόλη. Στα Γιάννενα είχαμε το Σύνταγμα Αγόρου. Υπήρχε πάντα έχθρα ανάμεσα στα δύο Συντάγματα. Οι Εδεσίτες, για να δικαιολογήσουν τους πυροβολισμούς ενάντια στον ανύποπτο κοσμάκη, άρχισαν να διαδίδουν ότι οι Εαμίτες πυροβόλησαν τον κόσμο. Εξηγώ στους αντάρτες ότι το τραύμα της Άννας είναι τελείως ακίνδυνο, εκείνοι όμως έξαλλοι λένε στην κοπέλα:
--Βρε Άννα σε χτύπησαν οι κερατάδες οι Εαμίτες, θα το πληρώσουν ακριβά οι άτιμοι. Θες Άννα, να κάψουμε αυτή τη στιγμή τα Γιάννενα;
Άκουγα μελαγχολικός τις ηλίθιες κι επικίνδυνες καυχησιολογίες κι αναριωτόμουν σε ποιανών τα χέρια πέσαμε. Τότε ακούω την Άννα:
--Αφήστε τα αυτά, δε με χτύπησε κανένας Εαμίτης, οι δικοί μας αντάρτες με χτύπησαν από τον περίβολο του Στρατηγείου.
Οι αντάρτες έφυγαν. Αργότερα μάθαμε ότι μόλις αποφεύχθηκε η σύγκρουση των Συνταγμάτων Αγόρου – Κολιοδημήτρη.
--Μπράβο Άννα παιδί μου, λέω στην κοπέλα, εσύ είσαι πιο γενναία και τίμια από πολλούς άντρες.
Είχε γίνει έτσι: Ο Ελασίτης με το δίκοχο και το πυροβόλο στην πλάτη ήταν σύνδεσμος του ΕΛΑΣ. Έφερνε έγγραφα για το Στρατηγείο του ΕΔΕΣ κι ο κόσμος ξαφνιάστηκε βλέποντας έναν Ελασίτη ένοπλο στην πλατεία. Εκείνος ανέβηκε τις σκάλες του Στρατηγείου, παρέδωσε τα έγγραφα και ζήτησε την άδεια του φρούραρχου να μείνει το βράδυ στο σπίτι του στα Γιάννενα – ήταν ο κουρέας Μάργαρης. Ο Κωσταντινίδης του επέτρεψε να κρατήσει και το πολυβόλο του μαζί. Ευχαριστεί και κατεβαίνει τις σκάλες.
Βλέποντάς τον, το πλήθος τον σηκώνει στους ώμους φωνάζοντας «Ζήτω ο ΕΛΑΣ» Αυτό ήταν. Οι φρουροί του Στρατηγείου ακούνε τις ζητοκραυγές – αυτοί αντίκριζαν μόνο ψυχρότητα και αδιαφορία- κι αρχίζουν να πυροβολούν στον αέρα και πάνω στον κόσμο.
Έτσι τραυματίστηκε η Άννα που έκανε μαζί με μια φίλη της βόλτα κοντά στο Στρατηγείο.
….είδα επιτέλους τον Ζέρβα, τον αρχηγό του ΕΔΕΣ. Έναν κοντόχοντρο με άφθονα γένια και μουστάκια. Αναρωτιόσουν, πως διάολο τα καταφέρνει και στέκει όρθιος πάνω στ’ άλογο.
Κάθε βράδυ χοροί και δεξιώσεις και στις κοσμικές στήλες στις εφημερίδες διάβαζες:
«Διακρίθηκε η κ. Αγόρου, στο τραπέζι είχε θέση δεξιά του Στρατηγού» κ.λ.π.
Έφτασε και ο γιός μου (ο Τάτσης Αποστολίδης) από το Ζαγόρι. Η ΕΠΟΝ έδινε συχνές συναυλίες και καλλιτεχνικές βραδιές κι ο κινηματογράφος «Ορφέας» πλημμύριζε από κόσμο, δεν έβρισκες που να καθίσεις. Ο ΕΔΕΣ δεν είχε δική του νεολαία και σαν νεολαία εμφανιζόταν η ΕΝΒΗ (Εθνική Νεολαία Βορείου Ηπείρου), οι συγκεντρώσεις της όμως ήταν πολύ πενιχρές, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες Χωροφυλακής καΙ ΕΔΕΣ.

…Νοέμβρης – Δεκέμβρης 1944.
ΟΜΗΡΟΙ του ΕΔΕΣ
Τα πράγματα χειροτέρευαν λεφτό στο λεφτό, νύχτωνε και δεν ήξερες τι θα σου ξημερώσει, άλλη κατοχή αυτή. Περίμενα να με πιάσουν και δεν ήθελα να βρίσκεται ο γιός μου στην τελετή της σύλληψης μου, γι αυτό τον έστελνα και κοιμόταν σε φιλικά μου σπίτια, συνήθως στου οδοντίατρου φίλου και συμπατριώτη μου Γιάννη Σακελλαρίου.
Εκείνο το βράδυ τελείωσα το ιατρείο στις εννιά το βράδυ και ανέβηκα στην τραπεζαρία – στις εννιά σταματούσε η κυκλοφορία στους δρόμους. Βλέπω το γιό μου εκεί.
….Μετά τα μεσάνυχτα, δυνατά χτυπήματα στην πόρτα. Ποιος άλλος η αστυνομία. Ζητούν τον Τάτση για μια ανάκριση. Πάω και εγώ μαζί του, δεν μου πολυαρέσουν αυτές οι ανακρίσεις στις δυό μετά τα μεσάνυχτα.
Μας πάνε στις φυλακές Αγίου Κοσμά – μέγαρο του ΟΤΕ σήμερα- και μας παραδίνουν στους «γενναίους» αντάρτες του Ζέρβα. Εκείνοι μας καλωσορίζουν, μαζί με άλλους που συνέχεια μάζευαν, με βρισιές, σπρωξιές και αγριοφωνάρες και μας στριμώχνουν στα ολοσκότεινα υπόγεια του κτιρίου.
…σε λίγο μας επισκέπτονται δυο αντάρτες, ο ένας γενάτος, ο άλλος μ’ ένα μάτι. Με πλησιάζει ο μονόφθαλμος και ρωτάει: «Εσύ είσαι ο γιατρός ο μικροβιολόγος;»
«Ναι του απαντώ». Και καθώς καθόμουν ανύποπτος, δέχομαι μια δυνατή κλωτσιά στο στομάχι, έχασα τις αισθήσεις μου κι έγειρα προς τα πίσω. Οι συγκρατούμενοι μου πετάχτηκαν όρθιοι να με συγκρατήσουν, αλλά συνήλθα γρήγορα. Ο μονόφθαλμος νόμισε πως τελείωσα κι έκανε δυο βήματα πίσω.
….τα ίδια έκαναν όλη τη νύχτα. Περνούσαν μπρος από τον καθένα, τον ρωτούσαν τι δουλειά κάνει και τον φόρτωναν ξύλο. Τις πιο πολλές μάζεψε ο Ασλάνης, το γκαρσόνι, γιατί πονηρά είπε ότι είναι «άνεργος».
…Στην αυλή και στο δρόμο έξω, φορτηγά αυτοκίνητα στο ρελαντί. Βλέπω εκεί τους γιατρούς Σούλη και Μελανίδη, το γυμνασιάρχη Σούλη, το δικηγόρο Σωτήρη Γκίζα, το συμβολαιογράφο Ευθυμιάδη, το γιό μου και πολλούς άλλους. Μας διατάζουν να ανεβούμε στα αυτοκίνητα. Διαμαρτυρόμαστε, οι Γερμανοί μας λέγαν και παίρναμε κουβέρτες, εσείς που μας πάτε γυμνούς;
Σταματάμε σ’ ένα γεφυράκι και παίρνουμε το δρόμο πριν απ’ το Τέροβο, μας κατεβάζουν, περνάμε το γεφυράκι και παίρνουμε το μονοπάτι ένας ένας, σε μια απότομη πλαγιά όλο χαλίκια. Δυο αντάρτες των Κολιοδημητραίων του ΕΔΕΣ μας προτείνουν να χτυπήσουν τους χωροφύλακες και να μας ελευθερώσουν. Δεν δεχόμαστε γιατί μπορεί να υπάρξουν θύματα.
(Οι Κολιοδημητραίοι από τότε ήθελαν να συμφιλιωθούν με τον ΕΛΑΣ, να φύγουν απ’ το Ζέρβα και το ‘καναν αργότερα)
…Φτάνουμε μετά τόσες ώρες πορεία στο Λούρο. Στη χωραφιά που μας συγκέντρωσαν σκέφτηκαν να μας δώσουν ψωμί. Πρώτη φορά στη ζωή μου δοκίμασα τέτοιο ψωμί. Ούτε σκυλιά δε θα το τρώγανε: μια λεπτή κρούστα πάνω και κάτω, στη μέση υγρό ξινό ζυμάρι. Το πέταξαν όλοι. Το πρωί μας φορτώνουν σα φορτηγά και στην Πρέβεζα.
(Στη συνέχεια με καράβι με Εγγλέζο πλοίαρχο οι όμηροι του ΕΔΕΣ θα μεταφερθούν στην Κέρκυρα, ενώ ο Πέτρος Αποστολίδης ο γιός του Τάτσης και ο Αλκιβιάδης Τσάρας με ενέργειες του Ταρσακόπουλου αφήνονται ελεύθεροι.
…οι αξιωματικοί της Χωροφυλακής δεν επιδοκίμαζαν τα καμώματα του Ζέρβα, συλλήψεις, βανδαλισμούς, ομήρους.
Εν συντομία τα υπόλοιπα:
Ο ΕΛΑΣ μπαίνει στην Πρέβεζα, Η οδύσσεια της επιστροφής στα Γιάννενα.
Οι πρώτοι Άγγλοι στα Γιάννενα.
Κόκκινος Δήμαρχος ….μέχρι 27 Μαρτίου 1945)

……………………………………………………………………
Από το βιβλίο του Christoph Schminck – Gustavus
Μνήμες Κατοχής ΙΙ Ιταλοί και Γερμανοί στα Γιάννενα και η καταστροφή της εβραϊκής κοινότητας
από τις αναμνήσεις του Άγγελου Καλογερίδη
…Πριν οπισθοχωρήσουν οι Γερμανοί, συγκέντρωσαν όλον τον κόσμο στην πλατεία μπροστά στο διοικητήριό τους, δηλαδή εκεί που βρίσκεται σήμερα η νομαρχία. Ανακοίνωσαν με μεγάφωνα τη συγκέντρωση αυτή. Όταν είχε μαζευτεί ο κόσμος, κάποιος από το διοικητήριο έβγαλε λόγο. Δεν τον βλέπαμε, μόνο τη φωνή του ακούγαμε από τα μεγάφωνα. Είπε: «Εμείς φεύγουμε, αλλά εσείς θα νοσταλγήσετε την παρουσία μας, που σας έδωσε ασφάλεια, διότι η Ελλάδα θα περάσει άσχημους καιρούς.» Με τη δύση του ήλιου φύγανε σε απόλυτη τάξη.
Μόλις έφυγαν οι Γερμανοί, άρχισαν να μπαίνουν οι αντάρτες του Ζέρβα στην πόλη. Τα αισθήματα του κόσμου όμως δεν ήτανε μόνο θετικά. Υπήρχε και φόβος.
Όσοι είχαν διορατικό πνεύμα, είδαν κιόλας ότι θα επακολουθήσει εμφύλια σύρραξη. Γι’ αυτό υπήρχε μεγάλη αβεβαιότητα. Το μίσος που είχε αναπτυχθεί μεταξύ ΕΔΕΣ και ΕΛΑΣ ήταν φοβερό και η Ήπειρος ήταν το επίκεντρο. Στην Ήπειρο ο ΕΔΕΣ ήταν ισχυρός, ενώ στην υπόλοιπη χώρα το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Την αποχώρηση των Γερμανών ο κόσμος δεν την είδε σαν απελευθέρωση, δηλαδή σαν μια ομαλή μεταβατική περίοδο προς την ελευθερία με ελεύθερες εκλογές…
Στην αρχή υπήρχε βέβαια μεγάλος ενθουσιασμός που βλέπαμε και πάλι συγκροτημένο ελληνικό στρατό στην παρέλαση των δυνάμεων του ΕΔΕΣ μπροστά στο Ζέρβα.

Από τις αναμνήσεις του Ιωάννη Νέου
…Οι άνδρες του Ζέρβα είχαν υπό τον έλεγχό τους την περιοχή απέναντι από την πόλη, στην άλλη πλευρά της λίμνης. Μόνο την κάτω ζώνη, στην ακτή. Πάνω στα βουνά βρισκόταν ο ΕΛΑΣ. Η διαχωριστική γραμμή περνούσε ακριβώς στα μισά του βουνού. Κάπου κάπου ερχόταν ένας απ’ τον ΕΔΕΣ εκεί που είχα δεμένη τη βάρκα μου. Ήταν ντυμένος ιερέας, με μαύρο ράσο. Ερχόταν ν’ αγοράσει ψάρια για τους άνδρες της ομάδας του. Πάντα συζητούσαμε και μια μέρα του είπα:
«Εσείς μιλάτε εναντίον του ΕΛΑΣ, αλλά εγώ βλέπω από μόνος μου τι συμβαίνει. Έχω δικά μου μάτια και δικό μου κεφάλι! Για πες μου λοιπόν: Τι έγινε με το γερμανικό αυτοκίνητο που χθες ήρθε σε σας; Τι ήθελαν αυτοί; Εσείς συνεργάζεστε μαζί τους!»
(ΣΗΜ: Οι επαφές μεταξύ ΕΔΕΣ και Επιτελείου της Μεραρχίας Εντελβάϊς είναι πολύπλευρα βεβαιωμένες. Και τότε ήταν γνωστές. Διαφαίνονται επίσης από τους φακέλους του τμήματος Ic της Αντικατασκοπείας στο επιτελείο του XXIIου Σώματος Ορεινών Καταδρομών)
Δεν απάντησε τίποτε, αλλά εμείς είχαμε ακούσει από σίγουρες πηγές, ότι οι Γερμανοί προμήθευαν τους ανθρώπους του Ζέρβα με φάρμακα. Ήμασταν νέοι και ριψοκίνδυνοι, παίζαμε με τη ζωή μας σαν να ήταν παιχνίδι.
Μια φορά θα με τέλειωναν για το τίποτε. Λίγο πριν αποχωρήσουν οι Γερμανοί, ήρθε σπίτι μου ένας απεσταλμένος του ΕΛΑΣ. Την ώρα εκείνη ένας φίλος μου έκοβε τα μαλλιά. Και αυτός ήταν στον ΕΛΑΣ. Δύο Γερμανοί όμως κάθονταν στην κουζίνα μας. Μπορεί να μην ήταν ακριβώς Γερμανοί, μα Πολωνοί ή Αυστριακοί, ωστόσο φορούσαν γερμανικές στολές.
Λοιπόν ο σύνδεσμος αυτός ήρθε μέσα, μας χαιρέτησε, είδε τους δυο και είπε, χωρίς καν να το σκεφθεί: «Και αυτά τα δυο γουρούνια, τι θέλουν;»
Εντελώς απρόσεκτη κουβέντα! Είχαμε όμως τύχη γιατί οι δυο δεν καταλάβαιναν ελληνικά. Ο σύνδεσμος μας είπε:
«Παιδιά, αύριο το βράδυ αρχίζει η εξέγερση στα Γιάννινα! Για τη λεφτεριά! Ο εφεδρικός ΕΛΑΣ θα δράσει! Να είστε έτοιμοι κι εσείς!»
Ο ΕΛΑΣ στην περιοχή δεν είχε μόνο τα ένοπλα τμήματα των βουνών. Και στην πόλη είχε ένα μεγάλο αριθμό εφέδρων. Είπε λοιπόν:
«Εμπρός ! Ο αγώνας αρχίζει! Σταμάτα εσύ να του κόβεις τα μαλλιά! Σηκωθείτε! Ελάτε μαζί μου!»
Έξω κοντά στα πλοιάρια, μας έδωσε ένα πακέτο με προκηρύξεις και ένα γράμμα για καποιον Βελιαρούτη. Αυτός θα έπρεπα να διατάξει τη στάση στην πόλη. Πήραμε τις προκηρύξεις μαζί μας. Ήταν πάρα πολλές και δεν είχαμε καιρό να τις διαβάσουμε. Το γράμμα για τον Βελιαρούτη το έκρυψα στη σκούφια μου και τις προκηρύξεις, για να μη μουσκεφτούν τις τύλιξα με ένα καραβόπανο. Μετά έδεσα το πακέτο με σύρμα και το ‘βαλα στη βάρκα μου.
Δεν είχαμε απομακρυνθεί πολύ από τα καλάμια. Κωπηλατούσαμε στα ανοιχτά, όταν είδαμε τον Κόκκινο να έρχεται με τη βάρκα του. Μέσα ήταν πολλοί Γερμανοί και έρχονταν κατευθείαν σε μας. Φοβηθήκαμε πάρα πολύ. Είπαμε μεταξύ μας: «Τέρμα τώρα! Χαθήακμε!» Λοιπόν τι κάνουμε; Να πετάξουμε τις προκηρύξεις στο νερό; Αισθανθήκαμε σαν παγωμένοι.
Και ο Κόκκινος ήταν ήδη κοντά μας. Σταμάτησε τη μηχανή και μας φώναξε: «Ε παιδιά, μήπως είδατε αγριόπαπιες; Οι κύριοι αξιωματικοί θέλουν να κυνηγήσουν!»
… Δε μάθαμε τι απέγινε, μα η εξέγερση στα Γιάννενα δεν έγινε, μια τρύπα στο νερό. Οι Γερμανοί αποχώρησαν ανενόχλητοι.
(οι φωτογραφίες 1, 2, 3 της ανάρτησης είναι από το εν λόγω βιβλίο)
……………………………………………………………………


Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2009

23 Οκτωβρίου 1943: Οι Γερμανοί καίνε την Καλουτά στο Ζαγόρι.

Η ΚΑΛΟΥΤΑ στις ΦΛΟΓΕΣ των ΓΕΡΜΑΝΩΝ – Οκτώβρης του 1943.


(Άρθρο του αείμνηστου Τάκη Σακελλαρίου, επί χρόνια πολλά
Δάσκαλου στα Πρότυπα Δημοτικά Σχολεία της Ζωσιμαίας Παιδαγωγικής Ακαδημίας)


Φθινοπωρινό πρωϊνό του 1943. Η Καλουτά είχε ξυπνήσει από έναν εφιαλτικό, ταραγμένο ύπνο. Κακά μαντάτα απλώνονταν γύρω. Οι Γερμανοί κατακτητές σκύλιασαν από το λεβέντικο πνεύμα της Αντίστασης του λαού μας, από την αυτοθυσία του για τη λευτεριά, και είχαν επιδοθεί σε βάρβαρα αντίποινα.

Οι Λυγκιάδες είχαν παραδοθεί στις φλόγες και ογδόντα ψυχές κάηκαν στα σπίτια τους. Εκκαθαριστικές επιχειρήσεις ετοιμάζονταν.

…. «Προσοχή! Προσοχή! Γερμανική φάλαγγα πέρασε από το Στόμιο της Κόνιτσας και ξεχύθηκε στ’ ακρινά χωριά του Ζαγοριού! Μην απομακρύνεστε από τα σπίτια σας και βγάλτε τίποτα όξω!»

ανήγγειλε ο τηλεβόας το τρομερό μαντάτο από την πλατεία του χωριού.

Μείναμε βουβοί κι άλαλοι!


Μαύρη Τετάρτη αποβραδύς

Μια Πέφτ’ ήταν το γιόμα!

Θρήνος μεγάλος γίνεται,

στις ρεματιές στα δάση

Κλαίμε οι δόλιοι το χαμό

των όμορφων σπιτιών μας

Καυτές οι φλόγες τάζωσαν

πυκνός καπνός πετιέται

Κατάρα και ανάθεμα

απ’ τις καρδιές, που πάει

Εκδικητής και τιμωρός

στους άνθρωπους θηρία


Ζύγωσε ο αφανισμός. Βροντές και χτύποι φτάνουν στ’ αυτιά μας από τα γειτονικά χωριά. Μαύρος καπνός σκουραίνει το γαλάζιο του φθινοπωρινού ουρανού. Κι ο τηλεβόας δίνει από την πλατεία τις τελευταίες πληροφορίες για την κατεβασιά που έρχεται.

Η ψυχή μας το είχε προμαντέψει το κακό. Την πρώτη Αυγούστου κανόνια απ’ το Μπισδούνι είχαν σκοτώσει δύο χωριανούς μας τη Φωτεινή και το αβάπτιστο του Κώστα Κατσιούρα κι είχαν γκρεμίσει δυό σπίτια. Κι εμείς οι μαύροι δεν θέλαμε να το πιστέψουμε.

Είχαμε γεμίσει τα σπίτια μας με τα ελέη του Θεού. Γενήματα, όσπρια, κρασιά, καρύδια, μήλα, κάστανα, τυριά, βούτυρα, μέλι…Και τι δεν μας χάρισαν τα χώματα του τόπου μας και τα ζώα μας εκείνη τη χρονιά, ποτισμένα με τον ιδρώτα της δουλειάς και του νοικοκυριού μας. Βάϊζαν οι κρεβάτες απ’ τη σοδειά και στα κελάρια έβραζε ο μούστος.

Και να που έφτασε η μέρα να γίνουν όλα στάχτη.

Ξαρματώσαμε τα σπίτια μας στα χαμένα! Άλλα στις «μπίμπτσες» άλλα στις στενούρες, άλλα στις αυλές και στους λάκκους. Και τι δεν έβλεπες έξω πεταγμένα για ν’ αποφύγουν τις φλόγες και τον αφανισμό! Κασέλες, κρεβάτια, κασόνια, τραπέζια, καρέκλες, μηχανές, σκαφίδια, πλαστήρια, καθρέπτες, βαρέλια, νταμουζάνες, γυαλικά, παραθυρολόφυλλα, πόρτες, χαλκώματα, σκεπάσματα, στρώματα, προσκέφαλα, εργαλεία, λογής λογής πράματα και θάματα που θέλει η ζωή!

Όλα αποχτημένα με μόχθο και μεράκι από μας και τους προγόνους μας.

Το απόγεμα της Τετάρτης 21 του μηνός (Οκτ. 1943) δε σήκωνε άλλο η παραμονή μας στο χωριό. Έπρεπε να φύγουμε γιατί κινδύνευε η ζωή μας.

Και που να πάμε;

Που μπορούσε να είμαστε ασφαλισμένοι;

Κανένας δεν ήξερε!

Οι Γερμανοί (στρατιωτικό τμήμα της ορεινής μεραρχίας Εντελβάϊς) είχαν φτάσει στους Φραγγάδες και στη Λεφτοκαρυά και απ’ εκεί έρριχναν με όλμους στο Διπόταμο και στο χωριό μας στα κουτουρού για φοβέρα.

Γυναίκες τρομοκρατημένες, παιδιά να σκούζουν, γριές φορτωμένες με πρόχειρα πράγματα, άνδρες, γέροι, όλο το χωριό ξεκινήσαμε στο αβέβαιο, στα δα’ση, στους λάκκους, στο άγνωστο.

Πήραμε τα κλειδιά των σπιτιών μας – που αλλοίμονο μείναμε μ’ αυτά – και πολλοί κρατώντας στην αγκαλιά τις εικόνες των σπιτιών τους και τραβώντας τα φορτιάτικα – μουλάρια, γαϊδούρια – φύγαμε συντροφιές – συντροφιές όπου μας πήγαινε η τύχη.

Το χωριό μας άδειασε κι έμειναν εκεί έξι χωριανοί μας. Ο Στέφος Αθανασούλας, ο Ανδρέας Ράπτης, ο Ανδρέας Καναβέλης γέροι, ο Παύλος Κουτσός νέος και οι γριές Αικατερίνη Γραβάνη και Αρετή Βλώρου.

Τα κοπάδια με τα γιδοπρόβατα έμειναν στο βουνό και σώθηκαν, ενώ το γελαδοκόπαδο από 20 αγελάδες έμεινε «ακυβέρνητο» και αφανίστηκε γυρίζοντας στο χωριό.

Η νύχτα της Τετάρτης προς την Πέφτη πέρασε με το χωριό βουβό κι ερημωμένο και τους χωριανούς διασκορπισμένους στα δάση και στις ρεματιές γύρω 30 λεπτά ως μια ώρα μακριά απ’ το χωριό.

Την Πέφτη (22 Οκτ. 1943) το πρωϊ πλακώσαν οι διαβόλοι.

Χτύποι, βροντές, ντουφεκιές, φωνές γέμισε το χωριό! Με σιδερικά σχίζανε τις πόρτες και έμπαιναν στα σπίτια για να πάρουν ό,τι θέλουν πριν τ’ αφανίσει η φωτιά.

Σκότωναν τις κότες, έσφαζαν τα μανάρια στα κελάρια και από τις αγελάδες και τα μοσχάρια έπαιρναν τα ψαχνά, τις σπλήνες και τα σκώτια και τα υπόλοιπα έμειναν μεσοδρομής, για ν’ ανιστορούν τη νέα τάξη πραγμάτων που ήθελαν να βάλλουν στον κόσμο.

Έρριχναν όλμους στα γύρω δάση και στο Διπόταμο όπου δεν είχαν περάσει για τρομοκρατία και το βράδυ έβαλαν φωτιά στα δύο ακραία σπίτια του χωριού του Μπαλάνου και της Μπρέλως για να έχουν φωτοχυσία στο …πανηγύρι τους.
Και τι δεν έκαναν εκείνη τη νύχτα! Ξεφωνητά, ουρλιάσματα, ντουφεκιές, οχλοβοή, αλλόκοτα τραγούδια και χορούς, όπως ήταν χορτάτοι απ’ τ’ αγαθά μας και μεθυσμένοι απ’ τα κρασιά μας τα ολόγλυκα.

Κι εμείς αλαφιασμένοι, άγρυπνοι, εξουθενωμένοι περιμέναμε το τέλος της τραγωδίας μας! Το πρωϊ της Παρασκευής (23 Οκτ 1943) η μισή φάλαγγα έφυγε προς το νότο για τα χωριά Καμνιά – Καβαλάρι και η άλλη μισή από την Πέφτη έφυγε για τα Γιάννενα από τον Άη Γιάννη του Δίκορφου και το Λυκόστομο.

Έμεινε πίσω το απόσπασμα της καταστροφής. Η πρώτη φωτιά φάνηκε στην καλύβα του Βαρνάβα κάτω από την Αγία Παρασκευή κι αμέσως τα τρία συνεργεία γέμισαν το χωριό με φλόγες και καπνούς.

Θεέ μου, τι χαλασμός! Πέτρες που σχίζονταν, σκεπές που σωριάζονταν, φλόγες που έζωναν τους μαχαλάδες, καπνοί ολόμαυροι και πνιγεροί που ανέβαιναν μεσούρανα κι ύστερα απλώνονταν για να σκεπάσουν τις ράχες, τα δάση, τις ρεματιές και να κρύψουν τον ήλιο.

Κι εμείς αντίκρυ κλαίγαμε τα συντρίμμια της ζωής μας και τον αφανισμό πλούσιων δημιουργημάτων πεντακόσιων χρόνων.

Το απόγευμα της Παρασκευής λιγόστεψαν οι φλόγες και οι καπνοί και δεν ακούγονταν τίποτε άλλο από τοίχους που σωριάζονταν με πάταγο τρομαχτικό!

Οι Γερμανοί χαλαστές έφυγαν αφού αφήκαν πίσω τους μια κόλαση από ερήμωση και καταστροφή.

Τι φοβερό θέαμα συμφοράς! Καπνισμένοι, μισογκρεμισμένοι τοίχοι με καρβουνιασμένες ακόμη τις ξυλοδεσιές. Μπουχαριά τρύπια με κρεμασμένους τους σιδερένιους κρεματάληδες. Πόρτες μισοκαμένες με ξεπεταγμένες τις κλειδωνιές, παράθυρα με σιδεριές ξεκάρφωτες και λυωμένα τζάμια, αυλές γιομάτες χαλάσματα και μισοκαμένα, όσα είχαμε βγάλει έξω για να γλιτώσουν. Δρόμοι αδιάβατοι από τα γκρεμίσματα. Μπίμπτσες που τις έγλυφαν φλόγες θεόρατες από τ’ ακριβά μας πράγματα που είχαμε εκεί φυλαγμένα. Μυρωδιές ανακατεμένες από καψαλισμένα υφάσματα, ξύλα, ζωοτροφές, τυριά, βούτυρα, ρακιά, κρασιά, καρύδια…
(….Δεν κάηκε η Εκκλησία του χωριού η Αη Σωτήρα, μερικά σπίτια κρυμμένα πίσω από λόφους μη ορατά από την πλατεία, και κανά δυό ακόμα σπίτια των ηλικιωμένων που είχαν το θάρρος - παρά όσα είχαν γίνει πριν λίγο καιρό στους Λυγκιάδες - να μείνουν στο χωριό και να κεράσουν …ένα ρακί τους Γερμανούς, φαίνεται το αίμα των αθώων ψυχών των Λυγκιάδων έπεσε βαρύ πάνω τους, μπορεί να ήταν διαφορετικές μονάδες με διαφορετικούς αξιωματικούς, ποιος ξέρει….., όσο για την Εκκλησία η φωτιά που έβαλαν στο κοινοτικό κατάστημα εφαπτόμενο στην Εκκλησία σαν από θαύμα σταμάτησε σε ένα δοκάρι, δεν προχώρησε, πάντως ειδικά φωτιά για την Εκκλησία δεν έβαλαν….)

Κι ανάμεσα τους εμείς οι χωριανοί όλοι, που γυρίσαμε απ’ τα δάση και τις ρεματιές, σκιές χαμένες στο χαλασμό, περνούσαμε από σπίτι σε σπίτι, από μαχαλά σε μαχαλά άβουλοι, αποκαμωμένοι, αλαφιασμένοι, διαβαίναμε σαν την άδικη κατάρα επάνω από τα συντρίμμια των ονείρων μας, επάνω από τα αποκαϊδια του ιδιόρρυθμου και ιδιότυπου ζαγορίσιου πολιτισμού μας!...

Θα επιζήσουμε τάχα ύστερ’ απ’ το χαλασμό; Θα ξαναφτιάξουμε τη ζωή μας;

Μα η ελπίδα ξεπετάχτηκε μέσα απ’ της ψυχής μας την απόγνωση! Την άλλη μέρα Σάββατο (24 Οκτωβρίου 1943) αρχίσαμε τις πρώτες προσπάθειες για ζωή. Μαζεύαμε τα μισοκαμένα, τα λιγοστά που γλύτωσαν, ανακατεύαμε τη στάχτη, τα αποκαϊδια του χαλασμού να βρούμε κάτι για να σταθούμε στα πόδια μας, να ξεχειμάσωμε, να πάρουμε δύναμη σαν τον Ανταίο από τη Γη μας που γλυτώσαμε μαζί της, να ζήσουμε όσο νάρθει η Λευτεριά η ποθητή.


Ένα ποίημα του  Τάκη Σακελλαρίου για το χαλασμό, το κάψιμο της Καλουτάς.

Ξυπνήστε αετοί του Μιτσκελιού

Ζαγοριανά μ’ αηδόνια!

Ανοίξτε τις φτερούγες σας μεσουρανίς πετάξτε,

να μην βραχνιάσουν οι καπνοί τη λαγαρή λαλιά σας

κι οι φλόγες, που θεόρατες χορεύουνε τ’ αψήλου,

να μην σας καψαλίσουνε τ’ ανάλαφρα φτερά σας!

Δέστε απ’ εκεί το χαλασμό, τη στάχτη, τα ρημάδια,

που οι μαυρ’ δράκοι άπλωσαν

στ’ όμορφο το Ζαγόρι!

Πέστε τραγούδια θλιβερά σκούξτε, καταραστήτε

Μ’ αίμα μας ήρθε η Άνοιξη, σκλάβο το Καλοκαίρι

το έρμο το Φθινόπωρο με μαύρα μοιρολόγια

Φωτιά, τσεκούρι, αφανισμό οι Γερμανοί σκορπάνε

στου Ζαγοριού τ’ αρχοντικά τα ζηλεμένα σπίτια

Καίνε κρεβάτες απλωτές, νοντάδες στολισμένους

μ’ ανατολίτικα χαλιά της Βενετιάς ασήμια

Σφάζουν γελα΄δια και τραγιά, πίνουν κρασιά μοσχάτα

κι ύστερα στις μεσούρανες τις φλόγες των σπιτιών μας

στήνουν αλλόκοτο χορό, σκούζουν σαν βρυκολάκοι

Άνοιξε, Θέ μου, τάρταρα τους χαλαστές να πνίξουν

λαμπρός να βγεί ο αυγερινός, λεύτερος χρυσοήλιος

Να σειούνται τα καμπαναριά στης λευτεριάς τη μέρα.

(Τάκης Σακελλαρίου 23 Οκτωβρίου 1943)


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: 1) Η φωτογραφία της Καλουτάς είναι του οφθαλμίατρου Ντίνου Βίκα από το περιοδικό «Η ΚΑΛΟΥΤΑ μας»
2) Η φωτογραφία των Γερμανών αξιωματικών βρίσκεται στο πολύ ενδιαφέρον πρόσφατο βιβλίο «Μνήμες Κατοχής, Ιταλοί και Γερμανοί στα Γιάννενα και η καταστροφή της εβραϊκής κοινότητας» του Christoph Schminck – Gustavus Εκδόσεις Ισνάφι Ιωάννινα 2008.




Ένα από τα σπίτια (στα Κουργιάτικα κρυμμένο πίσω από λόφο) που δεν είδαν οι Γερμανοί - και γλίτωσε το κάψιμο.


Τετάρτη 26 Αυγούστου 2009

Η εξόντωση των Εβραίων των Ιωαννίνων και ένα δικαστικό σκάνδαλο στη σύγχρονη Γερμανία.


ΑΝΑΨΗΛΑΦΗΣΕΙΣ

Το φάντασμα των Ιωαννίνων

Η εξόντωση των Εβραίων της ηπειρωτικής πρωτεύουσας και ένα δικαστικό σκάνδαλο στη σύγχρονη Γερμανία

του ΣΠΥΡΟΥ ΜΟΣΚΟΒΟΥ (ΤΟ ΒΗΜΑ - Κυριακή 26 Ιουλίου 2009)

Το κοινό, εκατόν πενήντα περίπου ακροατές, παρακολουθούν με ενδιαφέρον την αποψινή ομιλία στην ιστορική αίθουσα του Πρωτοδικείου Βρέμης. Αλλά και με ανάμεικτα συναισθήματα, και ας έχουν περάσει πάνω από εξήντα χρόνια από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και ας γράφει το ημερολόγιο 24 Ιουνίου 2009.

Στο βήμα ο ομότιμος καθηγητής Ιστορίας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Βρέμης Κρίστοφ Σμινκ-Γκουστάβους μιλά με θέμα: «Ανακρίσεις για το Ολοκαύτωμα: Αναφορά σε ένα δικαστικό σκάνδαλο της Βρέμης (1964-1970)». Πρόκειται για μια εκδήλωση που συνοδεύει έκθεση με τίτλο «Τι ήταν τότε δίκαιο» για τη διαστροφή του δικαίου την εποχή του ναζισμού. Ο καθηγητής παρουσιάζει λεπτομέρειες που συσχετίζουν την εξόντωση των Εβραίων της Ελλάδας με τη Βρέμη και την επιβίωση ναζιστικών σταγονιδίων στη δικαιοσύνη.

Εκθέτει τα πορίσματα μελέτης του που κυκλοφορεί ακόμη μόνο στα ελληνικά.

Ξετυλίγει τον βίο και τα έργα του πρώην εισαγγελέα Ζίγκφριντ Χέφλερ (1909-2003), του ανθρώπου που στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα έκλεισε τον φάκελο και άρα ανέκοψε την προσαγωγή στη δικαιοσύνη δύο υπευθύνων για τον εκτοπισμό των Ελληνοεβραίων, ανάμεσά τους και των 1.725 Εβραίων των Ιωαννίνων.

Εκλεισε τον φάκελο, αυτό είναι το σκάνδαλο, αυτά είναι τα νέα στοιχεία που προσκομίζει ο Σμινκ-Γκουστάβους, επειδή έβλεπε με κατανόηση τους «συναυτουργούς», ήθελε να τους εκλάβει ως «απλούς συνεργούς» και να τους απαλλάξει. Γιατί; Γιατί μάλλον υπήρξε ο ίδιος «συναυτουργός» στο σκοτεινό γερμανικό παρελθόν, γιατί ο ίδιος ήθελε να τον εκλαμβάνουν ως «απλό συνεργό».

Μερικά πρόσωπα στο κοινό πανιάζουν. Ο ομιλητής δεν ξέρει ακόμη ότι ανάμεσα στους νομικούς και στους φιλομαθείς κάθεται και ο γαμπρός και η εγγονή του Χέφλερ, ακόμη και η παλιά γραμματέας του στην εισαγγελία. Ο γλυκός παππούς, ο εξαίρετος νομομαθής, το επίλεκτο μέλος της κοινωνίας της Βρέμης ένας πρώην ναζί; Μια κλασική γερμανική τραγωδία. Γύρω από τον βαρύ πολυέλαιο, κάτω από τον επιβλητικό θυρεό της ιστορικής αίθουσας σαν να ψιθυρίζουν απόψε 1.725 αδικαίωτες ψυχές.

Χωρίς να λογοδοτήσουν

Ηταν στις 25 Μαρτίου 1944 όταν οι Εβραίοι των Ιωαννίνων συγκεντρώθηκαν μέσα σε λίγες ώρες, επιβιβάστηκαν σε φορτηγά και μέσω Λαρίσης οδηγήθηκαν στο Αουσβιτς, όπου και εξοντώθηκαν εκτός από ελάχιστους που επέζησαν.

Οι διαταγές για τον εκτοπισμό τους εκδόθηκαν από τη Γερμανική Ασφάλεια στην Αθήνα.

Ο διοικητής της Βάλτερ Μπλούμε και ο στενός συνεργάτης του Φρίντριχ Λίνεμαν, πρώην γκεσταπίτης στη Βρέμη, θεωρήθηκαν ύποπτοι για το έγκλημα από τις αρμόδιες γερμανικές αρχές μετά τον πόλεμο και τη σχετική προανακριτική διαδικασία ανέλαβε με ευσυνειδησία ο εισαγγελέας της Βρέμης Χάραλντ Ράιχενμπαχ.

Αλλά όταν το 1968 ολοκλήρωσε το κατηγορητήριο, αποχώρησε οικειοθελώς για επαγγελματικούς λόγους από την εισαγγελία και τότε ανέλαβε τον φάκελο ο συνάδελφός του Ζίγκφριντ Χέφλερ.

Για να τον κλείσει οριστικά και αμετάκλητα το 1971 εκτιμώντας ότι οι δύο ύποπτοι για εγκλήματα δεν υπήρξαν «συναυτουργοί» της εξόντωσης των Εβραίων, αλλά απλοί «συνεργοί», οι οποίοι εκτελούσαν διαταγές ανωτέρων και μάλιστα δεν ήταν «εσωτερικά πεπεισμένοι» για την ορθότητα των αναπόφευκτων διαταγών.

Βάσει του γερμανικού δικαίου όμως η συνέργεια σε «ανθρωποκτονία» παραγραφόταν εντός δεκαπέντε ετών. Ετσι οι Βάλτερ και Λίνεμαν εξεμέτρησαν μάλλον κάποια στιγμή το ζην χωρίς να λογοδοτήσουν για τις ευθύνες τους για τον χαμό της ζωής των άλλων.

Το παρελθόν του νομικού

Την επομένη της αποκαλυπτικής εκδήλωσης στη Βρέμη άρχισαν οι αντεγκλήσεις στον τοπικό Τύπο και στο μεταξύ η διένεξη άρχισε να απασχολεί και τις μεγάλες γερμανικές εφημερίδες. Πρώην συνάδελφοι του Ζίγκφριντ Χέφλερ διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για το πάλλευκο παρελθόν του ευυπόληπτου νομικού, δημοσιογράφοι υπενθυμίζουν τη γοργή αποκατάσταση και επανένταξη πρώην ναζί στο μεταπολεμικό δικαστικό σώμα της Γερμανίας.

Και ο καθηγητής Σμινκ-Γκουστάβους, που τόσο πίκρανε ένα μέρος της κοινωνίας της Βρέμης, επισημαίνει τα κενά στα μεταπολεμικά βιογραφικά σημειώματα του πρώην εισαγγελέα, ανασύρει έγγραφα που πιστοποιούν όχι απλά ότι ο Χέφλερ ήταν μέλος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, αλλά και ότι είχε αποσπασθεί κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Πολωνία, στο Εκτακτο Δικαστήριο του Ζέσουφ που είχε στο παθητικό του ουκ ολίγες θανατικές καταδίκες πολωνών αντιστασιακών.

Σε τριάντα πέντε ολόκληρους τόμους που βρίσκονται σήμερα στα αρχεία της εισαγγελίας της Βρέμης είναι καταγεγραμμένη βήμα προς βήμα η προανακριτική διαδικασία για την υπόθεση Μπλούμε-Λίνεμαν και τον εκτοπισμό των Εβραίων της Ελλάδας.

Το τμήμα που αφορά το αργό αλλά σταθερό κλείσιμο της υπόθεσης από τον Χέφλερ μπορεί να διαβαστεί και ως χρονικό μιας συγκάλυψης: αργοπορίες, επιφανειακή εξέταση των υπόπτων, υποχωρήσεις σε προκλητικές απαιτήσεις τους για αναβολή των ανακρίσεων, επιλεκτική μεγαλοποίηση των ελαφρυντικών στοιχείων και υποτίμηση των επιβαρυντικών.

Και ταυτόχρονα συνιστά τεκμήριο όχι μόνο της θεσμικής υπεκφυγής από τον κολασμό των ναζιστικών εγκλημάτων, αλλά και της ενσωμάτωσης των πρώην ναζί στη μεταπολεμική γερμανική κοινωνία.

Μια προσωπική ιστορία

Σε έναμέρος των στοιχείων αυτών έχει πρόσβαση το ελληνικό κοινό, καθώς έχουν περιληφθεί στο βιβλίο του Κρίστοφ Σμινκ-Γκουστάβους με τίτλο «Μνήμες Κατοχής ΙΙ. Ιταλοί και Γερμανοί στα Γιάννενα και η καταστροφή της εβραϊκής κοινότητας» που κυκλοφόρησε πρώτα στα ελληνικά το περασμένο φθινόπωρο από τις εκδόσεις Ισνάφι.

Είχε προηγηθεί ο πρώτος τόμος για την καταστροφή του χωριού Ασπράγγελοι στο Ζαγόρι, ενώ αναμένεται και ο τρίτος για την πυρπόληση των Λυγκιάδων από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής.

Μια επιτομή του όλου έργου αναμένεται να εκδοθεί στα γερμανικά μόλις την ερχόμενη άνοιξη από τον οίκο της Γοτίγγης Wallstein, διακεκριμένο στις μελέτες που αφορούν την ιστορία του 20ού αιώνα και το Ολοκαύτωμα. Ετσι το γερμανικό κοινό θα έρθει σε επαφή με ένα ελάχιστα γνωστό κεφάλαιο, τη δύστηνη μοίρα των Εβραίων της Ελλάδας.

Συχνά πίσω από την ενασχόληση γερμανών ιστορικών με την ιστορία της Κατοχής στην Ελλάδα βρίσκεται και μια προσωπική ιστορία. Πίσω από την ενασχόληση του Σμινκ-Γκουστάβους με τους εβραίους των Ιωαννίνων βρίσκεται μια συνάντηση ή μάλλον η ακύρωσή της: σε ένα σκοτεινό κατάστημα υφασμάτων γεμάτο τόπια και αράχνες στα Γιάννενα ο Γερμανός εντόπισε έναν επιζώντα του Αουσβιτς. Πήγε να τον δει και να τον ρωτήσει. Αλλά μόλις ο γέροντας Εβραίος έμαθε ότι πρόκειται για Γερμανό σφάλισε τα χείλια του και έδειξε την πόρτα.

Ολη η ιστορική έρευνα του Σμινκ-Γκουστάβους μπορεί να εκληφθεί ως προσπάθεια να λυθεί αυτή η σιωπή και μάλιστα στον τόπο των δραστών.

Ο κ.Σπύρος Μοσκόβου είναι διευθυντής του ελληνικού προγράμματος της Deutsche Welle

Σχετικά: Φινίτο γκουάρε, Μπαρούχ νταγιάν αεμέτ.

Σάββατο 28 Μαρτίου 2009

Φινίτο γκουάρε, Μπαρούχ νταγιάν αεμέτ.

Ο πολιτικός μηχανικός Γιάννης Παπαϊωάννου, στο βιβλίο του "Γεγονότα από τη νεότερη ιστορία" γράφει για τον διωγμό της ρωμανιώτικης κοινότητας των Ιωαννίνων, το Σάββατο (του χιονιά) 25 Μάρτη 1944, ελάχιστους μήνες πριν ...φινίτο γκουάρε - τελειώσει ο πόλεμος. Οι γερμανοί έφυγαν από τα Γιάννενα, μόλις έξι μήνες μετά.
Στις 12 Οκτωβρίου 1944 οι Γερμανοί εγκαταλείπουν την Αθήνα και στις 18 Οκτωβρίου 1944 έρχεται στην Αθήνα η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση του Καϊρου υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου.

Στα Γιάννενα ο γερμανός διοικητής φον Λανς σε συμφωνία με τον Δήμαρχο Βλαχλείδη κανονίζουν ώστε η αποχώρηση των μεν, και η είσοδος των δε να είναι ομαλή.
(Αργότερα ο φον Λανς θα δικαστεί στη Γερμανία για τα εγκλήματα του Κομμένου, της Άρτας, των Λιγκιάδων και της Κέρκυρας)
Οι Γερμανοί θα φύγουν από τα Γιάννενα, μέσω Περάματος στις 14 Οκτωβρίου 1944.
Την επόμενη μέρα, σύμφωνα με τη συμφωνία της Καζέρτας της Ιταλίας, μπαίνει στα Γιάννενα ένα τάγμα του ΕΔΕΣ και φροντίζει να μην γίνουν διαδηλώσεις εναντίον των Γερμανών ούτε και συμπλοκές.
Ο λοχαγός Λυγεράκης του ΕΔΕΣ έρχεται με βενζινομηχανές από την περιοχή του Κατσικά, καταλαμβάνει πρώτα το νησί και μετά αποβιβάζεται στο μώλο.
Ο Ναπολέων Ζέρβας έρχεται στα Γιάννενα μετά από μια εβδομάδα μέσω της οδού ΚΑ Φεβρουαρίου.
(Δυστυχώς για όλους μας, λίγο μετά θα αρχίσει ένας μακρύς σκληρός εμφύλιος, ένας χρόνος η ειρήνη, δέκα οι πόλεμοι και η συμφορά)
Οι σύμμαχοι ανοίγουν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία το Μάη του 1945.


(ευχαριστούμε τον Γιάννη που διέσωσε μνήμες, αφηγήσεις, ντοκουμέντα)

Γερμανικά στρατεύματα εμφανίζονται στα Γιάννενα την 21η Απριλίου 1941 (Δευτέρα του Πάσχα), στην Αθήνα μπαίνουν στις 27 Απριλίου 1941, και στις 29 Απριλίου 1941 ο εντολοδόχος των Γερμανών Γεώργιος Τσολάκογλου σχηματίζει «κυβέρνηση».
Στις 25 Νοεμβρίου 1942 ανατινάζεται η γέφυρα του Γοργοπόταμου στη Ρούμελη από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ με τη συνεργασία έξι Άγγλων αξιωματικών με την εποπτεία του Κρις Γουντχάουζ.

Οι Γερμανοί μπαίνουν στα Γιάννενα περίπου δυο μήνες πριν από την κατάρρευση του ιταλικού μετώπου, η οποία έγινε στις 23 Σεπτεμβρίου 1943 και έχουν πολλά μηχανοκίνητα (τζιπ, μοτοσυκλέτες, φορτηγά, κανόνια) Αφήνουν και τους Ιταλούς που βρίσκουν στα Γιάννινα, τους οποίους έχουν πλέον υπό την εποπτεία τους.
Στην περιοχή των Ιωαννίνων οι Γερμανοί στέλνουν την πρώτη ορεινή μεραρχία αλπινιστών Εντελβάις (φορούσε ένα λουλούδι στο αυτί – μόνο που ήταν άνθη του κακού) η οποία είχε δράσει στην περιοχή του Καυκάσου.

Μία από τις πρώτες ενέργειες των Γερμανών στα Γιάννενα, ήταν να προγράψουν, το φθινόπωρο του 1943 όλα τα γιαννιωτοεβραίϊκα σπίτια μέσα και έξω από το κάστρο χαράσσοντας έναν σταυρό στο πρέκι της εξώπορτας τους.
Ήταν ένα δείγμα ότι κάποια ενέργεια ετοιμάζουν σε βάρος τους.
Στις 3 Οκτωβρίου του 1943 οι Γερμανοί σε αντίποινα για την απαγωγή και την εκτέλεση ενός αντισυνταγματάρχη τους, στο δρόμο προς τη Φιλιππιάδα θα προβούν στο ανατριχιαστικό ολοκαύτωμα του χωριού που δεσπόζει περήφανο στο Μιτσικέλι, πάνω από τα Γιάννενα, των Λιγγιάδων.
Το χωριό καίγεται μαζί με ογδονταπέντε κατοίκους όλων των ηλικιών.
Πριν είχαν καλέσει τον Δήμαρχο Βλαχλείδη και άλλους προύχοντες να ερευνήσουν και να βρούν τους δύο Γερμανούς αγνοούμενους, και σε περίπτωση που δεν βρεθούν θα σκοτώσουν πενήντα Έλληνες. «Πρώτον εμένα» τους αντιτείνει ο γιαννιώτης Δήμαρχος.



Οι Ασπράγγελοι καταστρέφονται ολοκληρωτικά, πυρπολούνται στις 15 Ιουλίου 1943.
Χωριά του Ανατολικού Ζαγοριού (Φλαμπουράρι, Γρεβενήτι, Καβαλάρη, Διπόταμο, Δόλιανη) πυρπολούνται από την ορεινή ταξιαρχία Εντελβάις το Φθινόπωρο του 1943. Τα χωριά πίσω από το Μιτσικέλι, όπως η Καλουτά και ο Μανασής πυρπολούνται από τμήμα της Εντελβάις στις 23 Οκτωβρίου 1943. Οι κάτοικοι έντρομοι από το προηγηθέν ολοκαύτωμα των Λιγκιάδων κρύβονται στα δάση και στις ρεματιές της περιοχής. Περίεργο πως, στα χωριά δεν έκαψαν τις εκκλησίες ίσως και τα δημοτικά σχολεία, τουλάχιστον σε μερικά χωριά.
Το κάψιμο γλίτωσαν τα άλλα χωριά του κεντρικού και δυτικού Ζαγοριού.
Στην Καλουτά δυό τρείς ηλικιωμένοι που τόλμησαν να μείνουν στα σπίτια τους δεν τους πείραξαν, δεν έκαψαν τα σπίτια τους, ούτε πολυενδιάφερθηκαν που είναι οι άλλοι κάτοικοι. Γλεντοκόπησαν όλη τη νύχτα, σφάζοντας και ψήνοντας τα ζωντανά, πίνοντας το μούστο που έβραζε στα βαρέλια.

Την άλλη μέρα η Καλουτά λαμπάδιασε!
Ακόμη γλίτωσαν σπίτια που δεν ήσαν ορατά, κάπως κρυμένα πίσω από υψώματα.


Οι Γερμανοί τον Φεβρουάριο - Μάρτιο του 1943 συγκέντρωσαν τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης και τους μετέφεραν σιδηροδρομικώς σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία.

Αρχές του 1944 είναι παρακινδυνευμένο να κυκλοφορεί κανείς με αυτοκίνητο το πρωϊ τόσο στο δρόμο προς Φιλιππιάδα, όσο και στο δρόμο προς Μπαλντούμα από τα αγγλικά βομβαρδιστικά, που σφυροκοπούν ανελέητα, προκειμένου να δημιουργήσουν πλήγματα στις γερμανικές εφοδιοπομπές και αποστολές.
Το αντάρτικο έχει φουντώσει για τα καλά και συμμετέχει σ’ αυτό με πολλούς τρόπους μεγάλο μέρος του Ελληνικού λαού. Ίσως είναι η μεγάλη απόγνωση των ανθρώπων, που γεννά την αντίδραση και την ελπίδα. Και η απλόχερη (ανιδιοτελής;) βοήθεια των Εγγλέζων έχει αποδώσει καρπούς.
Οι αντάρτες για να τονώσουν το ηθικό των κατοίκων, φροντίζουν με κάθε ευκαιρία να περάσουν το μήνυμα ότι τα πράγματα δεν είναι ευνοϊκά για τους Γερμανούς πλέον.
Μια μέρα μεσημέρι στο παζάρι, οι εαμίτες σκοτώνουν έναν καταδότη των Γερμανών έξω στον δρόμο. Οι Γερμανοί δεν αντιδρούν καθόλου, ίσως τους βόλεψε που απαλλάχτηκαν από κάποιον που γνώριζε πολλά.
Βρισκόμαστε στο 1944, και οι διάφορες αντιστασιακές οργανώσεις αρχίζουν να ετοιμάζονται να διεκδικήσουν η κάθε μία για λογαριασμό της την αποκλειστική διακυβέρνηση στην Ελλάδα μετά το τέλος του πολέμου.
Οι Εαμίτες τραγουδούν «Στ’ άρματα, στ’ άρματα εμπρός στον αγώνα για την χιλιάκριβη τη Λευτεριά…»
Οι Εδεσίτες έχουν δικό τους ύμνο «Άδικος λογαριασμός, δεν θα ρθεί κομμουνισμός, γιατί ο Ζέρβας είναι άγρυπνος φρουρός…»
Στα βόρεια των Ιωαννίνων, πίσω από το Μιτσικέλι, στις ορεινές περιοχές του Ζαγοριού και του Μετσόβου οργανώθηκε το αντάρτικο του ΕΑΜ ΕΛΑΣ με ελεύθερους πυρήνες που δεν ελέγχονταν από τον κατακτητή.
Στα νότια της πόλης όλη η περιοχή από Ξηροβούνι – Κατσανοχώρια – Λάκκα Σούλι μέχρι Παραμυθιά ελέγχονταν από ένοπλα τμήματα του ΕΔΕΣ.

Όλα τα αντάρτικα σώματα είτε του ΕΔΕΣ, είτε του ΕΛΑΣ εφοδιάζονταν με ρούχα, οπλισμό και χρυσές λίρες από τους Εγγλέζους, χωρίς διάκριση(;). Σύνδεσμοι των Εγγλέζων στρατολογούνται και μέσα στα Γιάννενα, και πληρώνονται μια λίρα τον μήνα για τις υπηρεσίες που προσφέρουν, και βγάζουν πέρα τη δύσκολη κατοχή.
Σύμφωνα με το τεύχος 80 των Ιστορικών της "Ελευθεροτυπίας " της 26 Απριλίου 2001, για την συντήρηση και ενίσχυση του ΕΔΕΣ και του ΕΛΑΣ οι Άγγλοι διέθεσαν 1.108.000 χρυσές λίρες περίπου, ενώ για τις μυστικές οργανώσεις 101.975 χρυσές λίρες.

Στις 24 Μαρτίου 1944, ημέρα Παρασκευή (και ηλιόλουστη) έρχεται και προσαράζει στην γιαννιώτικη λίμνη, στην περιοχή της Σκάλας στη συνοικία Σιαράβα (κάτω από το σημερινό κέντρο Ναυτάκια) ένα υδροπλάνο που φέρνει την εντολή της ομαδικής συγκέντρωσης των γιαννιωτοεβραίων. Μέχρι τα χαράματα της επόμενης ημέρας, Σάββατο 25 Μαρτίου (μια μέρα με χιονιά) για τους χριστιανούς ξημερώνει η γιορτή του Ευαγγελισμού- οι Γερμανοί έχουν καταφέρει να πιάσουν στον ύπνο την συντριπτική πλειοψηφία τους και τους μεν καστρινούς να τους οδηγήσουν στο στρατιωτικό νοσοκομείο τους Ιτς – Καλέ στο κάστρο, τους δε εξωκαστρινούς στην πλατεία Μαβίλη στην περιοχή της λίμνης.
Σκεφτείτε τις εφιαλτικές στιγμές και ώρες να αφήνουν τα σπίτια τους και να πηγαίνουν στο άγνωστο, που πολλά ίσως είχαν ακούσει, την απόγνωση, τη θλίψη του ζωντανού αποχωρισμού. Να μην τις ζήσει ξανά άνθρωπος στη Γή.


Ελάχιστοι πρόλαβαν να ξεφύγουν από το μπλόκο των Γερμανών.
Γλυτώνει ο Βοχορόπουλος που βρίσκεται έξω από τις εβραϊκές γειτονιές και συγκεκριμένα στην οδό Σεραφείμ Φαναρίου, πάνω από το τζαμί της Καλούτσανης, κάποιοι γιαννιωτοεβραίοι που λείπουν από την πόλη σε χωριά, για δουλειές, ένας γιαννιωτοεβραίος έμπορος που εκείνο το βράδυ ήταν σε γιαννιώτικο φιλικό σπίτι.
Μερικοί διώχνουν τους δισταγμούς τους και καταφεύγουν την τελευταία σε γειτονικά χριστιανικά σπίτια, όπου κρύβονται και προωθούνται από τις αντιστασιακές οργανώσεις στο βουνό.
Μόνο κάποιοι νέοι γιαννιωτοεβραίοι αψήφισαν τα καθιερωμένα και βγήκαν έγκαιρα με δική τους πρωτοβουλία στην ελληνική αντίσταση, όπως ο νεαρός Σάμι Κοέν που είχε φίλους χριστιανούς και πήγε μόνος του στον ΕΔΕΣ στα Κατσανοχώρια.
Μέσω Μετσόβου και Κατάρας τους μεταφέρουν στη Λάρισα, όπου μένουν οκτώ μέρες. Στη Λάρισα τους επιβιβάζουν σε βαγόνια και μετά από 10-12 ημερών διαδρομή με το τραίνο καταλήγουν στα στρατόπεδα του Άουσβιτς και του Μπιρκενάου της Γερμανίας.

Ίσως η διαρκής επιμονή τους να μην είναι ποτέ προκλητικοί και ταυτόχρονα να μην θέλουν να ταυτίσουν τις τύχες τους με εκείνες των γιαννιωτών χριστιανών συμπατριωτών τους να εξηγεί το γεγονός ότι δεν βρήκε ανταπόκριση γιαννιώτης τραπεζικός, ο οποίος συναντήθηκε έγκαιρα με εκπροσώπους της ισραηλιτικής κοινότητας και με την ιδιότητα του απεσταλμένου του ΕΑΜ τους πρότεινε να βγούνε στο βουνό. Ίσως παρασύρθηκαν από απατηλές υποσχέσεις να προσφέρουν χρυσό στους Γερμανούς με τη διαβεβαίωση ότι θα παραμείνουν ασφαλείς και δεν θα πειραχθούν, εφόσον δείξουν καλή διαγωγή και δεν προκαλέσουν τον κατακτητή. Δεν αποκλείεται μάλιστα να έδωσαν χρυσές λίρες αρκετές φορές.

Το 1904 άρχισε να λειτουργεί στα Γιάννινα παράρτημα της Αλιάνς - Φρανσέζ (Alliance Israelite Francaise) το οποίο λειτουργούσε σ’ όλη τη διάρκεια του μεσοπολέμου. Για μεγάλο χρονικό διάστημα στεγάστηκε στο κτίριο του ισραηλιτικού δημοτικού σχολείου, το οποίο παραμένει στην ιδιοκτησία της Ισραηλιτικής κοινότητας στην οδό Νεοπτολέμου (πάροδο της Κουντουριώτη)
Στην Αλιάνς Φρανσεζ εκτός από τους γιαννιωτοεβραίους μάθαιναν γαλλικά και πολλά γιαννιωτόπουλα δωρεάν.
Εδώ στα Γιάννινα γεννήθηκε και έζησε το μεγαλύτερο διάστημα της σύντομης ζωής του ο γιαννιωτοεβραίος ποιητής Γιοσέφ Ελιγιά (1901-1931) ο οποίος δίδαξε και στο παράρτημα της Αλιάνς πριν καταδιωχθεί με τον τρόπο που ξέρουν να κυνηγούν στις μικρές επαρχιακές πόλεις.

Στην ελληνική αντίσταση (ΕΔΕΣ – ΕΛΑΣ) δεν έλαβαν μέρος, πλην ίσως ελαχίστων.
Οι οργανώσεις ΕΔΕΣ, ΕΛΑΣ, είχαν ζητήσει από τους Γιαννιωτοεβραίους να βγούνε στα βουνά εναντίον των Γερμανών, όμως εκείνοι (εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις δεν δεχτήκανε). Μέχρι την τελευταία στιγμή πίστευαν ότι θα γλιτώσουν δίνοντας στους γερμανούς χρήματα, όπως έκαναν αρκετές φορές. Όμως γελάστηκαν.

Δεν προβληματίστηκαν ούτε από το μάζεμα της πολύ μεγαλύτερης εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης που προηγήθηκε του δικού τους ένα χρόνο πριν, για να ξεστρατίσουν στο ελληνικό αντάρτικο.
Ίσως να οφείλεται στην πειθαρχία και την επιβολή που ασκούσε στα μέλη της γιαννιωτοεβραίικης κοινότητας ο Μωυσής Σαμουήλ Καμπελής, που ήταν πανίσχυρος οικονομικά παράγοντας, με θρησκευτική δύναμη και με βαρύνουσα γνώμη στα ζητήματα της κοινότητας. Το σπίτι του βρισκόταν στη θέση που σήμερα είναι το Εργατικό Κέντρο στην οδό Γιοσέφ Ελιγιά.




Ο Χάγκεν Φλάϊσερ στο βιβλίο «Στέμμα και Σβάστικα» θέτει το ερώτημα: «Τι ρόλο έπαιξαν οι σύμμαχοι εγγλέζοι στην μη αφύπνιση της γιαννιωτοεβραίικης κοινότητας, εφόσον η ένταξή τους σε μια αντιστασιακή οργάνωση – με πιθανότερη το ΕΑΜ που είχε τον έλεγχο της Πίνδου- θα είχε ως αποτέλεσμα την άμεση ενδυνάμωσή της με τον χρυσό, που μαζί τους θα κουβαλούσαν οι Εβραίοι;»
Έτσι έμειναν όλοι μέσα στην πόλη, ετοιμοπαράδοτη λεία στους Γερμανούς, τόσο οι πλούσιοι όσο και οι ταπεινοί γιαννιωτοεβραίοι, τόσο οι ηγέτες τους, όσο και οι φτωχοί μεροκαματιάρηδες της κοινότητας.
………………………………………….
Έτσι καταστράφηκε από τους Γερμανούς η ιστορική ρωμανιώτικη κοινότητα των Γιαννιωτοεβραίων.
«Μπαρούχ νταγιάν αεμέτ» όπως λένε οι Εβραίοι το «Θεός σχωρεσ’ τους» για όλους τους Γιαννιωτοεβραίους, που χάθηκαν άδικα ελάχιστους μήνες πριν από το τέλος του Πολέμου (φινίτο γκουέρα, που φώναζαν οι Ιταλοί στρατιώτες)


Με την απελευθέρωση επέστρεψαν στα Γιάννενα, όσοι πρόλαβαν και κρύφτηκαν από τους γιαννιώτες και όσοι λίγοι γλίτωσαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Όμως τίποτε δεν ήταν πια όπως πριν. Αρκετοί από αυτούς πήραν τη μεγάλη απόφαση να εγκατασταθούν στο νεοσύστατο κράτος του Ισραήλ.
Άλλοι κατέληξαν στην Αθήνα, η οποία μετατράπηκε μεταπολεμικά σε κομβικό κέντρο διακίνησης του ελληνικού εμπορίου και πραγματικό χωνευτήρι της ελληνικής αστυφιλίας.

Λίγοι απέμειναν στα Γιάννενα. Λίγοι και μετρημένοι και με αξιόλογη παρουσία. Είναι οι τελευταίοι των Μοϊκανών μιας ιστορικής κοινότητας, οι οποίοι έχουν ταυτίσει πια την ύπαρξή τους και το μέλλον τους με την τύχη των γιαννιωτών συμπατριωτών τους.


ΣΧΕΤΙΚΑ
1) Ιάκωβος Καμπανέλλης στη βικιπαίδεια
2) Παρασκευή 24 Σάββατο 25 Μάρτη 1944
3) Οι Ρωμανιώτες των Ιωαννίνων στο ιστολόγιο Περα Βρε Εχει
4) Ένα film με κινούμενα σχέδια για τη Γάζα.
5) Δίκτυο μαρτυρικών πόλεων και χωριών. Τα Ελληνικά ολοκαυτώματα