Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καλουτά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καλουτά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012

Εικόνες από την Φθινοπωρινή Καλουτά





Μια έμμετρη περιγραφή της Καλωτάς

(του Γεωργίου Σωτήρη από Νεγάδες Ζαγορίου (1856-1943)

Ο Γεώργιος Σωτήρης γεννήθηκε στις Νεγάδες του Ζαγορίου το 1856. Τα πρώτα γράμματα εδιδάχθη στις Νεγάδες. Το 1870 μετέβη εις Βραϊλαν Ρουμανίας, όπου ετελείωσε τις σπουδές του εις το εκεί ελληνικόν εκπαιδευτήριον των αδελφών Κουμπάρη. Υπηρέτησε ως διδάσκαλος επί 50 χρόνια εις Μύρον, Κανάλια και Μεσγάνι Καρδίτσης και εις Νεγάδες, Φραγκάδες και Δραγάρι Ζαγορίου.

Το ποίημα για την Καλωτά, προσφορά του εγγονού του Μάνθου Οικονόμου, Γυμνασιάρχου ιστορικού συγγραφέως, στο τεύχος «Το χωριό μας η Καλωτά» του Δημητρίου Θεμελή – τεύχος Β – Έκδοσις Αδελφότητας Καλωτάς Αθήναι 1975)

Η ΚΑΛΩΤΑ

Η Καλωτά είναι καλόν και έμορφον χωρίον

καλή η εκκλησία της, ωραίον το Σχολείον

Θείας Μεταμορφώσεως είναι η εκκλησία

Αυγούστου έξ πανήγυρις γίνεται θαυμασία

Στο μεσοχώρι ο χορός, το ομορφοστρωμένο

γίνεται ζωηρότατος με τρόπο ζηλεμένο.

Έχ’ εξωκκλήσια καλά, όπως κι’ άλλα χωριά

της Αγίας Παρασκευής και του Προφήτ’ Ηλία

το Μοναστήρι το Βισσοκό, Κοίνησις Παναγίας

που επί τρίπου Μιχαήλ εκτίσθη αρχοντείας.

Είναι ευεργέται Καλώτάς, ο Ζάκας των Σχολείων

που χρόνια διετήρησε και Παρθεναγωγείον

Και τα Σχολεία Καλωτάς σκολιά έχουνε γίνει

Μόνον ποιος είν’ αρμόδιος περί τούτων ας κρίνει.

Οι δάσκαλοι με μέθοδον διδάσκουν τα παιδία

και πλέον δεν τα τυραννούν με τη τεχνολογία

ούτε να λέγουν ραφανίες ή θρίδακες δεν κάνει,

αλλά μαρούλια τα παιδιά κι’ οι δάσκαλοι ρεπάνι

Για τα σκολιά η μαλλιαρ’ η γλώσσα

αυτή είν’ η κατάλληλος, που είναι γλώσσα ζώσα,

σ’ αυτήν χορεύουν και πηδούν, παίζουν περιβολάρη

και τραγουδούν το γαϊδαρο, όπου βαστά σαμάρι.

Είν’ άχρηστος εις τα σκολιά η γλώσσα η αρχαία

κι’ άδικα ζαλίζεται, μ’ αυτήν η νεολαία.

Πρόγονες γίγαντες αυτήν ωμίλουν και δεν κάνει

να την μαθαίνομεν ημείς, απόγονοί των νάνοι.

Γλώσσα νεκρά δεν ωφελεί, ζαλίζεται η νεότης

άχρηστα τα ιδανικά, χρήσιμ’ η σκοπιμότης.

Γόνοι αυτής Θεόφιλος Παϊσιος καμάρι

Κι’ ο Κονομάτης ο λαμπρός ο Φιλικός με χάρι

Καλλίνικος Καλόγηρος, πρώην Κώστας Σταμάτης

στ’ Άγιον Όρος ‘μόνασε αυτός ο Καλωτάτης

Οι δυο πρώτ’ επίσκοποι τη βρύση του Δεσπότη

έκτισεν εις την Καλωτά, είναι των άλλων πρώτοι.

Ανδρέας ο Τενόπουλος στο Μεσοχώρι βρύσι

την έκτισε πανέμορφη να πιή όστις θελήσει

Χριστόδουλος καθηγητής, ένδοξος Καλωταίος

Την γλώσσαν την Ομηρικήν ως Έλλην γράφ’ αρχαίος.

Θαυμάζεται το ποίημα εις τον Γαμβέτα Γάλλον,

Πούκαμε στην ομηρικήν γλώσσαν έπος μεγάλον.

Ο Οικονόμος ο ιερεύς, Βίκας πατήρ δασκάλων

Ο Νούσιας, ο Δημήτριος παπάδες μ’ επιβάλλον

Διδάσκαλος ο Θεμελής, οι τέσσαρες Βικαίοι

Ο ιερεύς Νικόλαος κι’ Ανδρέας οι Πετσαίοι.

Λαμπρός ήτο διδάσκαλος ο Παπαγεωργίου

o Κωνσταντίνος, υπογραμμός δάσκαλου σεβασμίου.

Ο Βασταρούχας ο ιατρός, ο Βέλλιος ο Τασούλας

…….

Κι’ ο Μακρυνιώτης παπαγιός Αλέκος ο Μπανάκος

τεχνίτης λεπτουργός αλλά κομμουνισμού γεμάτος

Κωστάκης Βίκας ιατρός, όστις εις το Παρίσι

εσπούδασεν ….

Και τώρα εχ΄ η Καλωτά άνδρες εξακουσμένους

Και δικηγόρους και ιατρούς και διανοουμένους.

Ο επιστήμων ιατρός ο Στέφανος Στεφάνου

φιλάνθρωπος, αγαπητός στέκει πολύ απάνου

……

Αποστολίδης ιατρός άριστος επιστήμων

παρ’ όλων υπολήπτεται και φίλων και γνωρίμων

Και δικηγόρος ευφραδής Γιώργος Κωνσταντινίδης

βροντά και αστράφτει ως Περικλής που γράφει ο Θουκυδίδης

Όταν στα δικαστήρια χεμάρρους αγορεύει

και δικαστάς και ακροατάς θέλγει και σαγηνεύει.

Τον ήττονα λόγον ποιεί κρείττονα και θαυμάζουν

τας γνώσεις του τας νομικάς στας δίκας που δικάζουν

Δικαστηρίου αίθουσα ταράττεται, δονείται

κι’ ο ρήτωρ ο Γεώργιος καταχειροκροτείται

Για τούτο δικηγόρον των πολλοί τον διορίζουν

διότι είναι βέβαιοι την δίκην πως κερδίζουν.

Υπάρχει κι οδοντίατρος δόντια χρυσά που βάνει

λαίμαργα σαν ο Λούκουλος να τρώγουν να τους κάνη

Κι’ άλλοι επιστήμονες σπουδάζουν Καλωταίοι

οικοκυραίων τα παιδιά χρηστών ελπίδων νέοι

Ψάλτης ο καλλικέλαδος Δημήτριος ο Σιόλος

που όταν ψαλλ’ αχολογά της εκκλησιάς ο θόλος

και οι εικόνες σείονται και τα κανδήλια τρέμουν

Ταράττοντ’ οι πολυέλαιοι κι’ ο κόσμος απομένουν

εκστατικοί για τη φωνή που δυνατά φωνάζει

και ψάλλει τόσον υψηλά χωρίς και να βραχνιάζη

Πολλούς έχ’ οικυραίους καλούς και τιμημένους

τα κτήματα στην Καλωτά καλά εργαζομένους.

Και άλλοι εις τα Γιάννενα και άλλ’ εις μέρη ξένα

είν’ έμποροι κι’ εργάζονται πιστά και τιμημένα,

που όλοι την θαυμάζουνε την τιμιότητά των

γι’ αυτό πελάτες έχουνε στα καταστήματά των.

………

Αι δε γυναίκες Καλωτάς τέλειες Ζαγορίσιες

τίμιες, φρονιμότατες, γεμάτες όλες χάρι

τους άνδρες και τα τέκνα των έχουν χρυσό καμάρι.

Και τα κορίτσια Καλωτάς σεμνότατα γεμάτα

και ταπεινά και φρόνιμα με κάλλη τα αφράτα.

Και τα αμπέλια Καλωτάς γλυκά σταφύλια κάνουν

γλυκύτατο και το κρασί και το ρακί για ζήλια

Όσοι αν πίνουν μέτρια, οίνος καρδίαν ευφραίνει

όσοι δ’ αν πίνουν άμετρα, εβγαίνουν μεθυσμένοι.

Έχει και οπωρικά καλά, κεράσια μήλ’ απίδια

σύκα κι’ ωραία κάστανα, λεφτόκαρα, καρύδια

Αυτή είναι η Καλωτά, καλά σαν νερό ρέει

λαμπρόν Ζαγοροχώριον στην ευτυχία πλέει

Δεν θα ειπήτε ψέματα, ό,τι έγραψα και είπα

σας κα΄νω όρκον φίλτατοι, τον Άγιον Αντύπα,

Είν’ η αγία του εικών, αρχαία ζωγραφία

στον τέμπλον εκκλησίας σας άκρον εις την νοτία

Χρόνια πολλά σας κι ευτυχή να΄ναι το πανηγύρι

Υψών, απών τω σώματι, στη γειά σας το ποτήρι

κι εύχομαι πνεύματι παρών ω φίλοι Καλωταίοι

να ζήτε .ανδρες, γέροντες, γυναίκες , παιδιά, νέοι

Γεια σας φίλοι και χαράς σας

ευδαιμονία και ζωή

μακρότατη και καλή

πάντα νάναι σιμά σας

Τέτοια είναι η Καλωτά που λεν καλό δεν έχει

λαμπρόν Ζαγοροχώριον που ευτυχία τρέχει

Έχει χωράφια καλά σπέρνουν σιτάρια, βρίζα

ολίγον αραβόσιτον και βρώμη και κριθάρια

Έχει και γιδοπρόβατα, παίρνουν τυρί και γάλα

παίρνουνε και το βούτυρον, μεγάλα έχουν κέρδη

Έχει και ζώα φορτηγά, άλογα και μουλάρια

φέρουν και τα φορτώματα κ’ εμβαίνουν και καβάλλα.

(Γεώργιος Σωτήρης 1856-1943)

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2009

23 Οκτωβρίου 1943: Οι Γερμανοί καίνε την Καλουτά στο Ζαγόρι.

Η ΚΑΛΟΥΤΑ στις ΦΛΟΓΕΣ των ΓΕΡΜΑΝΩΝ – Οκτώβρης του 1943.


(Άρθρο του αείμνηστου Τάκη Σακελλαρίου, επί χρόνια πολλά
Δάσκαλου στα Πρότυπα Δημοτικά Σχολεία της Ζωσιμαίας Παιδαγωγικής Ακαδημίας)


Φθινοπωρινό πρωϊνό του 1943. Η Καλουτά είχε ξυπνήσει από έναν εφιαλτικό, ταραγμένο ύπνο. Κακά μαντάτα απλώνονταν γύρω. Οι Γερμανοί κατακτητές σκύλιασαν από το λεβέντικο πνεύμα της Αντίστασης του λαού μας, από την αυτοθυσία του για τη λευτεριά, και είχαν επιδοθεί σε βάρβαρα αντίποινα.

Οι Λυγκιάδες είχαν παραδοθεί στις φλόγες και ογδόντα ψυχές κάηκαν στα σπίτια τους. Εκκαθαριστικές επιχειρήσεις ετοιμάζονταν.

…. «Προσοχή! Προσοχή! Γερμανική φάλαγγα πέρασε από το Στόμιο της Κόνιτσας και ξεχύθηκε στ’ ακρινά χωριά του Ζαγοριού! Μην απομακρύνεστε από τα σπίτια σας και βγάλτε τίποτα όξω!»

ανήγγειλε ο τηλεβόας το τρομερό μαντάτο από την πλατεία του χωριού.

Μείναμε βουβοί κι άλαλοι!


Μαύρη Τετάρτη αποβραδύς

Μια Πέφτ’ ήταν το γιόμα!

Θρήνος μεγάλος γίνεται,

στις ρεματιές στα δάση

Κλαίμε οι δόλιοι το χαμό

των όμορφων σπιτιών μας

Καυτές οι φλόγες τάζωσαν

πυκνός καπνός πετιέται

Κατάρα και ανάθεμα

απ’ τις καρδιές, που πάει

Εκδικητής και τιμωρός

στους άνθρωπους θηρία


Ζύγωσε ο αφανισμός. Βροντές και χτύποι φτάνουν στ’ αυτιά μας από τα γειτονικά χωριά. Μαύρος καπνός σκουραίνει το γαλάζιο του φθινοπωρινού ουρανού. Κι ο τηλεβόας δίνει από την πλατεία τις τελευταίες πληροφορίες για την κατεβασιά που έρχεται.

Η ψυχή μας το είχε προμαντέψει το κακό. Την πρώτη Αυγούστου κανόνια απ’ το Μπισδούνι είχαν σκοτώσει δύο χωριανούς μας τη Φωτεινή και το αβάπτιστο του Κώστα Κατσιούρα κι είχαν γκρεμίσει δυό σπίτια. Κι εμείς οι μαύροι δεν θέλαμε να το πιστέψουμε.

Είχαμε γεμίσει τα σπίτια μας με τα ελέη του Θεού. Γενήματα, όσπρια, κρασιά, καρύδια, μήλα, κάστανα, τυριά, βούτυρα, μέλι…Και τι δεν μας χάρισαν τα χώματα του τόπου μας και τα ζώα μας εκείνη τη χρονιά, ποτισμένα με τον ιδρώτα της δουλειάς και του νοικοκυριού μας. Βάϊζαν οι κρεβάτες απ’ τη σοδειά και στα κελάρια έβραζε ο μούστος.

Και να που έφτασε η μέρα να γίνουν όλα στάχτη.

Ξαρματώσαμε τα σπίτια μας στα χαμένα! Άλλα στις «μπίμπτσες» άλλα στις στενούρες, άλλα στις αυλές και στους λάκκους. Και τι δεν έβλεπες έξω πεταγμένα για ν’ αποφύγουν τις φλόγες και τον αφανισμό! Κασέλες, κρεβάτια, κασόνια, τραπέζια, καρέκλες, μηχανές, σκαφίδια, πλαστήρια, καθρέπτες, βαρέλια, νταμουζάνες, γυαλικά, παραθυρολόφυλλα, πόρτες, χαλκώματα, σκεπάσματα, στρώματα, προσκέφαλα, εργαλεία, λογής λογής πράματα και θάματα που θέλει η ζωή!

Όλα αποχτημένα με μόχθο και μεράκι από μας και τους προγόνους μας.

Το απόγεμα της Τετάρτης 21 του μηνός (Οκτ. 1943) δε σήκωνε άλλο η παραμονή μας στο χωριό. Έπρεπε να φύγουμε γιατί κινδύνευε η ζωή μας.

Και που να πάμε;

Που μπορούσε να είμαστε ασφαλισμένοι;

Κανένας δεν ήξερε!

Οι Γερμανοί (στρατιωτικό τμήμα της ορεινής μεραρχίας Εντελβάϊς) είχαν φτάσει στους Φραγγάδες και στη Λεφτοκαρυά και απ’ εκεί έρριχναν με όλμους στο Διπόταμο και στο χωριό μας στα κουτουρού για φοβέρα.

Γυναίκες τρομοκρατημένες, παιδιά να σκούζουν, γριές φορτωμένες με πρόχειρα πράγματα, άνδρες, γέροι, όλο το χωριό ξεκινήσαμε στο αβέβαιο, στα δα’ση, στους λάκκους, στο άγνωστο.

Πήραμε τα κλειδιά των σπιτιών μας – που αλλοίμονο μείναμε μ’ αυτά – και πολλοί κρατώντας στην αγκαλιά τις εικόνες των σπιτιών τους και τραβώντας τα φορτιάτικα – μουλάρια, γαϊδούρια – φύγαμε συντροφιές – συντροφιές όπου μας πήγαινε η τύχη.

Το χωριό μας άδειασε κι έμειναν εκεί έξι χωριανοί μας. Ο Στέφος Αθανασούλας, ο Ανδρέας Ράπτης, ο Ανδρέας Καναβέλης γέροι, ο Παύλος Κουτσός νέος και οι γριές Αικατερίνη Γραβάνη και Αρετή Βλώρου.

Τα κοπάδια με τα γιδοπρόβατα έμειναν στο βουνό και σώθηκαν, ενώ το γελαδοκόπαδο από 20 αγελάδες έμεινε «ακυβέρνητο» και αφανίστηκε γυρίζοντας στο χωριό.

Η νύχτα της Τετάρτης προς την Πέφτη πέρασε με το χωριό βουβό κι ερημωμένο και τους χωριανούς διασκορπισμένους στα δάση και στις ρεματιές γύρω 30 λεπτά ως μια ώρα μακριά απ’ το χωριό.

Την Πέφτη (22 Οκτ. 1943) το πρωϊ πλακώσαν οι διαβόλοι.

Χτύποι, βροντές, ντουφεκιές, φωνές γέμισε το χωριό! Με σιδερικά σχίζανε τις πόρτες και έμπαιναν στα σπίτια για να πάρουν ό,τι θέλουν πριν τ’ αφανίσει η φωτιά.

Σκότωναν τις κότες, έσφαζαν τα μανάρια στα κελάρια και από τις αγελάδες και τα μοσχάρια έπαιρναν τα ψαχνά, τις σπλήνες και τα σκώτια και τα υπόλοιπα έμειναν μεσοδρομής, για ν’ ανιστορούν τη νέα τάξη πραγμάτων που ήθελαν να βάλλουν στον κόσμο.

Έρριχναν όλμους στα γύρω δάση και στο Διπόταμο όπου δεν είχαν περάσει για τρομοκρατία και το βράδυ έβαλαν φωτιά στα δύο ακραία σπίτια του χωριού του Μπαλάνου και της Μπρέλως για να έχουν φωτοχυσία στο …πανηγύρι τους.
Και τι δεν έκαναν εκείνη τη νύχτα! Ξεφωνητά, ουρλιάσματα, ντουφεκιές, οχλοβοή, αλλόκοτα τραγούδια και χορούς, όπως ήταν χορτάτοι απ’ τ’ αγαθά μας και μεθυσμένοι απ’ τα κρασιά μας τα ολόγλυκα.

Κι εμείς αλαφιασμένοι, άγρυπνοι, εξουθενωμένοι περιμέναμε το τέλος της τραγωδίας μας! Το πρωϊ της Παρασκευής (23 Οκτ 1943) η μισή φάλαγγα έφυγε προς το νότο για τα χωριά Καμνιά – Καβαλάρι και η άλλη μισή από την Πέφτη έφυγε για τα Γιάννενα από τον Άη Γιάννη του Δίκορφου και το Λυκόστομο.

Έμεινε πίσω το απόσπασμα της καταστροφής. Η πρώτη φωτιά φάνηκε στην καλύβα του Βαρνάβα κάτω από την Αγία Παρασκευή κι αμέσως τα τρία συνεργεία γέμισαν το χωριό με φλόγες και καπνούς.

Θεέ μου, τι χαλασμός! Πέτρες που σχίζονταν, σκεπές που σωριάζονταν, φλόγες που έζωναν τους μαχαλάδες, καπνοί ολόμαυροι και πνιγεροί που ανέβαιναν μεσούρανα κι ύστερα απλώνονταν για να σκεπάσουν τις ράχες, τα δάση, τις ρεματιές και να κρύψουν τον ήλιο.

Κι εμείς αντίκρυ κλαίγαμε τα συντρίμμια της ζωής μας και τον αφανισμό πλούσιων δημιουργημάτων πεντακόσιων χρόνων.

Το απόγευμα της Παρασκευής λιγόστεψαν οι φλόγες και οι καπνοί και δεν ακούγονταν τίποτε άλλο από τοίχους που σωριάζονταν με πάταγο τρομαχτικό!

Οι Γερμανοί χαλαστές έφυγαν αφού αφήκαν πίσω τους μια κόλαση από ερήμωση και καταστροφή.

Τι φοβερό θέαμα συμφοράς! Καπνισμένοι, μισογκρεμισμένοι τοίχοι με καρβουνιασμένες ακόμη τις ξυλοδεσιές. Μπουχαριά τρύπια με κρεμασμένους τους σιδερένιους κρεματάληδες. Πόρτες μισοκαμένες με ξεπεταγμένες τις κλειδωνιές, παράθυρα με σιδεριές ξεκάρφωτες και λυωμένα τζάμια, αυλές γιομάτες χαλάσματα και μισοκαμένα, όσα είχαμε βγάλει έξω για να γλιτώσουν. Δρόμοι αδιάβατοι από τα γκρεμίσματα. Μπίμπτσες που τις έγλυφαν φλόγες θεόρατες από τ’ ακριβά μας πράγματα που είχαμε εκεί φυλαγμένα. Μυρωδιές ανακατεμένες από καψαλισμένα υφάσματα, ξύλα, ζωοτροφές, τυριά, βούτυρα, ρακιά, κρασιά, καρύδια…
(….Δεν κάηκε η Εκκλησία του χωριού η Αη Σωτήρα, μερικά σπίτια κρυμμένα πίσω από λόφους μη ορατά από την πλατεία, και κανά δυό ακόμα σπίτια των ηλικιωμένων που είχαν το θάρρος - παρά όσα είχαν γίνει πριν λίγο καιρό στους Λυγκιάδες - να μείνουν στο χωριό και να κεράσουν …ένα ρακί τους Γερμανούς, φαίνεται το αίμα των αθώων ψυχών των Λυγκιάδων έπεσε βαρύ πάνω τους, μπορεί να ήταν διαφορετικές μονάδες με διαφορετικούς αξιωματικούς, ποιος ξέρει….., όσο για την Εκκλησία η φωτιά που έβαλαν στο κοινοτικό κατάστημα εφαπτόμενο στην Εκκλησία σαν από θαύμα σταμάτησε σε ένα δοκάρι, δεν προχώρησε, πάντως ειδικά φωτιά για την Εκκλησία δεν έβαλαν….)

Κι ανάμεσα τους εμείς οι χωριανοί όλοι, που γυρίσαμε απ’ τα δάση και τις ρεματιές, σκιές χαμένες στο χαλασμό, περνούσαμε από σπίτι σε σπίτι, από μαχαλά σε μαχαλά άβουλοι, αποκαμωμένοι, αλαφιασμένοι, διαβαίναμε σαν την άδικη κατάρα επάνω από τα συντρίμμια των ονείρων μας, επάνω από τα αποκαϊδια του ιδιόρρυθμου και ιδιότυπου ζαγορίσιου πολιτισμού μας!...

Θα επιζήσουμε τάχα ύστερ’ απ’ το χαλασμό; Θα ξαναφτιάξουμε τη ζωή μας;

Μα η ελπίδα ξεπετάχτηκε μέσα απ’ της ψυχής μας την απόγνωση! Την άλλη μέρα Σάββατο (24 Οκτωβρίου 1943) αρχίσαμε τις πρώτες προσπάθειες για ζωή. Μαζεύαμε τα μισοκαμένα, τα λιγοστά που γλύτωσαν, ανακατεύαμε τη στάχτη, τα αποκαϊδια του χαλασμού να βρούμε κάτι για να σταθούμε στα πόδια μας, να ξεχειμάσωμε, να πάρουμε δύναμη σαν τον Ανταίο από τη Γη μας που γλυτώσαμε μαζί της, να ζήσουμε όσο νάρθει η Λευτεριά η ποθητή.


Ένα ποίημα του  Τάκη Σακελλαρίου για το χαλασμό, το κάψιμο της Καλουτάς.

Ξυπνήστε αετοί του Μιτσκελιού

Ζαγοριανά μ’ αηδόνια!

Ανοίξτε τις φτερούγες σας μεσουρανίς πετάξτε,

να μην βραχνιάσουν οι καπνοί τη λαγαρή λαλιά σας

κι οι φλόγες, που θεόρατες χορεύουνε τ’ αψήλου,

να μην σας καψαλίσουνε τ’ ανάλαφρα φτερά σας!

Δέστε απ’ εκεί το χαλασμό, τη στάχτη, τα ρημάδια,

που οι μαυρ’ δράκοι άπλωσαν

στ’ όμορφο το Ζαγόρι!

Πέστε τραγούδια θλιβερά σκούξτε, καταραστήτε

Μ’ αίμα μας ήρθε η Άνοιξη, σκλάβο το Καλοκαίρι

το έρμο το Φθινόπωρο με μαύρα μοιρολόγια

Φωτιά, τσεκούρι, αφανισμό οι Γερμανοί σκορπάνε

στου Ζαγοριού τ’ αρχοντικά τα ζηλεμένα σπίτια

Καίνε κρεβάτες απλωτές, νοντάδες στολισμένους

μ’ ανατολίτικα χαλιά της Βενετιάς ασήμια

Σφάζουν γελα΄δια και τραγιά, πίνουν κρασιά μοσχάτα

κι ύστερα στις μεσούρανες τις φλόγες των σπιτιών μας

στήνουν αλλόκοτο χορό, σκούζουν σαν βρυκολάκοι

Άνοιξε, Θέ μου, τάρταρα τους χαλαστές να πνίξουν

λαμπρός να βγεί ο αυγερινός, λεύτερος χρυσοήλιος

Να σειούνται τα καμπαναριά στης λευτεριάς τη μέρα.

(Τάκης Σακελλαρίου 23 Οκτωβρίου 1943)


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: 1) Η φωτογραφία της Καλουτάς είναι του οφθαλμίατρου Ντίνου Βίκα από το περιοδικό «Η ΚΑΛΟΥΤΑ μας»
2) Η φωτογραφία των Γερμανών αξιωματικών βρίσκεται στο πολύ ενδιαφέρον πρόσφατο βιβλίο «Μνήμες Κατοχής, Ιταλοί και Γερμανοί στα Γιάννενα και η καταστροφή της εβραϊκής κοινότητας» του Christoph Schminck – Gustavus Εκδόσεις Ισνάφι Ιωάννινα 2008.




Ένα από τα σπίτια (στα Κουργιάτικα κρυμμένο πίσω από λόφο) που δεν είδαν οι Γερμανοί - και γλίτωσε το κάψιμο.


Σάββατο 15 Αυγούστου 2009

Η γιορτή της Παναγίας το δεκαπεντάγουστο, στο μοναστήρι της Καλουτάς στο Βισοκό


Θυμήματα απ’ τ’ άγιο Μοναστήρι μας

(Του Δάσκαλου για 30 χρόνια στα Πρότυπα Πειραματικά Δημοτικά Σχολεία της Ζωσιμαίας Παιδαγωγικής Ακαδημίας Ιωαννίνων, αείμνηστου Τάκη Σακελλαρίου, από την Καλουτά Ζαγορίου)

Απέναντι απ’ το χωριό μας, πέρα της μιας ώρας ποδοράδρομο, φαντάζει σαν να αναπαύεται ανάμεσα στις βελανιδιές, τις κρανιές και τ’ άλλα του δάσους πρασινοστολίδια το Μοναστήρι μας.

Ανηφορίζουμε απ’ το ποτάμι και φτάνοντας στην απλωσιά του νιώθουμε σαν ένα δέος θρησκευτικό να γεννιέται στις ψυχές μας απ’ την αγιότητά του.

Βισοκό το λέμε από παλιούθε, γιατί είναι σε ψήλωμα.

Μέσα στις κρανιές καταχωνιασμένοι στέκουν οι μισογκρεμισμένοι ξηρότοιχοι, των μονοδώματων σπιτιών του οικισμού, που εγκαταλείφθηκε μπροστά από 400- 500 χρόνια. Είναι οι ζωντανοί νεκροί που ανιστορούν την περασμένη ζωή όσων απόμειναν από τα περάσματα βάρβαρων στιφών και εξολοθρευτικών επιδημιών και κατέφυγαν απέναντι στην Καλουτά, δημιουργώντας το σημερινό χωριό μας.

Ανηφορίζοντας τη βρύση του Ζιάκα στο γκαλνερίμι οι διαβάτες γύριζαν τα μάτια τους στο μοναστήρι κι έκαναν το σταυρό τους στην Παναγία μας, που στην κοίμησή της είναι αφιερωμένο το καθολικό του. Μικρός κι εγώ για να ρωτήσω και ποιος μικρός για να μου πουν αρώτητα, έκανα το σταυρό μου.

Ήμουν δεν ήμουν 7 χρονών, (γύρω στο 1920) με πήρε μια Παρασκευή της Διακαινησίμου ο Παπακονόμος ο παππούς μου – αγιασμένη η ψυχούλα του – για να λειτουργήσει και να μεταλάβει το προσωπικό.



Στη διακαινήσιμη εβδομάδα γίνεται μετάληψη χωρίς προπαρασκευή νηστείας.

Μπροστά εκείνος, ορθόκορμος και πίσω εγώ, φτάσαμε στο μοναστήρι.

Περάσαμε τις δυο πόρτες και μας δεχτήκανε οι δυο ερημίτες ο Νώτης (Παναγιώτης Βασιλείου) και η Χρυσούλα.

Ο Νώτης και η Χρυσούλα διαφέντευαν το μοναστήρι με δυο Λακιώτες υπαλλήλους για τα ζωντανά, τα μελίσσια και την καλλιέργεια των κτημάτων.

Ήταν πολύ νοικοκυρεμένο το Μοναστήρι τότε,

Προβολή μεγαλύτερου χάρτη

και πλούσιο για να παραστέκει και να βοηθάει κάθε διαβάτη, κάθε πονεμένη και δύστυχη οικογένεια του χωριού μας.

Μετά τη λειτουργία η Χρυσούλα μας πρόσφερε από ένα πασχαλινό αυγό μελανί βαμένο, που μούκανε εντύπωση σε σύγκριση με τα δικά μας πασχαλινά κόκκινα αυγά.

Αργότερα σαν μεγάλωσα κάπως, με παίρνανε στο πανηγύρι της Παναγίας στη γιορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου.

Προσκυνητές απ’ όλα τα γειτονικά χωριά, γέμιζαν τα λιβάδια γύρω από μουλάρια και άλλα υποζύγια, που ο αχός των κουδουνιών τους, ανταμώνονταν με τα βιολιά, τα τραγούδια, τ’ αηδονολαλήματα και τις φωνές των επισκεπτών, δίνοντας ζωή σ’ όλο το πριν βουβό περιβάλλον.

Το βράδυ γίνονταν ο εσπερινός μεγαλοπρεπής και κατανυκτικός και επακολουθούσε το δείπνο γύρω στις κρεβάτες στα κελιά, στα πεζούλια, ενώ τα βιολιά στην αυλή τραγουδούσαν: «Σε τουτ’ την τάβλα πούμαστε…».

Ο καλόγερος είχε από πριν ετοιμάσει σε καζάνια αλάδωτη με σκορδαλιά τη φασολάδα και τη μοίραζε το προσωπικό σ’ όλα τα τα τραπέζια, σε λίμπες χωμάτινες λουλουδάτες με κουτάλια πιξαριένια μοναστηριακά.

Ήταν το τελευταίο βράδυ της νηστείας του Δεκαπενταύγουστου κι ήταν αμαρτία να χαλάσει το έθιμο.

Μετά το δείπνο άρχιζε ο χορός με δυο – τρία ζύγια βιολιά στις δυο αυλές κι έξω στο καλοστρωμένο αλώνι ως τα χαράματα.

Μόλις ακούονταν το καμπανάκι για τη λειτουργία οι γλεντοκόποι καταλάγιαζαν στα πεζούλια γύρω.

Ο Νώτης αγκαλιάζοντας ένα μεγάλο ασκί με ολονόστιμο τυρί το απόθετε στο πεζούλι του πηγαδιού, το έσχιζε στη μέση και στις ίδιες λίμπες που είχε σερβίρει τη φασολάδα, μοίραζε σ’ όλες τις παρέες μεζέ.

Τα βιολιά με τους μερακλήδες γύρω, τραγουδούσαν τραγούδια της ψάθας κι αρμονίζονταν οι νότες των τραγουδιών με τ’ αηδονολαλήματα και την αυγερινή δροσιά, ξυπνώντας στις ψυχές καημούς, μεράκια, πόθους και λαχτάρες ασίγαστες.


«Γλυκοχαράζουν τα βουνά

Κι οι όμορφες κοιμούνται

Και των μανάδων τα παιδιά

Στα ξένα τυραγνιούνται…»

«Όμορφα πούναι την αυγή,

όταν γλυκοχαράζει

χαρά σε εκείνη την καρδιά

που δεν αναστενάζει…»

«Χαρείτε νιοι τις όμορφες

και νιες τα παλικάρια

και σεις οι λεβεντόγεροι

χαρείτε τα παιδιά σας…»

Εκείνα τα χρόνια τα παλιά, πολλές οικογένειες έμειναν την ημέρα, έψηναν και τραπεζώνονταν στις κρανιές ως το απόγευμα, ενώ ο γέρο Νώτης έσφαζε και έψηνε ένα καλοθρεμένο μανάρι, προσφέροντας το, θυσία μοναστηριακή, στους ξένους που παρευρίσκονταν στο πανηγύρι.

Αν αφαιρέσουμε το τελευταίο τραπέζωμα στις κρανιές, τη φασολάδα και το ασκήσιο τυρί του γέρου Νώτη, έτσι γίνεται και τώρα και θα γίνεται και στο μέλλον.

Η ελπίδα, η χαρά, τα παιδιά του χωριού μας, το αγαπάνε, το προστατεύουν και το νοικοκυρεύουν το Μοναστήρι μας κι έχουν στην καρδιά τους θερμή την πίστη τους στην Παναγία μας και ολοζώντανα τα ήθη και έθιμα του τόπου μας και του λαού μας.

+ Τάκης Σακελλαρίου

Γιάννινα Απρίλης 1994 – Περιοδικό «Η Καλουτά μας» - Τεύχος 20 -

(Όργανο επικοινωνίας και προβολής των απανταχού Καλουταίων και φίλων αυτών)