Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παράδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παράδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2016

Το γάνωμα των χαλκωμάτων. Οι καλαντζήδες

Από το βιβλίο του Κώστα Λένη "Παραδοσιακά Επαγγέλματα" στα χωριά της Μουργκάνας.

Οι καλαντζήδες ξεκινούσαν κατά ομάδες την Άνοιξη, και επέστρεφαν πέρα του Άι Δημήτρη. Το μαρτυρικό ταξίδι τους άρχιζε από την Ήπειρο. Φορτωμένοι και πεινασμένοι έφθαναν μέχρι τη Θεσσαλία, διέσχιζαν τη Μακεδονία και όλη τη Στερεά και Πελοπόννησο.
Σύμφωνα με μαρτυρίες παλιών, οι πρώτοι καλαντζήδες εμφανίζονται γύρω στο 1910 στο Μπαμπούρι των Φιλιατών γι’ αυτό και ονομάστηκε «καλατζομάνα» άλλοι ωστόσο υποστηρίζουν ότι πρώτα  εμφανίστηκαν στην Πόβλα ή σε κάποιο άλλο χωριό της Μουργκάνας. 

Η διαδικασία καλαίσματος των σκευών γίνοταν με πολλούς τρόπους. Τα παλιά χρόνια όλοι οι καλαντζήδες σαν πρακτικοί που ήταν σοφίζονταν διάφορους τρόπους για το καλύτερο, και όταν είχε καλό αποτέλεσμα κρατούσαν κρυφό το μυστικο της δουλειά τους.
Πολλοί τρίβανε το χάλκωμα, πρώτα με τομάρι (δέρμα) χοντρό και μετά ρίχνανε μέσα άμμο και νερό και τα έτριβαν με μια συρματόβουρτσα να καθαρίσει καλά. 
Στα μεγάλα σκεύη (καζάνια, ταψιά κλπ) για να φύγει η σκουριά έμπαινε με τα πόδια ο γανωτής και τ’ άσπριζε με τριμμένη στουρνανόπετρα και άμμο μαζί.
Άλλοι ζέσταιναν νερό σε ένα μεγάλο καζάνι με στάχτη μέσα και έβαζαν τα σκεύη να βράσουν για να μαλακώσουν τα χαλκώματα και να καθαρίσει πιο εύκολα η βρωμιά.
Άλλοι πάλι, για να καθαρίσουν ακόμα καλύτερα τα έτριβαν με καρβουνόσκονη, άμμο και λίγο νερό και το αποτέλεσμα τους δικαίωνε.
Αργότερα η διαδικασία καθαρισμού των χαλκωμάτων άρχισε να γίνεται και με άλλους τρόπους. Χρησιμοποιούσαν το σπίρτο (υδροχλωρικό οξύ) με το οποίο αλείφανε τις εσωτερικές επιφάνειες των χαλκωμάτων, και μετά τα έτριβαν με άμμο. Η διαδικασία αυτή ήταν λιγότερο κουραστική και περισσότερο αποτελεσματική.


Μετά τον καθαρισμό ζέσταιναν το σκεύος στη φωτιά και αμέσως έριχναν μέσα το νησατήρι (χλωριούχο αμμώνιο) για να λιώσει και να στρώσει καλύτερα το καλάι.
Μετά με ένα κομμάτι βαμβακερό ύφασμα άπλωναν το λιωμένο καλάι σε όλη την επιφάνεια του σκεύους και στη συνέχεια, για να παγώσει το καλάι γρήγορα του έριχναν νερό.
Στο τέλος με ένα καθαρό βαμβάκι το σκούπιζαν για να γυαλίσει, και αν διαπίστωναν ότι κάποιο σημείο έμεινε αγάνωτο το περνούσαν δεύτερο χέρι
.………………………………………..
Από το βιβλίο  Μαθήματα Επιλογής Ανόργανης Χημείας για τη Β Λυκείου (Gutenberg 1979)   Κ. Γεώργιζα  Β. Καρώνη
Για τις χρήσεις του κασσίτερου ιδιαίτερη σημασία έχουν οι πιο κάτω ιδιότητες του: Στον αέρα μένει σχεδόν αμετάβλητος (ανοξείδωτος). Ο Sn καιτα κράματά του έχουν χαμηλό σημείο τήξεως. Είναι πολύ ελατός. Δεν είναι τοξικός
Χρησιμοποιείται
Για την επικάλυψη άλλων μετάλλων που τα προστατεύει από οξειδώσεις. Ο τενεκές (λευκοσίδηρος) είναι φύλλο σιδήρου επικασσιτερωμένα.
Για συγκολλητικά κράματα (        καλάι), κράματα τυπογραφικά (         ) και εύτηκτα κράματα.
Για μπρούτζους ( και για προσθήκες σε ορείχαλκους (
Για διάφορες άλλες χρήσεις σε αμαλγάματα για καθρέφτες  ως σταθεροποιητής πολυμερών, σε φύλλα περιτυλίξεως κ.α.
Ο  είναι το ακριβότερο από τα συνηθισμένα μέταλλα γι’ αυτό και συμφέρει η βιομηχανική παραλαβή του από παλαιούς τενεκέδες (κατεργασία με NaOH)
.........................................................................
Από το βιβλίο Παραδοσιακά Επαγγέλματα του Κώστα Φ. Λένη
Γράμμα του  καλαντζόπουλου Κώστα Γιώρη στη μάνα του
(Καρπενήσι – Καλοκαίρι 1923)
Μανούλα μου γλυκιά σου φιλώ το χέρι με πόνο της καρδιάς μου.
Αφόντις έφυγα από το χωριό, μονάχα ένα γράμμα έλαβα. Ακόμα δεν μπόρεσα να το διαβάσω, γιατί άσε, που δεν αδειάζω από τη δουλειά, αλλά δεν μπορώ ούτε μια αράδα να βγάλω. Αυτό είναι ζεβλές και σκεδούκλια. (κακογραμμένο)
Την άλλη φορά να πεις του Γιάννη της Σωτήραινας, που τον έχω βλάμη και φουλέτσι (αδελφός, φίλος αγαπητός) να ΄ρθει να σου γράψει γράμμα ξάστερο. Και να του δίνεις να τρώει σκομαίδα και κάχτες.
Και πες του Γιάννη να πηγαίνει πέρα στην ιτιά και στου Μπαλή, να στήνει τις πλάκες μου και να πιάνει πουλιά. Και μην αφήσει το Γιωρή της Σοφιάς, γιατί με βάρεσε στο κεφάλι μ’ ένα λιθάρι.
Μανούλα, μη σκιάζεσαι τίποτας για μένα. Είμαι γερό και ψήλωσα, και του χρόνου θα με βάλει Μαχαλατζή, και όχι Γιαλακτζή, γιατί με βλέπει ξιουράφι. Μια μέρα με φώναξε «φωστήρα» και το άκουσαν όλοι στο μαγαζί.


Και είπε στο αφεντικό να μου βγάλει και μιστό δύο μήνες γληγορότερα.
Πε του Γιάννη, το γλωσσίδι της καμπάνας, αν δεν το βρήκανε τόχω κρυμμένο στο πεζούλι κοντά στο πουρνάρι.
Όταν έφυγα το Μάη απ’ αυτού, η τριανταφυλλιά στον κήπο είχε αμέτρητα μπουμπούκια. Γράψε μου αν άνοιξαν για να ξέρω.
Η καταβολάδα που την πήγες στην κουτσουπιά έπιασε;
Και να πεις του παππού Τσιάβου, όταν πάρω το μιστό μου θα του στείλω το κομπολόι, που του έταξα.
Αν έρθει κανά παιδί πέρα το χινόπωρο, να μου στείλεις μια σκομαίδα και μια αρμάθα σύκα περδικούλια. Τι άλλο να σου γράψω;
Σε φιλώ με πόνο της καρδιάς μου.
Εγώ το παιδί σου γράφω και καλιαντάμωση του χρόνου την Πασκαλιά.
Εγώ ο Κώστα Γιώρης.
Η σύστασή μου είναι αυτή (Ιωάννη Αρμάγο – έμπορο Καρπενήσι ---Για Κώστα Γιώρη και το παίρνω στα χέρια μου)

Η απάντηση της μάνας του
Παιδάκι μου Κώστα, καμάρι μου σου φιλώ τα μάτια με πόνο της καρδιάς μου.
Κωστάκη μου, καρδούλα μου, αφάντις έφυγες για τη μαυροξενητιά, που να σκάσω γω, σε νειριάζομαι, που να με φαν τα φίδια. Και κατόπι δεν με κολλάει ο ύπνος τη μαύρη. Συλλογίζομαι το ένα και το άλλο. Μη μου παθεις τίποτα. Μη μου κρυγιώσεις βλαστάρι μου, μη σε πιάσει η θερμασιά, μανούσι μου γραμμένο.
Μου γράφεις που δεν μπόρεσες να διαβάσεις, ούτε μια αράδα από το γράμμα μου και πολύ στενοχωρήθηκα. Ήτανε το παιδί της Ζήσαινας. Το ‘δα που βιάζονταν το σκασμένο. Μήνα δεν τώδωκα κι σκομαίδα και κάχτες;

Ο Γιάννης της Σωτήραινας ο βλάμης σου μου γράφει σήμερα και του είπα να στήνει τις πλάκες σου στην Ιτιά και στου Μπαλή, όπως μου το γράφεις.
Τον Γιώρη της Σοφιάς πους σε βάρεσε, δεν τον αφήνει να πάει τσεκεί, και τον φοβέρισε.
Μου γράφεις πως ψήλωσες, και ίδρωσε το μουστάκι σου. Απέδω και πέρα, λεβέντη μου, όλο θα ψηλώνεις, κι όλο θα αυξάνεις και θα πλαταίνεις, ώσπου να σου βρω μια όμορφη και άξια κοπέλα, για νάχω κι εγώ η μαύρη ψια τρίμμα νύφη, και να ‘δω αγγόνια στη σαρμανίτσα και στην αγκαλιά μου.
Μου γράφεις καμάρι μου, πως ο μάστορας σε παινεύει και σου λέει ξιουράφι και φωστήρα. Μήνα δεν είσαι, και ξιουράφι και σαίνι και φωστήρας. Ας είναι καλά που δεν αλησμόνησε τον μακαρίτη τον πατέρα σου, που τον έκανε μάστορα! Μη του λες τίποτας.
Για το γλωσσίδι της καμπάνας μη χολιάζεις. Το βρήκε ο Γιάννης την ίδια μέρα.
Μούγραψες για την τριανταφυλλιά. Όλα ανοίξανε κι ακόμα ανοίγουνε. Σου διπλώνω στο γράμμα πεντέξι φύλλα να τα μυριστείς.
Για την καταβολάδα, που μου γράφεις κόλλησε κιόλας στην κουτσουπιά γιομάτη σταφύλια, σαν τα παιδάκια μεγάλα.
Για το κομπολόι του παππού σου μην έχεις έγνοια. Έφτιαξε μοναχός του με τις μπουσιουλίγκες (αγριοβέλανα) του τσέρου (ένα από τα πέντε είδη βελανιδιάς)
Διάλεξε τις μικρότερες, τις τρύπησε με πρόκα και τις αρμάθιασε στο ράμμα.
Μεθαύριο που θάρθει ο Μιχάλης της Γληγόραινας θα σου στείλω και σκομαίδα και αρμάθα με μαραγκούλες από τη συκιά τη περδικούλα.
Πέρα το χινόπωρο, που θ’ αδειάσω, θα σου πλέξω φανέλλες και τσουράπια. Να τάχεις του χειμώνα.
Να κους τον μάστορά σου και μη του γυρίζεις λόγο, όσο να γένεις και συ μάστουρας. Κι’ απέκει και πέρα έχει ο Θεός.
Εγώ η μάνα σου γράφω και σου φιλώ τα μάτια και περιμένω γράμμα σου γλήγορα.
Πόβλα – 29 Αυγούστου 1923
(Κι από μένα τον Γιάννη έχεις χαιρετήματα πολλά. Μη σε μέλει τίποτα. Όσο είμαι στην Πόβλα, θα γράφω εγώ της μάνας σου. Άμα πάω στα ξένα τι να σου κάμω εγώ;
Εγώ ο βλάμης σου ο Γιάννης.







Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012

Για τέσσερις οκάδες τσίπουρο


Γράφει ο Γεώργιος Φλώρος στο ένθετο «επτά ημέρες» της Καθημερινής (Κυριακή 22 Μαΐου 2005)
Εκείνο τον καιρό σαν μέσιαζε ο Αη Δημήτρης με τα πρωτοβρόχια του, οι κάτω μαχαλάδες του χωριού μας τις νύχτες έπαιρναν ζωντάνια. Εκεί, αλάργα και απόμερα από το μεσοχώρι, στα χωράφια και σιμά στ’ αυλάκια που διάβαινε το νερό, στήνονταν σκηνικό νυχτερινής λαθραίας απόσταξης.
Η νόμιμη απόσταξη στοίχιζε ακριβά, καθώς η εξουσία αξίωνε το μερτικό της σε φόρο. Παράλογη απαίτηση από κείνους που πάλευαν να γεμίσουν όλο κι όλο μια νταμτζάνα τσίπουρο, για να ξεχειμωνιάσει η φαμελιά τους και όχι για εμπόριο. Κίντυνος για προδοσιά δε φτούραγε, αφού όλοι οι συγχωριανοί μας για ένα μήνα παρανομούσαν. Τη μέρα δεν ξαποφάσιζε κανένας να βγάλει τσίπουρο μήτε στο μακρινότερο λαγκάδι. Τον πρόδωνε ο καπνός της φωτιάς και η μυρωδιά της σιαμούτας. Έτσι και πιάνονταν ο παραβάτης, πέρα από το πρόστιμο και την κατάσχεση (του ρακοκάζανου και του λουλά που κόστιζαν μια περιουσία), υποχρεωνόταν με τη συνοδεία της εξουσίας να κουβαλήσει στη ράχη του τα σύνεργα, από το χωριό ίσαμε την Άγναντα στο Ειρηνοδικείο.
Όλο κι όλο το συγκυριό, τέσσερα λιθάρια για πυροστιά. Πάνω τους απιθωμένο το ρακοκάζανο. Σαν το γιόμωναν με τσίπρα, το κούπωναν και σφράγιζαν τις ραφές με ρετζοπάνια ποτισμένα  με λάσπη από στάχτη για να μην παίρνει ανάσα και χάνεται το σπίρτο (οινόπνευμα).
Το νερό από τ’ αυλάκι, απ’ τη μια μεριά γιόμωνε την κουρίτα κι από την άλλη έφευγε λεύτερο για το λαγκάδι. Όλο το βράδυ κράταγε κρύο το λουλά, που φασκιωμένος με λινάτσα ήταν βαφτισμένος στην κουρίτα.
Ο λουλάς προέκταση του καπακιού, δέχονταν τους ατμούς που ‘ρχονταν απ’ τα σωθικά του ρακοκάζανου και τους κρύωνε σε στάλες. Στη γούλη του έδεναν κλωστή σπάγκου, για να βρίσκουν το δρόμο τους για τη νταμτζάνα οι σταλαματιές του τσίπουρου.
Σαν έπαιρναν την πρώτη χόχλη τα τσίπρα, αμπούριαζε ο λουλάς και έτρεχαν από τον σπάγγο οι πρώτες σταλαματιές, το «πρωτοστάλαμα». Σκέτο σπίρτο δεν γλωσσιάζονταν. Ήταν χρειαζούμενο σαν γιατρικό για εντριβές και «κούπες»  τον χειμώνα.
Ακολούθαγε το τσίπουρο. Η ποιότητά του, όπως και του κρασιού, είχε να κάνει με την καλή ή την άσχημη χρονιά, με το σόι του σταφυλιού, το άργασμα (ζύμωση) των τσίπρων και τη μαστοριά του βγάλτη.
Ο βγάλτης αδιάκοπα άδραζε το ρακογυάλι. Το γιόμωνε από τον λουλά, το χούφτιαζε στις παλάμες του και το χτύπαγε με δύναμη στο γόνατό του και μέτραγε τον άλυσο (φυσαλίδες). Σαν άρχιζε να  αραιώνει ο άλυσος σκόρπαγε τη φωτιά και σταμάταγε την απόσταξη. Από ‘κει και ύστερα έβγαζε σιαμούτα, τσίπουρο αλαφρύ και με βαριά μυρωδιά.
Στα Τζουμέρκα εκείνα τα χρόνια τα χωριά ήταν γεμάτα ζωή και ας μην είχε φτάσει ακόμα εκεί το «ληχτρικό» ράδιο και τηλεόραση. Συγγενείς, φίλοι και γειτόνοι μαζεύονταν αντάμα, παρεούλες στα σπίτια τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Στα γιορτάσια και στον χαμό ακόμα. Στις χαρές, εκεί περαστά στη φωτιά του τζακιού, με ντόπια καρύδια και πασμάδες (ξερά σύκα με μέλι), το τσίπουρο λεφτέρωνε τις ψυχές τους από τις έννοιες και τις πίκρες της ζωής και έστηναν γλέντι τρικούβερτο. Στον χαμό, το τσίπουρο γίνονταν βάλσαμο στις λυπημένες ψυχές.
Σαν διάβηκαν τα χρόνια, λιγοστός ο τόπος, οι άνθρωποι πολλοί, δεν χώραγαν όλοι. Έτσι σκορπίστηκαν στα τρία ανέμια να καζαντίσουν. Στα κατώγια των σπιτιών δεν βλέπεις πλέον τον τάλαρο (κάδος) γιομάτο με τσίπρα από σταφύλια. Λιγοστοί μερακλήδες που απόμειναν στα χωριά βγάζουν τσίπουρο από σταφύλια του εμπορίου και σπάνια από δικά τους. Η απόσταξη γίνεται ανενόχλητα μέσα στα σπίτια, που είναι άφθονο το νερό. Δεν έχει τη γραφικότητα του τότε, ούτε τη γλύκα της αθώας παρανομίας.
Το σημερινό τσίπουρο αισθανόμαστε πως δεν έχει τη γεύση του τότε. Να ‘ναι στ’ αλήθεια έτσι ή από το διάβα του χρόνου να ΄χουμε την ψευδαίσθηση εμείς που τότε το γευτήκαμε στο ρακογυάλι από τη γούλη του  λουλά, εκεί στην ξερολιθιά;  
(Ο Γιώργος Φλώρος κατάγεται από το χωριό Κτιστάδες των Τζουμέρκων. Είναι συνταξιούχος διευθυντής της Αγροτικής Τράπεζας. Ασχολείται από χρόνια με τη λαογραφία και τη ζωγραφική)    

………………………………………….
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ από το Ηρακλειώτικο blogspot "busy bee"

Κάθε χρόνο τέτοια εποχή(Οκτώβρη με Νοέμβρη) η καρδιά της Κρήτης κτυπά στα ρακοκάζανα.

Η παραγωγή της τσικουδιάς (ρακής) ή του τσίπουρου όπως ονομάζεται σε άλλες περιοχές, χάνεται στο βάθος του χρόνου, καθώς λέγεται πως ξεκίνησε τον 14ο αιώνα στο Άγιο Όρος από μοναχούς που διαβιούσαν εκεί και με τα χρόνια εξαπλώθηκε στην Κρήτη, τη Μακεδονία, Ήπειρο και Θεσσαλία.
Πρώτη ύλη για την παραγωγή αποστάγματος είναι τα στράφυλα, δηλαδή η μάζα που απομένει μετά την συμπίεση του σταφυλοπολτού, για την παραγωγή κρασιού.
Αυτή η μάζα αποτελείται από τους φλοιούς των σταφυλιών και τα κουκούτσια, ενώ περικλείει και κάποιο ποσοστό αζύμωτου μούστου.

Για να ξεκινήσουν τα καζανέματα, πρέπει να έχουν ωριμάσει τα στράφυλα που φυλάσσονται για αρκετό καιρό σε πλαστικά δοχεία. Στη συνέχεια, όταν έρθει η ώρα της απόσταξης, θα μπουν στο καζάνι μαζί με μαραθιές, ή άλλο βότανο για να δώσει άρωμα που θα τοποθετηθεί από πάνω, καθώς και νερό ή κρασί για να εξαχθεί μεγαλύτερη ποσότητα ρακής.
Tο καζάνι θα κλειστεί με το καπάκι που καταλήγει στο νουλά και θα γίνει επίχρισμα, δηλαδή σφράγισμα στην ένωση με ζύμη για τυχόν απώλειες ατμού.
Ο νουλάς περνάει από δοχείο με κρύο νερό που βοηθάει να υγροποιηθεί η ρακή και να τρέξει στο λαήνι.
Μετά από αυτή τη διαδικασία, όλα είναι έτοιμα για να ανάψει η φωτιά κάτω από το καζάνι, είτε με ξύλα, ή με υγραέριο, για να ξεκινήσουν τα καζανέματα και μαζί με αυτό και το γλέντι από την παρέα που έχει συγκεντρωθεί για να δοκιμαστεί η ρακή.
Το πρώτο λαήνι ρακής, το πρωτοράκι (η πρωτόρακι) όπως λέγεται, περιέχει τη μεγαλύτερη ποσότητα οινοπνεύματος και για το λόγο αυτό αποφεύγεται η δοκιμή της, παρά μόνο από τους πολύ τολμηρούς.

Παρά το γεγονός της σύγχρονης τεχνολογίας που έχει περάσει και στην απόσταξη, αρκετοί είναι ακόμα εκείνοι που παραμένουν πιστοί στην παράδοση και αναβιώνουν παλιές καλές εποχές με το χάλκινο σκεύος, τα καυσόξυλα για τη φωτιά, τον καζανάρη με την δεξιότητα και τις βεγγέρες με καλό μεζέ και τη φρέσκια ρακή.

Τα τέσσερα μυστικά της καλής τσικουδιάς
1) Τα στέμφυλα να είναι «σύγκρασα»: μαζί με μούστο μένουν σε βαρέλι για τουλάχιστον έναν μήνα σε σκιερό και δροσερό μέρος όπου ζυμώνονται και πρέπει να ανακατεύονται πριν αρχίσει η διαδικασία της απόσταξης.
2) Αφαιρούνται υποχρεωτικά τα κοτσάνια των σταφυλιών για να μην μπει μέσα στο ποτό το ξυλόπνευμα.
3) Οι μερακλήδες προσθέτουν κατά τη ζύμωση φρούτα (συνηθίζεται στα δυτικά της Κρήτης), όπως κυδώνια, για να δώσουν ιδιαίτερο άρωμα στην τσικουδιά τους. Άλλοι προσθέτουν σύκα, κάνοντας ιδιαίτερα γλυκόπιοτη ρακή.
4) Τα καζάνια στήνονται υποχρεωτικά σε ανοικτούς χώρους με πρόχειρες στέγες για προφύλαξη από τον καιρό.

Η τσικουδιά, σύμφωνα με απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, είναι προϊόν προστατευόμενης γεωγραφικής ένδειξης - «τσικουδιά Κρήτης».

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2009

Κίνησι ου Ρόβας κίνησι, μεσ' στην Βλαχιά να πάει


(Αναδημοσίευση άρθρου του παλιού δάσκαλου Στέφανου Μπέτση στην τοπική εφημερίδα των Ιωαννίνων «Πρωϊνός Λόγος»)
"Ατάρ Οδυσσεύς και καπνόν αναθρώσκοντα νοήσαι ης γαίης θανέειν ιμείρεται"
( Όμηρος )
"Αδαπάνητος έστι της ευποιίας ο πλούτος, εν τω διδόναι γαρ λαμβάνεται και εν τω σκορπίζειν συνάγεται"
( Απολλώνιος)

Το ταξίδι των Ηπειρωτών προς τη Βλαχία και οι καημοί του.

Οι ταξιδιώτες της Βλαχίας Ηπειρώτες καταγόμενοι κυρίως από τα Κουρεντοχώρια, το Ζαγόρι και το Πωγώνι, αλλά και οι αλβανόφωνοι ακόμα Βορειοηπειρώτες από το Αργυρόκαστρο ως την Μοσχόπολη και την Κοριτσά, ήταν όλοι τους συνήθως παιδιά αμούστακα αλλά και μικροπαντρεμένοι και από τους πρώτους ολίγοι ξαναγύριζαν στα σπίτια τους και οι δεύτεροι ύστερα από απουσία είκοσι και πλέον ετών.

Ο πηγεμός στη Βλαχία εγίνονταν βέβαια δια ξηράς με τα καραβάνια ζώα φορτηγά άλογα και μουλάρια με επικεφαλής τον καραβανάρη, που διέθετε από 20 έως 100 ζώα, διαρκούσε δε το ταξίδι από 1 μήνα ως 40 μέρες.
Το ταξίδι των Ηπειρωτών προς την Βλαχία δεν ήταν μόνο πολυήμερο αλλά και δύσκολο με τα ποτάμια, τις κλεισούρες του και τον κακό καιρό αλλά και επικίνδυνο, γιατί συχνά έπεφτε σε συμμορίες ληστών, που γύμνωναν τους ταξιδιώτες ιδίως τους επιστρέφοντες ή και τους σκότωναν.
Από τους καραβανάρηδες αυτούς γνωστοί για τον τόπο μας ήταν ο Φεντάνης από την Τσαρκοβίστα των Κουρέντων κι ο περίφημος Ρόβας Γιαννιώτης,
(σύμφωνα με άλλες πηγές ο Ρόβας κατάγοταν από την Καλωτά)
που η λαϊκή μούσα τον αποθανάτισε με το γνωστότατο τραγούδι κατά την πιο άρτια παραλλαγή του και στο Γιαννιώτικο μάλιστα ιδίωμα (βόρειο) αυτό:

"Κίνησ' ου Ρόβας κίνησι μεσ' στην Βλαχιά να πάει
νύχτα σιλώνει τάλουγου νύχτα του καλιγώνει
βάνει τα πέταλα ασημιά καρφιά μαλαματένια
κι η αρματοσιά τ' αλόγου του χρυσό μαργαριτάρι.
Σαράντα μέρες έκανι σαράντα μερουνύχτια
όσου να φτάκει στη Βλαχιά στου έρμου Μπουκουρέστι.
Βλαχούλες τον καρτέρησαν γλυκά τον κουβεντιάζουν.
Καλώς του Ρόβα πούρχιτι καλώς του Ρόβα πούρθι.
- Ρόβα του τι μας ήφιρις απ' τα καλά τα Ιάνν'να;
- Σας ήφιρα τρία πηδιά τρία παλληκαράκια.
Τόνα του λένι Κωνσταντή κι τ' άλλου Νικουλάκη
του τρίτου κι ημουρφότιρου του λένι Δημητράκη".

"Ο Ρόβας, καθώς γράφει σε σύντομο δημοσίευμά του ο αείμνηστος και διαπρεπής φιλόλογος Δημ. Σάρρος, ήτο Ιωαννίτης, απέθανε το 1978, επί τεσσαράκοντα σχεδόν έτη ήτο ο μόνος μίτος ο συνδέων την Ηπειρωτικήν Βλαχίαν με την Ελληνικήν Ήπειρον, εταξείδευεν άπαξ, σπανιώτερον δε δις του έτους εκ της Ηπείρου εις τον Δούναβιν και τανάπαλιν.




Αυτός εκόμιζεν εις την έρημον Ήπειρον γράμματα και χρήματα των ξενιτευμένων τέκνων της, και σπανιώτατα και κανένα εξ αυτών, αυτός εκόμιζεν ανεπιστρεπτεί εις τας μαγικάς αγκάλας της εκβεβακχεμένης Βλαχίας την καρδίαν, την λεβεντιάν της Ηπείρου, και πόσοι τάχα από εκείνους εγύριζαν οπίσω;". και περακάτω ο ίδιος: ¨Ο Ρόβας μετά πολλάς περιπέτειας από την Ηπειρον δια του Ζυγού, Μετσόβου, Γρεβενών, Κονιαροχωρίων, Περλεπέ, Βελεσσών, Δουβνοβίτσας, Σιστοβίου, έφθανε με τα καραβανιά του εις το Βουκουρέστι".

Τόπος των ξενιτευόμενων από την περιοχή μας και σημείο εκκίνησης του επιβλητικού σε όγκο (διέθετε από 80 ως 100 ζώα) και άριστα οργανωμένου καραβανιού του Ρόβα ήταν η Δοβρά Ζαγορίου. Εκεί μαζεύονταν όσοι σκόπευαν να ταξιδέψουν στη Βλαχία. Το ταξίδι εγίνονταν μία ή δύο φορές το χρόνο, τ' Αι-Γιωργιού δηλ. και του Σταυρού (14/9) μετά το Πανκουρεντιακό πανηγύρι της Παλιουρής (8/9) τότε, που στις πλαγιές των λόφων και των βουνών μας άνοιγαν οι μοσχομύριστες διώχνες, όνομα χαρακτηριστικό γιατί με το άνθισμά τους έδιωχναν τους νέους μας για την ξενιτιά, λουλούδια όμορφα και ταπεινά, άλλες κάτασπρες, άλλες κατακίτρινες κι άλλες θαλασσιές, χαρά θεού και το άνθισμά τους ήταν μια μαχαιριά, που έμπηγε η ξενιτιά η πλανεύτρα στο στήθος της φτωχής πατρίδας με το άσπλαχνο άρπαγμα των παιδιών της. Οι στιγμές του ξεπροβοδήματος και του αποχωρισμού του ξενιτευμένου νέου από τους συγγενείς και φίλους ήταν πραγματικά συγκινητικές. Φιλιά, αγκαλιάσματα και δάκρυα, πολλά δάκρυα καθώς δε ο ταξιδευτής ξεμάκραινε, ευχές ολόκαρδες και μηνύματα θερμά προς τους ήδη εκεί ταξιδεμένους χωριανούς. Κι έρχονταν στο νου οι φιλοσοφημένοι στίχοι του λαϊκού ποιητή:

"Παρηγοριά έχ' ο θάνατος
και λησμοσύνη ο Χάρος
κι ο ζωντανός ξεχωρισμός
παρηγοριά δεν έχει"
ή
"Την ξενιτιά, την ορφανιά,
την πίκρα, την αγάπη
τα τέσσερα τα ζύγιασαν
βαρύτερα είν' τα ξένα".

Ο Ηπειρωτικός λαός, λαός κατ' εξοχήν αποδημητικός, τραγούδησε με πλήθος τραγούδια του όλο καημό και πίκρα τους ξενιτεμένους της Βλαχιάς. Παραθέτω μόνο κατά τους πρώτους στίχους τους αρκετά από τα τραγούδια αυτά δανεισμένα από εκδομένες συλλογές. Ένα λεει:

"Μάνα με κακοπάντρεψες
και μώδωκες βλαχιώτη
(δηλ. άντρα ταξιδεμένον στη Βλαχιά)
δώδεκα χρόνους στη Βλαχιά
και τρεις μέσα στο σπίτι...".
Eνα άλλο:
"Το ποιά έχ' άντρα στη Βλαχιά
και γυιό στο Μπουκουρέστι
πες της να μην τον καρτερεί
να μην τον παντηχαίνει.
Οι Βλάχισσες είναι κακές
κι αυτές οι βλαχοπούλες
γελούν μανάδων τα παιδιά
και πίσω δεν γυρίζουν".
Ενα τρίτο τελειώνει:
"Κι όσα κορίτσια απαντώ
όλα τα παραγγέλω
άντρα βλαχιώτ' μη πάρουνε
αν θέλουν να μην κλάψουν".
Κι ένα ακόμα:
"Θέλω να τα καταραστώ
τα έρημα τα ξένα
την Πόλη και την Μολδαβιά
και την Βλαχιά τα τρία
της Μολδαβιάς το πρόβατα
βλογιά να τάχει μάσει
και της Βλαχιάς οι έμορφες
πανούκλα να τις κάψει..."'
Κι ένα τελευταίο:
"Ανάθεμά σε Μπουγδανιά
Βλαχιά και Μπουκουρέστι
πώχεις ποτάμια απέραντα
βουνά που δεν πατιούνται...".
……………………………………………………………………………….
Ο Ρόβας
Θρύλος έχει γίνει το όνομα του Ηπειρώτη κυρατζή Ρόβα ο οποίος τον περασμένο αιώνα στα αγώγια του για τις Παραδουνάβιες περιοχές, το καραβάνι του άγγιζε τα 200 αλογομούλαρα !!!
Η Λαϊκή Μούσα απαθανάτισε το όνομα του με το παρακάτω τραγούδι

Ο Ρόβας παιδιά μ ξεκίνησε
μες την Βλαχιά να πάει
γειά στο Ρόβα μου
μες την Βλαχιά να πάει
πάπια χήνα μου, να χεις το κρίμα μου.

Νύχτα σελώνει ο Ρόβας τ άλογα
νύχτα τα καλιγώνει
γεια σου Ρόβα μου
νύχτα τα καλιγώνει
πάπια χήνα μου, να χεις το κρίμα μου.

Βάζει τα πέταλα χρυσά
καρφιά μαλαματένια
γεια σου Ρόβα μου
καρφιά μαλαματένια
πάπια χήνα μου, να χεις το κρίμα μου

Όλο στεριά ο Ρόβας πήγαινε
Όλο στεριά πηγαίνει
γεια σου Ρόβα μου
όλο στεριά πηγαίνει
πάπια χήνα μου, να χεις το κρίμα μου.

------------------------------------
Νύχτα περνάει το Δούναβη
μπαίνει στα Βουκουρέστια,
κι πέρα που ξεπέζευε
όλοι τονε ρωτάγαν:

Ρόβα μ' σαν τι μας ήφερες
απο τα μαύρα Γιάννινα;
σας φέρνω εκατό παιδιά
κι όλα Γιαννιωτοπαίδια

Τα τρία τα καλύτερα
της ομορφιάς στολίδια,
το να το λεν Αυγερινό,
το άλλο το λέν Φεγγάρι,
το τρίτο το καλύτερο
το λέν Μαϊσιον ήλιο!

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2009

Το πανηγύρι της Παναγίας στους Λογγάδες, την παλιά Αρδομίστα.


Αναδημοσίευση από τον «Πρωϊνό Λόγο» των Ιωαννίνων.

Το Πανηγύρι του χωριού, μία «εκδρομή» στην Ελληνική παράδοση


Γράφει ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ Μ. ΦΙΛΙΟΣ, Καθηγητής Μ.Ε. – Οικονομολόγος


Λίγα χιλιόμετρα έξω από τα Γιάννινα, απέναντι από το κάστρο της πόλης των θρύλων, κάμποσα σπίτια χωμένα μες τον κάμπο, χαμένα μες την καταπράσινη ομορφιά της φύσης ακουμπάνε τα πόδια τους στους μπαξέδες και στις καλαμιές της λίμνης. Είναι το χωριό των Λογγάδων. Ζωντανό κεφαλοχώρι με άξιους νοικοκυραίους προικισμένους με βιο και προκοπή. Γι’ αυτούς που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν εκεί, κάθε του πέτρα και ένας καημός, κάθε κηπάρι και κλαρί μια ιστορία, κάθε αμπέλι, κάθε χωράφι, κάθε δρομάκι και στενό θυμίζουν πόθο παιδικό και όλα μαζί, εκείνα τα παλιά και τούτα τα καινούρια γεννούν μια όμορφη ανάμνηση. Οι κάτοικοί του, στο σύνολό τους αγρότες, ολημερίς και ολοχρονίς παλεύουν στα κτήματα. Οργώνουν, σκάβουν, σπέρνουν, ποτίζουν, σκαλίζουν, θερίζουν και όλα αυτά για να μη λείψει τίποτα, από τα απαραίτητα, στη φαμίλια τους. Αυτός ο συνεχής χωραφόδρομος της ζωής, αγκαλιασμένος με το πείσμα για κάτι καλύτερο, τους έκανε εργάτες της γης με πλούσια ανθρωπιά και βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα. Από το υστέρημά τους, με προσωπική δουλειά και πολύχρονο αγώνα, έχτισαν, παραδίπλα από τον παλιό ιστορικό Ναό, καινούργιο, μεγαλοπρεπή, αφιερωμένο και αυτόν στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Αγαπούν τη δουλειά τους και λατρεύουν τη Μάνα του Χριστού και Θεού τους.

Στα μέσα του Αυγούστου την Παναγιά γιορτάζουν. Πάσχα του καλοκαιριού η γιορτή της Θεοτόκου.

Οι ξεσπιτωμένοι αγρότες λίγες μέρες πριν το δεκαπενταύγουστο, αφήνουν τον κάμπο και γυρίζουν στο κονάκι τους, να ετοιμαστούν και να ετοιμάσουν για το πανηγύρι. Οι κοπελιές θα πάνε στην πόλη ν’ αγοράσουν καινούρια ρούχα και καλά παπούτσια, οι μανάδες θα πλύνουν, θα καθαρίσουν το σπίτι και θα βγάλουν από την κασέλα τη γιορτιάτικη αλλαξιά. Το πανηγύρι στο χωριό είναι εκδρομή στην παράδοση, είναι ταξίδι στο χρόνο είναι ακόμα γιορτή της Παναγίας και όχι απλά εποχή των διακοπών.

Συγγενείς και φίλοι από τα γύρω χωριά αλλά και από μακριά θα φιλοξενηθούν στα φτωχικά τους.

Στο σπίτι της Μήτραινας, ο σεβαστότερος επισκέπτης είναι ο πατέρας της, ο μπάρμπα Βαγγέλης. Έρχεται από μια μέρα δρόμο μακριά. Φορτώνει τη γαϊδάρα του με σπιτικά καρύδια, τσίγαλα, κυδώνια, αγοράζει και κάμποσες τσαπέλες ξερά σύκα από το μπακάλη του μαχαλά του, βάζει μισή αρμάθα καπνό στο κόρφο για να έχει μπόλικο χαρμάνι για τα κλωστά τσιγάρα του, φορτώνεται και αυτός μεσοσάμαρα και ανάρια –ανάρια το χωματόδρομο πάει να δει τη χήρα κόρη του, τα παιδιά της και τα εγγόνια της. Κοντόσωμος, αδυνατούλης, με πολλά χρόνια φορτωμένος στην πλάτη του, με τη σκούρα τραγιάσκα στο κεφάλι του, με τη γυαλισμένη μπαστούνα στο χέρι του και με το παρδαλό μαντίλι τριγωνικά στο λαιμό δεμένο για να μαζεύει τον καλοκαιριάτικο ιδρώτα, φτάνει πρώτος στο πανηγύρι.

Την παραμονή της Παναγίας ξετρυπώνει από τον τορβά ένα κερί, τυλιγμένο σε εφημερίδα, που από το σπίτι του το κουβαλάει μαζί του, για τάμα στην Μεγαλόχαρη και με την πρώτη καμπάνα κούτσα-κούτσα σπρώχνει το καταπονημένο κορμί του για την εκκλησιά. Θέλει να λειτουργηθεί και να κοινωνήσει. Κοντεύει τα ενενήντα και του χρόνου δεν ξέρει αν θα ζει για να ξανάρθει.

Την ημέρα της Παναγίας ο κόσμος είναι πολύς στην εκκλησιά και η ηλικία, αντάμα με τα κουσούρια του, δεν του επιτρέπουν να ανακατεύεται μαζί τους γι’ αυτό προτιμά την παραμονή να μεταλάβει. Να μην έρχονται τα ρημάδια τα γερατειά. Ο Θεός σε κάνει άνθρωπο και κείνα σε μασκαρεύουν. Σου παίρνουν τη δύναμη από τα ποδάρια, τα δόντια από το στόμα, τη λαλιά από τη γλώσσα, το φως από τα μάτια, τη λογική από το μυαλό.

Ομάδες γυναικών του χωριού, με προσοχή και σχολαστικότητα καθαρίζουν και φροντίζουν, από μέρες τώρα, τις εικόνες, τα καντήλια, τα μανουάλια, τα στασίδια, τα παράθυρα, τις αυλές, τα πεζούλια και τους γύρω χώρους της εκκλησιάς. Έθιμο παλιό το προσκύνημα στην Παναγία. Στη χάρη της όλοι συγκεντρώνονται κάθε χρόνο τέτοιες μέρες στο χωριό, να πάνε στην εκκλησιά, να ευχαριστήσουν την Μάνα του Χριστού για κάτι που τους έκανε και να την ικετέψουν για κάτι που θέλουν να τους κάνει.

Μικροί και μεγάλοι, πλούσιοι και φτωχοί, γραμματισμένοι και αγράμματοι, γονατίζουν ευλαβικά μπροστά στην πάνσεπτη εικόνα της και ανάβουν το αγιοκέρι της πίστης και της αγάπης.

Το βράδυ της παραμονής οι καμπάνες χτυπούν γιορταστικά. Ο παπάς του Χωριού με πολλούς ψαλτάδες περιωπής, ψάλλουν τον πανηγυρικό εσπερινό, και ακολουθεί θείο κήρυγμα από τον ιεροκήρυκα της μητρόπολης. Γίνεται περιφορά της εικόνας στους κεντρικούς δρόμους του χωριού και όλος ο κόσμος με σεβασμό συμμετέχει στη λιτανεία.

Ανήμερα της Παναγίας μετά την εορταστική θεία λειτουργία σε κάθε σπίτι στρώνεται πλούσιο τραπέζι με ντόπια κοψίδια από φαμιλιάρικα σφαχτά. Γνήσια καμποχωρίτικα μαγειρέματα από αγνά προϊόντα του τόπου τους. Γαλατόπιτες, τυρόπιτες, κοτόπιτες και πολλών ειδών χορτόπιτες, φουρνισμένες στο μεγάλο στρογγυλό σινί ανοίγουν την όρεξη στους καλεσμένους αλλά και τους σπιτικούς.

Χορταστικά στην όψη και πληθωρικά στη γεύση τα γιορτινά πιάτα συνδυάζονται με παλιό γλυκό κρασί. Πάνω στα τσουγκρίσματα θυμούνται τα περασμένα. Φέρουν στο νου πρόσωπα που έφυγαν από τη ζωή, άλλους που ξενιτεύτηκαν και κείνους που παντρεύτηκαν.

Μιλάνε για τα τωρινά. Λένε για τα παιδιά τους, για τις νυφαδιές και τα εγγόνια τους. Είναι γι’ αυτούς αξέχαστη χαρά το πανηγύρι. Λίγη ξεκούραση, λίγη ξεγνοιασιά, μια κοσμαντάμωση για να νιώσουν και κείνοι ότι είναι άνθρωποι και ότι δε ζούνε μόνο για να σκάβουν το χώμα, αλλά και να συναναστρέφονται με άλλους ανθρώπους.

Το απόγευμα φοράνε τα καλά τους και βγαίνουν μαζί με τους μουσαφιραίους στο μεσοχώρι. Οι κοφτές κοντόδρομες βόλτες στο πλακόστρωτο της πλατείας, τα γλυκοκοιτάγματα, τα νόστιμα πειράγματα και τα χαμόγελα δίνουν και παίρνουν ανάμεσα στις όμορφες και τους υποψήφιους γαμπρούς. Ζεστές καλοκαιριάτικες μέρες για προξενιά, αρραβωνιάσματα και ζευγαρώματα.

Οι σύλλογοι οργανώνουν τοπική θεατρική παράσταση και φέρουν τον καραγκιοζοπαίχτη από την πόλη να διασκεδάσει με τα αστεία του μικρούς και μεγάλους. Έρχονται μικροπωλητές με παιχνίδια, ζαχαρτζήδες με καραμέλες, παστέλια και χαλβά. Τα λιανοπαίδια παίζουν αλάρωτα ανάμεσα στις γεμάτες με πραμάτεια τάβλες, έχοντας πάντα στο μυαλό τους τα γλειφιτζούρια και τα ζαχαρκά.

Τα τραπέζια στο μεσοχώρι στρωμένα με καρό τραπεζομάντιλα και οι καρέκλες ντυμένες με άσπρα πανιά δεμένα στην πλάτη, δείχνουν την επισημότητα της ημέρας. Οι μαγαζάτορες και τα γκαρσόνια με ζωσμένες τις ποδιές και ανασκουμπωμένα τα μανίκια, με ευγένεια, πλατύ χαμόγελο και φιλική διάθεση, σερβίρουν ψητά, ποτά και δροσερά αναψυκτικά.

Οι φιλικές παρέες σμίγουν και στρογγυλοκάθονται, τρώνε, πίνουν και ακούνε τους οργανοπαίχτες και τους τραγουδιστάδες που σεργιανίζουν με φαντασία την καμπίσια παράδοση. Οι μερακλήδες χορεύουν βαριά λεβέντικα τραγούδια που ξυπνάνε μέσα τους νεανικά σκιρτήματα. Οι ξενιτεμένοι παίρνουν παραπονιάρικα που αναφέρονται στο ασίγαστο όνειρο του γυρισμού στη μάνα Πατρίδα. Η επιστροφή στους γενέθλιους τόπους έγινε πόθος και καημός.

Οι λογοδοσμένοι παραγγέλνουν ερωτιάρικα της καρδιάς και οι νιόπαντροι τραγούδια της χαράς. Ο διπλός χορός συνεχίζεται και πέρα απ’ τα μεσάνυχτα. Για ντέφι και κλαρίνο λαχταράει η ψυχή του καμποχωρίτη. Τα περισσότερα ηπειρώτικα τραγούδια χορεύονται αργά. Ώσπου να σηκώσεις το ένα πόδι φυτρώνει το άλλο. Δίνουν όμως ενέργεια και δύναμη, παλικαριά και πείσμα για τη ζωή, αγάπη και πόνο για τον τόπο. Ο καμποχωρίτης το νιώθει, το ζει το τραγούδι και όταν το χορεύει βγάζει ένα παράξενο συναίσθημα από μέσα του, πως το λένε δεν ξέρω. Ξέρω όμως να σας πω, ότι οι χτύποι της καρδιάς του αλλάζουν και ρυθμό και ήχο· συγχρονίζονται με τις κινήσεις του σώματος, των χεριών, του νου, της σκέψης, και της φαντασίας τη στιγμή εκείνη.


Κρατιέται σφιχτά από το μαντήλι του δεύτερου στη σειρά χορευτή της παρέας και αργά, με λυγισμένα τα γόνατα με χαμηλωμένα τα μάτια και με φωνή που βγαίνει από τα φυλλοκάρδια του, στριφογυρίζει στη μύτη του ενός παπουτσιού λες και θέλει να βιδωθεί στη γη που τον γέννησε.

Σε κάθε του γύρα πετάει και κάμποσα χαρτονομίσματα, έτσι για ξαλάφρωμα του μέσα του, ξεσηκώνει τους οργανοπαίχτες από το πατάρι και δίνει καινούρια παραγγελιά. Το μεράκι δεν έχει τελειωμό. Η μουσική καλλιεργεί το συναίσθημα και την αισθητική. Απαλαίνει τον πόνο και την ψυχή. Η χαρά και το κέφι δένουν με την αυθόρμητη διασκέδαση και δίνουν ιδιαίτερο τόνο στο καλοκαιριάτικο αντάμωμα της Παναγίας.

Αργά τα μεσάνυχτα ο κόσμος αργεύει. Οι φιλοξενούμενοι φεύγοντας αγοράζουν και κάτι από τους απλωμένους πανηγυριώτικους μπάγκους των πλανόδιων πωλητών για τα μικροπαίδια, που έμειναν με τις γιαγιούλες στο σπίτι και περιμένουν καλά νέα και πολλά καλούδια από το πανηγύρι. Ευχαριστημένοι και ενθουσιασμένοι από τη φιλοξενία και τη διασκέδαση, ανταλλάζουν ευχές και φιλοφρονήσεις με τους συγγενείς και φίλους τους. Εύχονται του χρόνου, καλή αντάμωση και μέχρι τότε να ακούγεται το καλό στα σπιτικά τους. Τα χαράματα τα βιολιά και τα νταούλια σταματούν. Αφού ακουστούν και τα τελευταία βαριά ηπειρώτικα « άσματα της τάβλας», τραγουδισμένα από όλους μαζί τους κεφάτους ντερτιλήδες, ακολουθούν υποσχέσεις για καλύτερη οργάνωση την επόμενη φορά, με περισσότερο ντόπιο κρασί, κέφι, και χορό. Το πανηγύρι κάπου εδώ τελειώνει, ενώ ο απόηχος του θα ακούγεται για πολύ ακόμα καιρό.

Μετά το δεκαπενταύγουστο το χωριό μπαίνει στο ρυθμό της καθημερινότητας. Το ανθρώπινο μελίσσι ξανά σκορπάει στις δουλειές. Οι βοσκοί στα πρόβατα, στα βόδια και στις γελάδες τους, οι οικοδόμοι στα γιαπιά και οι δουλευτάδες της γης στα χωράφια τους, εκεί πλάι στους μπαξέδες. Η δουλειά έμεινε πίσω λόγω πανηγυριού. Οι φασουλιές με τα μαυρομάτικα θέλουν καλάμωμα και οι ντοματιές το δεύτερο δέσιμο στη λευτοκαρίσια βέργα. Η τελευταία σκάλα από γίγαντες θέλει σκάλισμα και κάποια άλλη πότισμα και βοτάνισμα.

Στις ατέλειωτες δουλειές, κάθε μέρα, μπαίνουν και καινούριες. Έχει όμως ο Θεός. Όλα θα γίνουν. Υγεία να έχουμε και η χάρη της Παναγίας θα βοηθήσει και τώρα, όπως όλο τον καιρό, να μαζευτούν οι δουλειές. Αληθινοί άνθρωποι, από γερό σκαρί φτιαγμένοι και με διαφορετική σκέψη.

Μοιάζουν σαν τα στάχυα. Όσο μεγαλώνουν τόσο ωριμάζουν και βαθύτερα γέρνουν το κεφάλι τους· κοιτάζοντας τη γη που τους θρέφει γίνονται ταπεινότεροι και γιορτάζουν ομορφότερα και αγιότερα τα πανηγύρια και τις χαρές τους.