Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2011

Να γεμίσεις με ένα ΝΑΙ γαλανέ μας ουρανέ!





(Οι γελοιογραφίες του Βασίλη Χριστοδούλου στη "Βραδυνή" του 1973, από το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου)

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2011

Η Ιταλική κατοχή στα Γιάννενα 1941 – 1943

Του Αλέκου Ράπτη


Την άνοιξη του 1941 εγκαταστάθηκε στην Ήπειρο το 26ο ιταλικό σώμα στρατού, με έδρα τα Ιωάννινα υπό τις διαταγές του στρατηγού Γκουίντο ντελλα Μπόνα (Guido della Bonna).Ο ιταλικός στρατός κατοχής βρήκε σχεδόν την πόλη κατεστραμμένη από τους συχνούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς, των ιταλών και των γερμανών.

Το στρατιωτικό νοσοκομείο που είχε εγκατασταθεί στην σημερινή Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία είχε βομβαρδισθεί από την γερμανική αεροπορία στις 20 Απριλίου 1941, ενώ η ιταλική είχε βομβαρδίσει στις 5 Νοεμβρίου 1940 και το άλλο νοσοκομείο που βρισκόταν στο Κάστρο. Τουλάχιστον 136 σπίτια ήταν καταστραμμένα εντελώς, άλλα 182 είχαν σημαντικές καταστροφές, ενώ 107 έφεραν λιγότερες ζημιές. Η ιστορική Ζωσιμαία Σχολή είχε και αυτή υποστεί καταστροφές από τους ιταλικούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς τον Νοέμβριο του 1940, όπως επίσης και το τζαμί της Καλούτσιανης, τον προηγούμενο μήνα.
H Ιταλική στρατιωτική διοίκηση εγκατέστησε στην Καπλάνειο Σχολή την έδρα της Ιταλικής Καραμπινιερίας, η οποία προχώρησε σε συνεργασία με την Ανωτέρα Διοίκηση Χωροφυλακής Ιωαννίνων.

Καθημερινά την επισκεπτόταν «κάποιοι» Γιαννιώτες πληροφοριοδότες – καταδότες οι οποίοι αποκαλούντο «informatore» για να καταδώσουν όσους Γιαννιώτες είχαν συμμετοχή στην Αντίσταση, στο ΕΑΜ και στον ΕΔΕΣ. Παράλληλα δε με την ιταλική καραμπινιερία τέθηκαν σε λειτουργία, οι φυλακές στο στρατόπεδο στον «Ακραίο», οι φυλακές του Αγίου Κοσμά, εκεί που βρίσκεται το σημερινό κτίριο του ΟΤΕ, επί της 28ης Οκτωβρίου, καθώς και οι φυλακές κράτησης στο κτίριο, στον Γεωργικό Σταθμό Κατσικάς.

Οι ιταλοί κατακτητές στην έδρα της Καραμπινιερίας στο Καπλάνειο, είχαν διαμορφώσει ένα ειδικό δωμάτιο που όσοι Γιαννιώτες πατριώτες πέρασαν από εκείνο το κολαστήριο το θυμούνται σαν «μαύρο θάλαμο» και ήταν μια σοφίτα που είχε διαμορφωθεί κατάλληλα σε αίθουσα βασανιστηρίων. Τα παράθυρα στο δωμάτιο αυτό ήταν σκεπασμένα με κόκκινο χαρτί και όσο που περνούσε το φως. Στους τοίχους ήταν κρεμασμένα όλα τα σύνεργα των βασανισμών: βούρδουλες, χατζάρες (μαχαίρια) και άλλα σύνεργα ανθρώπινης βαρβαρότητας. Πολλές φορές κατά την διάρκεια της ανάκρισης ο ιταλός ανακριτής εφάρμοζε και το ηλεκτροσόκ, βάζοντας στο κεφάλι του κρατούμενου ένα στρογγυλό στεφάνι, διοχετεύοντας ηλεκτρισμό σ΄αυτό. Οι ξυλοδαρμοί των συλληφθέντων ήταν ανηλεείς προκειμένου η Ιταλική Καραμπινιερία να αποσπάσει ομολογίες και να θεμελιώσει το κατηγορητήριο περί συμμετοχής των Γιαννιωτών στο κίνημα της Αντίστασης, στο ΕΑΜ και στο ΕΔΕΣ. Στις συλλήψεις αυτές συλλαμβανόταν χωρίς διάκριση άνδρες και γυναίκες. Συνήθως μετά από πολυήμερες βίαιες ανακρίσεις και βασανισμούς, οι πατριώτες αυτοί μεταφερόταν στις στρατιωτικές φυλακές στον «Ακραίο» με ρητή διαταγή που ανέφερε τον εγκλεισμό των κρατουμένων σε θάλαμο απομόνωσης. Επίσης μεταγωγές γινόταν και στις φυλακές του Μεσολογγίου για να δικασθούν από το ιταλικό στρατοδικείο στο Αγρίνιο, όπου ήταν και η έδρα του 8ου ιταλικού σώματος στρατού. Αρκετοί από αυτούς τους πατριώτες μετά τις καταδίκες του στρατοδικείου εκτοπιζόταν στην Ιταλία σε απομακρυσμένα χωριά ή στην χειρότερη περίπτωση συλλαμβανόταν από την γερμανική (Wehrmacht) στην Ιταλία και εκτοπιζόταν στα στρατόπεδα θανάτου στο Μαουτχάουζεν και στο Νταχάου.

Οι μαρτυρίες

Ο Βασίλης Λέντζιος το 1941 ήταν 11 χρονών και θυμάται χαρακτηριστικά τους ιταλούς στρατιώτες στον «Ακραίο»:
«Ο Ιταλικός στρατός είχε στρατοπεδεύσει στο στρατόπεδο στον «Ακραίο» (σημ. Βελισσάριο) εκεί κοντά που ήταν τα κτήματα των Φριγκαίων και οι Ιταλοί είχαν στήσει στρατιωτικές σκηνές που έφταναν μέχρι την Κιάφα. Eίχαν πολλά αυτοκίνητα μοτοσικλέτες και ποδήλατα, απ΄αυτά χωρίς σαμπρέλα στα λάστιχα που ήταν από καουτσούκ.
Εμείς σαν μικρά παιδιά πηγαίναμε στο στρατόπεδο στον Ακραίο και όταν οι Ιταλοί στρατιώτες έτρωγαν στο συσσίτιο, μας φώναζαν όλα τα παιδιά που ήμασταν καμιά 15αριά και παίρναμε το περίσσευμα από το καζάνι, μας έδιναν επίσης και καμιά «πανιότα», που ήταν μικρά στρόγγυλα ψωμάκια. Το πιο καλό φαγητό ήταν το «πάστα σιούτα», δηλαδή μακαρόνια με κρέας.
Η διαμονή του στρατιωτικού προσωπικού της ιταλικής διοίκησης, στα Γιάννενα, ανατέθηκε στην ιταλική επιμελητεία στρατού η οποία και αναζήτησε καταλύματα για τους αξιωματικούς της. Έτσι μια σειρά από σπίτια Γιαννιωτών που βρισκόταν σε καλή κατάσταση κατασχέθηκαν και αποτέλεσαν προσωρινά καταλύματα για τους αξιωματικούς των ιταλικών μονάδων στα Γιάννενα. Οι Γιαννιώτικες οικογένειες δέχτηκαν αυτή την «συνύπαρξη» μέσα στα ίδια τους τα σπίτια, γιατί υπήρχε ο φόβος να οδηγηθούν στο ιταλικό στρατοδικείο με την κατηγορία «αντίσταση κατά των δυνάμεων κατοχής».

Η Βασιλική Α. το 1941 ήταν 15 χρονών και θυμάται χαρακτηριστικά το αμοιβαίο ερωτικό πάθος ενός ιταλού αξιωματικού που έμεινε στο επιταγμένο σπίτι τους, με μια γιαννιώτισσα, (για ευνόητους λόγους τα ονόματα των πρωταγωνιστών της πραγματικής αυτής ιστορίας, έχουν αλλαχθεί):
«Όταν ήρθαν οι Ιταλοί στα Γιάννενα το 1941, άρχισαν να ψάχνουν για να επιτάξουν τα καλά σπίτια. Το πατρικό μου ήταν σε μια από τις παλιές συνοικίες μέσα στα Γιάννενα. Μια μέρα ένας ρουφιάνος των Ιταλών ο Κώστας Β, έφερε τους Ιταλούς και στο δικό μας το σπίτι. Τότε το ΄40 όλα τα σπίτια ήταν καλυβάκια εκεί γύρω, και το πατρικό σπίτι του πατέρα μου, ήταν εκεί το πιο ψηλό στην γειτονιά. Ο ρουφιάνος ο Κώστας Β, ήρθε με τους δύο Ιταλούς αξιωματικούς στο σπίτι μας. Ο ένας ήταν «Καπιτάνο» δηλαδή λοχαγός και μαζί του ήταν κι ένας άλλος αξιωματικός που τον έλεγαν Πιέρο…
Ο Πιέρο ήταν ένας ωραίος άντρας με μαύρο μουστάκι και ήταν 30 χρονών. Υπηρετούσε στο ιταλικό στρατόπεδο στον Ακραίο και καταγόταν από την Νάπολη. Πολλές φορές μας έδειχνε ένα σωρό οικογενειακές του φωτογραφίες και την φωτογραφία της αδελφής του που την έλεγαν Μαλένα.
Ο Πιέρο αγάπησε μια γειτόνισσά μας, που την έλεγαν Αλεξάντρα που τότες ήταν 18 χρονών και ήταν πολύ όμορφη, και κάθε μέρα έκαναν κόρτε στη γειτονιά.
Η Αλεξάντρα έβγαινε κάθε μέρα με το νυχτικό της στο παραθύρι του σπιτιού της και κοίταζε τον Πιέρο που ήταν στο σπίτι μας, αλλά την κοίταζε και αυτός. Εμείς σαν μικρά κορίτσια που ήμασταν, άμα βλέπαμε το κόρτε του Πιέρο προς την Αλεξάντρα αρχίζαμε και τραγουδάγαμε το προπολεμικό τραγούδι που έλεγε:
«Μέσ' της Νάπολης σαν βγαίνω τα σοκάκια
βλέπω κάτι κοριτσάκια
που 'χουν μαύρα μάτια, κόκκινα χειλάκια…
Τιριτόμπα, Τιριτόμπα
το φιλί σου είναι ζάχαρη γλυκό…».

Εγώ τότε ήμουν 15 χρονών και καταλάβαινα τα Ιταλικά. Θυμάμαι τον Πιέρο που μου έλεγε: « Βασιλική, βενίρι κουά, πορτάρε Αλεξάντρα, βενίρι κουά» δηλαδή: «Βασιλική, σύρε- πήγαινε να πείς στην Αλεξάντρα να΄ρθεί εδώ». Εγώ πήγαινα και η Αλεξάντρα ερχόταν σπίτι μας στον Πιέρο. Έπαιζαν κολτσίνα, το βράδυ επάνω στο σαλόνι, με το μεγάλο το τραπέζι το στρόγγυλο.
Ο καημένος ο πατέρας μου ερχόταν κουρασμένος, τα βράδυα από τη δουλειά αλλά τι να κάνει, καθόταν κι΄αυτός κι έπαιζε κολτσίνα γιατί φοβόταν μήπως ο Πιέρο κάνει τίποτα στην Αλεξάντρα! Κι έλεγε ο πατέρας μου «τι έπαθα κι εγώ! τι να κάνω! να τς΄αφήσω και τς΄δυό, σκιάζουμε μην βάλει καταή κι έρθει μετά η μάνα τς, που την έχει και μοναχή! τι να κάνω!».
Όμως ο Πιέρο είχε σεβασμό στον πατέρα μου και δεν έκανε τίποτα μπροστά του.
Αυτός ο Ιταλός αξιωματικός, είχε και έναν στρατιώτη, ιπποκόμο, που τον έλεγαν Νίνο. Μ΄αυτόν έστελνε τρόφιμα και μακαρόνια και βοηθούσε την οικογένεια της Αλεξάντρας.
Όταν ο ιπποκόμος ο Νίνο ερχόταν στο σπίτι μας μου έλεγε: «Μποτζιόρνο Βασιλική, άστατζ, βολέρε τσιματόγκραφο, Πιέρο έ Αλεξάντρα» δηλαδή: « Βασιλική καλημέρα, σήμερα θα δούμε κινηματογράφο» και εννοούσε δηλαδή το κόρτε του Πιέρο με την Αλεξάντρα!
Ο Πιέρο είχε ξεχωριστό δωμάτιο μέσα στο σπίτι μας που είχε δύο μεγάλες ντουλάπες για να βάζει τις στολές του και κοιμόταν σε ένα κρεβάτι που είχε μια άσπρη κουνουπιέρα. Η στολή του είχε χρώμα αεροπορί και ήταν αξιωματικός στο στρατό και μπροστά στα πέτα της στολής είχε δύο ασημένια αστέρια… Φαινόταν και ξεχώριζε πως ήταν αριστοκράτης, με την ευγένεια και τους τρόπους του απέναντι σ΄έμάς. Μια φορά ο Πιέρο πήρε άδεια και πήγε στην Ιταλία, και σαν γύρισε μας έφερε πολλά δώρα, στον μικρό μου τον αδελφό, του έφερε ένα τάνκς – παιχνίδι, που όταν το κούρντιζες με το κουρντιστήρι αυτό ξεκίναγε και έβγαζε σπινθήρες όπως έβγαζαν οι αναπτήρες που είχαν τσακμακόπετρα και σε μένα ένα ωραίο φορέμα από μάλλινο ύφασμα που ήταν πολύ όμορφο…αλλά έφερε και στην Αλεξάντρα…
Όταν έγινε η κατάρρευση των Ιταλών τον Σεπτέμβριο του 1943, βλέπαμαν τους Ιταλούς στον δρόμο και τους λυπόμασταν, ήταν σαν ρακένδυτοι, κι έλεγαν πως οι Γερμανοί, ήθελαν να τους σκοτώσουν. Και μια μέρα έφυγε και ο Ιταλός ο αξιωματικός ο Πιέρο από το σπίτι μας για τον «Ακραίο» και δεν ξαναγύρισε….».

Η μαρτυρία αυτή αντικατοπτρίζει την εικόνα που επικρατούσε στην διοίκηση του 26ου ιταλικού σώματος στρατού, που από το 1941 είχε επιλέξει ,τον συγκεντρωτισμό των στρατιωτικών της μονάδων σχεδόν σε όλα τα αστικά κέντρα, ούτως ώστε να αποφύγει όποια εμπλοκή με τους αντάρτες και να κρατήσει «μια ευέλικτη άμυνα». Το καλοκαίρι του 1943, όταν πλέον στα Γιάννενα είχε εγκατασταθεί και η 1η ορεινή μεραρχία ορεινών καταδρομών «Εντελβάις» (1. Gebirgs Division «Edelweis»), κατάπληκτος ο γερμανός αξιωματικός ταγματάρχης Χάραλντ φον Χίρσφελντ (Harald von Hirscfeld), που ήταν αξιωματικός σύνδεσμος με το 26ο ιταλικό σώμα στρατού, ανέφερε πως: «κανένας από τους ιταλούς αξιωματικούς του Επιτελείου δεν έχει πολεμική εμπειρία…», ενώ για τους ιταλούς στρατιώτες στα Γιάννενα ανεφέρετο πως: «είχαν να πολεμήσουν και να εκπαιδευτούν εδώ και δύο χρόνια… είναι σε τρομακτικό λήθαργο…η ετοιμότητά τους για δράση είναι σχεδόν ανύπαρκτη και η στάση τους μοιρολατρική…».

Στα κατοχικά Γιάννενα το 1943 οι ιταλοί στρατιώτες, ασχολούνταν με άλλα θέματα εκτός του πολέμου, που ήλπιζαν ότι κάποτε θα τελειώσει, για να επιστρέψουν στην Ιταλία.

Ο Δημοσθένης Μουλιώτης το 1941 ήταν 19 χρονών και θυμάται αρκετά καλά πως: «οι πιο πολλοί ιταλοί στρατιώτες ήταν μπασμένοι στις αγροτικές δουλειές. Καταγόταν από το Μιλάνο, Τορίνο, Γένοβα, Ρώμη, Σικελία. Στον Κοτρώτσιο τον Βασίλη του΄δεσαν όλο το χορτάρι στα χτήματα που είχε. Οι ιταλοί έδεναν 400 μπάλες την ημέρα, ενώ οι δικοί μας οι έλληνες εργάτες έβγαζαν πάνω – κάτω 120 μπάλες. Δούλευαν στον Κοτρώτσιο που μιλούσε και έγραφε ιταλικά και τους πλήρωνε κανονικά για να κόψουν και να δέσουν τα χορτάρια του. Αυτός είχε καμιά 300αριά στρέμματα από το «Κοτσαλί», δηλαδή από την περιοχή στο στρατόπεδο στον «Ακραίο», μέχρι κοντά στο σημερινό νοσοκομείο της Δουρούτης. Για να δέσουν κάθε μπάλα χρειαζόταν 4 ιταλοί στρατιώτες που δούλευαν στις χειροκίνητες με μαναβέλλα, χορτοδετικές μηχανές του Κοτρώτσιου, είχα κι εγώ μια τέτοια μηχανή. Έβαζες το χορτάρι μέσα και το πάταγες μέσα στη μηχανή και έβγαινε η τετράγωνη μπάλα δεμένη με τα σύρματα, όσο είναι ένα τραπέζι».

Ο Βασίλης Λέντζιος θυμάται πως οι ιταλοί έκαναν και αγώνες ιππασίας:

«πηγαίναμε με τους φίλους μου σένα μέρος, πίσω από το ΞΕΝΙΑ, εκεί που είναι το ξενοδοχείο (Grand Serai). Σ΄ αυτό το γήπεδο στην κατοχή, κάθε 15 μέρες περίπου, τις Κυριακές ερχόταν οι Ιταλοί στρατιώτες και έκαναν ιππασία και αγώνες. Ο κόσμος μαζευόταν γύρα – γύρα και τους έβλεπε , ήταν κόσμος απ΄όλες τις συνοικίες απ΄την Αιακιδών, από την Λούτσα, κι΄απ΄τα Ζευγάρια. Είχαν καλοταϊσμένα άλογα και τα ταΐζανε με ένα είδος πίτουρο που είχε γλυκιά γεύση. Έστηναν στο γήπεδο ξύλινα εμπόδια και πήδαγαν με τα άλογα όπως κάνουνε σήμερα στους αγώνες ιππασίας. Όλοι είχαν στρατιωτικές στολές κι είχαν ψηλές μπότες, οι Καραμπινιέροι φόραγαν κάτι μακρόστενα καπέλα ενώ όλοι οι άλλοι είχαν δίκοχα απ΄ότι θυμάμαι. Συνολικά είχαν καμιά δεκαριά άλογα που έκαναν ιππασία και όταν τελείωναν οι αγώνες έδιναν και βραβεία στους νικητές.

Η παραμονή των ιταλών στα κατοχικά Γιάννενα τους έφερε σε κοινωνική επαφή με τον κόσμο της κάθε γειτονιάς, αυτόν τον κοσμάκη που πεινούσε και βίωνε καθημερινά την τραγικότητα της κατοχής .

Ο Βασίλης Λέντζιος θυμάται πως:

«Οι Ιταλοί στρατιώτες έφερναν τα στρατιωτικά τους ρούχα στην γειτονιά μας και τα έπλυναν οι γυναίκες απ΄τα φτωχά τα σπίτια. Έφερναν και στο σπίτι μας στη μάνα μου, κάθε 10 με 15 μέρες για να τους πλύνουμε τα στρατιωτικά ρούχα αλλά και τα εσώρουχα.

Σχεδόν όλα τα φτωχά σπίτια στην Αιακιδών, έπλυναν τα ρούχα των Ιταλών. Πολλές φορές, όταν οι Ιταλοί μας έφερναν τα ρούχα τους για πλύσιμο, τους βάζαμε να φάνε και φαγητό. Το δεχόταν αυτό και καθόταν στο τραπέζι μαζί μας. Πιο συχνά ερχόταν ένας Ιταλός επιλοχίας, που μας έφερνε τα ρούχα του και έτρωγε μαζί μας. Πάντα θα τους θυμάμαι τους Ιταλούς γιατί μας έφερναν καραμέλες και σταφίδες και όταν εμείς τους δίναμε λαχανόπιτες αυτό τους φαινόταν περίεργο, ούτε κι΄εγώ ξέρω το γιατί».

Το 1943 η πτώση του Μουσολίνι και η συνθηκολόγηση του ιταλικού στρατού, με τους Συμμάχους στις 8 Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς, προκαλεί την κατάρρευση της δομής του ιταλικού στρατού. Η γερμανική (Wehrmacht) γίνεται ο απηνής διώκτης στους άλλοτε συμμάχους της. Με την πρώτη ημέρα του αφοπλισμού σημειώθηκαν εντάσεις και αντιφασιστικές εξεγέρσεις στον ιταλικό στρατό ενώ ολόκληρες στρατιωτικές μονάδες και σχηματισμοί παραδόθηκαν στον ΕΛΑΣ και στον ΕΔΕΣ. Στις 9 Σεπτεμβρίου 1943,ο φρούραρχος της πόλης των Ιωαννίνων, στρατηγός Γκουίντο ντελλα Μπόνα (Guido della Bonna), ενημερώνει τον γερμανό αξιωματικό, ταγματάρχη Χάραλντ φον Χίρσφελντ που ήταν ο αξιωματικός σύνδεσμος με το 26ο ιταλικό σώμα στρατού, πως θα παραδώσουν τον στρατιωτικό οπλισμό στην γερμανική (Wehrmacht). Παράλληλα δε αποστέλλει έγγραφο στον συνταγματάρχη Λουίτζι Λουζινιάνι (Luigi Lusiagnani) που ήταν στρατιωτικός διοικητής στην Κέρκυρα και του γνωρίζει τα παρακάτω:

Από: Διοίκηση XXVI Corpamiles (ιταλικό σώμα στρατού).
Προς: Διοίκηση Τομέα Κέρκυρας. Νο 16530/Op. Stop.

Ώρα 18 της 9ης τρέχοντος κατέθεσα στα Γιάννενα τα όπλα για να προλάβω ανώφελη αιματοχυσία. Το σώμα στρατού προωθήθηκε εις Αλβανία για να διαπεραιωθεί στην Ιταλία.
Προς αποφυγή αιματοχυσίας στην Κέρκυρα δύνασθε κατά τις περιστάσεις να ενεργήσετε ανάλογα.
Ο επικεφαλής Στρατηγός della Bonna.


Το «πόστο μπλοκ» στα Ζευγάρια

Ο Δημοσθένης Μουλιώτης θυμάται εκείνες τις μέρες του Σεπτέμβρη:

«Στα Ζευγάρια εκεί στον Άγιο Σπυρίδωνα, οι γερμανοί είχαν βάλει έλεγχο «πόστο μπλόκ», με στρατιωτική φρουρά και είχαν στήσει τα πολυβόλα τους στο δρόμο. Από την άλλη μεριά οι ιταλοί είχαν φτιάξει και αυτοί φυλάκιο στην κορυφή του βουνού, που τότε δεν είχε πεύκα, πάνω από την εκκλησία την Περίβλεπτο. Σιγά - σιγά οι γερμανοί προχώρησαν και έφτασαν εκεί που είναι τώρα το καφενείο του Αυγέρη, στο τέρμα της Βελουχιώτη και θέλησαν να ανεβούν στην κορυφή. Από το ιταλικό φυλάκιο τότε βγήκε όρθιος ένας ιταλός αξιωματικός και φώναζε προς τους γερμανούς. Εμείς εδώ από το Τσιφλικόπουλο τους βλέπαμε αρκετά καλά. Οι γερμανοί σταμάτησαν για λίγο και μετά από λίγο παραδόθηκε στους γερμανούς, το ιταλικό φυλάκιο και λίγο αργότερα ολόκληρη η ιταλική φρουρά 200 στρατιώτες, που βρισκόταν στις παλιές αποθήκες του Δήμου Ιωαννίνων, εκεί που είναι τώρα η Φοιτητική Εστία…»

«Όταν έγινε η κατάρρευση των ιταλών το΄43 αφηγείται ο Λάκης (Ευάγγελος) Βαφειάς, εμείς χαζεύαμαν εκεί γύρα στο ιταλικό στρατόπεδο στις σκηνές των ιταλών, στ΄αμπέλια του Καλαμπόκα, που ήταν κάτω στο τέρμα της σημερινής Άρη Βελουχιώτη, για ν΄αρπάξουμε τίποτα, κανένα παλιό μπουκάλι από κρασί που θα μας ήταν χρήσιμο. Είχα και ένα μικρό ανιψίδι μαζί μου και αυτό μπήκε μέσα σε μια ιταλική σκηνή για να πάρει μπουκάλια κρασιού που ήταν πλεγμένα σε καλαθάκια και ήταν πολύ όμορφα. Ένας ιταλός αξιωματικός μόλις μας είδε μας, άρχισε να πυροβολεί στον αέρα, πάφ – πάφ – πάφ, με το πιστόλι του και προς τα πόδια του ανιψιού μου του Γιάννη. Τελικά το μπουκάλι δεν το πήραμε, από την σκηνή του ιταλού. Είχαν δίκιο, οι ιταλοί, γιατί ήταν πάνω στην παράδοση, στους γερμανούς, γιατί ήταν 6 με 7 μέρες σ΄αυτή την κατάσταση, που σκεφτόταν πώς θα παραδώσουν τα όπλα…».

Στις αρχές Οκτωβρίου το 22ο γερμανικό σώμα στρατού στην Ήπειρο, με διοικητή τον στρατηγό Χούμπερτ Λάνς (Hubert Lanz), είχε ολοκληρώσει την εκτόπιση των ιταλικών στρατιωτικών σχηματισμών καταγράφοντας περίπου 44.500 άνδρες, και τους είχε οδηγήσει δια μέσου Καλπακίου και Φλώρινας σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, στο Νις της Σερβίας. Από εκεί οι πιο πολλοί, στάλθηκαν και εξοντώθηκαν στο Ανατολικό μέτωπο ή σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας στη Γερμανία. Μόνον λίγοι επιζώντες που επέστρεψαν μετά την λήξη του πολέμου 1945 στην πατρίδα τους την Ιταλία μπόρεσαν να χαρούν την ελευθερία.


Αναδημοσίευση από τον χτεσινό "Ηπειρωτικό Αγώνα"

Πάτρα: Πάμε παρέλαση 28 Οκτωβρίου 2011

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2011

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940 στο Γυμνάσιο Πωγωνιανής


Από το βιβλίο του Κωνσταντίνου Κωστούλα «Γεγονότα στο Πωγώνι 1940-41 και το χρονικό του ανεξάρτητου τάγματος Δελβινακίου»

…………………….

Στην Πωγωνιανή λειτουργούσε το Γυμνάσιο με 300 περίπου μαθητές και μαθήτριες. Από αυτούς οι 100 ήταν από τα χωριά της Βορείου Ηπείρου που ήταν τώρα ιταλοκρατούμενη, άλλοι 100 από τα χωριά του Πωγωνίου και οι υπόλοιποι 100 από διάφορα μέρη πέραν του Πωγωνίου.

Η κήρυξη του πολέμου βρίσκει τους μαθητές σε μια κατάσταση αβεβαιότητας, αμηχανίας μέχρι του πανικού. Από τη νύχτα είναι στο πόδι και φέρνουν γύρω στο κέντρο του χωριού προσπαθώντας να μάθουν τι γίνεται.

Έτσι το πρωϊ γύρω στις πέντε, πολλοί ξύπνησαν με τις πρώτες ομοβροντίες κανονιών που ακούγονταν περισσότερο προς την Κακαβιά και τους Ποντικάτες.

Στην αρχή πολλοί νόμισαν ότι είναι μπουμπουναριές, αφού και ο καιρός ήταν βαρύς, υγρός και ψιλόβρεχε. Ο ρυθμικός όμως τρόπος και ο κοφτός ήχος με τον οποίο ακούγονταν οι βροντές διέλυσε γρήγορα την ψευδαίσθηση για μπουμπουναριές. Γρήγορα κυκλοφόρησε η είδηση. «Πόλεμος», άρχισε ο πόλεμος που όλοι σχεδόν τον περίμεναν.

Πρωϊ πρωϊ μαζεύτηκαν στο Γυμνάσιο αρκετοί μαθητές. Εκεί και μερικοί καθηγητές. Μαζί και ο Γυμνασιάρχης Ιωάννης Παπαγεωργίου. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα ταραχής και ανησυχίας και μέσα σε απόλυτη σιγή όλοι οι μαθητές κρεμάστηκαν από τα χείλη του Γυμνασιάρχη να τους λέει:

«Άρχισε ο πόλεμος. Τα μαθήματα διακόπτονται μέχρι νεωτέρας. Μπορείτε να πάτε στα σπίτια σας με όποιο τρόπο νομίζετε»

…………………….

Πολλοί μαθητές συγχωριανοί ή κοντοχωριανοί είχαν ήδη ετοιμάσει τις ομάδες τους. Πήραν ό,τι πρόχειρο είχαν, λίγο ψωμί κάτι να προφυλαχτούν από τη βροχή που έπεφτε ασταμάτητα και ξεκίνησαν.

Με τη διαίσθηση του πανικόβλητου αγριμιού ξεκίνησαν σε ομάδες προς όλες τις κατευθύνσεις. Μετρούσαν από εκεί που έπεφταν οι λιγότερες κανονιές, και ο ήχος από τα άλλα όπλα που όλο πύκνωναν. Και διάλεγαν το ασφαλέστερο και συντομότερο μονοπάτι, μέσα και έξω από τα γνωστά τους δρομολόγια, στα ρουμάνια και στους καλυμμένους με βλάστηση κατσικόδρομους, για να μην τους επισημαίνουν οι Ιταλοί από τα παρατηρητήρια και τα αεροπλάνα

Ανάμεσα σε αυτές τις ομάδες και ο καθηγητής Γυμναστικής Θεοφάνης Δούμας από τη Βήσσανη γύρω από τον οποίο είχε συσπειρωθεί μια ομάδα μαθητών.

Γλούπ, γλούπ ακούγονταν τα βλήματα που έπεφταν γύρω μας μέσα στις λάσπες θυμάται κάποιος μαθητής.

Μια ομάδα με λίγα παιδιά από Δολιανά και Τσερβάρι (Ελαφότοπο) έφυγαν πρωϊ και πέρασαν γρήγορα από το Χάνι Δελβινάκι με κατεύθυνση προς Γέφυρα Αγίων – Δολιανά – Καλπάκι. Στη θέση «Κορακότρυπα» απέναντι ακριβώς από την γραμμή άμυνας Καλπακίου, δέχτηκαν μια βόμβα από ιταλικό αεροπλάνο. Θύμα ο μαθητής της Στ’ τάξεως του Γυμνασίου Πωγωνιανής Απόστολος Βλαστός ( ο πρώτος μαθητής θύμα του πολέμου που μόλις είχε αρχίσει) που βλήθηκε βαριά στην κοιλιά και ξεψύχησε στην αγκαλιά του μικρότερου αδελφού του Ηλία, μαθητή και αυτού του Γυμνασίου Πωγωνιανής.

Μία μεγάλη ομάδα από άλλα μακρινά μέρη (και Βορειοηπειρωτόπουλα που δεν μπορούσαν να πάνε στα χωριά τους) ξεκίνησαν κοντά στο μεσημέρι, πεζοπορώντας, με τον καθηγητή της Φυσικής Σπύρο Τσακαλώτο, ο οποίος καταγόταν από την Πρέβεζα (εξάδελφος του μετέπειτα στρατηγού Θρασύβουλου Τσακαλώτου) με κατεύθυνση προς τα Γιάννενα.

Μέσα από παρακάμψεις και ατραπούς για να αποφύγουν τα αεροπλάνα που πετούσαν στην περιοχή, με το σκοτείνιασμα φτάνουν προς τη γέφυρα Αγιούς. Η πορεία ήταν κουραστική αφού μεταξύ των μαθητών ήταν και αρκετοί μικρών τάξεων και η πορεία ήταν μεγάλη και βασανιστική και πολλοί ήταν ξυπόλυτοι ή με ένα παπούτσι.

Μερικούς από τους μικρότερους μαθητές που κουράζονταν τους έπαιρναν στη πλάτη οι μεγαλύτεροι. Είχε σκοτεινιάσει πλέον όταν κατέβαιναν προς το χωριό Λίμνη με κατεύθυνση προς τη γέφυρα των Αγίων. Η πορεία γινόταν με προσοχή. Δεξιά τους είχαν εμφανισθεί ήδη κάποια τμήματα του Ιταλικού στρατού που προχωρούσαν προς το Καλπάκι. Ο Σπύρος Τσακαλώτος, ο καθηγητής τους της Φυσικής, τους συνιστούσε απόλυτη σιωπή. Σε κάποια απόσταση από το Χάνι Ζαραβίνας είχαν φτάσει οι Ιταλοί και είχαν στρατοπεδεύσει.

Νύχτα πλέον έφθασαν κοντά στη γέφυρα των Αγίων. Και εκεί μέσα στη σιωπή της νυχτας και το φόβο των παιδιών, ακούστηκε η φωνή του σκοπού:

- Αλτ, τις εί;

Και τότε, ο καθηγητής Σπύρος Τσακαλώτος μέσα στη νεκρική σιγή που πάγωνε τις ψυχές των ακινητοποιημένων και βουβών μαθητών, απαντά με αγωνιώδη και τρεμάμενη φωνή του:

«Μαθηταί του Γυμνασίου Πωγωνιανής μετά των καθηγητών τους. Παρακαλώ μην πυροβολείτε, μην πυροβολείτε.»

Σε λίγο με την παρουσία αξιωματικού και με έλεγχο όλων από στρατιώτες και με τον φακό στο χέρι, πέρασαν οι μαθητές τη γέφυρα των Αγιων ένας – ένας και συνέχισαν την πορεία τους προς το Χάνι Δολιανών.

(Η γέφυρα των Αγίων που είχε κατασκευασθεί το 1874, ανετινάχθη το βράδυ της 28ης προς την 29η Οκτωβρίου 1940, καταστραφείσα σχεδόν ολοκληρωτικώς)

….Εκεί στο εγκαταλειμένο Χάνι των Δολιανών οι πεζοπόροι μαθητές του Γυμνασίου Πωγωνιανής, βρήκαν ένα κουτί λουκούμια, ξεγέλασαν την πείνα τους και ξεδίψασαν στα βροχόνερα στα χαντάκια του δρόμου. Οι μαθητές αυτοί συνέχισαν την πορεία τους προς Καλπάκι όπου, άλλοι μεν επιβιβάστηκαν σε αυτοκίνητα του στρατού και άλλοι συνέχισαν πεζοπορούντες μέσα στη νύχτα για να φτάσουν στα Γιάννενα (διαδρομή από Πωγωνιανή μεγαλύτερη από 70 χιλιόμετρα), τα ξημερώματα.

……………………………………………..

Ο πόλεμος που ξεκίνησε την Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940 επρόκειτο ουσιαστικά να σταματήσει ξανά στα βουνά της Πίνδου τον Αύγουστο του 1949 μετά από έναν πολυαίμακτο εμφύλιο "με χαρακτηριστικά ταξικής εξέγερσης", όπως σημείωνε στα ΝΕΑ πρόσφατα ένας Ιστορικός Ερευνητής με αφορμή την ταινία του Παντελή Βούλγαρη "Ψυχή Βαθιά".

ΠΗΓΗ - Περισσότερα στο Μικρό Κελλάρι