Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2019

Όταν η ΜΟΜΑ έχτιζε στον Μπουνταλά για τους σεισμόπληκτους (1967)

Στα Γιάννενα με έφερε ένα τυχαίο γεγονός, ένας σεισμός. Το 1967 τα μεγάλα φράγματα του Αχελώου (Καστράκι και Κρεμαστά) είχαν ολοκληρωθεί και γέμιζαν με εκατομμύρια τόνους νερό. Η μεγάλη αυτή φόρτιση του εδάφους ήταν αυτή που προκάλεσε τον σεισμό στην Ήπειρο. Έτσι μας έλεγαν τότε οι σεισμολόγοι, που είναι πάντα καθησυχαστικοί. Ο σεισμός πάντως έγινε τον Μάιο του 1967 και πολλοί κάτοικοι έχασαν τα σπίτια τους.
 Έπρεπε να αποκατασταθούν οι σεισμόπληκτοι. Το έργο ανέλαβε ο στρατός με τις ΜΟΜΑ (Μικτές Ομάδες Μηχανημάτων Ανασυγκροτήσεως). Οι ΜΟΜΑ δημιούργησαν τα ΕΑΣ (Εργοτάξια Αποκαταστάσεως Σεισμοπλήκτων) και έπρεπε να τα επανδρώσουν. Ο στρατός ζήτησε από το ναυτικό και την αεροπορία τεχνικούς αξιωματικούς. Το Πολεμικό Ναυτικό έψαξε και βρήκε λουφατζήδες εφέδρους σημαιοφόρους και τους έστειλε στα ΕΑΣ.
 Έτσι βρέθηκα από τον ∆ημόκριτο στα Γιάννενα, με μεγάλη ευχαρίστηση. Όσοι είχαν ισχυρά μέσα (οκτάρια κατά την έκφραση του Ναυτικού) φρόντισαν να μείνουν στις κεντρικές υπηρεσίες στην Αθήνα.

Αρχίσαμε λοιπόν να εναρμονιζόμαστε με την ζωή στην πόλη και με την ζωή των αξιωματικών του στρατού. Πρώτα έπρεπε να μάθουμε που θα τρώμε. Στην λέσχη των αξιωματικών πήγαιναν οι μεγαλόβαθμοι αξιωματικοί και δεν πλησιάσαμε ποτέ. Οι λοχαγοί του στρατού έτρωγαν σε εστιατόρια της πόλης και το ίδιο κάναμε και εμείς. Το εστιατόριο έπρεπε να έχει καλό φαγητό, σε καλές τιμές. Έπρεπε επιπλέον να είναι ήρεμο και σεμνό. Τέτοιο εστιατόριο ήταν το "Τζάκι", ένα υπόγειο που σήμερα δεν υπάρχει πια. Ήταν σε μια πάροδο, βορείως της Μεραρχίας. Το αναζήτησα τελευταίως, αλλά το μόνο που βρήκα ήταν οι αεραγωγοί της κουζίνας του που μου έδειξε ένας κοσμηματοπώλης στο πίσω μέρος του μαγαζιού του.
Κάποια εστιατόρια ήταν "κακόφημα" μεταξύ των αξιωματικών του στρατού και τα αποφεύγαμε. Τα δοκιμάσαμε αργότερα και δεν βρήκαμε τίποτα το ανησυχητικό σε αυτά, αλλά κρατήσαμε την γενική γραμμή της τοπικής παράδοσης. Από τότε μου έμεινε το συνήθειο να επιλέγω εστιατόριο σε άγνωστες πόλεις με το ερώτημα: "Που τρώνε εδώ οι αξιωματικοί του στρατού"; Είμαι σίγουρος ότι το εστιατόριο αυτό θα έχει καλό φαί, σε λογικές τιμές. Σε πόλεις που έχουν στρατιωτικές μονάδες, η μέθοδος αυτή δεν με πρόδωσε ποτέ. Ένα άλλο εστιατόριο ήταν μάλλον εξοχικό κέντρο. Βρισκόταν πάνω στην λεωφόρο ∆ωδώνης κοντά στην ΜΟΜΑ και ονομαζόταν "μπαρμπα-Θωμάς".
Σήμερα δεν υπάρχει πια, οι δε περίοικοι δεν γνωρίζουν καν ότι υπήρξε ποτέ. Πηγαίναμε συχνά εκεί, παρ όλο που υπήρχε η αντένδειξη ότι "εκεί πηγαίνουν ζευγαράκια". Ένα εξοχικό κέντρο με τραπέζια ορατά από τον δρόμο, δεν μπορούσε να είναι προβληματικό. Ένα βράδυ μάλιστα που τρώγαμε εκεί, παρακολουθήσαμε ένα γλέντι γάμου με όργανα. Παρακολουθήσαμε με ενδιαφέρον τους Ηπειρώτες να διασκεδάζουν με τους ίδιους υπέροχους θλιβερούς ρυθμούς σε μινόρε, που απλώς τους έπαιζαν γρήγορα. Είδαμε και μια διαδικασία που δεν έχουμε ξαναδεί έκτοτε:
Ο κλαριντζής άρχισε να αφαιρεί κομμάτια από το κλαρίνο του, συνεχίζοντας να παίζει, μέχρις ότου έπαιζε μόνο με το επιστόμιο. Μετά συναρμολόγησε πάλι το κλαρίνο του, χωρίς να σταματήσει καθόλου το γλέντι.


Τα Γιάννενα ήταν μια μικρή πόλη, πολύ μικρότερη από ότι είναι σήμερα. Το πανεπιστήμιο είχε ανοίξει πριν από λίγα χρόνια και δεν είχε ακόμα τον μεγάλο όγκο φοιτητών που αλλάζει την ζωή της πόλης. Σημαντικότερη ήταν η παρουσία του στρατού. Το κτίριο του πανεπιστημίου ήταν τότε νεόδμητο στον λόφο του Βελισαρίου. Αργότερα έμεινε σε αυτό μόνο η φοιτητική εστία. Η ζωή της πόλης γύριζε γύρω από ένα περιορισμένο κέντρο, στη περιοχή του κτιρίου της Μεραρχίας. Εκεί γινόταν κάθε απόγευμα ο τυποποιημένος περίπατος, το "σουλάτσο" κατά τους επτανήσιους, το "νυφοπάζαρο" κατά τους σκωπτικούς. Γύρω από την δύση του ηλίου, ο κόσμος φορούσε τα καλά του και ερχόταν να περπατήσει στην οδό ∆ωδώνης, από το κτίριο της Μεραρχίας μέχρι την λοξή διασταύρωση με την οδό Ναπολέοντος Ζέρβα. Κάθε απόγευμα κάναμε και εμείς τον τακτικό μας περίπατο, διασκεδάζοντας με τις οικογένειες που περπατούσαν μπροστά μας. Όταν έφθαναν στο ύψος της Ν. Ζέρβα, χωρίς κανένα λόγο, έκαναν μεταβολή επί τόπου και κατέβαιναν πάλι προς την Μεραρχία. ∆εν υπήρχε κάποια διασταύρωση με αυτοκίνητα που αποτελούσε όριο. Έστρεφαν ξαφνικά σε κάποιο σημείο, σαν να άκουγαν το παράγγελμα "μεταβολή". Όλη η ζωή της πόλης ήταν γύρω από τον χώρο περιπάτου. Λέγαμε χαρακτηριστικά ότι, όποιο μαγαζί άνοιγε λίγο μακρύτερα από τον περίπατο, ήταν καταδικασμένο να κλείσει. Αυτό δεν ήταν πολύ μακριά από την πραγματικότητα. Το νεόδμητο τουριστικό περίπτερο, πάνω στον λόφο, δεν είχε καθόλου κίνηση. Σήμερα, η ευρύτερη περιοχή της οδού ∆ωδώνης, μου δίνει την ίδια εικόνα, με μια βασική διαφορά. Ο κόσμος πια δεν περπατάει. Βρίσκεται καθισμένος σε δεκάδες μαγαζιά που έχουν ανοίξει στην περιοχή. Τα μαγαζιά έχουν γυάλινες προσόψεις για να βλέπουν οι θαμώνες τούς περαστικούς, που όμως δεν σουλατσάρουν, αλλά πηγαίνουν να κάτσουν και αυτοί κάπου αλλού.

* * * Πλάι στην Μεραρχία υπήρχε ο κήπος του αρχαιολογικού μουσείου που είχε προσφάτως διαμορφωθεί, με ωραία θέα προς την λίμνη. Εκεί όμως δεν ήταν σωστό να πηγαίνουμε μετά την δύση του ηλίου, γιατί υπήρχε η φήμη ότι "εκεί πηγαίνουν ζευγαράκια". Κάτω από τον κήπο και μέχρι την λίμνη, η πόλη θύμισε τουρκομαχαλά. Η περιοχή αυτή ονομαζόταν Καλούτσιανη. Πρέπει να στέγαζε αποθήκες και συνεργεία. Η εικόνα συμπληρωνόταν με τον σαλεπιτζή που γυρνούσε στους δρόμους τον χειμώνα πουλώντας σαλέπι. Ήταν όμως ένας σύγχρονος σαλεπιτζής που σέρβιρε το σαλέπι σε πλαστικά ποτηράκια μιας χρήσεως και όχι στα τενεκεδένια ποτηράκια του παλιού καιρού. Ο σύγχρονος χάρτης μου αναγράφει στην Καλούτσιανη το τοπωνύμιο "Ταμπάκικα", δηλαδή βυρσοδεψία. ∆εν θυμάμαι να είχαμε δει βυρσοδεψία στην περιοχή, αλλά τα βυρσοδεψία φημίζονται για την βρώμα τους. Βρώμα και λάσπη θυμάμαι στην Καλούτσιανη, βυρσοδεψία δεν θυμάμαι. Από την Καλούτσιανη ξέραμε ότι ο δρόμος συνέχιζε προς τον Κατσικά, όπου όμως δεν πήγαμε ποτέ. Στην περιοχή αυτή η λίμνη είχε εκτεταμένους καλαμιώνες, χωρίς προσβάσεις.

 * * * Ο άξονας κινήσεως στα Γιάννενα ήταν από την λεωφόρο ∆ωδώνης προς στην προέκτασή της που ονομαζόταν οδός Αβέρωφ και οδηγούσε στο Κάστρο. ∆υτικότερα από τον άξονα ∆ωδώνης-Αβέρωφ ήταν η αστική περιοχή, όπου επίσης δεν είχαμε λόγο να πηγαίνουμε. Ο στρατός και οι φοιτητές της εποχής εκείνης, δεν είχαμε σχέση με την τοπική κοινωνία. Είμαστε προσωρινοί, περαστικοί, παρατηρητές, με κυριότερη συνάντηση στον κοινό απογευματινό περίπατο.
Ο περίπατος γινόταν κάθε απόγευμα στην οδό ∆ωδώνης, εκτός από την Κυριακή. Την Κυριακή το πρωί οι ίδιοι περιπατητές σουλατσάραμε στον Μόλο. Με την λέξη "Μόλος" οι Γιαννιώτες χαρακτηρίζουν τον παραλίμνιο δρόμο, κάτω από το τείχος του κάστρου. Ο δρόμος αυτός δεν έκανε τότε το γύρω του κάστρου, όπως σήμερα. Ξεκινούσε από την βορινή πλευρά και, κάπου στα ανατολικά εκφυλιζόταν σε τέλμα από καλάμια και βούρλα. Η νότια περίβολος του τείχους όπου σήμερα υπάρχει ευρύς χώρος αναψυχής, ήταν τότε η υποβαθμισμένη πλευρά της πόλης (η Καλούτσιανη). Από τον Μόλο ξεκινούσαν, τότε όπως και σήμερα, τα πλεούμενα για το νησάκι της λίμνης. Η λίμνη τότε είχε καθαρότερο νερό από ότι έχει σήμερα. Υπήρχαν περιοχές όπου το νερό ήταν τελείως διαυγές. Αυτές ήταν στην απέναντι όχθη της λίμνης στους πρόποδες του Μιτσικελίου. Εκεί ήταν και η πλευρά που μου άρεσε να περνάω τα απογεύματά μου.
Η ΜΟΜΑ

Πριν συνεργαστώ με τον στρατό, είχα λανθασμένη εικόνα για τις ΜΟΜΑ. Θεωρούσα ότι θα ήταν μονάδες εντάσεως εργασίας, με πολλούς άνδρες. Θεωρούσα ότι ένα μεγάλο πλήθος ικανών εθελοντών, αντί να εξασκούν την παραδοσιακή λούφα, θα απασχολούνταν σε παραγωγική εργασία, επ΄ ωφελεία της χώρας μας. Θεωρούσα ότι θα προέκυπταν φθηνά αναπτυξιακά έργα, με μη αμειβόμενη εργασία. Όταν γνώρισα όμως την ΜΟΜΑ, διαπίστωσα ότι τα εργασιοβόρα τεχνικά έργα των δρόμων (τοίχοι αντιστηρίξεως, οχετοί ομβρίων, γέφυρες) εδημοπρατούντο σε τοπικούς εργολάβους. Η ΜΟΜΑ είχε σαν αντικείμενο μόνο αυτό που υποδηλούσε και η ονομασία της "Μηχανήματα Ανασυγκροτήσεως", δηλαδή μπουλντόζες, γκρέιντερ, οδοστρωτήρες, γερανούς, φορτηγά οδοποιίας και άλλα παρόμοια βαρέα μηχανήματα. Είχε λίγους χειριστές μηχανημάτων και ένα συνεργείο για την συντήρησή τους. Τα ΕΑΣ αντιθέτως θα απασχολούσαν ένα πλήθος εξειδικευμένων τεχνητών. Τα ΕΑΣ ήταν πιο κοντά στην ιδανική εικόνα που είχα για εργοτάξια άμισθης εργασίας στον στρατό. Η άμισθη εργασία έπρεπε να γίνεται κατά το δυνατόν ευχάριστα. Η απασχόληση των τεχνιτών στις προηγμένες για την εποχή τεχνολογίες, θα απέδιδε επιπλέον εξειδικευμένα στελέχη για την ελεύθερη αγορά εργασίας.

* * * * * * * * * * * *  
 Στην 1η ΜΟΜΑ διοικητής ήταν ο Ιδομενεύς Μανωλιάδης, ένας λεβέντης αντισυνταγματάρχης του μηχανικού, ξερακιανός με μουστάκι α λα Γρίβα. Ανήκε στην κατηγορία των αξιωματικών με Α κεφαλαίο. Στην γραμματεία του διοικητού (υπασπιστήριο) υπηρετούσε ο Γεώργιος Χριστόπουλος, λοχαγός του πυροβολικού, και αυτός αξιωματικός με Α κεφαλαίο. Το να ξεχωρίζω τους αξιωματικούς με αυτό τον τρόπο, το είχα μάθει από τα πρώτα βήματά μου στο ναυτικό. Όταν ορκιστήκαμε αξιωματικοί, ο ναύαρχος ΑΝΕ (Αρχηγός Ναυτικής Εκπαιδεύσεως) κάλεσε στο γραφείο τους τρεις από εμάς που τοποθετηθήκαμε σε υπηρεσίες του αρχηγείου του. Μας καλωσόρισε και μεταξύ άλλων μας είπε: - Ελπίζω να προσφέρετε κάτι θετικό στο Βασιλικό Ναυτικό και να μην καταντήσετε "απλοί διεκπεραιωτές ανοήτων εγγράφων", όπως κάποιοι αξιωματικοί.  -
Αυτό τώρα δεν το καταλαβαίνετε, αλλά να το θυμόσαστε αργότερα, συμπλήρωσε. Τα λόγια του ναυάρχου δεν τα ξέχασα ποτέ και διαχώριζα τους γύρω μου σε δύο κατηγορίες. Όλοι γνωρίζουμε ότι σε κάθε οργάνωση υπάρχουν κάποιοι που διακρίνονται, γιατί βγαίνουν μπροστά και παίρνουν πρωτοβουλίες. Η ευδιάκριτη αυτή ομάδα των αξιωματικών με Α κεφαλαίο, στηρίζει κάθε σοβαρή προσπάθεια σε περίοδο κρίσεως, είτε είναι το αλβανικό μέτωπο, είτε είναι κάποια ενέργεια εν ειρήνη, όπου οι άλλοι απλώς σφυρίζουν αδιάφορα.

* * * * * * * * * * * *  
 Ο Χριστόπουλος λοιπόν ήταν λοχαγός του πυροβολικού με Α κεφαλαίο. Είχε και αυτός κάποια δική του ιδιότυπη κατηγοριοποίηση των γύρω του. Όταν έλεγε για κάποιον ότι "είναι σκυλί", αυτό ήταν έπαινος και όχι ύβρις. Όταν κάποτε με ανέφερε σαν "σκυλί μαύρο", κατάλαβα ότι με είχε σε εκτίμηση. Με τον Χριστόπουλο μάς συνέδεε ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, είμαστε και οι δύο ιπτάμενοι. Εγώ με ανεμόπτερα, εκείνος με τα Piper της Αεροπορίας Στρατού. Κάποια χρόνια αργότερα, η Αεροπορία Στρατού θα μας έδινε τα παλιά της Piper σαν αερορυμουλκά, για να ανυψώνουμε με αυτά τα ανεμόπτερά μας. Τότε όμως, τα Piper τα είχαν δώσει οι Αμερικανοί στον Στρατό, για εναέρια παρατήρηση στόχων από  το πυροβολικό. Το πυροβολικό διέθετε ιπτάμενους αξιωματικούς, ένας από τους οποίους ήταν και ο Χριστόπουλος.


Στο αεροδρόμιο Ιωαννίνων υπήρχε ΛΑΣ (λόχος αεροπορίας στρατού, φωτογραφία 18 1188 18 ) με αεροπλάνα του οποίου πετούσε ο Χριστόπουλος. Έτσι βρεθήκαμε κάποτε στον αέρα ένας λοχαγός του στρατού και ένας σημαιοφόρος του ναυτικού, με κατεύθυνση προς τα σύνορα.
Κοντά στο Καλπάκι άρχισε να μου δείχνει την γραμμή των συνόρων. ∆εν φαινόταν όμως καμία γραμμή, όπως έχει ο χάρτης.  Την εποχή εκείνη τα δικά μας βουνά δεν είχαν διαφορά από τα αλβανικά.
Σήμερα αντιθέτως, τα δικά μας βουνά είναι γκρίζα υποπράσινα, από κάποια πουρνάρια, ενώ τα αλβανικά είναι γκρίζα προς το άσπρο. Φαίνεται ότι τα γίδια της Αλβανίας τρώνε σήμερα κάθε υποψία πρασινάδας.
Η πτήση προς τα σύνορα μάς έφερε προς τα Ζαγοροχώρια, κοντά στην χαράδρα του Βίκου. Από τον αέρα παρατηρεί κανείς αμέσως ότι η πλαγιά δυτικά της χαράδρας συνεχίζεται στον ορεινό όγκο ανατολικότερα. Η χαράδρα υπάρχει εκεί παράλληλα και όχι κάθετα προς την πλαγιά. Φαίνεται ότι σε παλιότερες γεωλογικές περιόδους, ο ποταμός Βοϊδομάτης κυλούσε προς βοράν σε κάποια πεδιάδα και αποστράγγιζε την λεκάνη απορροής που είναι βόρια από το Μιτσικέλι. Όταν το έδαφος άρχισε να ανεβαίνει, ο Βοϊδομάτης συνέχισε να ρέει προς βορράν, κόβοντας συνεχώς το έδαφος που ανέβαινε γύρω του. Ο γεωλογικός σχηματισμός είχε πολύ ενδιαφέρον και αποφάσισα να τον επισκεφθώ από το έδαφος.



Η συνέχεια ΕΔΩ (το πληρες κείμενο) 


Επίσκεψη 1972 

Το καλοκαίρι του 1972 βρέθηκα πάλι στα Γιάννενα, σαν πολίτης και θέλησα να επισκεφθώ τον οικισμό των σεισμοπλήκτων. Οι εργασίες είχαν τελειώσει και τα σπίτια είχαν όλα παραδοθεί στους δικαιούχους. ∆οκιμάζοντας να περιδιαβώ τον οικισμό σαν τουρίστας, άρχισα να αισθάνομαι περίεργα. Σαν κάποιος να με παρακολουθούσε, σαν να ήμουν ανεπιθύμητος.
Από μακριά είδα μια γυναίκα να υφαίνει σε παραδοσιακό ξύλινο αργαλειό. Το θέαμα ήταν πολύ γραφικό και θέλησα να πλησιάσω στο σπίτι. Πριν όμως διασχίσω τον δρόμο, η γυναίκα έσπευσε να κλείσει και να ασφαλίσει το παράθυρό της. Σε ένα τέτοιο εχθρικό περιβάλλον, δεν τόλμησα να πάρω καμία φωτογραφία και απομακρύνθηκα προβληματισμένος.
* * * ∆ιαπίστωσα ακόμα ότι, σαν πολίτης δεν είχα πια την άνεση κινήσεων που είχα σαν ένστολος. Είχαμε πρόθεση να επισκεφθούμε την Βύσσανη (που γράφεται με δύο σίγμα και προφέρεται αναλόγως).
Η Πυρσόγιαννη ήταν άλλος ένας μυθικός προορισμός, για τον οποίο είχα ακούσει πολλά στην ΜΟΜΑ και θα ήθελα κάποτε να πάω. Φθάνοντας όμως στο Καλπάκι, μας σταμάτησε η χωροφυλακή και μας είπε ότι, για να πάμε βορειότερα χρειαζόμαστε ειδική άδεια. - Εντάξει.
Από που θα πάρουμε την άδεια; ρώτησα φιλικά. Μου ελέχθη όμως ότι μόνο το αστυνομικό τμήμα της κατοικίας μας (500 χλμ μακριά), μπορούσε να εκδώσει τέτοια άδεια.
Γυρίσαμε λοιπόν πίσω στα Γιάννενα άπρακτοι.

 Επίσκεψη το 2008
Επίσκεψη το 2008 Γύρω στο 2000 άρχισα να απλώνω σε όλη την Ελλάδα την ερασιτεχνική έρευνα που έκανα από το 1976, για τις ορεινές και θαλάσσιες αύρες στην χώρα μας. Το αεράθλημα του παραπέντε είχε διαδοθεί ευρέως. Είχα ήδη πολλούς πληροφοριοδότες ανά την Ελλάδα και πολλούς ενδιαφερόμενους για τα πορίσματα της έρευνας για τις τοπικές αύρες.
To 2008 επεξέτεινα την έρευνα στην Ήπειρο, όπου και έκανα επανειλημμένα ταξίδια. Όπως ήταν φυσικό, πέρασα τότε και από την Βύσσανη (με δύο σίγμα) και από την φιλόξενη Πυρσόγιαννη. Τώρα πια η αστυνομία δεν ανησυχούσε για όσους πήγαιναν προς βοράν, αλλά για λαθρομετανάστες που έρχονταν προς νότον.
Στα Γιάννενα διανυκτέρευα πάντα στο ξενοδοχείο "Βυζάντιο" που είναι πολύ κοντά στον χώρο της παλιάς ΜΟΜΑ και του Μπουνταλά. Μου δόθηκε λοιπόν η ευκαιρία να ψάξω και πάλι για την τύχη του οικισμού των σεισμοπλήκτων. Το τοπίο όμως είχε μεταβληθεί τελείως. Η πόλη είχε επεκταθεί προς την περιοχή Μπουνταλά και είχε καταβροχθίσει τον οικισμό. Περπατώντας ανάμεσα στα σπίτια, κανείς δεν με κοίταζε πια περίεργα. Επεσήμανα κάποια από τα παλιά σπίτια των σεισμοπλήκτων που επιβιώνουν μέχρι σήμερα και τα φωτογράφησα.




Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2019

Ένας Σπετσιώτης γέροντας

Ὁ Ματρόζος

Περὶ τοῦ ποιήματος: Ὁ Ματρόζος, Σπετσιώτης ἀγωνιστής, ποὺ χάρισε ἀφειδώλευτα τὰ πάντα στὴν πατρίδα, τελείωνε τώρα τὴν ζωή του φτωχὸς καὶ ἀγνοημένος, ἐνῷ οἱ πρώην ναῦτες του εἶχαν γίνει καπεταναῖοι στὰ βασιλικὰ καράβια καὶ ὁ παλιὸς συμπολεμιστής του Κωνσταντῖνος Κανάρης ἦταν πρῶτος ὑπουργός. Αὐτόν, λοιπόν, τὸν Κανάρη -τοῦ ὁποίου τὴν ζωὴ εἶχε γλυτώσει κοντὰ στὴν Τένεδο- πηγαίνει νὰ συναντήσει ὁ γερο-Ματρόζος στὴν Ἀθήνα.
Ἕνας Σπετσιώτης γέροντας, σκυφτὸς ἀπὸ τὰ χρόνια,
μὲ κάτασπρα μακριὰ μαλλιά, μὲ πύρινη ματιά,
σὰν πλάτανος θεόρατος γυρμένος ἀπ᾿ τὰ χιόνια,
περνοῦσε πάντα στὸ νησὶ τὰ μαῦρα γηρατειά.
Εἶναι ἀπὸ κείνη τὴ γενιὰ κι ὁ γερο-καπετάνος
ποὺ ἀκόμα καὶ στὸν ὕπνο του τὴν ἔτρεμε ὁ Σουλτάνος.

Εἶναι ἀπὸ κείνους ποὺ ἔχυσαν τὸ ἀθάνατό τους αἷμα,
ἀπὸ τοὺς χίλιους ποὺ ἔβγαλες, πατρίδα μου χρυσή,
εἶναι ἀπὸ κείνους ποὺ ἔβαλαν στὴν κεφαλή σου στέμμα
καὶ ἄγνωστοι σβηστήκανε στὸ δοξαστὸ νησί.
Εἶχες ἀστέρια ὁλόλαμπρα στὸν οὐρανό σου κι ἄλλα,
μὰ ἐκεῖνα ποὺ δὲν ἔλαμψαν ἤσανε πιὸ μεγάλα.

Σὰν ἔγραψαν μὲ τὸ δαυλὸ τῆς ἱστορίας μόνοι,
χωρὶς γι᾿ αὐτοὺς τοὺς ἥρωες μία λέξη αὐτὴ νὰ πεῖ,
μὲ τὴν πληγή τους γιὰ σταυρὸ κι ἀτίμητο γαλόνι,
ἄλλοι στὰ δίχτυα ἐγύριζαν καὶ ἄλλοι στὸ κουπί.
Κι οἱ στολοκάφτες τῶν Σπετσῶν, τ᾿ ἀτρόμητα λιοντάρια,
μὲ τὶς βαρκοῦλες ἔπιαναν στὸ περιγιάλι ψάρια.

Ὁ γέρος μας παράπονο ποτὲ δὲ λέει κανένα,
μὰ καπετάνους σὰν ἰδεῖ μὲς στὰ βασιλικά,
ἐκείνους πού ῾χε ναῦτες του μὲ μάτια βουρκωμένα
στὰ περασμένα ἐγύριζε καὶ στὰ πυρπολικά,
καὶ ξαπλωμένος δίπλα μου, μοῦ ῾λεγε ἐκεῖ στὴν ἄμμο
πόσα καράβια ἐκάψανε στὴν Τένεδο, στὴ Σάμο.

«Παιδί μου, τώρα ἐγέρασα, παιδί μου θ᾿ ἀποθάνω»,
στὸ τέλος πάντα μοῦ ῾λεγε μ᾿ ἕν᾿ ἀναστεναγμό,
«Ἕνας Ματρόζος δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τὸ ζητιάνο,
μὰ νὰ βαστάξω δὲν μπορῶ τῆς πείνας τὸν καημό.
Κλαίω ποὺ ἀφήνω τὸ νησί, θὰ πάω στὴν Ἀθήνα,
πρὶν πεθαμένο μ᾿ εὕρετε μία μέρα ἀπὸ τὴν πεῖνα...

Μοῦ λέν, ὁ καπετὰν Κωνσταντῆς, ἀπ᾿ τὰ Ψαρὰ κεῖ πέρα,
πὼς ὑπουργὸς ἐγίνηκε μεγάλος καὶ τρανός,
κι ἂν θυμηθῇ πὼς τὴ ζωή του ἔσωσα μία μέρα
ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὴν Τένεδο, μποροῦσε ὁ Ψαριανὸς
νὰ κάνει τίποτε γιὰ μὲ κι ἴσως νὰ δώσουν κάτι
σ᾿ ἐκεῖνον πού ῾χε τάλαρα τὴ στέρνα του γεμάτη».

Πέντε ἕξι ἡμέρες ὕστερα ἐμπῆκε στὸ βαπόρι
κι ἀκουμπιστὸς περίλυπος ἐπάνω στὸ ραβδί,
ὡς ποὺ στὴν Ὕδρα ἔφθασε, ἐγύριζε στὴν πλώρη
τὸ λατρευτό του τὸ νησὶ ὁ γέροντας νὰ δεῖ.
Καὶ σκύβοντας τὰ κύματα δακρύβρεχτος ἐρῶτα,
πῶς φεύγει τώρ᾿ ἀπ᾿ τὸ νησὶ καὶ πῶς ἐρχόταν πρῶτα.

«Ἐδῶ τί θέλεις, γέροντα;» ρωτᾷ τὸν καπετάνο
στὸ ὑπουργεῖον ἐμπροστὰ κάποιος θαλασσινὸς
ντυμένος στὰ χρυσά. «Παιδί μου, εἶναι πάνω
ὁ Κωνσταντής;». «Ποιὸς Κωνσταντής;». «Αὐτός... ὁ Ψαριανός».
«Δὲ λὲν κανένα Ψαριανό, ἐδῶ εἶναι Ὑπουργεῖο,
νὰ ζητιανέψῃς πήγαινε μὲς στὸ φτωχοκομεῖο!».

Ὁ γέρος ἀνασήκωσε τὸ κάτασπρο κεφάλι
καὶ τὰ μαλλιά του ἐσάλεψαν σὰν χαίτη λιονταριοῦ
καὶ μὲ σπιθόβολη ματιὰ μὲς ἀπ᾿ τὰ στήθια βγάνει
μὲ στεναγμὸ βαρύγνωμο φωνὴ παλληκαριοῦ:
«Ἂν οἱ ζητιάνοι σὰν κι ἐμὲ δὲν ἔχυναν τὸ αἷμα,
οἱ καπετάνοι σὰν καὶ σὲ δὲν θὰ φοροῦσαν στέμμα!»

Τότε ὁ Κανάρης ποὺ ἄκουσε φιλονικία κάτου,
στὸ παραθύρι πρόβαλε νὰ δεῖ ποιὸς τὸν ζητεῖ
καὶ τὸ νησιώτη βλέποντας λαχτάρησε ἡ καρδιά του
καὶ νά ῾ρθει ἐπάνω διέταξε μὲ τὸν ὑπασπιστή.
Κάτι ἡ φωνὴ τοῦ γέροντα τοῦ ἐξύπνησε στὰ στήθη,
κάτι ποὺ μοιάζει μὲ ὄνειρο μαζὶ καὶ παραμύθι.

Τὸν κοίταξε τὰ μάτια του μὲς στὰ μακριά του φρύδια,
Ποὺ μοιάζανε σὰν ἀετοὺς κρυμμένους στὴ φωλιά,
στὸν καπετάνο ἐφάνηκαν μὲ τὴν φωτιὰ τὴν ἴδια,
ὅταν τὰ ἐφώτιζε ὁ δαυλὸς τὰ χρόνια τὰ παλιά.
Κι ἕνας τὸν ἄλλο κοίταζε κατάματα οἱ δυὸ γέροι,
ὁ ἡμίθεος τὸν γίγαντα, ὁ ἥλιος τὸ ἀστέρι.

«Δὲν μὲ θυμᾶσαι, Κωνσταντή;» σὲ λίγο τοῦ φωνάζει,
«γρήγορα σὺ μὲ ξέχασες, μὰ σὲ θυμᾶμαι ἐγώ!...».
«Ποιὸς τό ῾λπιζε νὰ δεῖ ποτές», ὁ γέροντας στενάζει,
«τὸν καπετάνο ζήτουλα, τὸ ναύτη ὑπουργό!...».
Καὶ σκύβοντας τὴν κεφαλὴ στὰ διάπλατά του στήθη,
τὴ φτώχεια του ἐλησμόνησε, τὴ δόξα του ἐθυμήθη.

«Ποιὸς εἶσαι, καπετάνο μου; Καὶ ποιό ῾ναι τὸ νησί σου;»,
ὁ Ψαριανὸς τὸν ἐρωτᾷ μὲ πόνο θλιβερό,
«πενήντα χρόνια, μιὰ ζωή, περάσανε, θυμήσου
ἀπ᾿ τῆς καλῆς μου ἐποχῆς, ἐκείνης τὸν καιρό.
Μήπως στὴν Σάμο ἤσουνα τὴν ἐποχὴ ἐκείνη;
Στὴν Κῶ, στὴν Ἀλεξάνδρεια, στὴ Χῖο, στὴ Μυτιλήνη;»

Ἀπ᾿ ἔξω ἀπ᾿ τὴν Τένεδο ...πενήντα πέντε χρόνια
ἐπέρασαν ἀπ᾿ τὴν στιγμὴν ἐκείνη, σὰν φτερό.
Σὰν νὰ σὲ βλέπω Κωνσταντή, δὲ θὰ ξεχάσω αἰώνια...
Ἀκόμα στὸ μπουρλότο σου καβάλα σὲ θωρῶ...
Χρόνος δὲν ἦταν πού ῾καψες στὴ Χιὸ τὴ ναυαρχίδα
κι ἦταν ἡ πρώτη μου φορὰ ἐκείνη ποὺ σὲ εἶδα...

Ἀπ᾿ ἔξω ἀπ᾿ τὴν Τένεδο, θυμᾶσαι; Μιὰ φρεγάδα
σ᾿ ἔβαλε ἐμπρὸς μ᾿ ἀράπικου ἀλόγου γληγοράδα
μ᾿ ὀχτὼ βατσέλα πίσω της ἐμοιᾶζαν περιστέρια
κι ἐσὺ γεράκι γύρω τους... ἐπάνω στὸ μπουρλότο,
ποὺ τὴν κορβέτα τίναξες πρωτύτερα στ᾿ ἀστέρια,
σὰν δαίμονας μὲς στὸν καπνὸ γλυστροῦσες καὶ στὸν κρότο.

Σὲ καμαρώνω ἀπὸ μακριά... κι οἱ ναῦτες κι ὁ λοστρόμος
μ᾿ ἐξώρκιζαν νὰ φύγουμε τοὺς εἶχε πιάσει τρόμος,
γιατὶ ἡ ἁρμάδα ζύγωνε ἐπάνω στὸ τιμόνι
θάρρος στοὺς ναῦτες σου ἔδινες... δὲν βάσταξε ἡ καρδιά μου,
σὲ μιὰ στιγμὴ χανόσουνα, σὲ μιὰ στιγμὴ καὶ μόνη
καὶ «ὄρτσα! μάϊνα τὰ πανιά!» φωνάζω στὰ παιδιά μου.

Στὸ στρίψιμο τοῦ τιμονιοῦ μᾶς σίμωσες... μ᾿ ἀντάρα,
ὁ Τοῦρκος κοντοζύγωνε ἡ μαύρη μου καμπάρα
ἀστροπελέκια καὶ φωτιὲς καὶ κεραυνοὺς πετοῦσε,
μὰ σὰν δελφίνι γρήγορα κι ἐκεῖνος ἐγλιστροῦσε.
Οἱ ναῦτες μου φωνάζανε: «Τί κάνεις καπετάνο;»
Κι ἐγὼ τοὺς λέω: «Τὸν Ψαριανὸ νὰ σώσω κι ἂς πεθάνω...».

Καὶ σοῦ πετῶ τὴ γούμενα... καὶ δένεις τὸ μπουρλότο...
κάνω τιμόνι δεξιά... τὸ φλογερὸ τὸ χνῶτο
τοῦ Τούρκου θὰ σὲ βούλιαζε - θυμᾶσαι; Σοῦ φωνάζω,
«Πρῶτος ἀπ᾿ ὅλους ν᾿ ἀνεβεῖς», μὰ δὲν μ᾿ ἀκοῦς κι ἀφήνεις
ἄλλοι ν᾿ ἀνέβουν... ἔσκυψα κι ἀπ᾿ τὰ μαλλιὰ σ᾿ ἀδράζω,
καὶ σ᾿ ἔσωσα κι ἐφύγαμε... μὰ δάκρυα βλέπω χύνεις!...».

«Ματρόζε μου!» δακρύβρεχτος ὁ Κωνσταντὴς φωνάζει
καὶ μὲς στὰ στήθη τὰ πλατιὰ σφιχτὰ τὸν ἀγκαλιάζει.
Κι ἐνῷ οἱ δυὸ γίγαντες μὲ τὰ λευκὰ κεφάλια
στ᾿ ἄσπρα τους γένεια δάκρυα κυλοῦσαν σὰν κρυστάλλια,
δυὸ κορφοβούνια μοιάζανε γεμάτα ἀπὸ τὸ χιόνι,
ὅταν τοῦ ἥλιου τὸ φιλὶ τὴν ἄνοιξη τὸ λειώνει.-



Η ΠΟΛΙΣ

Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»


Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες. 


Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2019

Χρωματίζοντας το παρελθόν


Μίκης - Μάνος 1954


Ο Άρης στα Γιάννενα Δεκ. 1944


 Παραμυθιά 1913

Πρόσφυγες 1922

Αεροδρόμιο Ιωαννίνων 1934

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2018

Πάμε ξανά σε εκείνη την αυλή


Του Ευάγγελου Αυδίκου στην Εφημερίδα των Συντακτών (ΝΟΕ 2018) Πέρασαν πολλά χρόνια. Ηταν και τότε Σάββατο. Οι ειδήσεις με το σταγονόμετρο. Τα Γιάννενα ήταν πολύ μακριά από την Αθήνα. Μια μέρα δρόμος. Δύσκολο να ακουστούν οι ερπύστριες που κατέβηκαν στο Πολυτεχνείο. Δεν είχαν εφευρεθεί οι ζωντανές συνδέσεις. Κι έτσι πέρασε η νύχτα εκείνη μες στην άγνοια. Σκότος παντού. Ο ήχος της πόρτας του Πολυτεχνείου, που υποχώρησε στην τεθωρακισμένη βία της χούντας, δεν έφτασε ώς τους φοιτητικούς κύκλους του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Που έδωσαν ραντεβού για το Σάββατο πρωί στη Δομπόλη. 17 Νοεμβρίου. Στην είσοδο με τα πλατιά σκαλοπάτια. Εκεί που έβγαζαν φωτογραφίες τα αγόρια και τα κορίτσια που έφταναν στην πόλη από όλη την Ελλάδα. Με φλογισμένα μάγουλα και μάτια σπινθηροβόλα για την ορκωμοσία της υποδοχής στο τρίτο Πανεπιστήμιο της χώρας. Μαζεύτηκαν οι ανησυχίες όλων στη Δομπόλη. Ανάμεσα στο περίπτερο και την πόρτα. Παιδιά που ξεπετάχτηκαν από τα Ζευγάρια. Τη Ζέρβα. Το Βελισάριο. Από τα Λακκώματα. Τον μεγάλο δρόμο με τις τριανταφυλλιές που δόξαζε τότε τη χουντική βία. Κουβαλώντας την ελπίδα. Ξεπερνώντας τον φόβο του επαρχιακού περιβάλλοντος. Την ανάσα του ασφαλίτη στον σβέρκο. Και τότε βγήκε ο διορισμένος πρύτανης. Ενός πολύπαθου ιδρύματος που δεν είχε σταθεί ακόμη στα πόδια του. Διαλυθείτε, οι λέξεις που ξερνούσε η ντουντούκα κουβαλούσαν την απειλή του στρατιωτικού νόμου. Το Πολυτεχνείο έπεσε. Μούδιασμα. Η επιβεβαίωση και η αποχώρηση. Μια νέα εποχή άρχιζε που πλήγωσε τη χώρα. Νοέμβριος 2018. Σαράντα πέντε χρόνια από εκείνη την ημέρα. Που οι νέοι και οι νέες στέκονταν μπροστά από την κεντρική πόρτα του Πανεπιστημίου τους. Διεκδικώντας μια καλύτερη θέση σ’ έναν κόσμο με δημοκρατία. Σάββατο και φέτος. Σέρνεις τα βήματά σου με δυσκολία. Στέκεσαι απέναντι στο περίπτερο. Οπως και τότε. Λείπει η ντουντούκα. Ευτυχώς. Απουσιάζει όμως η ζωή. Το Πανεπιστήμιο μετακόμισε στην Πεδινή. Η πανεπιστημιούπολη έγινε κυψέλη νιότης και γνώσης. Αναμενόμενο. Οι κοινωνίες όμως που θέλουν να αναζητούν το μέλλον τους δεν πετάνε στα σκουπίδια το παρελθόν. Το κτίριο της Δομπόλη έχει αραχνιάσει. Εκεί που ακούγονταν οι φωνές των φοιτητών και φοιτητριών. Εκεί που οι φλογισμένες ομιλίες στα αμφιθέατρα συνοδεύονταν από επευφημίες και αποδοκιμασίες έχει φωλιάσει η σιωπή. Εχουν πλέξει τον πολυπλόκαμο ιστό τους οι αράχνες της μνήμης. Η μνήμη μάς πληγώνει. Η επιστροφή στη Δομπόλη ματώνει. Από την αδιαφορία της πόλης που ξεχνάει το παρελθόν της. Εκεί που μπήκαν τα θεμέλια για τη σημερινή πόλη. Από τις πανεπιστημιακές αρχές που εγκλωβίζονται στον λαβύρινθο της γραφειοκρατίας. Από την πολυπλόκαμη κρίση. Κάντε κάτι. Διώξτε τα φαντάσματα της Ιστορίας από τη Δομπόλη. Η Δομπόλη είναι η ψυχή μας. Η νιότη που μας έκλεινε το μάτι του μέλλοντός μας.