Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2018

Πάμε ξανά σε εκείνη την αυλή


Του Ευάγγελου Αυδίκου στην Εφημερίδα των Συντακτών (ΝΟΕ 2018) Πέρασαν πολλά χρόνια. Ηταν και τότε Σάββατο. Οι ειδήσεις με το σταγονόμετρο. Τα Γιάννενα ήταν πολύ μακριά από την Αθήνα. Μια μέρα δρόμος. Δύσκολο να ακουστούν οι ερπύστριες που κατέβηκαν στο Πολυτεχνείο. Δεν είχαν εφευρεθεί οι ζωντανές συνδέσεις. Κι έτσι πέρασε η νύχτα εκείνη μες στην άγνοια. Σκότος παντού. Ο ήχος της πόρτας του Πολυτεχνείου, που υποχώρησε στην τεθωρακισμένη βία της χούντας, δεν έφτασε ώς τους φοιτητικούς κύκλους του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Που έδωσαν ραντεβού για το Σάββατο πρωί στη Δομπόλη. 17 Νοεμβρίου. Στην είσοδο με τα πλατιά σκαλοπάτια. Εκεί που έβγαζαν φωτογραφίες τα αγόρια και τα κορίτσια που έφταναν στην πόλη από όλη την Ελλάδα. Με φλογισμένα μάγουλα και μάτια σπινθηροβόλα για την ορκωμοσία της υποδοχής στο τρίτο Πανεπιστήμιο της χώρας. Μαζεύτηκαν οι ανησυχίες όλων στη Δομπόλη. Ανάμεσα στο περίπτερο και την πόρτα. Παιδιά που ξεπετάχτηκαν από τα Ζευγάρια. Τη Ζέρβα. Το Βελισάριο. Από τα Λακκώματα. Τον μεγάλο δρόμο με τις τριανταφυλλιές που δόξαζε τότε τη χουντική βία. Κουβαλώντας την ελπίδα. Ξεπερνώντας τον φόβο του επαρχιακού περιβάλλοντος. Την ανάσα του ασφαλίτη στον σβέρκο. Και τότε βγήκε ο διορισμένος πρύτανης. Ενός πολύπαθου ιδρύματος που δεν είχε σταθεί ακόμη στα πόδια του. Διαλυθείτε, οι λέξεις που ξερνούσε η ντουντούκα κουβαλούσαν την απειλή του στρατιωτικού νόμου. Το Πολυτεχνείο έπεσε. Μούδιασμα. Η επιβεβαίωση και η αποχώρηση. Μια νέα εποχή άρχιζε που πλήγωσε τη χώρα. Νοέμβριος 2018. Σαράντα πέντε χρόνια από εκείνη την ημέρα. Που οι νέοι και οι νέες στέκονταν μπροστά από την κεντρική πόρτα του Πανεπιστημίου τους. Διεκδικώντας μια καλύτερη θέση σ’ έναν κόσμο με δημοκρατία. Σάββατο και φέτος. Σέρνεις τα βήματά σου με δυσκολία. Στέκεσαι απέναντι στο περίπτερο. Οπως και τότε. Λείπει η ντουντούκα. Ευτυχώς. Απουσιάζει όμως η ζωή. Το Πανεπιστήμιο μετακόμισε στην Πεδινή. Η πανεπιστημιούπολη έγινε κυψέλη νιότης και γνώσης. Αναμενόμενο. Οι κοινωνίες όμως που θέλουν να αναζητούν το μέλλον τους δεν πετάνε στα σκουπίδια το παρελθόν. Το κτίριο της Δομπόλη έχει αραχνιάσει. Εκεί που ακούγονταν οι φωνές των φοιτητών και φοιτητριών. Εκεί που οι φλογισμένες ομιλίες στα αμφιθέατρα συνοδεύονταν από επευφημίες και αποδοκιμασίες έχει φωλιάσει η σιωπή. Εχουν πλέξει τον πολυπλόκαμο ιστό τους οι αράχνες της μνήμης. Η μνήμη μάς πληγώνει. Η επιστροφή στη Δομπόλη ματώνει. Από την αδιαφορία της πόλης που ξεχνάει το παρελθόν της. Εκεί που μπήκαν τα θεμέλια για τη σημερινή πόλη. Από τις πανεπιστημιακές αρχές που εγκλωβίζονται στον λαβύρινθο της γραφειοκρατίας. Από την πολυπλόκαμη κρίση. Κάντε κάτι. Διώξτε τα φαντάσματα της Ιστορίας από τη Δομπόλη. Η Δομπόλη είναι η ψυχή μας. Η νιότη που μας έκλεινε το μάτι του μέλλοντός μας.

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2018

και φως πραότατο χαρίζω


Κωστής Παλαμάς
Η ελιά
Είμαι του ήλιου η θυγατέρα
Η πιο απ’ όλες χαϊδευτή
Χρόνια η αγάπη του πατέρα
Σ΄ αυτό τον κόσμο με κρατεί
Όσο να πέσω νεκρωμένη
Αυτόν το μάτι μου ζητεί.
Είμ’ η ελιά η τιμημένη

Δεν είμ’ ολόξανθη, μοσχάτη
Tριανταφυλλιά ή κιτριά·
Θαμπώνω της ψυχής το μάτι,
Για τ’ άλλα μάτια είμαι γριά.
Δε μ’ έχει αηδόνι ερωμένη,
M’ αγάπησε μία θεά·
  Eίμ’ η ελιά η τιμημένη.
Όπου και αν λάχει κατοικία
Δε μ’ απολείπουν οι καρποί.
Ως τα βαθιά μου γηρατειά,
Δεν βρίσκω στην δουλειά ντροπή.
Μ’ έχει ο θεός ευλογημένη,
Και είμαι γεμάτη προκοπή.
Είμ’ η ελιά η τιμημένη.

Φρίκη, ερημιά, νερά και σκότη,
Tη γη εθάψαν μια φορά·
Πράσινη αυγή με φέρνει πρώτη
Στο Nώε η περιστερά·
Όλης της γης είχα γραμμένη
Tην εμορφιά και τη χαρά·
  Eίμ’ η ελιά η τιμημένη.

Εδώ στον ίσκιο μου μ’ αποκάτω
Ήρθ’ ο Χριστός να αναπαυθεί
Κι ακούστηκ’ η γλυκιά λαλιά του
Λίγο προτού να σταυρωθεί.
Το δάκρυ του, δροσιά αγιασμένη,
Έχει στη ρίζα μου χυθεί.
Είμ’ η ελιά η τιμημένη.
Και φως πραότατο χαρίζω
Εγώ στην άγρια τη νύχτα.
Τον πλούτο πια δεν τον φωτίζω,
Συ μ’ ευλογείς φτωχολογιά.
Κι αν απ’ τον άνθρωπο διωγμένη,
Μα φέγγω μπρος στην Παναγιά.
Είμ’ η ελιά η τιμημένη.

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2018