Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

Οι βάρκες με τις κόκκινες σημαίες στην Παμβώτιδα, από τους Κυνηγούς του Θόδωρου Αγγελόπουλου που έφυγε ταξίδι για μακρυά.



Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, ίσως ο πιο γνωστός έλληνας κινηματογραφιστής στο εξωτερικό, γεννήθηκε στις 27 Απριλίου 1935 στην Αθήνα όπου και πέρασε τα παιδικά του χρόνια.

Το 1961 μετέβη στη Γαλλία όπου σπούδασε φιλοσοφία και κινηματογραφική τέχνη. Από το 1964, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, ασχολήθηκε αρχικά με την κριτική και αργότερα με την σκηνοθεσία.

Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του ήταν η «Αναπαράσταση» (1970) που βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης και σε ξένα φεστιβάλ.

Τη δεκαετία του 1970 σκηνοθέτησε μερικές από τις πιο γνωστές ταινίες του: τις «Μέρες του ‘36» (1972), τον πολυβραβευμένο «Θίασο» (1974) και τους «Κυνηγούς» (1977). Ο «Μεγαλέξαντρος» το 1980 απέσπασε το Χρυσό Λιοντάρι στη Βενετία.

Ακολούθησαν το «Ταξίδι στα Κύθηρα» (1984), ο «Μελισσοκόμος» (1986), το «Τοπίο στην Ομίχλη» (1988) και το «Μετέωρο βήμα του Πελαργού» (1991), όλες πολυβραβευμένες στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Το 1995 «Το βλέμμα του Οδυσσέα» κέρδισε το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής στις Κάννες, ενώ τρία χρόνια αργότερα, το 1998, το Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες κέρδισε η «Μία αιωνιότητα και μία ημέρα».

Το 2004 παρουσίασε το πρώτο μέρος της τριλογίας που ετοίμαζε, το «Λιβάδι που δακρύζει».

ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ

1968 "Εκπομπή" μικρού μήκους

1970 "Αναπαράσταση"

Βραβείο καλύτερης ξένης ταινίας στο Φεστιβάλ του Hyeres (1971),

Βραβείο Georges Sadoul (1971)

1972 "Μέρες του '36 "

Βραβείο FIPRESCI Βερολίνο 1973

1975 "Ο Θίασος"

Βραβείο FIPRESCI, Διεθνές Φεστιβάλ Καννών 1975,

Βραβείο Interfilm Βερολίνο "Forum" 1975,

Βραβείο καλύτερης ταινίας της χρονιάς, British Film Institute 1976,

Βραβείο Καλύτερης ταινίας στον κόσμο για τη δεκαετία 1970-80, Ένωση Κριτικών

Ιταλίας,

Μία από τις καλύτερες ταινίες της ιστορίας του κινηματογράφου, FIPRESCI,

Καλύτερη ταινία της χρονιάς, Grand Prix για τις τέχνες, Ιαπωνία,

Βραβείο Golden Age, Βρυξέλλες 1976

1977 " Οι κυνηγοί"

Βραβείο καλύτερης ταινίας Golden Hugo, Σικάγο 1978

1980 "Μεγαλέξανδρος"

Βραβείο Χρυσό Λιοντάρι και FIPRESCI, Βενετία 1980

1981 "Ένα χωριό, ένας χωριάτης" ντοκιμαντέρ

1983 "Αθήνα, επιστροφή στην Ακρόπολη" τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ

1984 "Ταξίδι στα Κύθηρα"

1986 "Ο μελισσοκόμος"

1988 "Toπίο στην ομίχλη"

1991 "Το μετέωρο βήμα του πελαργού"

Cinema Lumiere, Μπολόνια (Ιταλία), Μάρτιος - Απρίλιος 2002,

Φεστιβάλ Σίδνεϊ (Αυστραλία), Ιούνιος 2003

1995 " Το βλέμμα του Οδυσσέα"

Ειδικό Βραβείο Κριτικής Επιτροπής, Διεθνές Φεστιβάλ Καννών 1995

FIPRESCI Βραβείο της Διεθνούς Ενωσης Κριτικών, Διεθνές Φεστιβάλ Καννών 1995,

Felix των Κριτικών ταινίας της χρονιάς, 1995

1998 " Μια αιωνιότητα και μια μέρα"

Χρυσός Φοίνικας στο Διεθνές Φεστιβάλ Καννών, 1998

2004 "Το λιβάδι που δακρύζει"

2008 "Η σκόνη του χρόνου"

ΣΧΕΤΙΚΑ 1) Θόδωρος Αγγελόπουλος στη wikipedia

2) Στα ΝΕΑ





Από τα γυρίσματα του Θίασου στα Γιάννενα

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

Η Θεσσαλονίκη των πολιτικών δολοφονιών


Η Θεσσαλονίκη των πολιτικών δολοφονιών

Ηταν η ιστορική ταυτότητα της «απειλούμενης» πόλης ή η συγκυρία που την «επέλεξαν» ως σκηνικό των εγκλημάτων;

Του Σταυρου Τζιμα στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της 17 Δεκ. 2006

Θεσσαλονίκη η συμπρωτεύουσα, η νύφη του Θερμαϊκού, Θεσσαλονίκη η «φτωχομάνα», η «ερωτική», η «μητρόπολη των Βαλκανίων». Στα τόσα ηχηρά και κολακευτικά προσωνύμια που συνοδεύουν την πόλη στη μακραίωνη διαδρομή της, ένα βιβλίο που πρόκειται να κυκλοφορήσει σύντομα φωτίζει μια άλλη, λιγότερο γνωστή, πλευρά της: τη Θεσσαλονίκη των πολιτικών δολοφονιών που σημειώθηκαν σε σκοτεινές περιόδους της νεότερης ιστορίας της. Πρόκειται για πολύκροτες υποθέσεις που άλλαξαν την πολιτική συγκυρία της εποχής, προκάλεσαν ποικίλες και σφοδρές αντιδράσεις, τόσο στην Ελλάδα, όσο και διεθνώς και οι περισσότερες εξ αυτών παραμένουν στην πραγματικότητα ακόμα και σήμερα ανεξιχνίαστες.

Ο βασιλιάς Γεώργιος ο Α΄, ο Αμερικανός δημοσιογράφος Τζορτζ Πολκ, οι βουλευτές της ΕΔΑ Γρηγόρης Λαμπράκης και Γιώργης Τσαρουχάς, είναι μερικά από τα γνωστότερα θύματα τέτοιων ενεργειών που έλαβαν χώρα στη Θεσσαλονίκη, ο πολεοδομικός καμβάς της οποίας, όπως σημειώνει ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο «Θεσσαλονίκης Τοπογραφία», Χρήστος Ζαφείρης, «είναι κατάστικτος με ρανίδες αίματος που σηματοδοτούν αφανείς τόπους μαρτυρίου, όπου άνθρωποι ετερόκλητων ιδεολογιών και σε διαφορετικές εποχές παθών και εντάσεων έχυσαν το αίμα τους ως θύματα δολοφονιών και ανεξιχνίαστων σκευωριών». Κοντά σ’ αυτούς, το ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ Γιάννης Ζεύγος, ο Δημήτριος Κουφίτσας, διοικητής της ασφάλειας Θεσσαλονίκης, ο ειρηνιστής Νικηφόρος Νικηφορίδης, ο γραμματέας της νεολαίας της ΕΔΑ Θεσσαλονίκης, Στέφανος Βελδεμίρης κ.ά. Τι ήταν αυτό που καθιστούσε τη Θεσσαλονίκη «ελκυστική» σε σκευωρίες, ηχηρές δολοφονίες και ξεκαθαρίσματα πολιτικών λογαριασμών; Ή μήπως επρόκειτο για συμπτώσεις; Μια προσέγγιση του δυσερμήνευτου αυτού φαινομένου επιχειρούν, μιλώντας στην «Κ», εκτός από τον συγγραφέα, ο καθηγητής της Πολιτικής Ιστορίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Γιώργος Αναστασιάδης και ο βουλευτής κ. Στέλιος Παπαθεμελής.

Τέσσερα διάσημα θύματα

Στις 5 Μαρτίου του 1913, στη διασταύρωση των οδών Βασιλίσσης Ολγας και Αγίας Τριάδας, ένα περιθωριακό άτομο, ο Αλέξανδρος Σχινάς από το Ασβεστοχώρι, πυροβολεί και σκοτώνει τον βασιλιά Γεώργιο τον Α΄. Το κίνητρο παραμένει ακόμα και σήμερα αδιευκρίνιστο. Το τι υποστήριξε ο Σχινάς στις καταθέσεις του στις αρχές παραμένει άγνωστο, καθώς οι φάκελοι της ανάκρισης κάηκαν όταν στο ατμόπλοιο που τους μετέφερε στον Πειραιά εκδηλώθηκε πυρκαγιά. Λέγεται ότι είπε σε μια κατ’ ιδίαν συνομιλία που είχε με τη σύζυγο του Γεώργιου, βασίλισσα Ολγα, ότι ενήργησε μόνος του, αλλά η επικρατούσα άποψη στους ιστορικούς ερευνητές είναι ότι ο δράστης υπήρξε όργανο ξένων συμφερόντων στα Βαλκάνια, που εξυπηρετούνταν από τη δολοφονία του βασιλιά.

«Αμέσως μετά τη δολοφονία προκλήθηκε έκρυθμη κατάσταση στην πόλη και εν θερμώ από τους διαδοσίες Ελληνες ο θάνατος αποδόθηκε στους αποδιοπομπαίους λαούς της εποχής, τους Τούρκους και τους Βούλγαρους. Ομως οι πιο έντονες φήμες μιλούσαν για γερμανικό σχέδιο εξόντωσης του αγγλόφιλου βασιλιά, το οποίο αποσκοπούσε στην προώθηση των γερμανικών συμφερόντων στην Ελλάδα. »Μια εκδοχή, που θεωρείται και η πιο πιθανή, υποστηρίζει ότι ο βασιλιάς έπεσε θύμα της γερμανικής διπλωματίας, μιας και η πολιτική του Γεώργιου ήταν αντίθετη με τα γερμανικά σχέδια στα Βαλκάνια και την ανατολική Ευρώπη. Οι ίδιοι οι Γερμανοί ιθύνοντες ήθελαν με κάθε τρόπο να βρίσκεται στην κορυφή του ελληνικού κράτους ο γερμανόφιλος διάδοχος Κωνσταντίνος που ταυτιζόταν με την γερμανική πολιτική στην Ελλάδα». Το ίδιος το τέλος του Σχινά, που έπεσε ή εκπαραθυρώθηκε από το Διοικητήριο όπου εκρατείτο, ενέτεινε τις φήμες και τις εικασίες για τα πραγματικά αίτια της δολοφονίας.

Τζορτζ Πολκ (1947)

Στις αρχές του 1947 το ελληνικό δράμα του εμφυλίου είχε φτάσει στην κορύφωσή του. Το αίμα έρρεε άφθονο στο Γράμμο, το Βίτσι και άλλες ορεινές περιοχές της βορειοδυτικής Ελλάδας και η Θεσσαλονίκη είχε καταστεί τόπος συγκέντρωσης πάσης φύσεως Ελλήνων και ξένων ενδιαφερομένων για τις εξελίξεις στα μέτωπα αλλά και τα πολιτικά πράγματα.

Στις 7 Μαΐου φτάνει στην πόλη ο Αμερικανός δημοσιογράφος του ραδιοφωνικού ειδησεογραφικού δικτύου CBS Τζορτζ Πολκ, με σκοπό να προωθηθεί στα βουνά της Δυτικής Μακεδονίας προκειμένου να συναντήσει τον στρατιωτικό ηγέτη των κομμουνιστών ανταρτών και πρωθυπουργό της «κυβέρνησης του βουνού», Μάρκο Βαφειάδη. Την επομένη χάνονται τα ίχνη του και μια εβδομάδα μετά το πτώμα του βρίσκεται να επιπλέει στον Θερμαϊκό με μια σφαίρα στο κρανίο. Η είδηση έκανε τον γύρο του κόσμου προκαλώντας σάλο. Ποιος και γιατί σκότωσε τον Αμερικανό δημοσιογράφο;

Η σύλληψη και καταδίκη του Γρηγόρη Στακτόπουλου ως ηθικού αυτουργού της δολοφονίας, δεν ήταν (η εντύπωση αυτή κυριαρχεί και σήμερα μετά και τις πάμπολλες έρευνες) παρά μια εξώφθαλμη σκευωρία με σκοπό να φορτωθεί ο φόνος στο ΚΚΕ. Οσον αφορά τους φυσικούς αυτουργούς, ως τέτοιοι χαρακτηρίστηκαν οι Αδάμ Μουζενίδης και Βαγγέλης Βασβανάς, στελέχη του ΚΚΕ που πολεμούσαν στον εμφύλιο. Μόνο που ο μεν Μουζενίδης είχε σκοτωθεί στο όρος Κρούσια ένα μήνα προτού φτάσει ο Πολκ στη Θεσσαλονίκη, ο δε Βασβανάς βρισκόταν αποδεδειγμένα στον Γράμμο.

«Ισχυρότερη από τις εκδοχές είναι εκείνη της δολοφονίας του Πολκ από μυστικές υπηρεσίες με βασικό συντονιστή τον στρατιωτικό ακόλουθο της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα Χάρβι Σμιθ, που τον συνόδευε από την Αθήνα στο ίδιο αεροπλάνο και του έστησε παγίδα στο ξενοδοχείο. Η δράση του Πολκ στη συγκεκριμένη στιγμή ήταν αντίθετη με την σαφή αμερικανική πολιτική στην Ελλάδα που ήταν, καμιά ειρηνιστική επαφή με την ηγεσία των ανταρτών και την οριστική εκδίωξη των κομμουνιστών από την Ελλάδα, καθώς η χώρα προοριζόταν για προτεκτοράτο της αμερικανικής πολιτικής στα Βαλκάνια και ως προπύργιο του “δυτικού κόσμου” κατά της ρωσικής και κομμουνιστικής επέκτασης. Αν ο Πολκ μετέφερε στην αμερικανική κοινή γνώμη το ειρηνευτικό μήνυμα των ανταρτών, θα κατέστρεφε το αμερικανικό όνειρο για την τελική εξόντωση των κομμουνιστών».

Γρηγόρης Λαμπράκης (1963)

Τα γεγονότα της δολοφονίας του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη στις 22 Μαΐου του 1963 είναι λίγο πολύ γνωστά. Ο συγγραφέας του βιβλίου υπογραμμίζει μια ενδιαφέρουσα πτυχή της όλης υπόθεσης. «Αν ο Λαμπράκης χτυπήθηκε με αιχμηρό όργανο από τον Εμμανουήλ Εμμανουηλίδη που φέρεται ότι ήταν στην καρότσα του τρίκυκλου ή από άλλο πρόσωπο, αν οργανώθηκε από το παρακράτος που δραστηριοποιούνταν στα στεγανά σώματα ασφαλείας και τον στρατό, αν η δολοφονία ήταν έργο της αμερικανοκίνητης αντικομμουνιστικής οργάνωσης “Στέιτ Μπιχάιντ”, με προγραφές και φόνους κομμουνιστών ηγετών ανά τον κόσμο, που φέρεται ότι δραστηριοποιήθηκε και στην Ελλάδα, με άμεση συνεργασία κράτους και παρακράτους, υπό την ελληνική έκφανση “κόκκινη προβιά”, παραμένουν ακόμα ζητούμενα της ιστορικής έρευνας και των μυστικών αρχείων».

Γιώργης Τσαρουχάς (1968)

Ο βουλευτής Θεσσαλονίκης της ΕΔΑ Γιώργης Τσαρουχάς άφησε την τελευταία του πνοή βασανιζόμενος σκληρά στα κρατητήρια του Γ΄ Σώματος Στρατού στις 8 Μαΐου του 1968. Είχε συλληφθεί από όργανα της δικτατορίας ενώ μετέβαινε στην Αθήνα μεταφέροντας απόφαση της οργάνωσης Θεσσαλονίκης του ΚΚΕ για τη διάσπαση του κόμματος. Οι κατηγορούμενοι για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως και κατάχρηση εξουσίας υψηλόβαθμοι αξιωματικοί της χούντας, που είχαν παρασημοφορηθεί από το καθεστώς για τη βδελυρή τους πράξη, Στέφανος Καραμπέρης, Φωκίων Καραπάνος, Δημήτριος Σταματόπουλος και Δημήτριος Τασόπουλος καταδικάστηκαν σε μικρές ποινές φυλάκισης.

Στέλιος Παπαθεμελής Η πόλη δεν κρύβει μυστικά

Ο κ. Στέλιος Παπαθεμελής, που ερεύνησε ενδελεχώς την υπόθεση Πολκ, υπογραμμίζει ότι ναι μεν «στη Θεσσαλονίκη έγιναν σημαίνουσες πολιτικές δολοφονίες (Γεώργιος, Πολκ, Λαμπράκης), αλλά αυτό δεν πρέπει να μας παρασύρει σε οιονεί παραψυχολογικές ερμηνείες, όπως ότι “κάποιο μυστικό” κρύβει αυτή η πόλη που εμπνέει τους πολιτικούς δολοφόνους και τους εξωθεί στο έγκλημα.

»Σίγουρα στην εικόνα της Θεσσαλονίκης ως πόλης πολιτικών εγκλημάτων συνέβαλε αποφασιστικά το γεγονός ότι η δολοφονία του Αμερικανού δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ απέκτησε διαχρονική επικαιρότητα. Για έκτη δεκαετία αφότου διεπράχθη το έγκλημα, γράφονται γι’ αυτό βιβλία στην Αμερική και στην Ελλάδα ή γίνονται κινηματογραφικές ταινίες ωσάν να πρόκειται για τωρινό συμβάν. Μόνο στις ΗΠΑ στη δεκαετία του ’90 είχαμε τα βιβλία του Εντμοντ Κίλι, της Κέιτ Μάρτον και του Ηλία Βλάντον.

»Ενώ για τέταρτη φορά χτυπούν την πόρτα του Ανωτάτου Δικαστηρίου ζητώντας αναψηλάφιση της δίκης οι κληρονόμοι του παθόντος Γρηγόρη Στακτόπουλου, ο οποίος κατεδικάσθη σε μια “σκηνοθετημένη δίκη”, κατά την έκφραση του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, ως τάχα ηθικός αυτουργός της δολοφονίας του Πολκ.

»Πολύ απλά δεν είναι η πόλη που “προκάλεσε” τις δολοφονίες, αλλή η συγκυρία που επέλεξαν οι σχεδιαστές τους, η οποία βρήκε εκείνη τη στιγμή τα θύματά της στη Θεσσαλονίκη. Πράγματι, οι τρεις επιφανείς νεκροί της Θεσσαλονίκης θα μπορούσαν να είχαν εκτελεσθεί τουλάχιστον στην Αθήνα».

Γιώργος Αναστασιάδης Ο «από βορρά κίνδυνος»

«Το ερώτημα γιατί η Θεσσαλονίκη έγινε στον 20ό αιώνα τόπος πολιτικών δολοφονιών επιδέχεται πολλαπλές απαντήσεις που έχουν πάντως ένα κοινό παρανομαστή: τη συγκεκριμένη ιστορική ταυτότητα της “διεκδικούμενης” και “απειλούμενης” πόλης που βρίσκεται σε μια προνομιακή θέση-κλειδί στον ευρύτερο ιστορικό χώρο της», λέει ο καθηγητής του ΑΠΘ κ. Γιώργος Αναστασιάδης.

«Οι μεταμορφώσεις και οι παραμορφώσεις της πολυεθνικής Θεσσαλονίκης, η μετεξέλιξή της σε “πρωτεύουσα των προσφύγων”, η ελληνική εσωστρέφειά της και –ως καταλύτης μετά την πολυτάραχη και ερεβώδη και ολέθρια για τον εβραϊκό πληθυσμό της πόλης δεκαετία του ’40– ο περιβόητος “από βορρά κίνδυνος”, υπερβολικά διογκωμένος από τη μετεμφυλιοπολεμική αντικομμουνιστική εθνικοφροσύνη, σκέπασαν με φόβο, φανατισμό και μισαλλοδοξία μια “τρομοκρατημένη” πόλη. Και ανεξάρτητα από το πόσο όλη αυτή η εξέλιξη άνοιξε τον δρόμο για τη συσσώρευση των πολιτικών εγκλημάτων, δημιούργησε πάντως το ιδεώδες πλαίσιο, το πρόσφορο κλίμα για έκρυθμες καταστάσεις, ανεξέλεγκτες δράσεις και “υπερβάλλοντα ζήλο” αρμόδιων και αναρμόδιων.

»Πάνω στο βασανισμένο “σώμα” της πόλης όπου πληθαίνουν –ακόμα και στις μέρες μας– οι “κρανίου τόποι”, ξένοι και εγχώριοι “πραίτορες” και πράκτορες, εκπρόσωποι του κράτους και του “παρακράτους” (παραδοσιακού και μεταμοντέρνου), θύτες και θύματα μπερδεύονται σε ένα “κουβάρι” που δεν έχει ακόμη ξετυλιχθεί, σε ένα ζόρικο “παιγνίδι” που υπερβαίνει όμως κατά πολύ τους “παίκτες” και τους παράγοντες της τοπικής Ιστορίας».

«Ηταν το ιδανικό σκηνικό»

Κατά τον συγγραφέα Χρήστο Ζαφείρη, η Θεσσαλονίκη δεν έχει το αποκλειστικό προνόμιο των πολιτικών δολοφονιών, αλλα σ’ αυτή διαπράχθηκαν οι σπουδαιότερες, εκείνες που συγκλόνισαν την κοινή γνώμη. Οσον αφορά το γιατί, υποστηρίζει ότι: «Μέσα στο νοσηρό κλίμα της εποχής, ήταν μια ευάλωτη πόλη, ανοχύρωτη και ανασφαλής με τους τρομοκρατικούς και παρακρατικούς μηχανισμούς και το καθεστώς του στρεβλού εθνικισμού, προκειμένου, κατά την άποψη των κηδευομένων από τις μεγάλες δυνάμεις πολιτικών διαχειριστών της, να προστατευτεί από ξενοκίνητες δυνάμεις που πιθανόν θα δρούσαν στην πόλη. Ηταν το ιδανικό σκηνικό της πολιτικής παραφροσύνης και της κοινωνικής φοβίας όπου οι κάθε είδους παρακρατικοί, κατάσκοποι, πληρωμένοι φονιάδες, ξένοι μυστικοί και φανεροί πράκτορες και εθνικιστές παράφρονες μπορούσαν να πραγματοποιήσουν ελεύθερα τα σχέδιά τους. Τα πολιτικά πάθη, η πολιτική αστάθεια και το παρακράτος, η άγρια τρομοκρατία και η ανασφάλεια, ο κοινωνικός φόβος και ο στυγνός κρατικός έλεγχος των πολιτικών φρονημάτων, γενικά το εφιαλτικό εμφυλιοπολεμικό κλίμα, ήταν το καλύτερο σκηνικό και η καταλληλότερη κοινωνική ατμόσφαιρα για τη διάπραξη πολιτικών δολοφονιών».

Και τέσσερα «άγνωστα»

- Η δολοφονία του Γιάννη Ζεύγου, υψηλόβαθμου στελέχους του ΚΚΕ, στις 20 Μαρτίου 1947, που είχε μεταβεί στη Θεσσαλονίκη προκειμένου να καταθέσει ως εκπρόσωπος του ΕΑΜ στη βαλκανική επιτροπή του ΟΗΕ «για τους θανάτους και τις βιαιοπραγίες της δεξιάς τρομοκρατίας εις βάρος ανθρώπων της Αριστεράς», προκάλεσε αίσθηση. Τον πυροβόλησε και τον σκότωσε ένας 32χρονος κρεοπώλης από τις Σέρρες ονόματι Χρήστος Βλάχος και ως αιτία του φόνου ο δράστης, σύμφωνα με το διαβιβαστικό τηλεγράφημα της αστυνομίας προς το υπουργείο Δημόσιας Τάξης, επικαλέστηκε «την αγανάκτησίν του δι’ όσα υπέφερε εις Μπούλκες, εγκάθειρκτος ων επί εξάμηνον και διά την τακτικήν του κομμουνιστικού κόμματος έναντι της πατρίδος». Ο δολοφόνος καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο χρόνων, βγήκε και τελικά κατέληξε στο ψυχιατρείο. Ωστόσο, σύμφωνα με τις επιστολές δύο μελών της ομάδας που διέπραξε τη δολοφονία του Ζεύγου, των Νικόλαου Σιδηρόπουλου και Χαράλαμπου Γκιαουρίδη, που δημοσιεύτηκαν στον «Ριζοσπάστη», το έγκλημα προετοιμάστηκε σε όλες τις λεπτομέρειες από την ΕΣΑ και το 2ο γραφείο του Γ΄ Σώματος Στρατού.

- Εκτελέσεις με «τρομοκρατικές» διαδικασίες και σε προγραμμένους εθνικιστικούς στόχους και «όργανα μοναρχοφασισμού» έκανε και η ΟΠΛΑ στη Θεσσαλονίκη. Ηταν το άγνωστο αντάρτικο πόλεων, μια μυστική επαναστατική οργάνωση του ΚΚΕ, η οποία είχε ως αποστολή την εξόντωση του μετακατοχικού κράτους, δοσιλόγων και συνεργατών των στρατευμάτων κατοχής, που έμεναν ατιμώρητοι μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας και συνέχιζαν τη φασιστική δράση τους και το όργιο βίας κατά των δημοκρατικών πολιτών. Το γνωστότερο θύμα της, μέσα στο φοβερό κύκλο της βίας του εμφυλίου, ήταν ο μοίραρχος Δημήτριος Κουφίτσας, υποδιοικητής της ασφάλειας Θεσσαλονίκης και εισηγητής του εκτάκτου στρατοδικείου, που δίκαζε αριστερούς αγωνιστές του εμφυλίου. Τον εκτέλεσαν το βράδυ της 6ης Οκτωβρίου 1946 στην πλατεία Δικαστηρίου δυο μέλη της ΟΠΛΑ.

- Ο Στέφανος Βελιδιμήρης πυροβολήθηκε από αστυνομικό στην πλατεία Επταλόφου γιατί μοίραζε προεκλογικό υλικό της ΕΔΑ, ενώ ο Γιάννης Χαλκίδης, στέλεχος της αντιδικατορικής οργάνωσης ΠΑΜ, δολοφονήθηκε εν ψυχρώ τη νύχτα της 5ης Σεπτεμβρίου 1967 σε γιάφκα της οδού Φιλελλήνων. Η ομάδα των αξιωματικών της ΚΥΠ που τον δολοφόνησαν (υπομοίραρχοι Τατραδάκος, Δίπλας) παρασημοφορήθηκε από την ηγεσία του χούντας για το «ανδραγάθημα».

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

Τον Πρωθυπουργό τι τον έχετε;


1951. Η Ελλάδα προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια της, καθώς έχει πρόσφατα βγει από τα ερείπια μιας πολυετούς εμπόλεμης κατάστασης που έχει σμπαραλιάσει τη χώρα.

Πρωθυπουργός, ο επονομαζόμενος «Μαύρος Καβαλάρης», ο Νικόλαος Πλαστήρας. Ένας άνθρωπος, τού οποίου ο πατριωτισμός, η ηθική αρετή και η εντιμότητα δύσκολα αμφισβητούνται, ακόμη κι από πολιτικούς αντιπάλους.

Το περίφημο εργοστάσιο ζυθοποιίας «ΦΙΞ», το οποίο βρισκόταν στην Λεωφόρο Συγγρού, δημοσιεύει αγγελία, ζητώντας οδηγό. Όπως ήταν φυσικό, οι υποψήφιοι που διεκδίκησαν την θέση, ήταν πολλοί.

Ο υπάλληλος τής «ΦΙΞ» που εξέταζε τις αιτήσεις, κάποια στιγμή κοιτάζει ερευνητικά, κάποιον από τούς υποψήφιους που βρισκόταν εκείνη την ώρα μπροστά του, με έναν τρόπο σαν να προσπαθεί να ξεδιαλύνει κάποιο μυστήριο…

Το επώνυμο που αναγράφεται στην αίτηση εργασίας, είναι «Πλαστήρας»…

«Τον πρωθυπουργό τί τον έχετε;», ρωτά με μια ανάλαφρη και περιπαικτική διάθεση ο υπάλληλος.

Ο μεσόκοπος υποψήφιος, μ’ ένα ύφος ντροπής και ταυτόχρονα μ’ έναν χαμηλόφωνο τόνο, αναλαμβάνει να εξηγήσει: «Είναι αδελφός μου… Είναι όμως επιθυμία, δική μου και δική του, αν υπάρχει κάποιος καταλληλότερος για τούτη τη θέση, να μην σάς επηρεάσει η σχέση αυτή…».

Υπενθυμίζεται, πως ο Νικόλαος Πλαστήρας, εκτός από τις υπηρεσίες του στην πατρίδα, πρόσφερε διακριτικά τον μισθό του σε άπορους και ορφανά παιδιά, ενώ ο ίδιος πέθανε πάμφτωχος… Άφησε πίσω του την «τεράστια» περιουσία, που αποτελούνταν από τα παράσημά του, 216 δραχμές, 10 δολάρια κι ένα σιδερένιο…κρεβάτι εκστρατείας… Ακόμη και το κουστούμι τής κηδείας του, ήταν προσφορά φίλου του…

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

Ο Ζίγκμουντ Μινέικο και το Μπιζάνι


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ από το blogspot Ιστορικά Θέματα

Συμπληρώνονται 87 χρόνια από την ημέρα που απεβίωσε στην Αθήνα ο Σίγκμουντ/Ζιγκμουντ Μινέϊκο (1840 - 1925), μια ενδιαφέρουσα προσωπικότητα που συνδέθηκε με την κοινωνία των Πατρών.

Το επώνυμο Μινέϊκο βέβαια είναι γνωστό στην Ελλάδα λόγω της Σοφίας Μινέϊκο, συζύγου του Γεωργίου Παπανδρέου και μητέρα του Ανδρέα Παπανδρέου.

Πρόκειται για αριστοκρατική οικογένεια πολωνικής καταγωγής, μέλη της οποίας εντοπίζονται ακόμα και σήμερα στην Πολωνία.

Σε αρκετά ιστολόγια διαβάζω για την δήθεν εβραϊκή καταγωγή της οικογένειας Μινέϊκο, πληροφορία που δεν επιβεβαιώνεται από καμία πηγή και που προφανώς αποτελεί μέρος της σφαίρας του φανταστικού.

Το πρώτο μέλος των Μινέϊκο που εμφανίζεται στον ελλαδικό χώρο ήταν ο Σίγκμουντ Μινέϊκο (1840 - 1925) γεννημένος το 1840 στη Λιθουανία. Σπούδασε μηχανικός στην Αγία Πετρούπολη και το 1863 συμμετείχε στην πολωνική επανάσταση εναντίον των ρωσικών δυνάμεων του Τσάρου. Για την δράση του αυτή συνελήφθη και καταδικάστηκε σε θάνατο, εν τέλει όμως μεταφέρθηκε στη Σιβηρία απ' όπου δραπέτευσε το 1868 για να καταφύγει στη Γαλλία. Κατά τη διάρκεια της διαμονής του εκεί συμπλήρωσε τις σπουδές του στη στρατιωτική σχολή της Γαλλίας με υποτροφία του Βασιλιά λόγω της συνεισφοράς του στην απελευθέρωση Γάλλων υπηκόων που συμμετείχαν στην πολωνική επανάσταση.

Στη συνέχεια ταξίδεψε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία όπου εργάστηκε στις υπηρεσίες αυτής για την κατασκευή δρόμων, γεφυρών, οχυρών (Μπιζάνι) κ.α. ενώ μεταξύ άλλων πραγματοποίησε και αρχαιολογικές ανασκαφές.

Από δημοσίευμα της εφημερίδας "Ελευθερία" μαθαίνουμε πως από αυτές τις ανασκαφές απέκτησε αρκετά αρχαία αντικείμενα, τα οποία πούλησε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Το 1891 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα υπηρετώντας από διάφορες θέσεις το ελληνικό κράτος και το 1910 του απονεμήθηκε τιμητικά η ελληνική υπηκοότητα.

Στους Βαλκανικούς Πολέμους διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο καθώς χάρις αυτόν έγινε εφικτή η κατάληψη του οχυρού του Μπιζανίου. Ως μηχανικός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συμμετείχε στην κατασκευή του γνωρίζοντας τα ακριβή σχέδια του οχυρού, τα οποία και αποκάλυψε στον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Γι' αυτή του τη συμβολή τιμήθηκε με τον Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος.

Να σημειωθεί ότι ήταν ανταποκριτής πολωνικών εφημερίδων κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας καθώς και επίτιμος διδάκτορας του πανεπιστημίου του Λβοφ.

Υπήρξε οπαδός του Ελευθέριου Βενιζέλου και τέκτονας με πλούσια δράση. Από τα δημοσιευμένα αρχεία της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος επιβεβαιώνεται ότι ήταν μέλος της Στοάς "Πυθαγόρας".

Στα μέλη της ίδιας στοάς συγκαταλέγονταν εκείνη την εποχή σημαντικοί επιχειρηματίες, ακαδημαϊκοί, στρατιωτικοί και πολιτικοί. Σύμφωνα με τα ίδια αρχεία φαίνεται να διετέλεσε και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος χρηματίζοντας Μέγας Αρχιτρίκλινος. Κατα καιρούς υπήρξε μέλος των Μεγάλων Στοών της Ιταλίας, της Ρωσίας και της Γαλλίας.

Απεβίωσε στην Αθήνα στις 27 Δεκεμβρίου 1925 στην Αθήνα και ενταφιάστηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Το οικογενειακό μνήμα διατηρείται ακόμα στο νεκροταφείο Αθηνών. Η νεκρώσιμος ακολουθία πραγματοποιήθηκε στην Μητρόπολη Αθηνών, ο επικήδειος δε εκφωνήθηκε από τον τέκτονα Παναγιώτη Δ. Καλογερόπουλο, ο οποίος κατείχε σημαντική θέση στην στοά "Πυθαγόρας".

Λόγω της ιδιότητας του Καλογερόπουλου ο Αρχιεπίσκοπος του απαγόρευσε να εκφωνήσει τον επικήδειο, κάτι που δεν έγινε λόγω αμέλειας του ιερέα του ναού, ο οποίος και τέθηκε σε αργία.

Ήταν παντρεμένος με την Περσεφόνη Μάναρη, κόρη του Σπύρου Μάναρη, μαθηματικού & διευθυντού της Ζωσιμαίας Σχολής στα Ιωάννινα, και είχαν αποκτήσει αρκετά παιδιά: την Jadwiga (1886 - 1932), σύζυγο του Stanislaw Maria Ludwik Maciej Jablonowski, μέλους της πολωνικής αριστοκρατίας, την Ανδρομάχη, σύζυγος κάποιου κόμη, πέθανε στην Αυστρία το 1939, την Σοφία (1883 - 1981), σύζυγο Γεωργίου Παπανδρέου, την Έλενα (1904 - 1995), η οποία έζησε μεταξύ Πολωνίας, Βρετανίας και Ελλάδας και πέθανε στην Αθήνα, την Μαρία (1907 - 1978), την Καρολίνα (1906 - 1956), η οποία έζησε στην Πολωνία, τον Στανίσλαος (1875 - 1924), ιατρό που υπηρέτησε στον ελληνικό στρατό και ποιητή που πέθανε στη Θεσσαλονίκη, τον Βίτολντ, την Aldona - Safo, σύζυγο Έλληνα αξιωματικού του στρατού που πέθανε το 1912 και τον Ευθύμιο (1893 - ;), σύζυγο Μερόπης Κατσαρού και πρόεδρο του ελληνοπολωνικού εμπορικού συμβουλίου. Εγγονός του τελευταίου είναι ο Φίλιππος Μινέϊκο που ζει στην Αθήνα.

Η παρουσία της οικογένειας στην Πάτρα χρονολογείται από το 1880. Στην Πάτρα γεννήθηκαν τα περισσότερα, αν όχι όλα, παιδιά του ζεύγους Μινέϊκο. Στην πλατεία Υψηλών Αλωνίων στην οδό Αθανασίου Διάκου υπήρχε μέχρι την δεκαετία του 1960 το κτίριο Μινέϊκο, στο οποίο στεγάζονταν τα γραφεία της Παναχαϊκής.

Ο Σίγκμουντ Μινέϊκο στην Πάτρα εργάστηκε ως νομομηχανικός Αχαιοήλιδος ενώ τον Ιούλιο του 1919 κλήθηκε ως αναπληρωματικό μέλος του δημοτικού συμβουλίου Πατρών.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του υποθέτω ότι θα διέμενε στην Αθήνα. Η Σοφία Μινέϊκο (1883 - 1981) γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πάτρα.

Το 1910 αναγορεύθηκε διδάκτωρ φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Λίγο αργότερα παντρεύτηκε τον Γεώργιο Παπανδρέου, τον μετέπειτα πρωθυπουργό της Ελλάδας, με τον οποίο όμως χώρισε το 1926 για να παντρευτεί ο τελευταίος την διάσημη ηθοποιό Κυβέλη. Μοναχοπαίδι της Σοφίας ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου ενώ εγγονός της ήταν ο Γιώργος Α. Παπανδρέου. Για την οικία της στο Παλαιό Ψυχικό υπήρξε διαμάχη μεταξύ των κληρονόμων λόγω της ανεύρεσης δεύτερης διαθήκης.

ΣΧΕΤΙΚΟ: Η γιαννιώτισσα Περσεφόνη Μανάρη, γιαγιά του Ανδρέα Παπανδρέου

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

Είδατε παιδιά μου, τι κάνουν τα κόμματα; Ένα λάθος κόμμα μπορεί να σου χαλάσει τελείως τη σύνταξη!


Την περίοδο του Εθνικού διχασμού στην Κρήτη, ένας επιθεωρητής δημοτικής εκπαίδευσης ανέβαινε μ' ένα μουλάρι σ' ένα ορεινό και δύσβατο χωριό, για να επιθεωρήσει τον εκεί δάσκαλο.

Στο δρόμο που επήγαινε συναντά έναν αγωγιάτη και τον ρωτά:

«Δε μου λες, πατριώτη, ο δάσκαλος τι είναι; Βενιζελικός ή βασιλικός;».

«Βενιζελικός», απαντά ο αγωγιάτης. «Α, το γαϊδούρι.» σχολίασε ο επιθεωρητής.

Ο αγωγιάτης όμως ήταν Βενιζελικός και φίλος του δασκάλου και έτρεξε να μεταφέρει στον δάσκαλο τη στιχομυθία.

«Το και το., δάσκαλε. Σε είπε γαϊδούρι».

Την επομένη μπαίνει ο επιθεωρητής στην τάξη και ρωτά το δάσκαλο ποιο είναι το μάθημα της ημέρας.

«Τα σημεία της στίξεως», απαντά ο δάσκαλος.

"Ας δούμε, λοιπόν, τι ξέρουν τα παιδιά", λέει ο επιθεωρητής.

Ο δάσκαλος σήκωσε ένα μαθητή, τον Σήφη, στον πίνακα και του είπε να γράψει τη φράση:

"Ο επιθεωρητής είπε, (κόμμα), ο δάσκαλος είναι γαϊδούρι (τελεία).

Αφού, έκπληκτος ο μαθητής, το έγραψε, τον ρωτά ο δάσκαλος:

"Ποιος είναι, παιδί μου, γαϊδούρι;".

"Ο δάσκαλος", ψέλλισε ο μαθητής.

"Και ποιος το είπε;".

"Ο επιθεωρητής, κύριε".

"Ωραία", είπε ο δάσκαλος.

"Σβήσε τώρα το κόμμα και βάλ' το αλλιώς":

Ο επιθεωρητής, (κόμμα), είπε ο δάσκαλος, (κόμμα), είναι γαϊδούρι".

Μόλις τελείωσε ο μαθητής, τον ρωτά ο δάσκαλος: "Ποιος είναι τώρα, παιδί μου,

το γαϊδούρι;".

"Ο επιθεωρητής", απαντά δειλά ο μαθητής. "Και ποιος το είπε;" "Ο δάσκαλος",

απαντά ο μαθητής.

Οπότε στρέφεται ο δάσκαλος στην τάξη και λέει:

"Είδατε παιδιά τι κάνουν τα κόμματα; Πότε βγάζουν γάιδαρο τον επιθεωρητή και πότε το δάσκαλο"...!

... είπε μονολογώντας ο παππούς, καθισμένος στην πολυθρόνα του μπροστά στη τηλεόραση, που ανακοίνωνε και νέες μειώσεις στις συντάξεις:

Όταν ήμουν μαθητής, άκουγα κάθε τόσο τη δασκάλα μου να λέει:

«Να προσέχετε τα κόμματα! Ένα λάθος κόμμα, μπορεί να σας χαλάσει τελείως τη σύνταξη!»

Έπρεπε να περάσουν εξήντα χρόνια για να καταλάβω τι εννοούσε.

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Το Κάστρο, ο "θησαυρός" των Ιωαννίνων - μία έκδοση της 8ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων


Μία έκδοση της 8η Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και του Υπουργείου Πολιτισμού αναδεικνύει την πολυσύνθετη ιστορία του κάστρου και της πόλης

(Γράφει ο Φιλήμωνας Καραμήτσος στα ΠΡΩΙΝΑ ΝΕΑ της Τετάρτης 11 Ιαν. 2012)

Όταν κοιτάς από ψηλά τα Γιάννενα, ας πούμε από το ύψος του θεάτρου του Φρόντζου σε μια καλοκαιρινή παράσταση, ειδικά εκείνη την ώρα που πέφτει το φως και ανάβουν τα φώτα κάτω στο κάστρο, νομίζεις ότι μπροστά σου ανοίγεται μια μεσαιωνική πόλη.

Σίγουρα πάντως τα Γιάννενα είναι μία σύγχρονη πόλη με μία εξαιρετική καστρούπολη, ένα ζωντανό κύτταρο ιστορίας και πολιτισμού.

Το κάστρο των Ιωαννίνων είναι για τους Γιαννιώτες οικείο, κομμάτι της δικής τους ταυτότητας και γι' αυτό ίσως και λίγο απόμερο πια στις σκέψεις τους. Αφού είναι πάντα εκεί, ίσως και να μην έχει τόσο σημασία. Το πολύ να το δούμε σαν τουριστικό αξιοθέατο.

Επειδή όμως ακριβώς ήταν και είναι πάντα εκεί, υπάρχουν και τα Γιάννενα και έχουν μία ιδιαίτερη ταυτότητα.

Μόλις πριν από λίγες μέρες εκδόθηκε από την 8η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και το Υπουργείο Πολιτισμού μία συνολική έκδοση για το Κάστρο, ένας τόμος που φιλοδοξεί να δώσει μια ολοκληρωμένη εικόνα για το τι είναι το κάστρο ιστορικά, πολεοδομικά, πολιτισμικά.

Η έκδοση αυτή όχι μόνο καταφέρνει το στόχο της αλλά προσθέτει και κάτι ακόμα. Προσθέτει σύγχρονο επιστημονικό λόγο, ορθή σκέψη, μία βάση για να μπορέσουμε να συζητήσουμε πλέον δημόσια όχι μόνο την ιστορία του κάστρου αλλά και συνολικά την ιστορία των Ιωαννίνων. Γιατί λείπουν τέτοιες εκδόσεις, λείπουν οι ολοκληρωμένες επιστημονικές προσεγγίσεις του τόπου και ενίοτε καλύπτεται το κενό τους από δοξασίες, στερεότυπα και κοινοτοπίες.

Η ίδια η έκδοση αποτελεί κι ένα τυπογραφικό επιστέγασμα θα λέγαμε της πολύχρονης παρέμβασης που έχει γίνει στο κάστρο μέσα από την υλοποίηση πολύ μεγάλων έργων αποκατάστασης, αρχαιολογικής έρευνας και ανάδειξης του σπουδαίου αυτού μνημείου, σε βαθμό δε, ώστε να λέμε σήμερα ότι έχουμε μπροστά μας ένα άλλο κάστρο, ένα νέο Κάστρο των Ιωαννίνων.

Μένουν ίσως πολλά να γίνουν στο χώρο, ίσως να υπάρχουν ακόμα περισσότερα που να οραματίζεται κανείς, αλλά πλέον το Κάστρο των Ιωαννίνων είναι ένας ζωντανό μνημείο που μπορεί κανείς να το επισκεφτεί τουριστικά, να κατοικήσει σε αυτό, να ερευνήσει το ιστορικό παρελθόν, να σχεδιάσει για το μέλλον. Αν το σκεφτούμε με λίγη απόσταση, σε πόσες άραγε ελληνικές πόλεις υπάρχει κάτι ανάλογο;

Σε δε, αρκετές ευρωπαϊκές πόλεις με λιγότερα, με σπαράγματα σχεδόν, δομούν ολόκληρες μυθολογίες και στήνουν σκηνικά τουριστικών αξιοθέατων.

Το κάστρο παραμένει ένας «θησαυρός» και για τα σύγχρονα Γιάννενα.

Σύνθεση

Η ιστορία του κάστρου αποκαλύπτει τον πολύπλοκο κόσμο που συναντήθηκε σε αυτή τη λωρίδα γης δίπλα στη λίμνη και δημιούργησε τελικά μέσα στους αιώνες, ένα σύνθετο πολιτισμό και ένα σημαντικό ιστορικό δεδομένο που σήμερα το ταυτίζουμε με τα Γιάννενα.

Στο βιβλίο γίνονται πολλές αναφορές στα νέα ευρήματα για τον οικισμό που υπήρχε σε αυτή τη γη, στα ελληνιστικά χρόνια. Τα ευρήματα στο κάστρο δείχνουν πόσο μακριά πάει αυτή η πόλη. Ακολουθώντας όμως τα ερευνητικά δεδομένα βλέπεις και πόσο σημαντικό σταυροδρόμι λαών, πολιτισμών και θρησκειών αποτέλεσαν στη συνέχεια τα Γιάννενα. Το κάστρο τους αποδεικνύει ότι τελικά τη μεγάλη ιστορία τη γράφει η συνάντηση, η μίξη, ο πολυπολιτισμός, η σύνθεση.

Φυσικά την ιστορία τη γράφουν και οι πόλεμοι και οι μάχες και τα φονικά και το ίδιο το κάστρο είναι δομημένο ακριβώς για τον πόλεμο και τη βία. Πάνω όμως στη βία, δομείται και η διπλωματία, η πολιτική, η σώφρονα σκέψη των ηγεμόνων και σκληρή εργασία των αφανών. Πόλεις του πολέμου υπήρξαν πολλές, πόλεις όμως των Γραμμάτων πόσες άραγε; Και πώς τελικά τα Γιάννενα έγιναν ένα διαχρονικό, ανθηρό κέντρο πολιτισμού; Μήπως γιατί τελικά κατάφεραν να συνθέσουν εκεί που άλλες πόλεις διέλυαν στο όνομα μιας ισχυρής μοναδικής γνώμης και μίας «καθαρής» μονοκρατορίας;

Τα Γιάννενα αποδείχτηκαν χωνευτήρι, σημειώνει στο άρθρο του στον τόμο, ο Μιχάλης Κορδώσης, Καθηγητής Μεσαιωνικής Ιστορίας. Με βάση δε την κοινωνική οργάνωση της υστεροβυζαντινής πόλης, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ιθύνοντες στα Γιάννενα «έδειχναν μεγάλη προσαρμοστικότητα στις διάφορες περιστάσεις που επέτρεψε να περάσει η πόλη τις δυσκολίες και να διατηρηθεί ανέπαφη ως την παράδοση το 1439 στους Οθωμανούς». Έχει σημασία και το χωνευτήρι ως έννοια αναφοράς αλλά και το «ανέπαφη».

Και η πολιτική που ήθελε να διατηρήσει την πόλη ανέπαφη και ισχυρή ήταν αυτή που αποτελούσε επιστέγασμα των μεγάλων κατακτήσεων, αλλά και βάση για νέες. Αν δεν υπήρχε η πολιτική δεν θα υπήρχαν και τα προνόμια που δόθηκαν στην πόλη, τα οποία και τη διέσωσαν από την ερημιά και την καταστροφή που αφήνουν πίσω τους οι στρατοί των αυτοκρατοριών που πέρασαν κι από αυτόν τον τόπο.

Το άρθρο της Πολυξένης Δημητρακοπούλου, αρχαιολόγου, για τα «Προνόμια της πόλης των Ιωαννίνων» αναδεικνύει τη σημασία των προνομίων.

Η μετατροπή της πόλης από «πολίδιον» στην άκρη της αυτοκρατορίας το 1204 σε «άστυ» του 14ου αιώνα συνδέεται και με την ανάδειξη της ισχυρής ομάδας της αριστοκρατίας των Καστρινών, σημειώνει. Πυρήνας της ντόπιοι μεγαλοκτηματίες και οι αρχοντικές οικογένειες που έφυγαν μετά τη φράγκικη κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1204. Καθοριστικά ήταν τα προνόμια που δόθηκαν στους κατοίκους και την Εκκλησία από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Παλαιολόγο τον Β, με τα δύο χρυσόβουλα το 1319 και το 1321.

Τα προνόμια θα διατηρηθούν και μετά το 1430 και τον ερχομό του Σινάν Πασά, με τον «ορισμό» να περιλαμβάνει τους όρους παράδοσης και τα σημαντικά ανταλλάγματα βέβαια. Το κίνημα του Διονυσίου Φιλοσόφου το 1611 θα αποτελέσει τομή με τα προνόμια να υποχωρούν έκτοτε και τους χριστιανούς να εκδιώκονται από το κάστρο, ενώ το 1635 με διάταγμα του Μουράτ Δ' υποχρεώνονται σε εξισλαμισμό 350 ντόπιοι τιμαριούχοι, διατηρώντας όμως έτσι τα τιμάρια και τις προσόδους τους.

Η πόλη όμως επέζησε, γνώρισε ακόμα μεγαλύτερη περίοδο ακμής, έφτασε ως τον 20ο αιώνα, άντεξε στους πολέμους και απελευθερώθηκε το 1913 για να μπει σε μία νέα περίοδο που την έφερε σήμερα σε μία ζηλευτή θέση, όσο κι αν η κρίση ίσως και η γενικότερη δυσπραγία δεν μας επιτρέπει να έχουμε μία θεώρηση των αλλαγών που επήλθαν στον κόσμο τον 20ο αιώνα.

Το κάστρο

Στο κέντρο του βιβλίου βρίσκεται ένα άρθρο αναφοράς, ο πυρήνας της έκδοσης και η παρουσίαση του κάστρου. Είναι η «Ιστορία των οχυρώσεων και του οικισμού» από την Διευθύντρια της 8ης Εφορείας Βαρβάρα Παπαδοπούλου. Ακολουθώντας τη διηγήσή της έχουμε ένα πανόραμα για την ιστορία του κάστρου.

Μία ανακάλυψη στις στοές στο δυτικό σκέλος του κάστρου, έδωσε τις πρώτες σημαντικές αποδείξεις του ιστορικού βάθους της πόλης των Ιωαννίνων. Τα λείψανα αρχαίας οχύρωσης που ήρθαν στο φως μαζί με άλλα στοιχεία όπως ένα αργυρό νόμισμα Κορίνθου του β' μισού του 4ου ή του 3ου πΧ αιώνα που βρέθηκε στις επιχώσεις του τείχους, δείχνουν ότι η διαδρομή των Ιωαννίνων, ως οικισμός στη σημερινή τους θέση ξεκινάει από τους ύστερους κλασσικούς – ελληνιστικούς χρόνους.

Βάσιμες υποθέσεις των επιστημόνων κάνουν λόγο μάλιστα για μια εκτεταμένη αρχαία οχύρωση που περιέκλειε έκταση ίση με αυτήν στη βυζαντινή περίοδο και λίγο μικρότερη της οθωμανικής, δείχνοντας έτσι και τα όρια ενός ισχυρού, αρχαίου οικισμού.

Ειδικά στο Ιτς Καλέ, έχουν βρεθεί οικοδομικά λείψανα και κεραμικά που βεβαιώνουν τη συνεχή κατοίκηση της περιοχής από τα τέλη του 5ου πΧ αιώνα ως τα υστεροελληνιστικά χρόνια.

Δυστυχώς, δεν έχει επιβεβαιωθεί ανασκαφικά η παλαιοχριστιανική περίοδος, αλλά έστω κι έτσι θεωρείται βέβαιη η συνέχεια έστω και με συρρικνωμένη την πόλη και τον πληθυσμό.

Αμφισβητείται πάντως, η παλιότερη προσέγγιση για την ταύτιση με την παλιά πόλη Εύροια όπως προέκυπτε από το βιβλίο του Προκόπιου «Περί Κτισμάτων», αφού ούτε αρχαιολογικά δεδομένα από την περίοδο του Ιουστινιανού Α' (527-556) προέκυψαν, ενώ σύμφωνα με αυτήν την άποψη αυτός έφερε κατοίκους στην Εύροια, αλλά και δεν κάνει λόγο πλέον κανείς για νέα οχύρωση σε αυτήν την περίοδο, άρα και ίδρυση νέας πόλης, όταν αποδεδειγμένα πλέον, η κατοίκηση της πόλης ήταν παλιότερη.

Η συνέχεια της διαδρομής μοιάζει με γρίφο, η λύση του οποίου όμως δομείται σιγά σιγά όσο προχωράει η έρευνα.

Για τη μεσοβυζαντινή περίοδο, η παλιότερη γραπτή μαρτυρία για το κάστρο έρχεται από την «Αλεξιάδα», το ιστορικό αφήγημα της Άννας Κομνηνής που περιγράφει μάχες στα Γιάννενα την άνοιξη του 1082.

Ο Νορμανδός Βοημούνδος, γιος του δούκα της Απουλίας και της Καλαβρίας Ρομπέρτο Γισκάρδο, καταλαμβάνει την πόλη για λίγους μήνες, επισκευάζει τα τείχη, φτιάχνει τάφρο και κατασκευάζει και δεύτερη ακρόπολη. Ο πύργος κοντά στην εκκλησία των Αγ. Αναργύρων σήμερα, αποκαλείται Πύργος του Βοημούνδου και υποδεικνύει την πιθανή θέση της ακρόπολής του με την άλλη ακρόπολη που προηγούνταν κατασκευαστικά να τοποθετείται κατά μία εύλογη υπόθεση στην άλλη άκρη, εκεί που σήμερα είναι το τζαμί του Ασλάν Πασά.

Οι υποθέσεις είναι αναγκαίες γιατί δεν σώζονται τεκμήρια που να κάνουν εύκολη τη διάκριση των μεταβατικών περιόδων, ενώ η χρήση των παλιότερων υλικών κάθε φορά που γίνονταν νέες κατασκευές, δυσκολεύει ακόμα περισσότερο τη διάκριση.

Ο Μιχαήλ Α' Κομνηνός Δούκας, πρώτος ηγεμόνας του Δεσποτάτου της Ηπείρου (1205 – 1215) προχωρά σε ριζικές ανακατασκευές και επισκευές και ισχυροποιεί το κάστρο, στην υστεροβυζαντινή περίοδο, με τα σημάδια που άφησαν όλες οι βελτιώσεις του 13ου και του 14ου αιώνα να γίνονται και σήμερα αντιληπτές.

Οι πολλές βελτιώσεις που έγιναν στο κάστρο κατά τη βυζαντινή περίοδο το έκαναν ισχυρότερο από αυτά άλλων πόλεων όπως αναγνωρίζεται στο χρυσόβουλο του 1319.

Όσο για την τάφρο, αυτή υπήρχε ως και τις αρχές του 20ου αιώνα εκεί που σήμερα περνάει η οδός Καραμανλή, προς το Μώλο.

Μερικά τοπογραφικά στοιχεία, ενδεικτικά κι αυτά των συνεχών αλλαγών στην ιστορία της πόλης και τα σημάδια που άφηναν πάνω στα τείχη.

Ο Πύργος του Θωμά, που βρίσκεται στα δεξιά της κεντρικής πύλης, αποδίδεται στον Σέρβο ηγέτη της πόλης Θωμά Πρελιούμποβιτς που κατά την ηγεμονία του (1367- 1384) ενίσχυσε το κάστρο για να αντιμετωπίσει τις επιθέσεις των Αλβανών.

Η κεντρική πύλη πρέπει να βρισκόταν εκεί που είναι ο Πύργος του Θωμά ως απόληξη και της κεντρικής αρτηρίας της πόλης και κοντά βέβαια στην κεντρική πύλη που γνωρίζουμε από την οθωμανική περίοδο.

Οι ακροπόλεις είναι δύο. Αυτήν βορειοανατολικά όπως είπαμε εκεί που σήμερα το τζαμί του Ασλάν πασά και θεωρείται και σαν η τοποθεσία του Επάνω Γουλά των πηγών του 14ου αιώνα, όπου είχαν την έδρα τους οι τοπικοί ηγεμόνες (ο Θ. Πρελιούμποβιτς, η Μαρία Αγγελίνα, ο Ιζαού Μπουαντελμόντι κ.α).

Και αυτήν νοτιοανατολικά, όπου κοντά στο Φετιχιέ Τζαμί είχαν τα σπίτια τους οι Γιαννιώτες άρχοντες και υψωνόταν ο μητροπολιτικός ναός του Αρχ. Μιχάηλ, λείψανα του οποίου βρέθηκαν και κατά την ανέγερση του Σεραγιού του Αλή Πασά.

Οθωμανική περίοδος

Μπορεί το 1670 ο Τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή που πέρασε από την πόλη να είδε τα τείχη του κάστρου μαυρισμένα και με ρήγματα, ο 19ος αιώνας όμως βρίσκει το κάστρο εξαιρετικά ανεπτυγμένο μετά τις εκτεταμένες εργασίες ανακαίνισης που έκανε γύρω στο 1815 ο Αλή Πασάς. Οι εργασίες ήταν αναγκαίες ώστε να προσαρμοστεί το κάστρο στον πόλεμο με τα σύγχρονα όπλα, δημιουργείται όμως, έτσι και η εικόνα που έχουμε σήμερα με το κάστρο να αποτελεί τον ισχυρό πυρήνα μιας πόλης επίσης ισχυρής και αναπτυγμένης.

Οι πύλες του κάστρου και οι μικρότερες πυλίδες διατηρούν ακόμα σήμερα μια ατμοσφαιρική αίσθηση και αποτελούν ένα πολύπλοκο δίκτυο εισόδων που μας εισάγουν στο χώρο του κάστρου. Ο ρόλος τους πάντως ήταν και είναι λειτουργικός και σε συνδυασμό βέβαια με την τάφρο που ο Αλή πασάς διεύρυνε στη βάση της βυζαντινής, αποτελούσαν ένα κρίσιμο μηχανισμό ασφαλείας.

Οι δύο ακροπόλεις διατηρούνται και επί οθωμανικής περιόδου. Η βορειοανατολική γίνεται θρησκευτικό κέντρο με τη λειτουργία του Τζαμιού που έφτιαξε ο διοικητής της πόλης Ασλάν πασάς το 1618 ενώ προστίθεται, ο Μεντρεσσές και η Εστία. Στην άλλη άκρη, κατασκευάζεται το Ιτς καλέ, ένα αυτόνομο στην ουσία κάστρο που προστατεύει το διοικητικό πλέον κέντρο του πασαλικίου με το Σεράι του Αλή πασά.

Στο κέντρο του Ιτς Καλέ κατασκευάζεται το Σεράι, ένα πολύπλοκο κτίριο που φαίνεται ότι ενσωματώνει κι άλλα προϋπάρχοντα κτίρια όπως αυτά που βλέπουμε σήμερα δεξιά μπαίνοντας στο χώρο. Παραμένει διοικητικό κέντρο και μετά την πτώση του Αλή, ως και το 1870 που καίγεται. Στο χώρο του θα κατασκευαστεί νοσοκομείο που θα λειτουργήσει ως και το 1940- 41 αποτελώντας αξιοσημείωτο ιστορικό πόλο για την σύγχρονη ιστορία της πόλης.

Το 1958 θα κατασκευαστεί και το σημερινό Βυζαντινό Μουσείο ως Βασιλικό Περίπτερο σε σχέδια του σημαντικού Γιαννιώτη αρχιτέκτονα Βασίλη Χαρίση, ενώ από το 1995 θα αποτελεί πλέον ένα κορυφαίο πολιτιστικό κέντρο για τη βυζαντινή ιστορία της Ηπείρου.

Στο Ιτς καλέ συναντάμε σήμερα και άλλα σημαντικά κτίρια όπως το Φετιχιέ Τζαμί που πρόσφατα έγινε επισκέψιμο για το κοινό, το Θησαυροφυλάκιο και η εκκλησία των Αγίων Αναργύρων από τις αρχές του 20ου αιώνα, τα Μαγειρεία που αποτελούν και αναψυκτήριο για τους επισκέπτες, ο «Τάφος του Αλή πασά» με την αποκατάσταση του κιγκλιδώματος που είχε χαθεί το 1940.

Στην άλλη πλευρά, το Τζαμί του Ασλάν πασά φιλοξενεί το Δημοτικό Μουσείο, ο Μεντρεσσές με τη συλλογή Ραπακούση και απ' έξω το μεγαλοπρεπές Σουφαρί Σεράι, η Ιππική Σχολή του Αλή Πασά που σήμερα είναι η έδρα των Γενικών Αρχείων του Κράτους μετά από μία εξαιρετική αποκατάσταση. Προσθέτουμε ακόμα τη Βιβλιοθήκη και το Χαμάμ.

Να σημειώσουμε τέλος και την Εβραϊκή Συναγωγή μέσα στο κάστρο που χρονολογείται από το 1829, με ισχυρή όμως πιθανότητα να αντικατέστησε παλιότερο κτίσμα που εξυπηρετούσε τις θρησκευτικές ανάγκες της ρωμανιώτικης κοινότητας μετά τον 9ο αιώνα.

Καινοτομία

Η τοπογραφία και η ιστορική διαδρομή συναντώνται στο σήμερα. Οι Γιαννιώτες και οι επισκέπτες περπατάνε στους στενούς δρόμους, ή ανεβαίνουν στις δύο ακροπόλεις και αισθάνονται την ιστορία να πάλλεται, αν έχουν μια ευαισθησία γι' αυτό. Αλλά και χωρίς πολλές ευαισθησίες, δύσκολα δεν θα νιώσουν ότι έχουν να κάνουν με έναν ιδιαίτερο χώρο. Για να επιτευχθεί αυτό το αποτέλεσμα χρειάστηκε η μεγάλη εργασία πολλών σημαντικών ανθρώπων επί δεκαετίες. Στην ουσία αυτή τη δουλειά συμπυκνώνει αυτή η έκδοση.

Αν εντοπίζαμε μερικές ελλείψεις θα λέγαμε ότι είναι η ανάγκη για μια μεγαλύτερη ανάδειξη της οθωμανικής περιόδου- στην Ελλάδα όμως είμαστε ακόμα πίσω στις οθωμανικές σπουδές- και μια εκτενέστερη τεκμηρίωση της ιστορίας του 20ου αιώνα που άφησε τα σημάδια της κι αυτή στο κάστρο.

Στα πλεονεκτήματα να προσθέσουμε το φωτογραφικό υλικό, σπάνιο το περισσότερο, με μία μόνο παρατήρηση: Η φωτογραφία της σελίδας 160 (εικ. 208) όπου δεν ονοματίζεται ο δημιουργός της ο Φρεντ Μπουασονά το 1913 (δημοσιεύεται στην έκδοση του Ριζαρείου Ιδρύματος).

Η έκδοση για το Κάστρο των Ιωαννίνων θα αποτελέσει σύντομα, έκδοση βάσης για κάθε νέα προσέγγιση στο κάστρο. Φέρνει μια συνολική, πολυπρισματική, ματιά σε ένα καθοριστικό κομμάτι της ιστορίας των Ιωαννίνων, διαλύει πολλούς μύθους, αναδεικνύει τον πολυσύνθετο χαρακτήρα της πόλης πέρα από ψευδο- πατριωτισμούς και ανοίγει το πεδίο για ακόμα πιο καινοτόμες εκδόσεις. Η πόλη, λίγο πριν κλείσει 100 χρόνια ελεύθερη έχει ανάγκη από τέτοιες εκδόσεις, όπως έχει ανάγκη για μία σύγχρονη, πραγματική ματιά στην ιστορία της.

Ποιοι γράφουν

Στο βιβλίο γράφουν κατά σειρά:

«Χρονολόγιο των Ιωαννίνων», Σωτήρης Χαραλάμπους, «Η ιστορία του κάστρου κατά τη βυζαντινή περίοδο», Μιχαήλ Κορδώσης, «Τα προνόμια της πόλης των Ιωαννίνων» Πολυξένη Δημητρακοπούλου, «Το κάστρο των Ιωαννίνων μέσα από τους περιηγητές» Αντιγόνη Βαγενά, «Κάστρο Ιωαννίνων. Η ιστορία των οχυρώσεων και του οικισμού» Βαρβάρα Ν. Παπαδοπούλου, «Η επισκευή του κάστρου στα χρόνια του Αλή πασά» Γιώργος Παπαγεωργίου, «Οι επιγραφές του κάστρου», Τατιάνα Στεριάδη, «Λιθόγλυφα στις πύλες του κάστρου» Τατιάνα Στεριάδη, «Ο οικισμός του κάστρου» Αργυρώ Καραμπερίδη, «Η εβραϊκή κοινότητα και οι συναγωγές των Ιωαννίνων» Ζανέτ Μπαττίνου, «Το κάστρο στους νεότερους χρόνους» Τατιάνα Στεριάδη, «Ανασκαφικές έρευνες στο κάστρο», Βασιλική Νάκου, «Κεραμική από το κάστρο» Δήμητρα Παπαϊωάννου – Κατερίνα Μπαντή, «Νομίσματα κάστρου, αρχαία νομίσματα» Κατερίνα Λιάμπη, «Βυζαντινά – νεώτερα νομίσματα» Γιόρκα Νικολάου, «Οι 'θησαυροί' του κάστρου» Βαρβάρα Ν. Παπαδοπούλου, «Εργασίες ανάδειξης του κάστρου» Βαρβάρα Ν. Παπαδοπούλου – Βασιλική Νάκου, «Η ιστοριογραφική έρευνα για το κάστρο των Ιωαννίνων κατά του 20ου και 21ου αιώνες», Χρήστος Σταυράκος, «Βιβλιογραφία» Βασιλική Νάκου.

Τα προνόμια, οι φόροι, τα χαράτσια

Επιλέξαμε από το άρθρο της Πολυξένης Δημητρακοπούλου, αρχαιολόγου, για τα «Προνόμια της πόλης των Ιωαννίνων», ένα απόσπασμα που αναφέρεται στα προνόμια και τη φορολογία του 14ου αιώνα, ώστε να υπάρχει μία σύγκριση με τα σημερινά δημοσιονομικά. Πολλοί θα αναγνωρίσουν τις ομοιότητες.

Τα προνόμια του 1319 αφορούσαν όλους τους κατοίκους της πόλης, τόσο τους άρχοντες, όσο και το «κοινόν», όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά ο λαός στο Χρονικό των Τόκκων. Οι έποικοι των Ιωαννίνων, όρος που συμπεριλαμβάνει πιθανόν όλους τους Γιαννιώτες, με το χρυσόβουλο, εξασφάλισαν να μην παραδοθεί ποτέ η πόλη σε Φράγκους ή άλλους ξένους κατακτητές. Η εμπορική τάξη της πόλης επεδίωξε και κατάφερε να απαλλαγεί από το «κομμέρκιον», δηλαδή το φόρο που επιβαλλόταν στις εμπορικές επιχειρήσεις, στις εισαγωγές και τις εξαγωγές και στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Οι Γιαννιώτες μπορούσαν να εμπορεύονται στην πόλη τους και σε οποιαδήποτε άλλη πόλη της αυτοκρατορίας, ακόμη και στην Κωνσταντινούπολη, χωρίς να πληρώνουν κανένα απολύτως δασμό. Οι Γιαννιώτες απαλλάσσονταν επίσης από το «μιτάτον», το δικαίωμα του εκάστοτε διοικητή της περιοχής να αγοράζει αγροτικά προϊόντα σε ευνοϊκές για αυτόν τιμές, για τη σίτιση του στρατού και των επισήμων. Δεν απαιτούνταν από τους κατοίκους των Ιωαννίνων προσωπική εργασία για καστροκτισία. Όφειλαν να παρέχουν εργασία μόνο για την «επιμέλειαν και περιποίησιν και ανάκτισιν» του δικού τους κάστρου.

Εκτός από την καστροκτισία οι Γιαννιώτες ήταν απαλλαγμένοι και από την «αποβίγλιση», δηλαδή τη σκοπιά στο κάστρο και το «βιγλιάτικο», το ποσό που πλήρωναν σε εκείνους που αναλάμβαναν να παράσχουν αυτήν την υπηρεσία.

Οι καστρινοί δεν υποχρεώνονταν να παρέχουν στρατιωτική υπηρεσία έξω από την πόλη τους, καθώς με αυτό ήταν επιφορτισμένοι οι έμμισθοι στρατιωτικοί, οι «αποτεταγμένοι στρατιώται», ούτε εξαναγκάζονταν με νόμιμες ή άτυπες διαδικασίες να παρέχουν κατάλυμα στους στρατιωτικούς.

Οι καστρινοί θα εξακολουθούσαν να κατέχουν τα κτήματά τους, όπως και κατά το παρελθόν. Κατακυρώνονταν από το χρυσόβουλο και οι πρόσθετες ιδιοκτησίες που είχε χορηγήσει σε μερικούς καστρινούς ο πιγκέρνης Συργιάννης Παλαιολόγος. Οι καστρινοί πέτυχαν επίσης να πωλούν τα κτήματα τους μόνο σε καστρινούς. Στο χρυσόβουλο αναφέρεται ότι και οι έποικοι της πόλης μπορούσαν να κατέχουν «αναποσπάστως και ανενοχλήτως τα χωρία και τα κτήματα αυτών».

«Ελευθερία και ανενοχλησία» ίσχυε και για τους Εβραίους κατοίκους της πόλης. Πρόκειται για την πρώτη βεβαιωμένη μαρτυρία της ύπαρξης συγκροτημένης εβραϊκής κοινότητας στα Γιάννενα, η οποία έμελλε να γίνει μια από τις ακμαιότερες κοινότητες που αναπτύχθηκαν στον ελλαδικό χώρο.

Οι Γιαννιώτες απαλλάσσονταν από σειρά αγροτικών φόρων, όπως το «βιολόγιον», που είχε ως βάση την καταγεγραμμένη περιουσία, συμπεριλαμβανομένων και των ζώων, το «καπνολόγιον ή καπνικόν», που επιβάρυνε όλους τους καλλιεργητές, ακόμη και τους ακτήμονες, το «νόμιστρο ή εννόμιον», φόρος που επιβαλλόταν για τη βοσκή των ζώων, το «λιμναίον πάκτον» δηλαδή το ενοίκιο που καταβαλλόταν για την εκμετάλλευση των πόρων των δύο λιμνών των Ιωαννίνων, το «ζευγολόγιον», φόρος που επιβαλλόταν για την εργασία ενός ζευγαριού βοδιών, το «μελισσοεννόμιον», φόρος για τις κυψέλες των μελισσών, η «χοιροδεκατία ή χοιροεννόμιον», φόρος για τους χοίρους, το «οψώνιον λίμνης», φόρος για τα αλιεύματα της λίμνης και η «ορική», το ποσό που καταβαλλόταν στον ιδιοκτήτη για την εκμετάλλευση του βουνού, του δάσους ή της χλόης για τροφή ζώων.



Προβολή μεγαλύτερου χάρτη

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2012

Χιονισμένα τα Γιάννενα το Σάββατο το πρωϊ;


Κατά τη διάρκεια του νέου εικοσιτετραώρου (Πέμπτη) τα πρώτα σημάδια της επικείμενης μεταβολής του καιρού θα είναι η επικράτηση νοτιοδυτικών ανέμων κυρίως από τις βραδινές ώρες και οι τοπικές βροχές βασικά στη δυτική Ελλάδα. Σε ότι αφορά την κακοκαιρία του διημέρου Παρασκευή-Σάββατο, η βασική γραμμή της πρόγνωσης δεν έχει αλλάξει. Ωστόσο, είναι χρήσιμο να επισημάνουμε τα παρακάτω σημεία: (α) Τα φαινόμενα (βροχές, καταιγίδες, χιόνια κ.λπ.) θα είναι κατά τόπους έντονα, αλλά η διάρκεια τους στο Ιόνιο και τον κορμό της χώρας από τη Μακεδονία έως την Πελοπόννησο δεν θα είναι μεγάλη. (β) Την ημέρα των Θεοφανείων στην ανατολική ηπειρωτική χώρα από Μαγνησία και νοτιότερα και στις περισσότερες περιοχές την νότιας νησιωτικής Ελλάδας οι ισχυρές βροχές και οι καταιγίδες θα εκδηλωθούν βασικά μετά το μεσημέρι. (γ) Κατά τη διάρκεια του Σαββάτου τα καιρικά φαινόμενα που είναι πιθανό να εκδηλωθούν στην ανατολική Θεσσαλία, την ανατολική Στερεά και την ανατολική Πελοπόννησο θα είναι περιορισμένα και δεν θα κρατήσουν πολύ. Αυτό θα συμβεί διότι το ρεύμα φαίνεται να είναι Β-ΒΔ με το πρωτεύον βαρομετρικό χαμηλό της κακοκαιρίας να βρίσκεται στο βόρειο Αιγαίο κινούμενο προς τη Μαύρη Θάλασσα. Ακολουθεί η αναλυτική πρόγνωση του καιρού.

Την Παρασκευή, ημέρα των Θεοφανείων, προβλέπεται επιδείνωση του καιρού αρχικά στη βορειοδυτική Ελλάδα και σταδιακά στις υπόλοιπες περιοχές. Τα κύρια χαρακτηριστικά της θα είναι οι ισχυρές βροχές, οι καταιγίδες και οι θυελλώδεις άνεμοι. Τα χιόνια αρχικά θα περιοριστούν στα ορεινά, αλλά το απόγευμα στη δυτική και την κεντρική Μακεδονία θα χιονίσει πρόσκαιρα και σε περιοχές με υψόμετρο 400 ή και 300 μέτρα. Από το βράδυ και από τα βορειοδυτικά ο καιρός θα αρχίσει να παρουσιάζει βελτίωση. Οι άνεμοι θα πνέουν Ν-ΝΔ 7 με 8 μποφόρ ενισχυόμενοι βαθμιαία στο Αιγαίο στα 9 με 10 μποφόρ. Από το μεσημέρι στα δυτικά και τα βόρεια οι άνεμοι θα αρχίσουν να στρέφονται σε Β-ΒΔ 7 με 9 και στο Ιόνιο τοπικά 10 μποφόρ. Η θερμοκρασία θα σημειώσει σταδιακή πτώση από τα βορειοδυτικά.

Το Σάββατο στην ανατολική Μακεδονία, τη Θράκη, την Εύβοια, τα νησιά του βορείου και ανατολικού Αιγαίου, τις Κυκλάδες την Κρήτη και τα Δωδεκάνησα προβλέπονται νεφώσεις με βροχές, καταιγίδες και χιονοπτώσεις στα ορεινά. Στα βορειοανατολικά θα χιονίσει πρόσκαιρα και σε περιοχές με χαμηλό υψόμετρο (300 ή 200 μέτρα). Τα φαινόμενα το πρωί θα είναι κατά τόπους έντονα. Στην υπόλοιπη χώρα προβλέπονται τοπικές νεφώσεις με πρόσκαιρα φαινόμενα (βροχές και χιονοπτώσεις στα ορεινά-ημιορεινά) στη Χαλκιδική και τις ανατολικότερες περιοχές Θεσσαλίας, Στερεάς και Πελοποννήσου. Οι άνεμοι θα στραφούν σταδιακά παντού σε βοριάδες 7 με 9 μποφόρ με τάση εξασθένησης στο Ιόνιο. Η θερμοκρασία θα σημειώσει αισθητή πτώση σε όλες τις περιοχές.

Την Κυριακή προβλέπονται τοπικές νεφώσεις με σποραδικές βροχές μικρής διάρκειας στο Αιγαίο, τα Δωδεκάνησα και πιθανώς στο Ιόνιο, τη νοτιοδυτική Πελοπόννησο και την Κρήτη. Οι άνεμοι θα πνέουν Β 4 με 6 και στα ανατολικά 7 μποφόρ. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί σε χαμηλά επίπεδα.

Η Δευτέρα θα είναι μια κρύα χειμωνιάτικη ημέρα χωρίς να αποκλείονται κάποια φαινόμενα (βροχές και στα ορεινά χιονοπτώσεις) κυρίως στην ανατολική και τη νότια Ελλάδα. Οι άνεμοι θα πνέουν Β 4 με 6 μποφόρ. Η θερμοκρασία δεν θα σημειώσει αξιόλογη μεταβολή.

Πρόγνωση από τον Δημ. Ζιακόπουλο

...........................................................................................

Παρασκευή 6 Ιαν. 2012 (8 το πρωί) έντονη βροχή

Παρασκευή 6 Ιαν. 2012 (2 το μεσημέρι) - τα αστεράκια σημαίνουν χιόνι - το μωβ χρώμα έντονη βροχή -

Παρασκευή 6 Ιαν. 2012 (8 το βράδυ)


Παρασκευή 6 Ιαν. (11 το βράδυ)

Βαθμιαία καλυτέρευση - Σάββατο 7 Ιαν. 2012 (8 το πρωί)


Σάββατο 7 Ιαν. 2012 (2 το μεσημέρι)



Σάββατο 7 Ιαν 2012 (11 το βράδυ)

Οι χάρτες υετού (βροχής- χιονιού) από το o kairos gr