Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2013

Δίπλα στον Λαμπράκη, στον Πέτρουλα, στον Μανδηλαρά, στον Ελή, τον Τσαρουχά, τον Κομνηνό, τον Μυρογιάννη, τον Κουμή, την Κανελλοπούλου, τον Καλτεζά, τον Τεμπονέρα, τον Γρηγορόπουλο











Ο Γρηγόρης Λαμπράκης (Κερασίτσα Αρκαδίας 3 Απριλίου 1912 – Θεσσαλονίκη 27 Μαΐου 1963  ήταν γιατρός, αθλητής, και πολιτικός που δολοφονήθηκε από παρακρατικούς. Η δολοφονία του προκάλεσε διεθνή κατακραυγή για τις αυταρχικές πρακτικές της κυβέρνησης Καραμανλή και των Σωμάτων Ασφαλείας, που αποδείχθηκε ότι όχι μόνο ανέχονταν, αλλά και εξέθρεφαν τον ανεξέλεγκτο παρακρατικό μηχανισμό. Η υπόθεση Λαμπράκη αναζωογόνησε τον Ανένδοτο Αγώνα του Γεωργίου Παπανδρέου και έπαιξε τον πιο σημαντικό ίσως ρόλο στην πτώση της κυβέρνησης Καραμανλή τον ίδιο χρόνο.
Ο Γρηγόρης Λαμπράκης γεννήθηκε στις 3 Απριλίου 1912 στην Κερασίτσα Αρκαδίας και ήταν το 14ο παιδί από τα συνολικά 18 που απέκτησαν οι γονείς του. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ειδικεύτηκε στη γυναικολογία. Υπήρξε αθλητής με πολλές πανελλήνιες και βαλκανικές νίκες και κατείχε για 23 χρόνια (ως το 1959) το πανελλήνιο ρεκόρ στο μήκος με επίδοση 7,37 μ. Στην διάρκεια της κατοχής διοργάνωνε με άλλους συναθλητές του αγώνες, διαθέτοντας τα έσοδα σε λαϊκά συσσίτια. Το 1950 κατέλαβε τη θέση του υφηγητή Μαιευτικής - Γυναικολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Aπέκτησε δυο γιους, τον Θοδωρή και τον Γρηγόρη.
Στις εκλογές του Οκτωβρίου 1961 ο Λαμπράκης εξελέγη βουλευτής Πειραιά συνεργαζόμενος με την Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά (ΕΔΑ). Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και αντιπρόεδρος της «Ελληνικής Επιτροπής για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη». Στις 21 Απριλίου 1963 αψηφώντας σχετική απαγόρευση της αστυνομίας, πραγματοποίησε την 1η Μαραθώνια πορεία Ειρήνης. Βάδισε το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής μόνος του, εν μέσω απειλών, πριν τελικά συλληφθεί και κρατηθεί για μερικές ώρες.
Το βράδυ της 22ας Μαΐου 1963 ο Λαμπράκης μίλησε σε εκδήλωση που διοργάνωσε στη Θεσσαλονίκη η «Επιτροπή για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη». Πριν ακόμα η εκδήλωση ξεκινήσει, πλήθος παρακρατικών και αστυνομικών με πολιτικά είχαν καταλάβει τα γειτονικά πεζοδρόμια, κραυγάζοντας συνθήματα και προπηλακίζοντας όσους προσέρχονταν στην αίθουσα για να πάρουν μέρος σε αυτή. Άλλοι αστυνομικοί, ένστολοι, αν και παρόντες σε μεγάλο αριθμό δεν λάμβαναν κανένα μέτρο για την απώθηση των παρακρατικών, παρά τις διαμαρτυρίες των οργανωτών και του ίδιου του Λαμπράκη, ενός μέλους δηλαδή του ελληνικού κοινοβουλίου. Μάλιστα, ένας παρακρατικός κατόρθωσε να χτυπήσει το Λαμπράκη στο κεφάλι με ρόπαλο κατά την είσοδό του στην αίθουσα της εκδήλωσης, τραυματίζοντάς τον ελαφρά. Σοβαρά, αντίθετα, τραυματίστηκε από τους ανεξέλεγκτους διαδηλωτές ο έτερος παρών αριστερός βουλευτής, Γιώργος Τσαρουχάς.
Με την ολοκλήρωση της εκδήλωσης, ο Λαμπράκης εγκατέλειψε την αίθουσα με πρόθεση να κατευθυνθεί σε κοντινό ξενοδοχείο όπου είχε καταλύσει. Τον ακολούθησαν μόνο δύο σύντροφοί του, καθώς η αστυνομία απέκλεισε το κοινό της εκδήλωσης στο εσωτερικό της αίθουσας, απαγορεύοντας προσωρινά την έξοδο. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, στη διασταύρωση των οδών Ερμού και Ελ. Βενιζέλου και παρά το γεγονός ότι η αστυνομία είχε αποκλείσει όλους τους δρόμους, ένα τρίκυκλο εμφανίστηκε από το πουθενά, πλησίασε το Λαμπράκη με ιλιγγιώδη ταχύτητα και τον έριξε στο έδαφος. Κανείς αστυνομικός δεν κινήθηκε για να εμποδίσει το τρίκυκλο πριν το χτύπημα, να συλλάβει τον οδηγό του μετά, ή ακόμα και να βοηθήσει τον αιμόφυρτο Λαμπράκη. Όπως αποδείχτηκε, το θύμα είχε δεχτεί ισχυρό χτύπημα στο κεφάλι από μεταλλικό αντικείμενο.
Το πιθανότερο είναι ότι οι δράστες της επίθεσης θα είχαν διαφύγει ανενόχλητοι, αν ένας παριστάμενος Θεσσαλονικιός, ο Μανόλης Χατζηαποστόλου (με το παρατσούκλι «Τίγρης») δεν είχε πηδήσει αστραπιαία στην καρότσα του τρίκυκλου. Για ένα περίπου χιλιόμετρο το τρίκυκλο έτρεχε στους δρόμους της Θεσσαλονίκης χωρίς κανένα αστυνομικό ή άλλο όχημα να το καταδιώκει. Ο Χατζηαποστόλου εξουδετέρωσε μετά από σκληρή πάλη το μοναδικό επιβάτη της καρότσας, Μανώλη Εμμανουηλίδη (ήταν αυτός που είχε καταφέρει το θανατηφόρο χτύπημα στο Λαμπράκη) και κατόπιν υποχρέωσε τον οδηγό Σπύρο Γκοτζαμάνη να σταματήσει. Ακολούθησε νέα πάλη αυτή τη φορά ανάμεσα στον Χατζηαποστόλου και τον Γκοτζαμάνη, έως ότου εμφανίστηκε ένας απλός τροχονόμος, ο οποίος μη γνωρίζοντας όσα είχαν προηγηθεί, συνέλαβε τον Γκοτζαμάνη κατόπιν υποδείξεων των περαστικών. Ο Λαμπράκης μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ σε κωματώδη κατάσταση από την οποία δεν εξήλθε ποτέ. Πέθανε τέσσερις μέρες αργότερα.

Σωτήρης Πέτρουλας     

Ο Γιώργος Τσαρουχάς (1912 - 9 Μαΐου 1968) ήταν Έλληνας αντιστασιακός, βουλευτής της ΕΔΑ και ένας από τους πρωτεργάτες του αγώνα κατά της χούντας των συνταγματαρχών. Πέθανε κατά τη διάρκεια βασανιστηρίων, μετά τη σύλληψή του.
Γεννήθηκε το 1912 στην περιοχή της Αδριανούπολης και το 1924, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο χωριό Δρυινοχώρι, κοντά στην Καρπερή Σερρών.
Γράφτηκε στην Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης, από όπου όμως αποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, για ένα χρόνο, εξαιτίας της συνδικαλιστικής του δράσης και για τη συμμέτοχη του στο ΚΚΕ. Μετά την λήξη της αποβολής του, πήρε μεταγραφή στην Νομική Αθηνών, από όπου αποφοίτησε. Πήρε μέρος στον πόλεμο του '40 ως εθελοντής, κατά τη διάρκεια της κατοχής έγινε γραμματέας του ΕΑΜ Ανατολικής Μακεδονίας και μετά την απελευθέρωση διορίστηκε νομάρχης Καβάλας. Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου συνελήφθη, καταδικάστηκε σε 12 χρόνια φυλάκιση από τα Έκτακτα Στρατοδικεία της εποχής και εξορίστηκε στη Γυάρο. Αφέθηκε ελεύθερος το 1951, συνελήφθη όμως ξανά δύο χρόνια αργότερα και εξορίστηκε εκ νέου, αυτή τη φορά στον Αη Στράτη. Τελικά αφέθηκε ελεύθερος το 1961 και αφού μετέβη στη Μόσχα για να υποβληθεί σε θεραπεία στο μάτι (όπου είχε μόνιμο πρόβλημα), επέστρεψε στην Ελλάδα και στις εκλογές του 1961 εκλέχτηκε βουλευτής με την ΕΔΑ.
Στις 27 Μαΐου του 1963, το βράδυ της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη, ο Γιώργος Τσαρουχάς δέχτηκε και αυτός επίθεση, ενώ κατευθυνόταν στην αίθουσα που θα μιλούσε ο Λαμπράκης, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στο κεφάλι και να μεταφερθεί αιμόφυρτος στο νοσοκομείο όπου νοσηλεύτηκε 29 ημέρες.
Ήταν δε βασικός μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη των δολοφόνων του Λαμπράκη. Μετά την επιβολή της δικτατορίας το 1967, ανέλαβε επικεφαλής της αντιδικτατορικής οργάνωσης Πατριωτικό Αντιδικτατορικό Μέτωπο (ΠΑΜ) Θεσσαλονίκης και της παράνομης κομματικής οργάνωσης του ΚΚΕ στη Θεσσαλονίκη. Τάχθηκε δε με το μέρος του γραφείου εσωτερικού του κόμματος και εναντίον της 12ης Ολομέλειας του ΚΚΕ που έγινε το 1968 και όπου οι διαφωνούντες θεώρησαν ότι εγκαταλείφθηκε ο επαναστατικός χαρακτήρας του κόμματος.

Ο Κομοτηναίος  Παναγιώτης Έλης είναι μία εξέχουσα μορφή της αντίστασης και το πρώτο θύμα της δικτατορίας, όταν την 21η Απριλίου έχασε την ζωή του μέσα στον ιππόδρομο της Αθήνας, όπου η χούντα συγκέντρωσε τότε όλους τους αριστερούς, προκειμένου να τους στείλει στην εξορία.
Ο Παν. Ελής που κατάγονταν από το Κόσμιο βρέθηκε μαζί με τους συγκεντρωμένους και σε κάποια διαμαρτυρία του κάποιος από τους φρουρούς σήκωσε το όπλο και με το κοντάκι τον χτύπησε θανάσιμα στο κεφάλι. Σε μια παλιά αίθουσα του ΕΑΤ – ΕΣΑ στο μουσείο αντίστασης, δίπλα στον Παναγούλη, τον Μουστακλή, τον Διομήδη Κομνηνό, βρίσκεται η φωτογραφία του Ελή. Αν και δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία, σε ένα μικρό χειρόγραφο σημείωμα είναι γραμμένες μερικές πληροφορίες: «Γεννήθηκε τον Μάη του 1922 στην Κομοτηνή.
Με την κάθοδο των Βουλγάρων οργανώνεται στην αντίσταση, συλλαμβάνεται το 1942 και στέλνεται όμηρος στην Βουλγαρία. Στις αρχές του 1943 μεταφέρεται με άλλους ομήρους στο Κουμάνοβο της Σερβίας σε καταναγκαστικά έργα. Λευτερώνεται με την λήξη του πολέμου. Στο τέλος του 1946 σαν στρατιώτης μετατίθεται στο Μεσολόγγι. Από εκεί μετατίθεται με άλλους συναδέλφους λόγω των πολιτικών του φρονημάτων στο Μακρονήσι, καλοκαίρι του 1947 και έπεται συνέχεια».
Είχαμε πια συνηθίσει τους ήχους, τις κραυγές και τις βρισιές, όταν ξαφνικά φάνηκε δύο βήματα έξω απο την πόρτα του θαλάμου ένας αξιωματικός με ροδαλό πρόσωπο καλοταισμένου μπεμπέ να κηνυγά έναν κρατούμενο, κρατώντας στο χέρι του ένα στρατιωτικό περίστροφο με σιγαστήρα.
-Τροχάδην! του φώναξε.
Ο κρατούμενος Παναγιώτης Ελής, άνθρωπος περασμένα τα 40 χρόνια του, φορούσε στα πόδια του και παντόφλες, πράγμα που τον υποχρέωνε να περπατά σιγότερα απ' ό,τι αν φορούσε παπούτσια.
-Τροχάδην! του φώναξε και τον έσπρωχνε με την κάννη, αλλά ο Ελής εξακολουθούσε να βαδίζει κανονικά.
-Τρέξε, την Παναγιά σου! του λέει μια στιγμή κι ο Ελής κάνει γρηγορότερα τα τελευταία βήματα.
-Τροχάδην το λένε αυτό στο χωριό σου; λυσσάει ο δεσμοφύλακας και έξξαλος καταφέρει με την κάννη δυο απανωτά χτυπήματα στα πλευρά του Ελή.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένας περίεργος διπλός κρότος, κατι σαν "φλοπ", "φλοπ", και μονομιάς ο Ελής σωριάστηκε στο κατώφλι της πόρτας. Και πριν καλά-καλά προφτάσουν να αντιληφθούν οι άλλοι κρατούμενοι τι συνέβη, ακούστηκαν τα ουρλιαχτά ενός αξιωματικού, που είχε τρέξει εκεί κίτρινος σαν λεμόνι..." >>
..Πράγματι χαμηλά στα πλευρά βρήκαν την είσοδο δύο απανωτών βλημάτων που είχαν περάσει μέσα απο το θώρακα είχαν κόψει την αορτή στην περιοχή της καρδιάς και είχαν σταματήσει κάτω απο το δέρμα στην αριστερή μασχάλη του θύματος.


Ο ΝικηφόροςΜανδηλαράς ήταν Έλληνας νομικός, δημοσιογράφος και εκδότης εφημερίδας. Είναι περισσότερο γνωστός σαν δικηγόρος υπερασπίσεως στη δίκη για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ που ποτέ δεν ολοκληρώθηκε.
Γεννήθηκε στην Κόρωνο της Νάξου το 1928. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα ενώ παράλληλα εργαζόταν. Αφού τελείωσε τις σπουδές του εργάστηκε στο δικηγορικό γραφείο του Γ.Β.Μαγκάκη και αργότερα άνοιξε δικό του γραφείο. Μαζί με τον Ευάγγελο Γιαννόπουλο και τον Σταύρο Κανελλόπουλο ίδρυσε την Ένωση Δημοκρατικών Δικηγόρων Ελλάδος. Υπερασπίστηκε πολλές φορές πολίτες που διώκονταν για την πολιτική τους δράση και στην υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ ανέλαβε την υπεράσπιση των κατηγορουμένων. Σχεδίαζε να πολιτευτεί με την Ένωση Κέντρου στις εκλογές που ήταν προγραμματισμένες να διεξαχθούν τον Μάιο του 1967 και οι οποίες τελικά δεν έγιναν εξ αιτίας της επιβολής της δικτατορίας.
Λόγω της ανάμειξής του στην υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ ως συνηγόρου υπεράσπισης και της πολιτικής του δράσης, ο Νικηφόρος Μανδηλαράς κινδύνευε μετά την επιβολή της δικτατορίας. Έτσι στις 17 Μαΐου του 1967 επιβιβάστηκε κρυφά στο πλοίο VITA-R με σκοπό να διαφύγει στην Κύπρο. Πέντε ημέρες αργότερα όμως λιμενικοί βρήκαν το πτώμα του στην παραλία Γενναδίου της Ρόδου.
Κατά την εκδοχή των αρχών, ο καπετάνιος του πλοίου Πέτρος Πόταγας έριξε τον Μανδηλαρά στη θάλασσα με ένα σωσίβιο προκειμένου ο τελευταίος να κολυμπήσει ως την ακτή και να αποφύγει τη σύλληψη. Όμως ο δικηγόρος πηδώντας από το πλοίο, τραυματίστηκε στο κεφάλι και στη συνέχεια πνίγηκε και το πτώμα του ξεβράστηκε στην ακτή.
Υποστηρίζεται ωστόσο με βάση στοιχεία που υπάρχουν ότι ο Νικηφόρος Μανδηλαράς πρέπει να βγήκε στην ακτή όπου συνελήφθη και δολοφονήθηκε. Πρώτον ο Μανδήλαρας με τη σωματική διάπλαση που είχε ήταν απίθανο να τραυματιστεί πηδώντας από το πλοίο και να μην καταφέρει να κολυμπήσει μέχρι τη στεριά. Επίσης από φωτογραφίες του νεκρού Μανδηλαρά φαίνεται πως είχε δεχτεί χτυπήματα στο κεφάλι και είχε μια τρύπα στο στήθος. Ακόμα όταν βρέθηκε το πτώμα του έτρεχε αίμα από το αυτί του, κάτι που δε θα μπορούσε να συμβεί αν είχε πνιγεί. Η δε έκθεση των γιατρών που εξέτασαν τη σορό του δεν υπεβλήθη άμεσα αλλά αφού έφτασε από το εξωτερικό, λίγες μέρες αργότερα, ο ιατροδικαστής Καψάσκης.

O Διομήδης Κομνηνός (1956-1973) είναι τo πρώτo θύμα της Εξέγερσης του Πολυτεχνείου.
 Η καταγωγή του ήταν από την Κύπρο, ενώ διέμενε στην οδό Λευκάδος 7. Προς τιμήν του το 9ο Δημοτικό Σχολείο Πετρούπολης ονομάστηκε "9ο Δημοτικό Σχολείο Πετρούπολης Διομήδης Κομνηνός".
Είχε περάσει τις εισαγωγικές εξετάσεις του Πολυτεχνείου με ψηλούς βαθμούς μόλις πριν του θανάτου του.
Τη νύχτα της 16ης Νοεμβρίου 1973, αστυνομικές δυνάμεις ήρθαν αντιμέτωπες με εκατοντάδες διαδηλωτών που είχαν συγκεντρωθεί εντός και εκτός του προαυλίου του Πολυτεχνείου στην οδό Πατησίων. Ο Κομνηνός ήταν μαθητής λυκείου μέσα στο Πολυτεχνείο, ενώ αργότερα ενώθηκε με άλλους μαθητές και φοιτητές στη γωνία 3ης Σεπτεμβρίου, Μάρνη και Αβέρωφ, μεταφέροντας τραυματίες. Τραυματίστηκε και ο ίδιος θανάσιμα στην καρδιά από πυρά που έριξαν, σκοπεύοντάς τον από απόσταση 10 μέτρων άνδρες της φρουράς του υπουργείου Δημοσίας Τάξεως. Μεταφέρθηκε από διαδηλωτές και τον γιατρό Αντώνη Κοντόπουλο στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του ΕΕΣ και από εκεί, νεκρός πλέον, στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών (μετέπειτα Γενικό Κρατικό).

Μιχαήλ Μυρογιάννης του Δημητρίου, 20 ετών, ηλεκτρολόγος, από τη Μυτιλήνη, κάτοικος Ασημάκη Φωτήλα 8, Αθήνα. Στις 12:00 το μεσημέρι, στις 18/11/1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Στουρνάρη, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι. Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του ΕΕΣ (Γ΄ Σεπτεμβρίου) σε κωματώδη κατάσταση και κατόπιν στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών, όπου πέθανε αυθημερόν.
Η κατάθεση του Μίμη Τραϊφόρου:
Όπως αναφέρει στην κατάθεσή του, "περί ώραν 2:15 της Κυριακής 18/11/1973 ευρισκόμουν εις το μπαλκόνι του σπιτιού μου επί της οδού Πατησίων και αντελήφθην έναν νεαρό άνδρα, ύψους περίπου 1,80 μ. με μακριά μαλλιά, να κατέρχεται την οδόν Στουρνάρη, ήσυχος και αδιάφορος. Καθώς είχεν φθάσει εις το μέσον της διασταυρώσεως των άνω οδών, φαίνεται ότι κάποιος από το Πολυτεχνείο του φώναξε κάτι, εγώ δεν άκουσα τίποτε, αλλά το συμπεραίνω, διότι τον είδα να επιταχύνη το βήμα του και στον τρίτο - τέταρτο βηματισμό του άκουσα δύο πυροβολισμούς. Εκ των υστέρων έμαθα ότι ο ανωτέρω αποβιώσας ωνομάζετο Μυρογιάννης, υιός θυρωρού, ο οποίος πήγαινε να επισκεφθή τον πατέρα του εις κάποιαν πολυκατοικίαν επί της οδού Γ΄ Σεπτεμβρίου. Ο πατέρας του επεσκέφθη την σύζυγόν μου, Σοφίαν Βέμπο, και της άφηκε μιαν φωτογραφίαν του νεκρού με αφιέρωσιν, εγώ έλειπα κατά την επίσκεψιν του ανωτέρω.
To μεσημέρι της 18 Νοέμβρη 1973, ο ταγματάρχης Ντερτιλής βρίσκεται με το υπηρεσιακό τζιπ έξω από την κατεστραμμένη πύλη του Πολυτεχνείου. Απέναντι, Πατησίων και Στουρνάρα, οι αστυφύλακες χτυπούν ένα νεαρό, που προς στιγμήν τους ξεφεύγει. Ο Ντερτιλής βγάζει από το μπουφάν το περίστροφο και πυροβολεί.
«Ο νεαρός έπεσε σαν κοτόπουλο», περιγράφει στην κατάθεσή του ένα χρόνο αργότερα ο οδηγός του Ντερτιλή - ο 21 ετών τότε Αντώνης Αγριτέλης - και συνεχίζει: «Μετά το φόνο ο Ντερτιλής σαν να μη συνέβαινε τίποτα μπήκε στο τζιπ και χτυπώντας με στην πλάτη μου είπε: "Με παραδέχεσαι ρε; Σαράντα πέντε χρονών άνθρωπος και με τη μία στο κεφάλι!"»...

Ο Ιάκωβος Κουμής (Σωτήρα Αμμοχώστου, 1956 - Αθήνα, 23-11-1980) ήταν Κύπριος φοιτητής της Νομικής που έπεσε θύμα άγριας επίθεσης από τα ΜΑΤ στις 16 Νοεμβρίου του 1980 κατά τη διάρκεια της πορείας για τον εορτασμό της επετείου της Εξέγερσης του Πολυτεχνείου, η οποία οδήγησε στο θάνατό του. Σύμφωνα με μάρτυρες, ο Κουμής χτυπήθηκε πισώπλατα ενώ καθόταν σε καφενείο της περιοχής του Συντάγματος. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο κλινικά νεκρός και απεβίωσε μια εβδομάδα αργοτερα στις 23 Νοεμβρίου. Ο Ιταλός ιατροδικαστής Ντουράντε περιέγραψε ως αιτία θανάτου ένα καίριο πλήγμα αποκοπής του εγκεφάλου.
Εκείνη τη χρονιά η κυβέρνηση του Ράλλη είχε απαγορεύσει να φτάσει η πορεία στην Αμερικανική πρεσβεία και υποχρέωνε τους διαδηλωτές να διαλυθούν στο ύψος του Συντάγματος. Όταν μέρος της πορείας προσπάθησε να φτάσει στην πρεσβεία, η αστυνομία επιτέθηκε με πρωτοφανή βιαιότητα εναντίον των διαδηλωτών.
Την ίδια μέρα με τον Ιάκωβο Κουμή δολοφονήθηκε από χτυπήματα με γκλομπ και η 20χρονη εργάτρια Σταματίνα Κανελλοπούλου ενώ η αστυνομική καταστολή της πορείας άφησε πίσω και αρκετούς τραυματίες.
Για τους θανάτους διατάχτηκε ΕΔΕ που δεν κατέληξε σε κάποιο αποτέλεσμα.
Οι οικογένειες των νεκρών κατέθεσαν μηνύσεις αλλά δεν κανένας από τους δολοφόνους τους δεν βρέθηκε ποτέ.
Στη συζήτηση που έγινε σχετικά με τα γεγονότα στη βουλή, η πλειοψηφία των πολιτικών απέδωσε την ευθύνη στους διαδηλωτές, και ασχολήθηκε με τεχνικές λεπτομέρεις για τους ελιγμούς της αστυνομίας (πού και πώς η αστυνομία όφειλε να χτυπήσει τους διαδηλωτές), με ελάχιστες εξαιρέσεις να καταδικάζουν την αστυνομική βία όπως ο Ζίγδης. Ο τότε πρωθυπουργός,Γεώργιος Ράλλης δήλωσε: «Και ο Αρχάγγελος Μιχαήλ σπάθην κρατεί στα χέρια του για να αμυνθεί εναντίον των δαιμόνων. Δεν κρατεί άνθη».

Η Σταματίνα Κανελλοπούλου ήταν εργάτρια που δολοφονήθηκε στις 16 Νοεμβρίου 1980 κατά τη διάρκεια της πορείας στην επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου έξω απ' το ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία» όταν η πορεία επιχείρησε να σπάσει την απαγόρευση της αστυνομίας και να κινηθεί προς την Αμερικανική Πρεσβεία, κάτι που προκάλεσε επέμβαση των ΜΑΤ. Ήταν 21 χρονών.


Ο Μιχάλης Καλτεζάς (1970 - 17 Νοεμβρίου 1985) ήταν μαθητής που δολοφονήθηκε - εκτελέστηκε κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων στην επέτειο εξέγερσης του Πολυτεχνείου το 1985. Ο 27 χρόνος τότε αστυνομικός Αθανάσιος Μελίστας πυροβόλησε τον Μιχάλη Καλτεζά στο πίσω μέρος του κεφαλιού από απόσταση είκοσι μέτρων καθώς ο νεαρός έτρεχε μαζί με άλλους διαδηλωτές προς την πλατεία Εξαρχείων.
Η πορεία ξεκίνησε και τελείωσε ομαλά χωρίς κανένα επεισόδιο αφού η περιφρούρησή της από τους διοργανωτές ήταν επιτυχής. Μετά το τέλος της πορείας και ενώ οι διαδηλωτές διαλύονταν σε κάποια ψησταριά των Εξαρχείων σταματά για φαγητό μια ομάδα ΜΑΤ. Από το σημείο περνά μια παρέα αναρχικών που ειρωνεύονται τους αστυνομικούς, ενώ την ίδια στιγμή καταφθάνουν συνάδελφοι των τελευταίων οι οποίοι περίμεναν σε σταθμευμένη κλούβα των ΜΑΤ. Εν τω μεταξύ πολλαπλασιάζονται και οι αναρχικοί που αρχίζουν να καταδιώκουν τους αστυνομικούς, με τα επεισόδια να εξαπλώνονται στο κέντρο της Αθήνας. Κάποια στιγμή, ομάδα διαδηλωτών συμπεριλαμβανομένου του Καλτεζά, βάζουν φωτιά με βόμβες μολότοφ στην κλούβα των ΜΑΤ στην οποία ήταν μέσα και ο Μελίστας. Μετά από αυτή την πράξη και ενώ οι διαδηλωτές αποχωρούν τρέχοντας προς την Πλατεία Εξαρχείων, στη διασταύρωση των οδών Στουρνάρη και Μπόταση, ο αστυνομικός Μελίστας πυροβολεί και σκοτώνει από πίσω τον Καλτεζά. Ασθενοφόρο τον μεταφέρει στον Ευαγγελισμό όπου διαπιστώνεται ο θάνατός του.

Ο Νίκος Τεμπονέρας(1954 - Πάτρα, 08 Ιανουαρίου 1991), ήταν μαθηματικός και εκπαιδευτικός αριστερών πεποιθήσεων και στέλεχος του Εργατικού Αντιιμπεριαλιστικού Μετώπου (ΕΑΜ). Το όνομά του έγινε γνωστό στο πανελλήνιο, όταν δολοφονήθηκε κατά τη διάρκεια των μαθητικών κινητοποιήσεων της περιόδου 1990-91.
Ο Νίκος Τεμπονέρας ήταν ο πρώτος νεκρός στη διάρκεια των μαθητικών κινητοποιήσεων ενάντια στο νομοσχέδιο του τότε Υπουργού Παιδείας Βασίλειου Κοντογιαννόπουλου (θα ακολουθούσαν άλλοι τέσσερις στην Αθήνα από πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στο κατάστημα Κ. Μαρούσης στη διάρκεια διαδήλωσης.
Δράστης της δολοφονίας ήταν ο Ιωάννης Καλαμπόκας, δημοτικός σύμβουλος της Ν.Δ στη Πατρα και πρόεδρος της τοπικής ΟΝΝΕΔ. Η δολοφονία έγινε στις 8 Ιανουαρίου 1991. Ο Καλαμπόκας χτύπησε θανάσιμα τον Τεμπονέρα με λοστό στο κεφάλι στη διάρκεια βίαιων επεισοδίων που σημειώθηκαν στο υπό κατάληψη Σχολικό Συγκρότημα 3ου & 7ου Γυμνασίου και Λυκείου Πάτρας στην πλατεία Βουδ. Οι ομάδες κρούσης της ΟΝΝΕΔ 'Κένταυροι και Ρέιντζερ' βαφτίζονται από την κυβέρνηση 'ομάδες αγανακτισμένων πολιτών με στόχο την ανακατάληψη των σχολείων που τελούσαν υπό κατάληψη. Ο Καλαμπόκας επικεφαλής των ομάδων αυτών μαζί με τους Μυλωνά, Σπίνο, Γραμματικα, Γραμματικόπουλο, με λοστούς και ρόπαλα επιχείρησαν να 'ανακαταλάβουν' το σχολείο και να σπάσουν τη κατάληψη, την οποία υποστήριζαν αρκετοί γονείς και καθηγητές, μεταξύ των οποίων και ο δολοφονηθείς Τεμπονέρας, ιδιαίτερα αγαπητός, σύμφωνα με τις μετέπειτα μαρτυρίες και καταθέσεις, στους μαθητές του.


Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2013

Η μάχη του Μελιγαλά στον ... Πελοποννησιακό πόλεμο τον Σεπτέμβρη του 1944

Ο Μελιγαλάς και ο «μύθος» του

«Τιμή στους χίτες και ταγματασφαλίτες» φώναζαν οι χρυσαυγίτες στην εκδήλωση στον Μελιγαλά που έγινε την περασμένη βδομάδα, Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου, για να τιμηθούν τα θύματα της Πηγάδας. Κρίμα που έλειπαν οι αριστεριστές για να φωνάξουν κι αυτοί με τη σειρά τους «ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΜΕΛΙΓΑΛΑΣ» και να αναβιώσει το κλίμα της Μεταπολίτευσης. 
Η υπόθεση Μελιγαλά είναι βαθιά συνυφασμένη με τα πιο βαθιά τραύματα του Εμφυλίου και ταυτόχρονα ιδεολογικοποιημένη για πολιτική χρήση στο έπακρον. Ο ιστορικός Ιάσων Χανδρινός αναφερόμενος στην εποχή των συνθημάτων αφηγείται τα εξής ευτράπελα; «Αρχές της δεκαετίας του '80.
Το βάρος του "καυτού" εμφυλιακού παρελθόντος αισθητό και στα φοιτητικά αμφιθέατρα, όπου αντιπαρατίθενται από τη μια η ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος Β' Πανελλαδική ή/και η εξέλιξή τους, οι Αριστερές Συσπειρώσεις και λοιπές εξωκοινοβουλευτικές ομάδες, και από την άλλη η τότε ταχέως αναπτυσσόμενη ΔΑΠ-ΝΔΦΚ/ΟΝΝΕΔ, με Ρέιντζερς, Κένταυρους και λοιπές "ομάδες κρούσης".
Οταν οι πρώτοι έβριζαν τους δεύτερους "ΔΑΠίτες - Χίτες - Ταγματασφαλίτες", οι δεύτεροι, παραδόξως για την κοινή λογική, υιοθετούσαν το σύνθημα αυτό, για να τονίσουν αυτάρεσκα την ταυτότητα της "μαχητικής εθνικοφροσύνης", που οι πρώτοι τους απέδιδαν ως βρισιά και ως μομφή. Δηλαδή τα ΟΝΝΕΔόπουλα φώναζαν "Ζήτωσαν οι Χίτες, οι ταγματασφαλίτες, ζήτω η ΟΝΝΕΔ και οι ΔΑΠίτες", και τα τοιαύτα και έπαιρναν την απάντηση "ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-Μελιγαλάς", σε μια ενδιαφέρουσα "γηπεδική" συνομιλία πάνω στην πρόσφατη (1982) απόφαση του ΠαΣοΚ να αναγνωρίσει επίσημα την ΕΑΜική Εθνική Αντίσταση».

Ο Μελιγαλάς προτού γίνει ιδεολογικός μύθος ένθεν κακείθεν ήταν ένα ιστορικό γεγονός που συνέβη λίγο μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Πελοπόννησο.
Οι Γερμανοί έχοντας οργανώσει και ενισχύσει παντοιοτρόπως τα φιλικά τους Τάγματα Ασφαλείας, που έκαναν τις βρώμικες δουλειές εναντίον των ΕΑΜμιτών, φεύγοντας άφησαν στις διοικήσεις τους την ευθύνη των περιοχών με τον φόβο των κομμουνιστών. Από την άλλη μεριά το ΕΑΜ θέλησε να ξεκαθαρίσει την περιοχή πριν από την έλευση της εξόριστης κυβέρνησης.
Ο Μελιγαλάς δεν διαλέχτηκε τυχαία για να γίνει θέατρο των εμφυλιοπολεμικών μαχών.
Με 3.000 περίπου κατοίκους ήταν έδρα των ιταλών καραμπινιέρων (1941-1943), αλλά και ενός τμήματος του γερμανικού στρατού (1943-1944). Εκεί είχε την έδρα του ένα από τα πιο ισχυρά τμήματα των Ταγμάτων Ασφαλείας με 1.000 άνδρες στους οποίους είχαν προστεθεί κι άλλοι που ήρθαν, ένοπλοι αλλά και άμαχοι, κυνηγημένοι από την Καλαμάτα και τα γύρω χωριά.
Υπολογίζεται ότι την εποχή της μάχης το χωριό είχε 7.000 άτομα. Σύμφωνα με τη Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού
(Η απελευθέρωσις της Ελλάδος και τα μετά ταύτην γεγονότα, έκδοση του Στρατού το 1973, που δεν κυκλοφορεί πια) όσο και με τον ιστορικό-δημοσιογράφο της περιοχής Πελοποννήσου Παντελή Μούτουλα (Πελοπόννησος 1940-1945, Βιβλιόραμα) επρόκειτο για μια κανονική μάχη δύο σχετικά ισοδύναμων στρατιωτικών τμημάτων, με παγίδες, επιμέρους επιθέσεις, περικυκλώσεις, νάρκες, διεισδύσεις κτλ.
Επειτα από μάχες τριών ημερών (14, 15, 16 Σεπτεμβρίου) οι ΕΑΜμίτες καταλαμβάνουν την πόλη του Μελιγαλά και ακολουθούν οι εκκαθαρίσεις στην αγορά Μπεζεστένι και κατόπιν στην περίφημη «Πηγάδα», η οποία «αποτέλει είδος φρέατος που είχεν ανορυχθεί δια την ύδρευσιν της κωμοπόλεως».
Ο αριθμός των θυμάτων ποικίλλει ανάλογα με το ποιος τους μετράει. Το Ιστορικό Τμήμα του Στρατού τους ανεβάζει σε 2.000 άτομα. Ο «Σύλλογος Θυμάτων» τους θέλει λίγο λιγότερους, γύρω στους 1.144 (όλοι ενήλικοι άνδρες και 18 γυναίκες).
Το ιατροδικαστικό συνεργείο του Καψάσκη, το 1945, ανακοίνωσε ότι ξέθαψε 708 πτώματα.
 Στο μνημείο είναι γραμμένα 787 ονόματα από 61 πόλεις και χωριά.
Η ΕΑΜική πλευρά μιλάει για πολύ μικρότερους αριθμούς, ο ΕΛΑΣ αναφέρει ότι σκοτώθηκαν 60 αντάρτες και 800 «ράλληδες», ενώ άλλοι υπολογίζουν ότι υπήρξαν 120 σκοτωμένοι στη μάχη και 280-350 εκτελεσμένοι στην Πηγάδα (Σπύρος Ξιάρχος, Η αλήθεια για τον Μελιγαλά, Καλαμάτα, 1982).
Είναι φανερό ότι η σφαγή των αιχμαλώτων είχε ξεφύγει από το πλαίσιο μιας τακτικής, κανονικής μάχης. Τα συσσωρευμένα μίση, οι χρόνιες εμφύλιες διαμάχες και κυρίως ο αγώνας για τη μελλοντική εξουσία φούντωναν τα μίση και όπλιζαν τα χέρια. 
Οπως παραδέχεται και ο «Ριζοσπάστης», το αγριεμένο πλήθος ήταν εκτός εαυτού και με μαχαίρια και τσεκούρια προσπαθούσε να εκδικηθεί τους συνεργάτες των καταχτητών αλλά, ίσως, και να λύσει προσωπικές διαφορές. (Η αλήθεια για τον Μελιγαλά, «Ριζοσπάστης», 11.9.2005).

Μετά το 1982 η επίσημη κυβέρνηση σταματά να παίρνει μέρος στις ετήσιες εκδηλώσεις για τον Μελιγαλά στο πλαίσιο της εθνικής συμφιλίωσης που διακήρυξε το ΠαΣοΚ. Η διαμάχη γύρω από τον Μελιγαλά ατονεί. Η χώρα εισέρχεται στην Ευρώπη και πλέον υπάρχουν άλλες κοινωνικές, πολιτικές και ιδεολογικές προτεραιότητες. Τα επόμενα χρόνια το μνημόσυνο για τα θύματα του Μελιγαλά διεξάγεται από τον «Σύλλογο θυμάτων», έχει χαρακτήρα οικογενειακό και τοπικό.
Σήμερα αυτοί που θυμούνται τον Μελιγαλά είναι νοσταλγοί του παρελθόντος, άνθρωποι που κρίνουν το σήμερα με ό,τι συνέβη πριν από μισό αιώνα. Τα φρικτά γεγονότα του Μελιγαλά είναι άγνωστα στη νέα γενιά και δεν θα μπορούσε κάποιος να τα εκτιμήσει σφαιρικά αν δεν τα τοποθετήσει στο πλαίσιο ενός σκληρού εμφυλίου πολέμου που έδωσε θύματα και από τις δύο πλευρές. Η Ιστορία δεν ζητεί πια δικαίωση της μιας ή της άλλης πλευράς, αλλά κατανόηση. Τι έγινε και γιατί.


Επιστροφή στο παρελθόν
Από τους ταγματασφαλίτες στους χρυσαυγίτες
Στο εφετινό μνημόσυνο στον Μελιγαλά, παρουσία επτά βουλευτών της Χρυσής Αυγής, τα συνθήματα που ακούστηκαν πήγαιναν 30 χρόνια πίσω: «Τιμή στους χίτες και ταγματασφαλίτες», «Αλήτες - φονιάδες -κομμουνιστές», «Τσεκούρι και φωτιά στα κόκκινα σκυλιά». Ο βουλευτής μάλιστα της Χρυσής Αυγής Η. Παναγιώταρος στην ομιλία του έκανε λόγο για «καινούργιους συμμορίτες, δεξιούς και αριστερούς» και είπε ότι τις επετείους όπως αυτή στον Μελιγαλά η Χρυσή Αυγή θα τις κάνει εθνικές εορτές, εάν ποτέ πάρουν την εξουσία.
Τα παιδιά της Χρυσής Αυγής έχοντας κρύψει το ναζιστικό και φασιστικό τους πιστεύω κάτω από τα μαξιλάρια τους, έχοντας ξεχάσει το πιστεύω στο δωδεκάθεο και τον αστρικό κύκλο, αφού προσηλυτίστηκαν με βιασύνη στην Ορθοδοξία, έπρεπε να εφεύρουν έναν ιδεολογικό στιβαρό πυρήνα. Ετσι αναζήτησαν ρίζες στη χούντα και τα ιδεολογικά της τερτίπια, κορυφαίο εκ των οποίων υπήρξε η Πηγάδα του Μελιγαλά.
Η δικτατορία των συνταγματαρχών είχε αναδείξει την ιστορία του Μελιγαλά ως εμβληματικό σημείο αντιπαράθεσης με τον πάντα ελλοχεύοντα γι' αυτήν «κομμουνιστικό κίνδυνο». Από το 1953 ετελούντο στην περιοχή του Μελιγαλά ετήσιες εκδηλώσεις μνήμης και μισαλλοδοξίας. Η χούντα θα αναβαθμίσει τον εορτασμό. Ο χουντικός υπουργός Αθλητισμού (!) Ασλανίδης θα διαμορφώσει τον χώρο των εκτελέσεων (μάντρες, πάρκινγκ κ.ά.) και θα γιορτάζει πλέον με επισημότητα την επέτειο. Τις εκδηλώσεις θα τιμήσουν διά της παρουσίας τους το 1967 ο Παττακός, το 1968 ο «αντιβασιλέας» Ζωιτάκης, ενώ κατεβαίνουν οργανωμένα στην κάθε επέτειο μαθητές, στρατιώτες και «προσκυνητές» - όπως θα γράψει τοπική εφημερίδα - από άλλους ελλαδικούς τόπους.

ΠΗΓΗ ΤΟ ΒΗΜΑ

Η μάχη του Μελιγαλά στη ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ 


Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013

Σάββατο 17 Αυγούστου 2013

Ο Ευάγγελος Αβέρωφ για τη Βασιλεία, τη "γέφυρα" , το κίνημα του Ναυτικού '73.

Είστε δημοκρατικός ή βασιλόφρων; Ερωτώ διότι πολλοί υποστηρίζουν ότι είστε βασιλόφρων…
Δεν είμαι βασιλόφρων, είμαι δημοκρατικός και το έχω αποδείξει σε όλη μου τη ζωή!
Το «βασιλόφρων» βγήκε, ίσως, διότι κατά την οκταετία, που ήμουν υπουργός των Εξωτερικών, είχα δημιουργήσει καλές σχέσεις με τα Ανάκτορα, μέχρις ότου αντιτάχθηκα στο ταξίδι της Φρειδερίκης στο Λονδίνο.

Πως εξηγείται σεις το γεγονός ότι, ενώ στη δημοψήφισμα του 1946 είχατε λάβει θέση εναντίον της βασιλείας, ύστερα υπήρξατε άνθρωπος για τον οποίο λέγεται ότι απολάμβανε της εμπιστοσύνης των Ανακτόρων;
Διότι θεωρούσα τη βασιλεία ως καθιερωμένο καθεστώς στην Ελλάδα, η πολιτεία ήταν δημοκρατική και δεν είχα κανένα λόγο να δημιουργώ ζητήματα και να μην εξυπηρετώ κάτι το οποίο ήταν χρήσιμο, για την ομαλή λειτουργία του πολιτικού μηχανισμού.

Απολαμβάνατε ή όχι της εμπιστοσύνης των Ανακτόρων;
Νομίζω, ναι …

Για ποιο λόγο, πως σας είχαν εμπιστοσύνη, αφού ήταν δεληλωμένη η αντίθεσή σας στον θεσμό;
Ήταν δεδηλωμένη τόσο, ώστε μια φορά σε γεύμα στα Γιάννενα, στην επέτειο της 21ης Φεβρουαρίου, το οποίο πρόσφερε ο Δήμος, με πείραξε η Φρειδερίκη λέγοντας ότι δεν μπορώ να μιλήσω.
Ήταν ένα γεύμα στο οποίο ήταν περίπου 300 πρόσωπα και οι δύο τότε βουλευτές της ΕΔΑ Ιωαννίνων (ήταν μετά τις εκλογές του 1958). Και επειδή επέμενε και με πείραζε ότι δεν μπορώ να μιλήσω και μου είπε «σήκω αμέσως αν μπορείς!», σηκώθηκα και άρχισα ως εξής, και το θυμούνται όλοι στα Γιάννενα :
«Ο μεγαλειότατος και η μεγαλειοτάτη, όπως όλοι οι άνθρωποι, ξέρουν ότι το 1946 υποστήριξα με φανατισμό τη δημοκρατία στο δημοψήφισμα, διότι πίστευα ότι αυτό είναι το καλύτερο πολίτευμα και ότι ταίριαζε σε έναν άνθρωπο νέο, ο οποίος επολιτεύετο για πρώτη φορά στη ζωή του». Έπειτα, όμως, συνέχισα και είπα:
«Όταν, όμως, είδα πως πολιτεύεστε δημοκρατικά, πως προΐστασθε του κράτους κατά  τρόπο δημοκρατικό, τη στάση που τηρήσατε στον ανταρτοπόλεμο κλπ, αποφάσισα ότι έπρεπε να υπηρετήσω υπό το καθεστώς το δικό σας με αφοσίωση κλπ.».

Γιατί, λοιπόν, να μην μου έχουν εμπιστοσύνη; Είχαν εμπιστοσύνη σε όλους… Αλλά ψυχρανθήκαμε με το ζήτημα του ταξιδιού, διότι εγώ υπήρξα ο πρώτος ο οποίος εισηγήθηκε να μην γίνει.

Και αυτό και μόνο το επεισόδιο φθάνει για να δικαιολογήσετε ότι επιστέφετε και πάλι στη θέση σας, την αντιβασιλική;
Δεν είναι θέμα να επιστρέψω ή όχι. Οι πεποιθήσεις μου, οι βασικές, ήταν δημοκρατικές. Εφόσον είχαμε βασιλεία καθιερωμένη, που λειτουργούσε καλά, φυσικό ήταν να υπηρετώ τη βασιλεία. Διότι η βασιλεία στον τόπο ήταν καθεστώς. Τι θα κάναμε; Επανάσταση; Και σε ρωτώ: ποιος από τους υπερδημοκρατικούς της σήμερον αμφισβήτησε τότε τον βασιλέα Παύλο ως βασιλέα και είπε να κάνουμε επανάσταση; Και πόσοι δημοκράτες, σημερινοί, δεν υπηρέτησαν και τον Κωνσταντίνο, είτε κατά τη διάρκεια που ήταν στο θρόνο, είτε κατά τα επτά έτη της εξορίας του;

Θεωρείτε ότι η πολιτεία του Παύλου και του Κωνσταντίνου ήταν η πρέπουσα;
Σε πλείστα θέματα πολιτεύτηκαν άριστα. Σε άλλα, έκαναν σοβαρά λάθη.

Πως αντιμετωπίζετε τις κατηγορίες ότι υπήρξατε «γεφυροποιός»;
Μετά μεγίστης υπερηφανείας! Πρώτο, διότι όσοι ελαφρά τη καρδία προσπαθούν με αυτό τον τρόπο να με μειώσουν αγνοούν ότι δεν ήλθα σε επαφή με τη χούντα.
Και καταλαβαίνει κανείς τι σημαίνει αυτό όταν είναι γνωστό πόσο πολύ οι της διδακτορίας παρακαλούσαν να έχουν επαφές, πόσο θα τους ήταν ευχάριστο.
Και μου έγιναν τότε πολλές προτάσεις. Τον Γεώργιο Παπαδόπουλο δεν τον έχω ποτέ συναντήσει. Ούτε τον Μακαρέζο, ούτε κανένα. Ο Παττακός μόνο με πλησίασε κάποτε σε μια δεξίωση, στην πρεσβεία τη Γιουγκοσλαβική, και ήταν μπροστά ο Γεώργιος Δρόσος και είναι μάρτυς του πόσο ψυχρά του μίλησα.
Άρθρο πρώτο, λοιπόν, δεν είχα ούτε επαφές.
Άρθρο δεύτερο, όχι μόνο δεν ωφελήθηκα από τη χούντα, αλλά, όπως είναι γνωστό, ζημιώθηκα πάρα πολύ με όλα τα κυνηγητά τα οποία μου έκαναν, κυνηγητά τα οποία άρχισαν με καταδίκη πέντε χρόνια φυλακής στην αρχή και τα οποία συνεχίστηκαν με ένα σωρό παρακολουθήσεις και με 26 μήνες έλεγχο του Ιδρύματος Τοσίτσα από τέσσερις διευθυντές του υπουργείου Οικονομικών, με την ελπίδα να με βγάλουν κλέφτη ή ότι παρανομούσα σε κάτι.
Ευτυχώς τότε οι ανώτεροι υπάλληλοι του υπουργείου Οικονομικών, στους οποίους ανετέθη η έρευνα, στάθηκαν στο ύψος της αποστολής τους και αρνήθηκαν να καταλογίσουν δήθεν ευθύνες όπως τους ζητούσαν οι κρατούντες της διδακτορίας.
Θέλω ιδιαίτερα να μνημονεύσω την προσήλωση στο καθήκον και το υψηλό αίσθημα ευθύνης που έδειξε ο τότε σύμβουλος του ελεγκτικού συνεδρίου Νικολάου, ο οποίος και είχε διαταχθεί να ερευνήσει το λεπτότερο ζήτημα, δηλαδή τον τρόπο εφαρμογής της διαθήκης από μένα. Ένας πρώην δήμαρχος Μετσόβου, που είχε διατελέσει και διευθυντής του Ιδρύματος Τοσίτσα, για να καλύψει ατασθαλίες του που μόλις ανακαλύπταμε είχε γίνει πρωτοπαλίκαρο της χούντας και είχε δώσει προς έρευνα 24 ευφυέστατα διατυπωμένες κατηγορίες.
Ο Νικολάου του ελεγκτικού συνεδρίου, τον οποίο ο Ανδρουτσόπουλος είχε διαλέξει διότι στο παρελθόν είχε αποκαλύψει πολλά σκάνδαλα, απέδειξε τις κατηγορίες αβάσιμες και στην έκθεσή του,  και που και που, μου έψαλλε και ύμνο. Σημείωσε ότι τον άνθρωπο αυτόν δεν τον γνώριζα και γι’ αυτό τιμώ ακόμα περισσότερο τη στάση του. ύστερα από την έκθεση αυτή, ο πολύς Ανδρουτσόπουλος, τότε «υπουργός» Οικονομικών, τον απείλησε και του ζήτησε να ανακαλέσει την έκθεση και να συντάξει άλλη!... Σημεία των τότε καιρών…
Λοιπόν, άρθρο δεύτερο, ο «γεφυροποιός» δεν συνεργάστηκε με τη χούντα. Όπως προκύπτει δε από συμβόλαια, πούλησε κατά την επταετία ακίνητα πολλών εκατομμυρίων, αντί να αγοράζει ακίνητα, όπως συνέβη με μερικούς νεοαντιστασιακούς…

Μακάρι να είχε πετύχει η γέφυρα! Δεν είχαμε ψευδαισθήσεις ότι μπορούσε να πετύχει εύκολα, αλλά γι’ αυτό προσπαθούσαμε, χτυπώντας, πιέζοντας, γράφοντας άρθρα, στα οποία ελέγετο και καμιά καλή κουβέντα και πολλές καλές κουβέντες για τον Στρατό. Σημείωσε ότι είχα την ασφαλή πληροφορία ότι ο Στρατός πολύ συνεκινείτο από αυτά  τα πράγματα. Είχα γι’ αυτό μια μικρή ελπίδα, μήπως πετύχω.
Και αν η «γέφυρα» είχε πετύχει, η Κύπρος θα είχε σωθεί, ο ελληνικός λαός θα είχε ταλαιπωρηθεί πολύ λιγότερο και πλείστα όσα θα είχαν αποφευχθεί. Υπήρξε, λοιπόν, μια πολιτική συνειδητή και δυναμική, εθνική και αξιοπρεπής.
Και γι’ αυτό δεν με πιάνουν καθόλου οι κατηγορίες αυτές. Είμαι περήφανος γι’αυτά…

Θα ρωτήσω τώρα: Ο Καραμανλής ήταν εν γνώσει της πολιτικής αυτής;    
Ο Καραμανλής ήταν βεβαίως εν γνώσει της πολιτικής αυτής. Του την ανέφερα ή την έβλεπε. Νομίζω ότι διαφωνούσε με ορισμένες λεπτομέρειες…

Την πολεμική που σας γίνεται γι’ αυτή την πολιτική του «γεφυροποιού», πως την κρίνετε;
Γίνεται με πρόθεση να με ζημιώσει πολιτικά. Νομίζω όμως ότι, ενώ εμένα με αφήνει παγερότατα αδιάφορο, στον περισσότερο κόσμο όχι μόνο δεν με βλάπτει, αλλά με ωφελεί! Διότι ξέρει ο κόσμος ότι δεν κέρδισα τίποτα από αυτή την πολιτική, ότι δεν έκανα την παραμικρή υποχώρηση, κυνηγήθηκα κατά πολλούς τρόπους, και πιστεύει στην ειλικρίνεια των προθέσεών μου.

Τώρα κάτι άλλο: είσθε φιλοαμερικανός κατά γενική εκτίμηση. Γιατί; Και μέχρι ποιο σημείο;
Είμαι φιλοδυτικός, διότι πιστεύω ότι η Ελλάς ανήκει από κα΄θε άποψη στη Δύση. Αυτό δεν σημαίνει ότι είμαι εναντίον άλλων συνασπισμών ή αδεσμεύτων.
Απόδειξη η υπουργία μου επί των Εξωτερικών επί οκτώ χρόνια, στην οποία βασίσθηκε όλη η βελτίωση των σχέσεων και με τη Σοβιετική Ένωση και με τους Αδεσμεύτους. Αλλά πιστεύοντας ότι πρέπει να καλλιεργήσουμε σχέσεις με τους άλλους, πιστεύω ακράδαντα ότι τα συμφέροντα τα βασικά του Έθνους είναι συνδυασμένα με τα συμφέροντα της Δύσεως.

Μέχρι ποιο βαθμό; Θα ήταν λ.χ. δυνατό να υπάρξει αιτία για την οποία θα πάψετε να είστε φιλοδυτικός;
Βεβαίως! Αν οι φιλοδυτικοί μας ζημιώσουν, μας προσβάλλουν, μας προδώσουν…

Ένα θέμα, τώρα, τελείως προσωπικό: Ποιες είναι οι προσωπικές φιλοδοξίες σας;

Δεν ξέρω τι να απαντήσω. Δεν θα με πιστέψεις… Οι φιλοδοξίες μου είναι να πεθάνω με έντιμο όνομα, αν προφθάσω να επιστρέψω στη γη και στα γράμματα και στα κοινωφελή έργα μου, τα οποία και μου δίνουν μεγαλύτερες ικανοποιήσεις από την πολιτική…



Ας έλθουμε στα περίπου σύγχρονα … Αναμιχθήκατε στο κίνημα του Ναυτικού το ’73. Πιστεύατε πράγματι ότι μπορούσε να πετύχει;
Στο κίνημα του Ναυτικού αναμείχθηκα όταν πείσθηκα εντελώς ότι αποχώρηση από τους δικτάτορες δεν ήταν δυνατό να περιμένουμε.
Αναμείχθηκα διότι, όπως μου παρουσίασαν οι γενναίοι αυτοί αξιωματικοί τα πράγματα, θεωρούσαν ότι η έξοδος του Στόλου ήταν εύκολη. Δεν ήξερα ότι αυτή ήταν η κύρια δυσκολία. Κατά τα άλλα, ήταν απολύτως δυνατό να πετύχει. Μερικοί, νομίζω άκριτοι, θεωρούν ότι το Ναυτικό δεν μπορούσε να επιβάλει τις θελήσεις του. Αλλά το Ναυτικό είχε πολύ καλά μελετήσει επιτελικά το θέμα και ήταν πολύ πιθανό να επέβαλλε τις απόψεις του. Διότι:
Επρόκειτο να θέσει, μόλις έβγαινε ο Στόλος, ένα τελεσίγραφο στη δικτατορία, με το οποίο θα ζητούσε να παραδώσει την εξουσία εντός 24 ωρών, για να υπάρξουν δημοκρατικές διαδικασίες. Αν ύστερα από 24 ώρες δεν εδέχοντο, όπως ήταν για μένα πολύ πιθανό, τότε θα εκηρύσσετο αποκλεισμός των Αθηνών. Και από μεν θαλάσσης και αέρος ο αποκλεισμός ήταν ευκολότατος, όταν θα ήταν ο Στόλος παραταγμένος στον Σαρωνικό. Από ξηράς, επρόκειτο να διακηρυχθεί μέσω των ασυρμάτων προς τα ξένα πρακτορεία ειδήσεων και να εκτελεσθεί αποκλεισμός με βομβαρδισμό μικρών γεφυρών, οι οποίες ήδη είχαν επισημανθεί στην εθνική οδό προς τη Θεσσαλονίκη καις την οδό προς την Κόρινθο.
Αυτό σήμαινε για την Αθήνα φοβερά πράγματα. Εμείς δε απ’ έξω, ο Χριστόφορος Στράτος και εγώ, είχαμε αναλάβει την υποχρέωση μόλις θα γινόταν αυτό, να οργανώσουμε μια μαζική κάθοδο ανθρώπων προς τα μπακάλικα και προς τις τράπεζες. Αυτό, λίγο να ξεκινούσε και με τη μετάδοση από τα ξένα ραδιόφωνα της πληροφορίας ότι αποκλείεται από τρόφιμα η Αθήνα, θα κατέληγε σε ζήτημα φοβερό για τη δικτατορία. Και όπως είχαμε συμφωνήσει (γι’ αυτό το σκοπό, άλλωστε, είχα πει ότι δεν πρέπει να επιβώ στα πλοία), επρόκειτο να δω τον Παπαδόπουλο.
Θα του έλεγα: «Τόσο καιρό, σας φωνάζω συνεννόηση, ποτέ δεν δέχτηκα να συναντηθούμε, τώρα όμως έρχομαι για να σας ρωτήσω που θα πάει αυτή η δουλειά…Εδώ πάει προς χρεοκοπία η οικονομία»…
Διότι εντός 24 ωρών οι τράπεζες θα είχαν υποχρεωθεί να κλείσουν, τα μπακάλικα θα είχαν αδειάσει , ο Χριστόφορος Στράτος είχε αναλάβει να κινητοποιήσει φοιτητές για να γίνουν και άλλες εκδηλώσεις, ο ήδη βουλευτής Λαρίσης Φασούλας είχε οργανώσει τη Λάρισα, άλλοι άλλες επαρχίες. Θεωρώ σχεδόν βέβαιο ότι, αν είχε γίνει αυτό, η δικτατορία ήταν υποχρεωμένη να υποχωρήσει.
Θα έλεγα ακόμα στον Παπαδόπουλο: «Δωστε μου ένα ελικόπτερο, να πάω στα πλοία να ανοίξουν τους δρόμους τουλάχιστον, αλλά πρέπει να δεχθείτε αυτό και εκείνο. Κάτι θα ήταν υποχρεωμένος να κάνει!».

Πότε σας συνέλαβαν;
Είμαι ο μόνος που συνέλαβαν 45 μέρες μετά. Συνέλαβαν πρώτα όλους τους αξιωματικούς, την πρώτη εβδομάδα, τις πρώτες μέρες, συνέλαβαν μερικούς άλλους, και εμένα με συνέλαβαν στις 3 Ιουλίου. Το κίνημα ήταν να εκδηλωθεί στις 21 Μαίου το βράδυ.


Πόσο μείνατε κρατούμενος στην ΕΣΑ;
Στην ΕΣΑ έμεινα 53 ημέρες.

Που και πως σας συνέλαβαν;
Συνελήφθην εδώ, σ’ αυτό το σπίτι, στα 5.30΄ το πρωι. Έγινε μια έρευνα στα χαρτιά μου …

Ποιοι ήρθανε;
Άνθρωποι της Ασφάλειας με πολιτικά, ούτε ένταλμα συλλήψεως μου έδειξαν ούτε τίποτα. Αλλά εγώ το ήξερα, το περίμενα… Διότι, από όσα είχαν γραφτεί στις εφημερίδες, ήξερα ότι ο Αβέρωφ είχε αποκαλυφθεί πλήρως, προπαντός γιατί έλεγαν περί μεταβάσεως στο Παρίσι απεσταλμένου ο οποίος πήγε μήνυμα στον Καραμανλή και έφερα πίσω άλλο μήνυμα… Και αυτός ήμουν εγώ.

Και που σας πήγαν;
Κατ’ ευθείαν στο ΕΑΤ/ΕΣΑ. Η πρώτη μεταχείριση που μου επεφύλαξαν ήταν εκπληκτική. Με περιέβαλαν δεσμοφύλακες και αυτοί, σαν να ήμουν ο τελευταίος λωποδύτης, άκουσα «σταυρούς και παναγίες», άκουσα «κάτσε κάτω , ρε, ποιος νομίζεις ότι είσαι;» και τέτοια πράγματα.
Μου πήραν τα πάντα, ούτε κάτι χάπια που είχα για λόγους υγείας δεν μου άφησαν…
Μου πήραν χαρτιά και μολύβια που είχα βάλει στη σάκα μου και δυο βιβλία, τα κλειδιά μου… Το μόνο που μου άφησαν, και ήταν το πολυτιμότερο, γιατί είχα κάτι να κάνω μ’ αυτό ήταν μια τσίχλα!

Σας έβαλαν σε κελί;
Έμεινα 53 μέρες στο ίδιο κελί που κρατήθηκαν ο φίλος μου ο Μήνης και ο φίλος μου ο Μαύρος, κελί το οποίο δεν είχε παράθυρο…
Ποιους είδατε από τους αξιωματικούς εκείνης της εποχής;
Όλους σχεδόν, και αυτοί μου φέρθηκαν καλά.
Ποιον είδατε πρώτο;
Τον Χατζηζήση, ο οποίος με ανέκρινε και ου φέρθηκε καλά. Με συνέλαβαν στις 3 Ιουλίου και ως τις 7 Ιουλίου το πρωί αρνιόμουνα κάθε γνώση του θέματος.
Υπάρχει η κατάθεσή μου στις 7 Ιουλίου, στην οποία λέω ότι «όλα αυτά που μου λέτε εγώ δεν τα ξέρω. Και από τα πρόσωπα που μου λέτε εγώ γνωρίζω μόνο τον Χριστόφορο Στράτο κοινωνικώς και τον Γεώργιο Σέκερη, διπλωματικό, που υπηρέτησε υπό τας διαταγάς μου».
Έπειτα, μου έδειξαν καταθέσεις διαφόρων συγκρατούμενων. Κατάλαβα τότε, ότι οι ανακριτές μου γνώριζαν τα πάντα και ότι έπρεπε να καταθέσω για δύο λόγους.
Ο ένας, γιατί δεν  ήταν νοητό, εφόσον, όπως νόμιζα, θα πηγαίναμε Στρατοδικείο, να εμφανισθώ εγώ εγκαταλείπων όλους τους συντρόφους και θέλων να γλυτώσω λέγοντας ψέματα, αφού όλα είχαν αποδεχθεί.
Ο δεύτερος λόγος ήταν διότι, από καταθέσεις που μου διάβασαν, είδα ότι μερικοί είχαν πει πράγματα τα οποία έπρεπε να «στρογγυλέψω»,
Δηλαδή, το μήνυμα Καραμανλή το είχαν παρουσιάσει, μερικοί ως αποθαρρυντικό, άλλοι ως πολύ ενθαρρυντικό. Επρόκειτο να είναι κατηγορούμενος και ο Καραμανλής. Ήθελα λοιπόν να τα παρουσιάσω τα πράγματα λιγότερο επιβαρυντικά. Επίσης, μου είπαν – πράγμα ανακριβές – ότι επρόκειτο να βομβαρδιστούν τα διυλιστήρια του Ασπροπύργου. Αυτά όλα στην περίπτωση Στρατοδικείου θα ήταν φοβερά επιβαρυντικά και έπρεπε να καταθέσω ότι αυτά ήταν όλα παραμύθια …
Τον Ιωαννίδη τον είδατε εκεί;
Όχι, ποτέ. Κυρίως είχα να κάνω με τον Χατζηζήση.

Και ποιος άλλος ήταν;

Στην ανάκριση κανένας άλλος, μόνο ο Χατζηζήσης. Είδα όμως διαφόρους, γνώρισα εκεί τον Σπανό, τον Αντωνόπουλο, τους πάντες. Το τυχερό μου εμένα ήταν το εξής εκεί πέρα: ότι το πρώτο βράδυ, μετά τρίωρη άρνηση πως δεν ξέρω τίποτε, εγώ λιποθύμησα και μάλιστα άσχημα. Πρόφτασα να ακούσω, πέφτοντας, τον Χατζηζήση να φωνάζει: «Γιατρό, νερό! Γρήγορα γιατρό!» Και όταν ξύπνησα, ο Χατζηζήσης μου φέρθηκε καλά, μπορώ να πω …Εγώ δεν έφαγα ξύλο … όταν συνήλθα, ήμουν ξαπλωμένος κάτω στο πάτωμα και ήταν επάνω μου σκυμμένοι ο Χατζηζήσης και κάτι άλλοι, που τότε δεν τους γνώριζα, και ο γιατρός ο Κόφας, ο οποίος και αυτός μου φέρθηκε καλά. Εκείνη την ώρα, χωρίς να έχω ανοίξει τα μάτια, τον άκουσα να έλεγε: «Δεν βρίσκω τίποτε το οργανικό, θα ήταν σπασμός της αορτής για ψυχολογικούς λόγους και ανεπαρκής αιμοδότηση του εγκεφάλου».
Εγώ, γνωρίζοντας λίγο από ιατρική, όταν άκουσα «ανεπαρκής αιμοδότηση του εγκεφάλου» σκέφτηκα ότι θα μου μείνει κάποια αναπηρία. Άρχισα, λοιπόν, πρώτα να κουνάω τα πόδια, είδα ότι κουνιόνταν. Μετά, κούνησα τα χέρια,
Λέω μετά να δω αν μπορώ να μιλήσω και άνοιξα τα μάτια μου, μου μίλησαν αμέσως όλοι, μίλησα και εγώ, σκέφτηκα: Εντάξει!
Αυτοί είχαν τρομοκρατηθεί, διότι θα σκέφτηκαν: αν μας πάθει κάτι ο Αβέρωφ, ή αν γίνει Μουστακλής; ….
Αργότερα με την αμνηστία με άφησαν ελεύθερο…

Από όσα μου είπατε προκύπτει σαν συμπέρασμα ότι ο βίος σας είναι εξαιρετικά πολυκύμαντος. Εσείς πως χαρακτηρίζετε την ως τα σήμερα ζωή σας;
Σε ορισμένες φάσεις του πολυκύμαντου αυτού βίου μου αισθάνθηκα πολύ άσχημα και ένιωσα απερίγραπτη πίκρα.
Σε άλλες, ένιωσα πολλές και ποικίλες χαρές.
Εκ των υστέρων χαίρομαι εξαιρετικά που έζησα αυτές τις έντονες και πολυκύμαντες φάσεις…
----------------------------------------
Από το βιβλίο του Σταύρου Ψυχάρη «Οι μνηστήρες της εξουσίας – στο παιχνίδι της αλήθειας»
Δημοσιεύονται συνεντεύξεις του 1977 με τους Ευάγγελο Αβέρωφ, Αντρέα Παπανδρέου, Ηλία Ηλιού, Γεώργιο Μαύρο, Παναγή Παπαληγούρα, Γεώργιο Ράλλη, Χαρίλαο Φλωράκη. Επανέκδοση για το ΒΗΜΑ ΔΟΛ 2013



      


Παρασκευή 9 Αυγούστου 2013

Ο Ευάγγελος Αβέρωφ σαν άνθρωπος περισσότερο (ΙΙ)

Από τα μυθιστορήματα που διαβάζετε, ποιο είδος προτιμάτε;

Το ιστορικό… Αλλά δεν σου είπα για την αγάπη μου, τη μεγάλη αγάπη μου προς τη γη…Η αγάπη μου προς τη γη ίσως οφείλεται στο γεγονός ότι στην ουσία γεννήθηκα και μεγάλωσα στα χωράφια.
Διότι ήταν η εποχή των μεγάλων κτημάτων. Ο πατέρας μου είχε μεγάλα κτήματα στη Λάρισα και στα Τρίκαλα και ωσότου έβγαλά το δημοτικό σχολείο έζησα εκεί. Γνώρισα όλε τις εποχές του έτους, από τα οργώματα και τη σπορά ως το φύτρωμα του σταριού, το θέρισμα και τα αλώνια, που τότε ήταν πολύ πιο γραφικό από ό,τι είναι σήμερα. Και νομίζω ότι η αγάπη μου προς τη γη εκεί οφείλεται, στο ότι η καλλιέργεια μου μιλάει πάρα πολύ έντονα και πιστεύω ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο έντονο απ’ αυτή την απασχόληση. Διότι, όταν καλλιεργείς τη γη, μιλάς με τον θεό! Αυτό το μυστήριο, το να βάζεις ένα σπυρί στη γη και από εκεί να μεγαλώνει σιγά σιγά και να γίνεται καρπός, που είναι μυστήριο άλυτο, είναι μια συνομιλία με τον Θεό. Όταν βέβαια αυτό κατορθώνεις να το συνδυάσεις και με προσοδοφόρα απασχόληση, τότε το πράγμα είναι τέλειο, Διότι, από τη μια, σου δίνει αυτές τις απίστευτες ικανοποιήσεις και, από την άλλη, σου δίνει και τα μέσα να ζήσεις καλά.
Εγώ έβαλα τελευταία, μόλις άρχισε η δικτατορία, ένα χωράφι το οποίο έχομε μαζί με τον αδερφό μου, μου το άφησε ο αδερφός μου να το εκμεταλλεύομαι εγώ όπως θέλω, 203 στρέμματα…

Δεν είναι χωραφάκι, δηλαδή, είναι κτήμα!...

Στις συνθήκες τις σημερινές της Θεσσαλίας, 200 στρέμματα δεν είναι καθόλου κτήμα. Είναι μόλις ένας κλήρος, από τον οποίο δεν μπορεί να ζήσει μια οικογένεια, Αλλά το μετέτρεψα σ’ ένα τους πιο επιστημονικά καλλιεργημένους αμυγδαλεώνες της Ελλάδος. Έβαλα 4.000 αμυγδαλιές και κάπου 10.000, γύρω - γύρω, άλλα δέντρα, καλλωπιστικά, καρποφόρα κλπ. Λοιπόν στις 4.000 αυτές αμυγδαλιές το σχήμα τους το έχω δώσει εγώ. Διότι το δέντρο, όταν στην πρώτη – δεύτερη χρονιά αρχίζει να βγάζει τα κλαριά, το κλαδεύεις, και αυτό το κλάδεμα καθορίζει το σχήμα που θα πάρει. Λοιπόν, το να ξέρεις ότι σε κάθε δέντρο εσύ, με τα χέρια σου, με τη σκέψη σου, όρισες το σχήμα που θα πάρει, αυτό είναι μια μυστική συνεχής συνομιλία με τη φύση, με το θαύμα. Και πρέπει να σου πω ότι πραγματικά περισσότερο από όλα με συγκινεί η γεωργία.

Ένα άλλο θέμα τώρα. Υπήρξατε υπουργός Εξωτερικών για πολλά χρόνια. Από τους σημερινούς ξένους πολιτικούς, ποιους γνωρίζετε προσωπικά;
Γνωρίζω πολλούς, με επικεφαλής τον Τίτο, τον οποίο έχω συναντήσει επτά – οκτώ φορές. Αλλά, βέβαια, υπάρχουν και πολλοί άλλοι, όπως Κένεντυ, Αντρεότι, Χηθ, Μακναμάρα, Λουνς …

Ποια είναι η μεγαλύτερη προσωπικότητα που γνωρίσατε;
Η απάντηση είναι δύσκολη. Διότι, καταλαβαίνεις, για να ανέλθει κανείς στο ύπατο αξίωμα της χώρας του δεν μπορεί να είναι ένας τυχαίος άνθρωπος και, πάντως, θα προκαλέσει εντύπωση. Αν είμαι υποχρεωμένος να πω από όσους ανθρώπους γνώρισα ποιοι παραπάνω από άλλους με εντυπωσίασαν, θεωρώντας και όλους τους άλλους μεγάλες προσωπικότητες, θα σε ξαφνιάσω αν σου πω ότι πρώτο θεωρώ τον Τίτο. Μου κάνει εντύπωση αυτός ο άνθρωπος και ως συζητητής, αλλά προπαντός αν σκεφθεί κανείς ότι την ώρα του μονολιθισμού των κομμουνιστικών κομμάτων, όταν ο Στάλιν κυβερνούσε ως δεσπότης τους πάντες, τότε ο Τίτο τόλμησε και «κράτησε κεφάλι», απόλυτα ανεξαρτητοποιήθηκε, κατόρθωσε να τα βγάλει πέρα. Αυτό σου δείχνει αμέσως τις διαστάσεις ενός ανθρώπου εντελώς ασυνήθους. Πέραν αυτού, είναι ο άνθρωπος ο οποίος δημιούργησε παγκοσμίως μια σχολή, τη σχολή του «Τρίτου Κόσμου». Λοιπόν, γι’ αυτό επειδή έβαλε τη σφραγίδα του πολύ βαθιά και στη Γιουγκοσλαβία και έξω από τη Γιουγκοσλαβία, νομίζω ότι θα μπορούσα να τον βάλω πρώτο.

Αμέσως μετά θα έβαζα τον ντε Γκωλ, ο οποίος μπορεί να είχε μερικά πράγματα που ξάφνιαζαν και προκαλούσαν μια αντίδραση, αλλά έχει και αυτός απίθανα πράγματα στο ενεργητικό του. Και μ’ αυτόν είχα την ευκαιρία να συναντηθώ επανειλημμένα. Μια φορά δε, με ειδική εντολή του Καραμανλή, είχα συζητήσει προσωπικά μόνος μαζί τους ένα πολύ σοβαρό θέμα, είχα πάει ειδικά στο Παρίσι.
Έκανε φοβερή εντύπωση, όταν συζητούσε περίπλοκα θέματα, για την καρτεσιανή του λογική. Ήταν καρτεσιανός εντελώς. Να σκεφθείς μια Γαλλία κατακτημένη και ντροπιασμένη και αυτός ολομόναχος, με πέντε – έξι ανθρώπους, με την καχυποψία ένα σωρό άλλων ανθρώπων, με εχθρότητα της γαλλικής κυβερνήσεως του Βισύ, η οποία είχε ακόμα υπό τον έλεγχό της όλες τις αποικίες, κατόρθωσε  με το πρόσωπό του  και τη σήκωσε τη Γαλλία και την έβαλε μέσα στους νικητές!
Είναι κάτι εντελώς απίθανο… Έπειτα, αν σκεφθείς το πώς τράβηξε χέρι από την Αλγερία, με αντίθετο τον γαλλικό στρατό ή πάντως ένα μεγάλο μέρος του γαλλικού στρατού… Και αν δεν είχε, τότε, την τόλμη να το κάνει αυτό, δεν ξέρω αν δεν βούλιαζε τελικά η Γαλλία…

Στην ίδια κατηγορία, υπό άλλη μορφή, θα έβαζα, θα σου φανεί περίεργο αυτό, τον Χρουστσώφ.
Υπήρξε και αυτός ένας άνθρωπος τον οποίο τον οποίο γνώριζα αρκετά, διότι μια φορά στα Ηνωμένα Έθνη συγκρουστήκαμε δημοσίως, κατά τρόπο πολύ θεαματικό. Του άρεσε αυτό! Και με κάλεσε και κουβεντιάσαμε … Ήταν ένας πολύ δυναμικός άνθρωπος, πολύ χαριτωμένος. Όταν θύμωνε γινόταν κάπως απεχθής, αλλά όταν συζητούσε και όταν «καλόπιανε» είχε μια χάρη αγαθότατου και λαμπρού χωρικού, η οποία ήταν σαγηνευτική. Λοιπόν και ο Χρουστσώφ … Αυτός άλλαξε τον ρου του κομμουνισμού, άλλο αν έκανε παρεμβάσεις μερικές φορές, όπως της Ουγγαρίας κλπ. Πάντως, επί των ημερών του οι συνθήκες στη Ρωσία έγιναν πιο φιλελεύθερες και πήραν ανεξαρτησία οι επαρχίες, οι τιμωρίες έπαυσαν να είναι σταλινικές κλπ. Και όλα αυτά μέσα σ’ ένα πολύ δύσκολο πλαίσιο, διότι ήταν όλος ο σταλινισμός ολοζώντανος ακόμα…

Ποια περίοδο της ζωής σας θυμάστε πολύ έντονα;
Ο Αντρεότι έγραψε ένα διήγημα για μένα με τίτλο «Ελ Γκρέκο» Αναφέρεται στη δράση μου στον καιρό της Κατοχής. Τότε στη Λάρισα άρχισε να συγκροτείται η «Ρωμαϊκή Λεγεώνα» με τη βοήθεια του ιταλικού στρατού κατοχής, η οποία διακήρυξε ότι θα συγκεντρώσει όλους τους «βλάχους», ότι θα κάνει στρατό «βλάχικο», τον οποίο και έκανε με 3.000 άνδρες, ο οποίος είχε σκοπό να βοηθεί του Ιταλούς, να ανακαλύπτει όπλα, κατασκόπους και λοιπά. Και διακήρυξε ότι επρόκειτο να ιδρυθεί και βλάχικο πριγκιπάτο!

Λοιπόν;
Λοιπόν, εγώ όντας κουτσόβλαχος διότι κατάγομαι από το Μέτσοβο, το οποίο μιλεί την κουτσοβλαχική, βγήκα τότε στο κλαρί, στη δημοσιότητα, και είπα: «Είμαι κουτσόβλαχος, αλλά ο κουτσόβλαχος είναι Έλληνας!».
Και κάναμε αμέσως μια ομάδα που δημιούργησε μια πολύ μεγάλη ιστορία, την οποία έχω γράψει και σε κάποιο βιβλίο, Η πολιτική πλευρά του κουτσοβλαχικού ζητήματος.
Είχε καταταλαιπωρηθεί πολύ τότε ο πληθυσμός, τυράννησαν κόσμο, κρεμούσαν κόσμο από τα πόδια στις πλατείες, για να τους αναγκάσουν να γραφτούν στη «Ρωμαϊκή Λεγεώνα» και, στο τέλος, όταν η δική μας κίνηση ήταν αρκετά επιτυχής, μας συνέλαβαν στις 28 Απριλίου το 1942 και μας έστειλαν στην Ιταλία.
Εκεί, έκανα δυο μήνες φυλακή, επτά μήνες σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως, άλλους επτά – οκτώ μήνες σε χωριά υπό περιορισμό. Από εκεί αρκετοί δραπετεύσαμε. Εγώ δραπέτευσα, κατέβηκα στη Ρώμη και ήθελα να περάσω στις γραμμές των Συμμάχων, στα νότια της Ιταλίας. Δεν τα κατάφερα και έμεινα στη Ρώμη.
Στη Ρώμη, άρχισα να κινούμαι. Είχα ψεύτικα χαρτιά, με έβαλαν σε επαφή με τη μυστική οργάνωση «Ντεμοκρατία Κριστιάνα». Η «Ντεμοκρατία Κριστιάνα» με έβαλε και συνεργάστηκα με τον παράνομο μηχανισμό της και μ’ εκείνο των κομμουνιστών, Σιγά – σιγά, ύστερα, με Έλληνες, οργάνωσα τη δραπέτευση 200 Ελλήνων αξιωματικών… Ε, εκεί δημιουργήθηκαν ένα σωρό προβλήματα, ένα σωρό περιστατικά για να τους συντηρήσω. Μετά, μαζί με έναν άλλο φίλο μου, τον Μελετίου, μπήκαμε στην υπηρεσία της «Ιντέλιντζες», η οποία είχε την έδρα στο Βατικανό. Και η «Ιντέλιτζες», η οποία είχε παραλύσει γιατί σχεδόν όλους τους πράκτορες τους είχαν συλλάβει, μας χρησιμοποίησε εμάς για διάφορες αποστολές και σαν αντάλλαγμα έδινε χρήματα στην Ελβετική Πρεσβεία, η οποία είχε κόψει «μηνιάτικο» για τους Έλληνες δραπέτες. Εκεί τα επεισόδια είναι άπειρα,,,
Ένα μόνο από αυτά διηγείται ο Αντρεότι σ’ εκείνο το διήγημα και αυτό δεν το διηγείται σωστά, ίσως γιατί δεν θυμάται καλά.

Επίσης μας χρησιμοποίησε η «Ιντέλιτζες» πολλές φορές σε πολλά ταξίδια μέσα στην Ιταλία, πρώτον για να συνδράμουμε Βρετανούς, οι οποίοι είχαν δραπετεύσει και βρίσκονταν σε απόγνωση και πηγαίναμε και τους μαζεύαμε και τους δίναμε χρήματα, τρόφιμα κλπ και δεύτερον για πληροφορίες.
Το πιο χαρακτηριστικό γεγονός είναι το ότι φέραμε στο Βατικανό, στους Άγγλους, τα στοιχεία για τις οχυρώσεις της «γραμμής των Απεννίνων», που ήταν μια νέα γραμμή αμύνης την οποία ετοίμαζαν οι Γερμανοί στα Απέννινα, πολύ βορείως της Ρώμης.
Αυτά, λοιπόν, τα στοιχεία, ταξιδεύοντας με πλαστά χαρτιά, κατορθώσαμε και τα φέραμε. Αυτά είναι γεγονότα τα οποία έχουν μνημονευθεί σε δύο – τρία αγγλικά βιβλία, μερικών που υπηρέτησαν εκεί, οι οποίοι μας περιγράφουν, τον Μελετίου και εμένα, ως απολύτως τρελούς, διότι είχαμε την τρέλα να ταξιδεύουμε ακόμα και με φωτογραφική μηχανή! Φυσικά, δεν λένε ότι ήταν φωτογραφική μηχανή  από εκείνες τις μικρές, που είναι σαν επίμηκες κουτάκι τσιγάρα, ήταν μηχανές κατασκοπείας.
Εμείς εμφανιζόμασταν, τότε, ως έμποροι φαρμάκων. Οι έμποροι φαρμάκων στη Ρώμη ήταν πάρα πολύ δημοφιλείς, διότι όλη η βιομηχανία ήταν στο Βορρά και γύριζαν με τα αυτοκίνητα γεμάτα φάρμακα και πρόσφεραν μεγάλη υπηρεσία.
Εμείς, λοιπόν, πηγαίναμε, αγοράζαμε φάρμακα, τα φέρναμε στη Ρώμη, τα πωλούσαμε.
Αλλά καθ’ οδόν «χάναμε το δρόμο» στα Απέννινα και με τη μηχανή φωτογραφίζαμε!
Μετά, όταν απελευθερώθηκε η Ρώμη, η κυβέρνηση η ελληνική μου πρότεινε, με υπουργό Ναυτικών μάλιστα τον Αλέξανδρο Μυλωνά, να επιστρατευθώ και να μείνω στη Ρώμη, στην Ελληνική Στρατιωτική Αποστολή, διότι γνώριζα πλέον τον τόπο, γνώριζα ιταλικά. Και έτσι έμεινα άλλους δέκα μήνες, ως αξιωματικός Κατοχής!
Ήταν από τις πολύ ωραίες περιόδους της ζωής μου, γιατί ήμουν μόλις 34 ετών και είχα «πλάκα τα γαλόνια»! Αυτή ήταν η περιπέτειά μου στην Ιταλία …

Πριν από την Κατοχή, τι κάνατε;
Πήγα εθελοντής το 1940, σε μια μικρή ομάδα υπό τον ταγματάρχη Πυροβολικού Αχιλλέα Καράκαλο. Αυτή η μάδα είχε «προικοδοτηθεί» από τους Άγγλους με τελειότατα εκρηκτικά και εμπρηστικά μηχανήματα και είχε ως αποστολή να βρίσκει τους κατάλληλους ανθρώπους, να τους φέρνει στα πιο προωθημένα και κατάλληλα σημεία, για να μείνουν πίσω από τις ιταλικές γραμμές, να κάνουν καταστροφές.
Τότε είναι που συνδέθηκα πολύ με τον Μητροπολίτη τότε Ιωαννίνων Σπυρίδωνα, ο οποίος αργότερα έγινε Αρχιεπίσκοπος. Η δουλειά ήταν άκρως απόρρητη και εμένα με έβαλαν διότι νόμιζαν ότι ως Αβέρωφ ήξερα την Ήπειρο. Εγώ δεν την ήξερα!
Ευτυχώς γνώρισα τον Μητροπολίτη και εκείνος μου έβρισκε πλέον ό,τι καταλληλότερο υπήρχε. Μετά, έγινα νομάρχης στην Κέρκυρα, τέλη Φεβρουαρίου, μέχρι της καταλήψεως …


Κάνατε στο παρελθόν ρουσφέτια ως πολιτικός;
Βεβαίως!

Και κάνετε ακόμα;
Πρώτον, εξαρτάται από τι ονομάζεις ρουσφέτι. Αν ονομάζεις ρουσφέτι την παράνομη «εξυπηρέτηση» φίλων, τέτοια δεν έκανα. Ή, αν έκανα, έγιναν εν αγνοία μου, από τα γραφεία μου. Αν ονομάζεις ρουσφέτι τη νόμιμη και ανθρώπινη εξυπηρέτηση, να βοηθήσω κάποιον να εισαχθεί σε νοσοκομείο, να κοιτάξω να ευνοηθεί σε κάτι στο οποίο δεν επρόκειτο να αδικηθεί κανένας άλλος, τέτοια έκανα.
Όταν ήμουν νέος, έκανα περισσότερα από ό,τι ίσως κάνω τώρα. Αλλά δεν χρειάστηκε να κάνω πολλά. Γιατί από την αρχή είχα τη θέση, η οποία βγήκε πάρα πολύ αληθινή, ότι η καλύτερη «μικροπολιτική» από άποψη συγκεντρώσεως ψήφων είναι να κάνεις γενική πολιτική.
Με το ρουσφέτι, θα ευχαριστήσεις έναν, θα δυσαρεστήσεις δέκα. Μια φορά λ.χ. το Ίδρυμα Τοσίτσα, όταν άρχισε να αναπτύσσεται, αποφάσισε να αγοράσει ένα αυτοκίνητο. Και ανέκυψε το ζήτημα της προσλήψεως οδηγού. Στο Μέτσοβο, οδηγοί για πρόσληψη υπήρχαν τέσσερις. Πήραμε, φυσικά, τον ικανότερο, για να μην πάθει το αυτοκίνητο τίποτε. Και οι τέσσερις ήταν φίλοι μου. Από την ημέρα εκείνη, μόνο ο ένας έμεινε φίλος μου!
  
Τα πολιτικά γραφεία των υπουργών με τι ασχολούνται;

Έχω δυο πολιτικά γραφεία, ένα στην Αθήνα και ένα στα Γιάννενα. Εγώ δεν προφταίνω να δέχομαι τους Ηπειρώτες ή τους φίλους μου. Δέχομαι ελαχίστους με αυστηρότατη επιλογή. Κάποιος πρέπει να τους ακούσει. Έχουν αιτήματα νόμιμα, τα οποία χρειάζονται κάποια βοήθεια. Θέλουν μια «καλημέρα»… Λοιπόν, τα γραφεία μου ασχολούνται με αυτά.