Παρασκευή, 16 Μαΐου 2008

Αναμνήσεις - Αγγελική Ζολώτα

Ο δρόμος μου περνούσε από τα Σχολεία

Αγγελική Ζολώτα

1958-59 Μέτσοβο
…. Ανεβήκαμε τη σαραβαλιασμένη εσωτερική ξύλινη σκάλα, και …έντρομη και μ’ ένα κενό στη σκέψη μπήκα στην Πρώτη Τάξη, για να κάνω Αρχαία Ελληνικά απ’ το κατασκεύασμα (κυριολεκτικά!) εκείνο «Λύκος διώκει αμνόν…» ή μήπως ήταν το «Πιστεύω τω φίλω…» Όποιο και να ΄ταν , η συμφορά δεν άλλαζε!

Τα παιδιά –πολλά αγόρια, κορίτσια λίγα- σηκώθηκαν όρθια, ξανακάθησαν, με κοίταξαν σιωπηλά και περίμεναν τις καθηγητικές μου ….σοφίες! Τι να πω τώρα; Τι ήξερα να πω; Αφού κι εγώ μόλις χτες στα θρανία καθόμουν.
--Είστε οι πρώτοι μου μαθητές! Είπα συνεσταλμένη. Έρχομαι από την Αθήνα… Μόλις πήρα το πτυχίο μου… Κατάγομαι από τα Τζουμέρκα…Τι κάνατε στ’ Αρχαία; Που έχετε φτάσει;
Και ανοίξαμε τα βιβλία μας.
Μ’ έπιασε ένας φόβος, πως δεν θυμάμαι τίποτε από τη σημασία των λέξεων, τη Γραμματική, τους χρόνους των ρημάτων… Ύστερα από τόσες σπουδές και τόσες εξετάσεις ! «Άραγε σωστά τα λέω ή κάνω λάθη;» αναρωτιόμουν.

Και το πρόγραμμα μου είχε βέβαια διάφορα: Νέα Ελληνικά, Λατινικά, Ιστορίες, Ψυχολογία, εκείνη τη βασανιστική Λογική …Έμπαινα στις τάξεις με ένα αίσθημα ανασφάλειας. Αχ, η απειρία είναι μεγάλο κακό! Και η πείρα, αφού είναι ….πείρα αργεί πολύ να αποκτηθεί….
Το μεγάλο βάσανο ήταν η Ιστορία: Έπρεπε να παραδίνω το μάθημα χωρίς να κοιτάζω πουθενά, σαν να έκανα επίδειξη γνώσεων. Χάρτες δεν υπήρχαν, τα βιβλία έπρεπε (!) να είναι κλειστά.
Κακόμοιρα δασκάλα και ακόμη πιο κακόμοιρα τα παιδιά!…
(Ετσι τη δίδασκαν και σε μας οι Φιλόλογοι: Έλεγαν…έλεγαν….έλεγαν, εγώ κοίταζα και στην αρχή άκουγα προσεχτικά, μετά η σκέψη μου έφευγε και περπατούσε αλλού, και, όταν πήγαινα στο σπίτι και άνοιγα το βιβλίο, το μάθημα μου φαινόταν τελείως άγνωστο, και χτυπιόμουν μετά σαν ξινόγαλο δύο ώρες μέχρι να τη μάθω – παπαγαλία φυσικά!
Τέλος πάντων, τι να πω, σιγά – σιγά κάποτε θα μάθαινα κι εγώ, όπως ο πρωτόπειρος κουρέας, «στου κασίδη το κεφάλι» δηλαδή!

…………………………………………………………………………………….

1959-60 ΑΓΝΑΝΤΑ ΑΡΤΑΣ

Στην αίθουσα της Δευτέρας Τάξης είχαμε, μπαίνοντας αριστερά, μπροστά στα θρανία –στους μήνες του Χειμώνα- μια σόμπα, και δίπλα της ήταν ένας σωρός με ξύλα.
Είχα πέντε – έξι μαθητές, που έρχονταν με τα πόδια, περπατώντας σε λασπερούς κατήφορους κι ανήφορους, διαβαίνοντας μικρά και μεγάλα ποτάμια, άλλα με γέφυρα και άλλα χωρίς… Ένα απ’ τα παιδάκια εκείνα – ο Στ. Τ. – βρίσκεται σήμερα (δεκαετία του 1980) στην καρδιά της εξουσίας. Μια μέρα μέσα στο καταχείμωνο μου λέει ένας χλωμός κι αδύνατος μικρούλης:
-- Δεσποινίς, είμαι τελείως μούσκεμα. Να καθήσω λίγο δίπλα στη σόμπα να στεγνώσω;
Κάθησε πάνω στα ξύλα κι άπλωσε τα πόδια προς τη φωτιά, και τα βρεγμένα ρούχα του άρχισαν ν’ αχνίζουν.
Πήγα κοντά του:
-- Πως είσαι τον ρώτησα.
Με κοίταξε ντροπαλά, δεν μίλησε… Και είδα στην εξωτερική τσέπη απ’ το φτωχικό σακάκι του ένα κομμάτι ψωμί ριγμένο εκεί και μισοδιαλυμένο από το νερό της βροχής. Ένιωσα σαν να διαπέρασε την καρδιά μου ένα καρφί… Η εικόνα του παιδιού αυτού έρχεται και ξανάρχεται στη μνήμη μου…

Δεν υπάρχουν σχόλια: