Κυριακή, 12 Ιουλίου 2009

Ήπειρος, πάν' απ' όλα, σημαίνει μουσική και χορός. (συνέχεια)


(Τα σχόλια της χθεσινής ανάρτησης στο ...φώς της πρώτης σελίδας, από τον Στέργιο Ναστόπουλο.
Ευχαριστούμε το Στέργιο, για την κατάθεση ψυχής, για τις μαρτυρίες του σχετικά με την ηπειρώτικη και κυρίως την πωγωνήσια μουσική, τους μουσικούς, τους χορευτές που τάδιναν όλα στο χορό και γίνονταν ένα με τους ήχους- Αρκουδ)

Ευχαριστώ για το τραγούδι στο σχόλιο της προηγούμενης ανάρτησης. Είναι νυφιάτικο. Οι κανονικοί στίχοι λένε όχι Κόντω, αλλά Κόμνω. Ο πατέρας μου έλεγε ότι παραγόταν από την λέξη "Κομνηνή" Δεν το πολυπίστευα να έχει τόση παλαιότητα, το επίθετο έχει χαθεί. Υπάρχει ολόκληρη η εκπομπή της Δόμνας Σαμίου στο Αρχείο της ΕΡΤ (ανεκτίμητο υλικό), τη βρήκα: http://www.ert-archives.gr/wpasV2/public/p02-view.aspx?titleid=6947&action=mView&mst=00:00:00:00

Αυτός που αναφέρεις, δεν είμαι και σίγουρος, είναι παιδί του Βέρου ( τον πρόλαβα αρκετά, ήταν ένας ωραίος γέρος με μουστάκες, χαρακτηριστικός τύπος). Με τα όργανα σε όλη την Ήπειρο, όπως ξέρεις, ασχολούνταν και ασχολούνται οι γύφτοι (καμιά ρατσιστική χροιά στο όνομα).

Δεν είναι οι Τσιγγάνοι που όλοι ξέρουμε, σ' εμάς. Αλλού, όπως στην Ρούμελη και στην Πελοπόννησο, είναι. Οι πιο πολλοί είναι εξελληνισμένοι από αμνημονεύτων χρόνων. (Στο κάτω-κάτω της γραφής, ποιος θεωρείται Έλληνας;)

Πολλοί είναι και γαλανομάτηδες και με άσπρη επιδερμίδα. Δεν «ταξιδεύονταν», όπως οι άλλοι άντρες του χωριού, αν και μετά τον εμφύλιο οι πιο πολλοί έφυγαν στην Αθήνα, και κυρίως έκαναν δουλειές στο χωριό ή σε διπλανά, εκτός από οργανοπαίχτες, ήταν σιδεράδες, τσαγκάρηδες, σκαφτιάδες στα χωράφια, ακόμα και νεκροθάφτες.

Απαραίτητοι μιας και άλλοι εργάτες δεν υπήρχαν, οι άντρες έλειπαν στα ξένα. Υπήρχε μια ιδιαίτερη χροιά στην προφορά, αλλά δεν μιλούσαν άλλη γλώσσα εκτός από τα ελληνικά ή και τα βλάχικα, αν ήταν σε βλαχοχώρια. Συνήθως τα σπίτια τους, λόγω της ένδειας, ήταν φτωχικά, και στην άκρη του χωριού. Δεν παντρεύονταν άλλους ή άλλες, εκτός από το "συνάφι" τους. Σπάνια.

Υπήρχε και υπάρχει όμως έντονος ρατσισμός, όπως συμβαίνει σε όλες τις κοινωνίες, και στην ελληνική, γιατί να το κρύβουμε άλλωστε. Δεν έπαιζε όργανο κανένας άλλος εκτός απ’ αυτούς. (Αναφέρει πολλά γι' αυτά ο Σπύρος Στούπης στα βιβλία "Πωγωνησιακά και Βησσανιώτικα" και "Βήσσανη¨".

Ο πατέρας μου Γεώργιος Ναστόπουλος, που έπαιζε κιθάρα (έμαθε μόνος του και με τη βοήθεια της αείμνηστης Όλγας Μέντζου, που ήταν θεία του, και χρόνια καθηγήτρια στο Ωδείο Ιωαννίνων και το Θηλέων) και ήταν μελαψός, τον ψιλο-έλεγαν "γύφτο", αν και ήταν μορφωμένος και περιζήτητος στα πάρτι προπολεμικά.

Όσοι τολμούσαν να μάθουν όργανο, κινδύνευαν από ρατσιστικά σχόλια ("γυφτόπουλο!"), ακόμα και στην εποχή μου-γιαυτό φοβόμουν τόσο πολύ να κουβαλάω βιολί, όταν πήγα να μάθω στην θειά μου, την Όλγα Μέντζου, και τελικά δεν έμαθα τίποτα, δεν είχα και ιδιαίτερο ταλέντο βέβαια. Θα ήθελα να ήξερα, όπως τα βλέπω τώρα, δυστυχώς είναι πολύ αργά.

Οργανοπαίχτες υπήρχαν σ' όλα τα χωριά σχεδόν, κύρια στον Παρακάλαμο ή Πογδόριανη, στα Δολιανά, στο Βασιλικό ή Τσαραπλανά, το Δελβινάκι, αλλά και στη Βήσσανη. Στη Βήσσανη που έπαιζαν όργανα οργανοπαίχτες από τρεις οικογένειες.

Από τους μουσικούς που έχει το βίντεο έχω βρεθεί σε γλέντια με τον Κερίμη (αξέχαστη προσωπικότητα, με το μόνιμο καβουράκι του, σοβαρός πάντα, σχεδόν αγέλαστος, συνήθιζε όταν μερακλώνονταν οι χορευτές να μιμείται σε ψιλές νότες το αηδόνι). Έρχονταν κάθε χρόνο στο Ωραιόκαστρο (Λαχανόκαστρο) στο πανηγύρι στις 8 Σεπτεμβρίου. Αυτόν ήθελαν. Εμείς, όταν είμαστε μαθητές ή φοιτητές, δε φεύγαμε ,όπως κάνουν τώρα μετά τις 25-30 Αυγούστου, γιατί τα σχολεία και τα Πανεπιστήμια αρχίζανε αργότερα. Λοιπόν το πανηγύρι στο Λαχανόκαστρο ήταν το τελευταίο. Μετά την 3η μέρα παίρναμε το λεωφορείο το πρωί και φεύγαμε, άλλος γι' Αθήνα, άλλος Θεσσαλονίκη ή Γιάννενα. Κάποιοι έμεναν και μετά. Από το πανηγύρι στο λεωφορείο κατ' ευθείαν! Συγκινητικοί αποχαιρετισμοί κι αξέχαστοι!


Οι παλιότεροι οργανοπαίχτες, όπως ο Κουλός από το Βασιλικό, θεωρούνταν ανυπέρβλητοι. Δεν τους πρόλαβα. Φαντάσου να βγάζουν πανηγύρι χωρίς μεγαφωνική! Στα Ζαγόρια είχε άλλους όργανοπαίχτες, που δεν τους ξέρω, εκτός από το συγκρότημα του Σταύρου Καψάλη από τον Ελαφότοπο ή Τσερβάρι. Κάθε περιοχή είχε τα δικά της, που ειδικεύονταν στις αποχρώσεις του Ηπειρώτικου τραγουδιού (δεν είναι ένα). Κατά τη γνώμη μου υπάρχουν κάποιες νοητές γραμμές που χωρίζουν τα τραγούδια, αν και τα όρια δεν είναι σαφή, γιατί υπήρχε όσμωση.

Τα Πωγωνήσια χωρίζονταν σε δύο: Στα καθ' εαυτού Πολυφωνικά στο Κάτω Πωγώνι προς τα σύνορα και μέσα στα χωριά του Πωγωνίου στην Αλβανία, και στα Πωγωνήσια μη πολυφωνικά (αν και καμιά φορά τραγουδιούνταν κι έτσι) στο Βορειο-Ανατολικό Πωγώνι (χοντρικά Άνω Πωγώνι, φυσικά δεν μιλάω για το Δήμο). Αλλά και στα πολυφωνικά χωριά νομίζω οτι τα πανηγύρια δεν έβγαιναν μόνο με φωνή, δεν είναι δυνατόν πρακτικά. Σ' αυτό θα διαφωνήσω με την διαπίστωση της κ. Βέη.

Στα Ζαγορίσια, που έφταναν μέχρι την περιοχή των Βλαχοχωρίων του Ζαγορίου.

Στα καθ' εαυτού Γιαννιώτικα με ανατολίτικες και οθωμανικές αστικές καταβολές.

Στα Μετσοβίτικα (συμβατικά) και στην περιοχή του. Αυτά πρέπει να οριοθετούνταν μέχρι το νομό Γρεβενών, που αλλάζει προς τα χάλκινα.

Προς τη Θεσπρωτία έχουμε εκείνα της περιοχής της Παραμυθιάς, αλλά και ευρύτερα, τέτοια τραγουδάει ο Μπέλλος (χοροί στα τρία και καθιστικά).

Πάνω από την Κόνιτσα έχουμε στα χωριά στα σύνορα με το Νομό Κοζάνης και Καστοριάς τραγούδια που έχουν επιρροές από Μακεδονία, αν και στην περιοχή της Κόνιτσας επικρατούν τα Πωγωνήσια.

Κάτω από τα Γιάννενα προς την Πρέβεζα και Άρτα, αλλά και στα Τζουμέρκα επικρατούν τα τσάμικα, όπως στη Ρούμελη.

Δεν έχω κάνει επιστημονική καταγραφή, απλή διαίσθηση είναι.

Το γεγονός είναι ότι ο πολύς κόσμος, όταν λέει Ηπειρώτικα, εννοεί Πωγωνήσια ή Ζαγορίσια.

Τα Πωγωνήσια ιδίως, νέα ή παλιότερα χορεύονται σχεδόν δε όλην την Ήπειρο. Σήμερα έχει αλλοιωθεί πολύ το τοπίο, γιατί τα νεο-ηπειρώτικα υστερούν κατά πολύ, ιδιαίτερα στον στίχο.

Οι παλιοί στίχοι νομίζω έγιναν δημοτικοί, από τη στιγμή που ξεχάστηκε ο "στιχοπλόκος". Πάντως η περίφημη "Κοντούλα Λεμονιά" που ξέρουν πρωτακούστηκε- κατα μία μαρτυρία της συγχωρεμένης της θείας μου Ελένης Καράσα-Μαυρικίου στη Βήσσανη, το 1928, σε ένα γάμο στο σπίτι του Δάμπα, σήμερα κατοικείται από την οικογένεια Φούκη, από έναν γέρο, μου είχε πει και το επίθετο, θα προσπαθήσω να το θυμηθώ και θα το γράψω, που τραγουδησε το τραγούδι και τα όργανα άρχισαν να τον συνοδεύουν.

"Ήμουν κατάκοιτη με πυρετό και για πρώτη φορά το άκουσα να το τραγουδάνε" μου 'μολογούσε η θειά-Λένη, που έμενε στο απέναντι σπίτι. Και έτσι πρέπει να'ναι: Είναι νυφιάτικο τραγούδι, όπως δηλώνουν οι στίχοι. Έτσι γεννήθηκε ένα πανελλήνιο δημοτικό τραγούδι που έκανε διάσημο και το χωριό.


Οι Ζαγορίσιοι χοροί είναι περίτεχνοι και δύσκολοι. Σ' όσα πανηγύρια ή γάμους έχω βρεθεί στο Ζαγόρι, είναι αξιοθαύμαστοι οι χορευτές, με τα τσακίσματα και τα γυρίσματα, μ' αρέσουν ιδιαίτερα πώς τα χορεύουν οι μεγάλες γυναίκες, με τι σοβαρότητα, αλλά και τι χάρη! Στο Πωγώνι ξεκινούν με Ζαγορίσιο πολλές φορές, όπως γράφει η μελέτη της προηγούμενης ανάρτησης.

Αλλά το μεγάλο κέφι γίνεται με τα γυρίσματα σε Πωγωνήσια. Τότε μέσα στο λυγμό του κλαρίνου, ο χορευτής γίνεται "λιώμα", κλαίει εσωτερικά, χαίρεται, θυμάται, αλλά και επιδεικνύει τη χορευτική του δεινότητα και την οικονομική του επιφάνεια, σπαταλώντας αλόγιστα σε χαρτούρα.

Θυμάμαι μια φορά που ένας μπάρμπας μου, νέος, έριχνε στα όργανα αλόγιστα και η γριά η μάνα του τον κυνηγούσε με την μαγκούρα για να τον βγάλει από το χορό, γιατί θα έτρωγε όλες τις οικονομίες τους. Βοηθάει και το πιοτό, ως γνωστόν.

Όταν δούνε μερακλή χορευτή τα "όργανα", που αρέσει και στους ίδιους, αλλά και δίνει και πολλά λεφτά, "λαλάνε" όλο και πιο καλά και τον "ξετινάζουν". Αν δούνε κάποιον που δεν έχει, τον "αδειάζουν", όπως λένε, γρήγορα. Ένα χορό, ένα γύρισμα και τέλος.

Τα καλά "όργανα" πήγαιναν και πηγαίνουν σε μεγάλα πανηγύρια με καλούς χορευτές και πολλά λεφτά. Και πρέπει να πάρουν και "μπροστάντζα" για να έρθουν. Αλλά καμιά φορά, έρχονται και σε χωριά μικρότερα, όπου όμως ξέρουν ότι οι χορευτές είναι δεινοί, έτσι για το κέφι τους. Όπως, ας πούμε, ο περίφημος Πέτρος Χαλκιάς (Λούκας) από το Δελβινάκι, μπορεί να πάει στις Ρομπάτες, άμα τον καλέσουν.

Μερικοί χορευτές παλιότερα, όπως ο Βαλεντίνος ο Φίλης από τη Βήσσανη, που δυστυχώς μας άφησε πριν λίγα χρόνια πρόωρα, ξεκινούσε από τη Θεσσαλονίκη για μια μέρα, να χορέψει στο πανηγύρι και να φύγει! Τέτοιο πάθος! Φοβερός χορευτής!

Τα Πωγωνήσια, που τα ξέρω και πιο καλά, είναι "εσωτερικοί" χοροί, παρ' ότι αργοί, πολύ κουραστικοί-και ψυχικά, αν τους νοιώθεις- και "δουλεύεις" πολύ τα γόνατα.

Get this widget Track details eSnips Social DNA


Τεντώνονται οι μυς των ποδιών σε απειροελάχιστες κινήσεις, που μόνον έμπειρο μάτι καταλαβαίνει, σύμφωνα με τους λυγμούς του κλαρίνου, το σώμα σου είναι τσίτα, γίνεσαι ένα κύμα, ανατριχιάζεις, σεληνιάζεσαι, βρίσκεσαι αλλού.

Για κάποιον ξένο, φαίνονται βαρετοί και μονότονοι. Όμως εσύ τότε είσαι μια νότα, ένα ηχόχρωμα. Κάτι σαν τους αναστενάρηδες: Εμείς δεν τους καταλαβαίνουμε, αλλά κάτι τέτοιο.

Τότε το μάτι του οργανοπαίχτη γυαλίζει από χαρά, και παίζει όλο πιο καλά, και πιο καλά και πιο καλά... Όταν τελειώσει ο χορός, ο χορευτής έχει μια χαρά στο πρόσωπό του, σαν να έκανε σεξουαλική πράξη. Υπερβολικό αυτό, αλλά έτσι μου φαίνεται ότι έτσι είναι.

Γιατί σ' αυτή τη φάση δεν επικρατεί η λογική, ξοδεύεις αλόγιστα, τρελαίνεσαι προσωρινά, ανεβαίνεις ψυχολογικά, φεύγει η συστολή, μεθάς. Για το λόγο αυτό δε χωνεύω τα χορευτικά των γυμναστών, που κάνουν αυτού του είδους τη μέθεξη γυμναστικές επιδείξεις, σαν να είναι ο χορός γυμναστική και όχι διονυσιασμός.

Οι καλύτεροι χορευτές στο Πωγώνι είναι αυτοδίδακτοι. Δεν ενδιαφέρει εξάλλου η ακρίβεια των βημάτων. Υπάρχουν άπειρες παραλλαγές σε ένα χορό με 4 βήματα, όχι παραπάνω. Και σαν τους παλιούς χορευτές λίγοι υπάρχουν σήμερα. Τα νέα παιδιά έχουν τη δύναμη και την ευλυγισία, αλλά δεν έχουν τη βαρύτητα, το κύρος και την εσωτερικότητα του Παντελή του Άρμπυρου, ας πούμε. Ο πρωτο-χορευτής δίνει το εαυτό του. Ο χορός όλος είναι δικός του. Αυτός κάνει κουμάντο. Προς το τέλος, καθώς ξεδιπλώνεται η "σουϊτα" και άλλοι "ξεκόβουν", όχι όπως νά 'ναι, αλλά κυρίως μέλη της οικογένειας ή φίλοι, και όλοι μαζί φτιάχνουν ένα διονυσιασμένο σύνολο.

Αλλά και οι γυναίκες: Πιο σεμνές, μικρά βήματα, γόνατα κολλημένα, όχι ανοίγματα, βαριά. Ένα απλό νεύμα των χεριών- η παλάμη και τα δάκτυλα- δείχνει όλη τη χάρη της χορεύτριας. Πολλοί ερωτεύτηκαν και στο τέλος παντρεύτηκαν από έναν χορό!Όχι τα χαζοπετάγματα των σημερινών κοριτσιών, που μάλλον με το γδύσιμο προσπαθούν να προσελκύσουν το άλλο φύλο.

Θα μπορούσα να γράψω πάρα πολλά για το Ηπειρώτικο τραγούδι και το χορό. Πιστεύω ότι δεν έχει μελετηθεί αρκετά. Ή τουλάχιστον, αν και εκτιμάται πανελληνίως, δεν εξηγείται πώς ένας τόσο μονότονος ήχος και ρυθμός φέρνει τον άνθρωπο σε έξαρση. Είναι κάτι σαν τα Αναστενάρια.

Νομίζω ότι αυτό συμβαίνει γιατί υπάρχουν κάποιες αρχέγονες συχνότητες, που αυτό περιέχει και κάποια εξασκημένα αυτιά καταλαβαίνουν και εξωτερικεύουν. Οι δε Ηπειρώτες, επειδή έχουν τα βιώματα- το πρώτο τους κλάμα, η παιδική ηλικία, κάτι θολές αναμνήσεις από τους προγόνους, το πένθος και η λύπη για τους αγαπημένους που έχουν φύγει, η νοσταλγία για μια χαμένη αγάπη, το τοπίο- είναι εκείνοι που νιώθουν πιο πολύ αυτήν τη μουσική. Δεν είμαστε οι μοναδικοί που νοιώθουν έτσι βέβαια για τη δικιά τους μουσική. Αλλά για μας είναι μια. Και αναντικατάστατη.


Δεν υπάρχουν σχόλια: