Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2009

Θυμάστε τον Νίκο Ρεβελάκη; Και αν ήξερα τι θα πάθαινα πάλι τα ίδια θα έκανα.


Μερικές σελίδες από το βιβλίο του Γιάννη Γεωργακάκη «Η ιστορία του Νίκου – Φοιτητικό κίνημα 70-74» Εκδόσεις Δελφίνι Αθήνα 1992
που αναφέρεται στον Νίκο Ρεβελάκη
(φοιτητή τότε του ΕΜΠ – Τμήμα Τοπογράφων)
από τους πιο ενθουσιώδεις και πρωτοπόρους αγωνιστές του φοιτητικού κινήματος πριν την εξέγερση του Πολυτεχνείου, και συνάμα τόσο αγνοημένου για τους πολλούς.

Τα όργανα του Απριλιανού καθεστώτος «φρόντισαν» να τον αχρηστέψουν, πριν το ξέσπασμα του Νοέμβρη του 1973 τη χρονιά.

............................................................................

Έβλεπα τις ανθρώπινες αδικίες που γεννούσε και γεννά το εκπαιδευτικό σύστημα, που με είχε αναδείξει πρώτο και μου τη βίδωνε. Για μένα, ο πρώτος μαθητής στην τάξη ήταν ένα μπασμένο, Βασίλη τον λέγανε. Ήταν μαυριδερό, ηλιοψημένο, αδύνατο, που φρόντιζε ίσα – ίσα να περνά τις τάξεις, πανέξυπνος διαβολάκος που έκανε το μίμο στην τάξη και κορόιδευε σαρκαστικά όλους – τους δημάρχους, τους καθηγητές, τους πολιτικούς, εμάς τους καλούς μαθητές, τα πάντα.
Δούλευε, όμως, από την ώρα που σχολάζαμε μέχρι το βράδυ, γιατί είχε έξι αδέλφια και γενικά πολύ φτωχή οικογένεια.
Πουλούσε κουλούρια, έκανε το χαμάλη στο λιμάνι, ήτανε ξυπόλητος κι έσβηνε το αποτσίγαρό του με την πατούσα του.
Κάποτε, όταν τον βοήθησα σε μια άσκηση μου είπε
«Μου αρέσουν και μένα τα γράμματα, μα δεν έχω χρόνο να διαβάσω, γιατί πληρώνω την καύλα του πατέρα μου, προχτές ξαναγέννησε η μάννα μου, ούτε κουνέλα να’τανε. Δε με πειράζει όμως, το θωρώ πιο δίκαιο να βοηθώ τον κύρη μου να σπέρνει κοπέλια, παρά εγώ να μαθαίνω γράμματα.


…..Είχαμε σχηματίσει μια επιτροπή, και είχαμε ζητήσει ακρόαση από τον Πρύτανη που μαζί με άλλους Συγκλητικούς του ΕΜΠ είχαν συνεδριάσεις εκείνο τον καιρό.
Μας είχαν δεχτεί και ετοιμαζόμαστε να αναφέρουμε το θέμα μας όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Παττακός, και ζητούσε το ποσοστό της αποχής.
Μου έκανε εντύπωση ο φόβος και το κλίμα που επικρατούσε στην αίθουσα ακόμα και πριν το τηλεφώνημα.
Οι Συγκλητικοί, κουρασμένοι από το φόβο και την αγωνία, κάθονταν, πίνανε καφέδες και πορτοκαλάδες και υποτίθεται ότι συνεδρίαζαν, αλλά στο βλέμμα τους έβλεπες πως δεν είχαν καμιά πρωτοβουλία, ήταν έρμαια των καταστάσεων.
Μετά το τηλεφώνημα του Πατακού, η παγωμάρα που έπεσε δεν είναι δυνατόν να περιγραφεί.
Ο Πατακός ζητούσε τον Πρύτανη, ο οποίος τρέμοντας από το φόβο του, πήγε στο τηλέφωνο…..

…Τότε ο Πρύτανης Λοϊζος θα ξεσπάσει: «Πρύτανης είμαι, μαριονέτα της συμφοράς είμαι!. Να τι είμαι.»
Αυτά είπε και έπεσε σαν άδειο σακί σε μια πολυθρόνα..
Μετά από εκείνο το επισόδιο στην Πρυτανεία με τον Λοϊζο, κυκλοφόρησε, σε παραλλαγή του «αν ήμουν πλούσιος», το «αν ήμουν πρύτανης» Ελεγε:
Αν ήμουν πρύτανης
για συγκνεντρώσεις άδειες θα έδινα σωρό
για να μη δέρνουν στην ταράτσα τα παιδιά
μα είμαι μαριονέτα συμφορά
και τώρα σέρνουν με τραγούδια το χορό
και ξεσηκώνουν παραδόξως το λαό

Ή για τον Πρύτανη Τούντα του Πανεπ. Αθήνας, καθηγητή της Ιατρικής.
Κορόϊδο είσαι Τούντα
που πήγες με τη χούντα

Λέγαμε και μια παραλλαγή για την Ασφάλεια
Άσπρες κόκκινες κίτρινες μπλε
μελανιές στο πρόσωπό μου
με ταράξανε καλέ
Κι ένα και δυο μετρώ τα χτυπήματα
αχ και τοσταυρό μου κα΄νω
αν δν με βγάλεις από την Ασφ’αλεια
να το ξέρεις θα πεθάνω

Ή το: Κι αν με παν στη Μεσογείων
κι αν με πάνε στο Στρατό
ένας είμαι εγώ που φεύγω
μα θα μείνουν εκατό ….

Δεν υπάρχουν σχόλια: