Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2009

Με το μυαλό στις γιορτές του χειμώνα


Θυμάται ακόμα τα πρώτα Χριστούγεννα που πέρασε στα Γιάννενα – τόσο αλλιώτικα απ’ ό,τι ήξερε στο Συρράκο, όπου τα χιόνια στοιβάζονταν ως απάνω κι οι πέντε καμπάνες του χωριού έκρουαν ασταμάτητες. Εδώ ο ουρανός ήταν θολός και τα βουνά γύρω τυλιγμένα κι αυτά στην μπόρα. Έβρεχε δίχως τελειωμό κι οι τοίχοι είχαν μουσκέψει κι οι δρόμοι πελάγωσαν. Ωστόσο ήταν γεμα΄τοι από κόσμο. Ο Πλάτανος, οι Καμάρες, το Κουρμανιό, όλα ξέχειλα. Σκεπασμένοι με κοντοκάπια και με μαντίλες και κάμποσοι με ομπρέλες έτρεχαν από μαγαζί σε μαγαζί για τα παραμονιάτικα ψώνια τους. Στα παραπόρτια των «Ελεών» μαζεύονταν τα γυναικόπαιδα της φτωχολογιάς και βρέχονταν καρτερώντας να πάρουν το μικρό χριστουγεννιάτικο μοίρασμα. Τα σπίτια μέσα, φτωχά και πλούσια, έλαμπαν απ’ την πάστρα και στην σπιτομάνα έκαιε η κρεμασμένη καντήλα.

Όμως, με τον όρθρο, μάταια περίμενε να τον ξεκουφάνουν οι καμπάνες. Μόνο σαν σε όνειρο άκουσε αχνούς μακρινούς ήχους, που κι αυτούς δεν ήταν σίγουρος αν τους άκουσε. Κι ύστερα, ξαφνικά, δυνατά χτυπήματα ακούστηκαν στην πόρτα τους που τον έκαναν να πεταχτεί τρομαγμένος.

- Μπάμ, μπαμ, μπαμ… Σηκωθείτε, χριστιανοί… Ώρα για εκκλησία… Σηκωθείτε…

Σηκώθηκαν, ντύθηκαν. Τα χτυπήματα κι οι φωνές ακούγονταν παρακάτω, από πόρτα σε πόρτα. Σε λίγο οι δρόμοι άρχισαν να ξυπνούν, οι πόρτες ν’ ανοίγουν κι από μέσα να ξεπετάγονται συνοδειές, συνοδειές που έτρεχαν τουρτουρίζοντας στην ενορία τους.

Όλα τούτα του ξενοφάνηκαν. Δεν τα περίμενε. Κι ούτε ήξερε γιατί γίνονταν έτσι. Αλλά ήταν απ’ τον καιρό του Σκυλόσοφου. Με τον ξεσηκωμό που έκανε, στα 1612, οι τούρκοι ξαναπήραν πίσω τα προνόμια που είχαν δώσει στα Γιάννενα, να σημαίνουν οι εκκλησιές τους καθώς έχουν συνήθεια και να γιορτάζουν τις απόκριες με προσωπιδοφορία. Κατέβασαν τις καμπάνες απ’ όλες τις εκκλησιές και μόνο σαν πέρασαν πάνω από εκατό χρόνια τους άφησαν κι έβαλαν δυο μικρά σήμαντρα, στο Αρχιμανδρειό και στον Αι-Νικόλα. Μικρά, που μήτε ακούγονταν. Γι’ αυτό κι οι εκκλησιές όριζαν «κράχτες», που γυρνούσαν με ένα ξύλινο τσουκάνι από πόρτα σε πόρτα και φώναζαν «σηλωθείτε χριστιανοί… Ώρα για την εκκλησία…».

Με τον καιρό τους άφησαν σιγά, σιγά να γιορτάζουν πάλι και τις απόκριες. Μόλις έμπαινε το τριώδιο, έπαιρναν την άδεια του πασά και του μητροπολίτη κι άρχιζαν το ξεφάντωμα, που δυνάμωνε την τελευταία Κυριακή. Τα σκολιαροπαίδια «ντύνονταν» κι αυτά πότε «γιατροί» και πότε πριγκίπισσες, κι άλλα βγαίναν στους δρόμους κι έπαιζαν τον «Πανάρατο», μαζεύοντας ύστερα λεφτά από τους περίεργους που έβλεπαν την ¨παράσταση». Γρήγορα όμως διαλύονταν κι άλλαζαν και ξανάβγαιναν στους δρόμους να ιδούν την παρέλαση που άρχιζε απομεσήμερα. Και τί δεν έβλεπαν! Κλέφτες κι αρματωλοί με ψεύτικα μαχαίρια που σταματούσαν στον δρόμο τους διαβάτες κι αγρίευαν:

- Παρά! Παρά!

Το χρυσό αμάξι που έφερνε τον βασιλιά και την βασίλισσα, την γριά που έγνεθε την ρόκα της, το γαϊτανάκι… Κι ύστερα «τ’ άργανο», που ήταν ψίκι σωστό, γάμος ακέριος. Με νύφη και με γαμπρό και με βλάμη και με συμπεθεριό ατέλειωτο, φορεμένους σεγκούνια και ταφτάδες, να παίζουν νταούλια και καραμούζες και να σέρνουν φλασκιά γιομάτα κρασί και να πίνουν… Σαν βασίλευε ο ήλιος, μαζεύονταν όλοι στα Μνήματα και χόρευαν, κι άλλοι χόρευαν έξω απ’ τα προξενεία κι άναβαν φωτιές τετράψηλες στα σταυροδρόμια και τις πηδούσαν…

Μιχάλη Περάνθη, «Ο Τσέλιγκας», Εστία, 1982

Αναδημοσίευση από το blog: ΝομοΣοφία

Σχόλιο δικό μου: Σήμερα τις καμπάνες τις κάνανε ηλεκτρικές, με κομπιούτερ μάλιστα. Οι τελευταίες με το χέρι, "χειροκτύπητες" (;) ήταν αυτές του Αρχιμαντριού. Τις ακούω καθε μέρα, δυο ή τρεις φορές, καθότι γείτονας. Τώρα πια "κλικ", ένα κουμπί, και σου βγάζει όποιον σκοπό θελεις. Από "Το Ταλαντον" (Τοτάλαντον, τοτάλαντον...) και "Τον Αδάμ, τον Αδάμ, τον Αμήν, Αμήν, Αδάμ" (τοναδάμ, τοναδάμ, τοναμήν, αμήν, αδάμ...) (έτσι χτυπούν είναι οι παραδοσιακοί βυζαντινοί σκοποί χτυπήματος, από τα μοναστήρια παρμένοι, μου τόλεγε ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου) μέχρι το "Τζιγκλ Μπέλς ", το "Χριστός Ανέστη" και του "Κιτσου η μάνα κάθονταν...". Η ευκολία. Αλλά και η αποξένωση... Και η μοναξιά.

1 σχόλιο:

Αρκουδπουρνάρ είπε...

Να προσθέσω μια παραδοσιακή συνταγή: τις τηγανίτες σε καμένη πλάκα στέγης τοποθετημένη στην πυροστιά στο τζάκι. Πως άπλωνε εκείνο το αραιό ζυμάρι στην πολύ καμένη πλάκα....

Τηγανίτες Γιαννιώτικες σε καμένη πλάκα.
ΥΛΙΚΑ-ΠΟΣΟΤΗΤΕΣ ΥΛΙΚΩΝ
- αλεύρι- νερό- λίγο αλάτι- καρύδια- ζάχαρη
ΤΡΟΠΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ
Κοσκινίζουμε το αλεύρι και το ανακατεύουμε με λίγο αλάτι.
Το βάζουμε σε μια λίμπα (μεταλλική λεκανίτσα) και προσθέτουμε σιγά-σιγά χλιαρό νερό.
Χτυπάμε πολύ καλά το μίγμα με ένα πιρούνι μέχρι να γίνει κουρκούτι πηχτό.
Ανάβουμε φωτιά και πάνω στην πυροστιά τοποθετούμε μια καθαρή μαυρόπλακα.
Αφού κάψει η πλάκα, με μια μεγάλη κουτάλα ρίχνουμε μίγμα.
Οταν ψηθεί η τηγανίτα από τη μια πλευρά, τη γυρίζουμε και από την άλλη πλευρά για να ψηθεί.
Καθαρίζουμε καρύδια και στο πέτρινο γουδί τα τρίβουμε (στουμπάμε).
Βάζουμε τις τηγανίτες σε σινί (στρογγυλό χάλκινο ταψί) και ανάμεσα σε κάθε στρώση ρίχνουμε αρκετά τριμμένα καρύδια.
Μετά σε μια κατσαρόλα βράζουμε τη ζάχαρη με νερό μέχρι να γίνει ένα πολύ αραιό σιρόπι με το οποίο περιλούομε τις τηγανίτες.
*Οι τηγανίτες γίνονται την παραμονή των Χριστουγέννων και τρώγονται την ημέρα των Χριστουγέννων το πρωί.