Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Στου παπά Θανάση την αυλή ...


Αλλού ο παπάς και αλλού τα ράσα του!..

Γράφει η ΤΖΕΝΝΥ Π. ΣΙΑΜΑΛΕΚΑ στον ΠΡΩΪΝΟ ΛΟΓΟ

*   Ο Θανασάκης που λέτε ζούσε στην Αθήνα και δούλευε σε βουλκανιζατέρ. Καλό παιδί. Βέβαια, άξιος και εργατικός. Η μεγάλη του αδυναμία ήταν μια κοπελίτσα της γειτονιάς, η Θοδωρούλα.
Σφόδρα ερωτευμένος με τη Θοδωρούλα, έκανε ό,τι μπορούσε να την συγκινήσει και να την κερδίσει. Αυτή πάλι ήταν πολύ ζωηρή! Τίποτα δεν άφηνε να πέσει κάτω… Νόστιμη, τσαχπίνα… χρησιμοποιούσε τα θέλγητρά της, για να ζουρλένει τα αρσενικά της γειτονιάς, ανάλογα με τα κέφια της.
Όμως τα χρόνια πέρναγαν κι η Θοδωρούλα κατάλαβε, πως από όσους την περιτριγύριζαν, μόνο ο Θανασάκης είχε καλό σκοπό. Έκανε λοιπόν την ανάγκη φιλοτιμία και τον παντρεύτηκε. Αποφάσισαν μάλιστα να φύγουν από την Αθήνα και να ζήσουν στην επαρχία, ανοίγοντας μια οικογενειακή ταβέρνα.
Τώρα θες ο καθαρός αέρας, θες κάποιες μεταφυσικές ανησυχίες, που συνεπήραν τον Θανασάκη με την αλλαγή περιβάλλοντος… ένιωσε την ανάγκη πάντως να γίνει παπάς! Και όχι μόνο το ένιωσε αλλά κρίθηκε και κατάλληλος, για να χειρορονηθεί!
***
Με τούτα και μ’ εκείνα λοιπόν το ζευγάρι πορεύονταν εν ειρήνη.
Ο παπα-Θανάσης όταν δεν έκοβε το αντίδωρο στην εκκλησία, έκοβε και έψηνε μπριζόλες, για τους πελάτες στην ταβέρνα. Η Θοδωρούλα πάλι είχε πιο διευρυμένο ορίζοντα. Είχε αναλάβει τις δημόσιες σχέσεις όλης της περιφέρειας. Ο ρόλος της πρεσβυτέρας την είχε συνεπάρει ποικιλοτρόπως… Έδινε τον καλύτερό της εαυτό, για να τέρπει το ποίμνιο.
Στο σπίτι υπήρχαν ευτυχώς δυο ντουλάπες. Η μία είχε τα ράσα, τα καλιμάφια και το αντερί του Θανασάκη. Η άλλη είχε τα απαραίτητα αξεσουάρ της παπαδιάς… πορφυρά εσώρουχα, τάγκα, μπέιμπι ντολ… και μια σειρά από χειροπέδες. Ναι χειροπέδες, γιατί οι φίλοι και προστατευόμενοι της Θοδωρούλας, ήταν συνήθως νεαροί φυλακόβιοι.
Ο καϋμένος ο Θανασάκης αντιδρούσε σ’ όλα αυτά και καμιά φορά της έδινε και κανά χαστουκάκι. Αλλά η παπαδιά δεν μάσαγε! Τον έβριζε, τον απειλούσε και τον έκανε διαρκώς να ξεχνάει το όνομα του δεσπότη και να τον λέει Παναγιώτη.
Εν τω μεταξύ τα τρία τους παιδιά μεγάλωσαν και η οικονομική κατάσταση της χώρας διαφοροποιήθηκε… Οι πελάτες στην ταβέρνα λιγόστεψαν, οι γάμοι και τα βαφτίσια περιορίστηκαν… άρα και τα «τυχερά» του Θανασάκη. Και το εισόδημα του ζευγαριού συρικνώθηκε.
Η Θοδώρα, που την έλεγαν πλέον Ντόρα, συνειδητοποίησε πως ο Θανασάκης της ήταν πλέον περιττός! Μόνο προβλήματα δημιουργούσε στην προσωπική της ζωή, χωρίς να υπάρχουν ανταποδοτικά τέλη. Χμ, εκεί ακριβώς την έπιασε μια νοσταλγία, τύπου Ταρκόφσκι. Ήθελε λέει να ξαναδεί το πατρικό της! Που ήταν κάτω από τ’ αυλάκι, ανάμεσα στα Κρέστενα και τη Ζαχάρω Ηλείας.
Ο Θανασάκης απείκω. Ποτέ δεν της χάλαγε χατίρι. Έκλεισε το μαγαζί. Ανέβαλε τα μνημόσυνα. Έλεγξε τον αέρα στα λάστιχα και κίνησε για το τελευταίο της ζωής του ταξίδι. Από δω και πέρα η ιστορία του ζευγαριού είναι γνωστή. Το ταξίδι έγινε θρίλερ!
***
Η παπαδιά ήταν αυτή που οδηγούσε. Λίγο έξω από τα Κρέστενα αποφάσισε να κάνει μια στάση, για να φρεσκαριστεί… Να βάλει μάσκαρα και να διορθώσει το μέικ-απ.
«Περίμενέ με έδω» είπε στο Θανασάκη και λάκισε κανονικά. Ο παπάς απόμεινε στην ερημιά μονάχος να ακούει τα τζιτζίκια και να χαλαρώνει… Τότε εντελώς τυχαία (!) πέρασε μια μηχανή, που οδηγούσε ένας από τα πολλά «καψούρια» της πρεσβυτέρας και τον γάζωσε τον άνθρωπο κανονικά.
Έγκλημα πάθους, είπαν στα δελτία. Στυγερή δολοφονία, όπως στο Σικάγο την εποχή του Αλ-Καπόνε, το χαρακτήρισαν τα πρωτοσέλιδα. Γεγονός είναι ότι ο παπάς δολοφονήθηκε με άγριο τρόπο, ενώ η πρεσβυτέρα θάναι ελεύθερη μετά από λίγα χρόνια να συνεχίσει τη ζωή της… γιατί φυσικά στο δικαστήριο θα ισχυριστεί, πως ο παπάς την κακοποιούσε, πως είναι μάνα τριών τέκνων, πως την παρέσυρε ο εραστής της… ότι δηλαδή είχε γίνει παλιά και με την υπόθεση Κολιτσιδοπούλου.
(Η Κολιτσιδοπούλου προφασίστηκε, ότι θέλει να παίξει ένα δελτίο ΠΡΟΠΟ κι άφησε τον άντρα της να μπει πρώτος στην είσοδο της πολυκατοικίας που διέμειναν. Εκεί είχε στήσει ενέδρα ο εραστής της και τον δολοφόνησε. Στη συνέχεια όλες οι φεμινιστικές οργανώσεις στήριξαν την Κολιτσιδοπούλου και πέτυχαν «να πέσει στα μαλακά»).
Ανθρώπινα όλα αυτά. Όμως το ερώτημα έρχεται αυθόρμητα: Πώς έχουν διαμορφωθεί πλέον στις μέρες μας οι προϋποθέσεις, για να φέρει κάποιος το σχήμα; Ποια είναι τα κριτήρια που η εκκλησία αποφασίζει να χειροτονίσει έναν υποψήφιο ιερέα; Το ράσο δεν είναι εύκολη υπόθεση. ΘΕΛΕΙ ΑΡΕΤΗ ΚΑΙ ΤΟΛΜΗ. Ο ρόλος του παπά σε κάθε ενορία, μικρή ή μεγάλη, είναι καθοριστικός. Αποτελεί εθιμικό δίκαιο, οι άνθρωποι στις δύσκολες στιγμές, να προσφεύγουν στον παπά, είτε για να εξομολογήσουν τα προβλήματά τους, είτε για ν’ ακούσουν μια κουβέντα ελπίδας, όταν χάνουν ένα αγαπημένο πρόσωπο, είτε ακόμα για να ζητήσουν ένα πιάτο φαγητό.
***
Το αγαπημένο σε όλους μας δημοτικό τραγούδι: «Στου Παπαλάμπρου την αυλή πολλοί ήταν μαζεμένοι…», αποδεικνύει ότι ο κόσμος συσπειρώθηκε γύρω από τον παπά του… σαν έμαθε πως είναι άρρωστος… Και προσέτρεξε να σταθεί δίπλα στην καϋμένη την Παπαλάμπραινα, γιατί εκτιμούσε την ίδια και την σέβονταν, όσο και τον παπά. Αντίθετα στην αυλή του παπα-Θανάση δεν προσέτρεξε κανένας, γιατί από κανέναν δεν έλλειψε ουσιαστικά.
***
Το τελευταίο διάστημα έχουμε χάσει τη μπάλα κυριολεκτικά, με όλα όσα βιώνει η χώρα μας. Όχι όμως και την αγάπη μας για την εκκλησία. Συνεπώς χρειαζόμαστε ιερείς, χωρίς δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία αλλά ταπεινούς λειτουργούς, που συμπάσχουν και ανταποκρίνονται «στα πάθια του κόσμου».

Δεν υπάρχουν σχόλια: