Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2013

Ο Ευάγγελος Αβέρωφ σαν άνθρωπος περισσότερο (Ι)

Ευάγγελος Αβέρωφ – Τοσίτσας

Τι είναι, επιτέλους ο άνθρωπος αυτός;

Από το βιβλίο του Σταύρου Ψυχάρη «Οι μνηστήρες της εξουσίας – στο παιχνίδι της αλήθειας»
Δημοσιεύονται συνεντεύξεις του 1977 με τους Ευάγγελο Αβέρωφ, Αντρέα Παπανδρέου, Ηλία Ηλιού, Γεώργιο Μαύρο, Παναγή Παπαληγούρα, Γεώργιο Ράλλη, Χαρίλαο Φλωράκη. Επανέκδοση για το ΒΗΜΑ ΔΟΛ 2013

Ο Ευάγγελος Αβέρωφ – Τοσίτσας είναι ο μόνος Έλληνας πολιτικός που έχει στην ιστορία του έναν καβγά με τον Νικήτα Χρουστσώφ. Ήταν ένα επεισόδιο το οποίο συνέβη δημοσίως στην έδρα των Ηνωμένων Εθνών, την εποχή που ο Νικήτα Χρουστσώφ ήταν ηγέτης της Σοβιετικής Ενώσεως και ο Ευάγγελος Αβέρωφ υπουργός των Εξωτερικών της Ελλάδος. Το γεγονός αυτό δεν θα ήταν, ίσως, τόσο χαρακτηριστικό για τη ζωή και τη δράση του σημερινού υπουργού (1977) Εθνικής Αμύνης, αν η κατάληξη του επεισοδίου δεν ήταν τέτοια που να δείχνει τις διακυμάνσεις οι οποίες χαρακτηρίζουν τη ζωή και τη δράση του.
Λίγο μετά το επεισόδιο ο Χρουστσώφ, προφανώς εντυπωσιασμένος από το … «θράσος» του υπουργού Εξωτερικών μιας μικρής χώρας, κάλεσε τον Αβέρωφ σε ιδιαίτερη συνάντηση, που εξελίχτηκε, τελικά, σε μια φιλική «τετ α τετ» συζήτηση …
Αυτός είναι ο Ευάγγελος Αβέρωφ. Πεισμώνει συχνά και εκνευρίζεται, μα είναι πάντοτε πρόθυμος να συμβιβαστεί! Κάποτε προτείνει «γέφυρες», μα ετοιμάζει κινήματα. Παθιασμένος πολιτικός, δηλώνει ότι το μεγαλύτερο πάθος του είναι η γεωργία. Καλλιεργεί ο ίδιος κτήματα και κλαδεύει αμυγδαλιές, μα συγχρόνως γράφει λογοτεχνία. Φανατικός αντικομουνιστής, έχει γράψει ένα βιβλίο για τον εμφύλιο πόλεμο (το Φωτιά και τσεκούρι) που χαρακτηρίστηκε από τον Μάρκο Βαφειάδη ως το πιο αντικειμενικό βιβλίο που έχει γραφτεί για την περίοδο εκείνη.
Είχε την ατυχία να δει την υγεία του να κλονίζεται σε νεαρή ηλικία, αλλά και την τύχη να δει τον εαυτό του να αντέχει σε σκληρές δοκιμασίες και κακουχίες που λίγοι έχουν γνωρίσει. Ο άνθρωπος αυτός, που τόσες φορές έχει ακούσει να αποκαλούν χιλιάδες διαδηλωτές «φασίστα», υπήρξε κρατούμενος σε φασιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, στην Ιταλία, τον καιρό του πολέμου. Έριξε πρώτος και μόνος (φανερά τουλάχιστον…) «γέφυρες» προς τη δικτατορία, για να βρεθεί, τελικά, κρατούμενος στο ΕΑΤ/ΕΣΑ ως κινηματίας …

Ας αρχίσουμε από τα παιδικά σας χρόνια. Ποιο γεγονός νομίζετε ότι σημαδεύει αυτή την περίοδο της ζωής σας;
Δυστυχώς με αναγκάζεις να πω ότι είμαι μεγάλος! Τα παιδικά μου χρόνια πέρασαν κατά τη διάρκεια του Α Παγκοσμίου Πολέμου. Και επειδή τα γεγονότα ήταν καυτά, οι αναμνήσεις είναι ζωντανές. Ο Α Παγκόσμιος Πόλεμος ως τη Μικρασιατική Καταστροφή, τα πολεμικά αυτά γεγονότα σφράγισαν προπαντός την παιδική μου ζωή. Και αυτά είναι, με τα ατυχήματα, με τα μεγαλεία τους και, στο τέλος, με τη μεγάλη καταστροφή, που με έκαναν να αγαπήσω με μεγαλύτερο πάθος αυτό τον τόπο. Ήμουν μικρός μαθητής στο Στάδιο όταν μπήκε ο Αλέξανδρος, ντυμένος στα άσπρα σαν αρχάγγελος, και δίπλα του ο Ελευθέριος Βενιζέλος, μετά την υπογραφή της Συνόδου των Σεβρών , Και έπειτα ζήσαμε το μαύρο κύμα της προσφυγιάς, της ντροπής και της καταφρόνιας του 1922

Θα ήθελα να θυμηθείτε τώρα τα εφηβικά σας χρόνια και παράλληλα να μου πείτε με ποια όνειρα ξεκινήσατε στη ζωή
Τα εφηβικά μου χρόνια είναι σφραγισμένα από άλλου είδους μοίρα, γιατί μόλις τελείωσα το Γυμνάσιο αρρώστησα βαριά από το στήθος μου. Πέρασα δυο τρία χρόνια γεμάτα στέρηση, πίκρα και απογοήτευση. Και έτσι μπορώ να πω ότι δεν ξεκίνησα με όνειρα στη ζωή, αλλά ξεκίνησα με μοναδικό όνειρο την επιβίωση!
Εκ των υστέρων βλέπω ότι αυτό που μου συνέβη ήταν ένα πολύ μεγάλο καλό!
Διότι, από τη μια, μου επέτρεψε να διαβάσω πολύ, σε μια ηλικία που αφομοιώνει κανένας πολλά, και, από την άλλη, μου επέτρεψε να συνειδητοποιήσω έντονα τη χαρά της ζωής. Έγινα καλά και έκανα διάφορα πράγματα.
Σπούδασα δυο χρόνια γιατρός, με συμφοιτήτρια την Αμαλία Φλέμινγκ. Ύστερα τα εγκατέλειψα αυτά και πήγα στην Ελβετία, όπου σπούδασα Οικονομικά και Νομικά.
Ήμουν λιγάκι σαν να περπατούσα στα αυγά επάνω, διότι το πάθημα της νεότητας με έκανε να πιστεύω ότι δεν έχω μεγάλη αντοχή. Απ΄ αυτό με γλίτωσε το 40-41, μετά η σύλληψη, η εξορία, η δραπέτευση, που μου έδειξαν ότι είχα μεγάλη αντοχή. Την είχα και την γλέντησα, διότι είχα πολύ στερηθεί τη ζωή όταν ήμουν άρρωστος…

Δηλαδή μπορούμε να πούμε ότι ξεκινήσατε έχοντας το όνειρο να γίνετε γιατρός.
Όχι, για γιατρός πήγα με επιβολή του πατέρα μου. Ο πατέρας μου δεν ήθελε να γίνω πολιτικός, είχε περισσότερο μυαλό από μένα. Ήθελε να γίνω επαγγελματίας, εγώ τότε ήθελα να γίνω πολιτικός.

Παράλληλα μεγαλώσατε σαν πλουσιόπαιδο;
Ναι. Όταν είπα ότι έχω ευχάριστες αναμνήσεις, δεν είναι τόσο αυτό, είναι ότι είχα ευχάριστο οικογενειακό και συγγενικό βίο, ευχάριστο σπίτι. Πλουσιόπαιδο ήμουν, αλλά δεν το ήξερα, διότι οι γονείς μας είχαν την τακτική να μας κάνουν να πιστεύουμε ότι είμαστε φτωχοί 

Στη ζωή σας γενικά ποια υπήρξε η μεγαλύτερη στιγμή;
Η ερώτηση είναι πολύ δύσκολη, διότι σε μια μακρά και πολυκύμαντη ζωή είναι δύσκολο να πεις ποια είναι η μεγαλύτερη στιγμή. Αν πρέπει να συμπυκνώσω πάρα πολύ τα πράγματα για να πω ποια είναι η μεγαλύτερη, θα πω η μεγαλύτερη ήταν η εποχή του Ελληνοϊταλικού πολέμου. Διότι εκεί ήταν η περίοδος κατά την οποία νομίζω ότι σχεδόν αισθάνθηκα να βγαίνω από τον χαρακτήρα μου, να βγαίνω από το πνεύμα μου γενικώς, να αλλάζω έντονα, πράγμα το οποίο δύσκολα μπορώ να πω για άλλες στιγμές.

Δηλαδή θα πέσω έξω αν πω ότι είστε εθνικόφρων μεν, σοσιαλίζων δε στην πράξη;
Ο μακαρίτης ο δάσκαλός μου Αλέξανδρος Παπαναστασίου έλεγε σε κάποιον φίλο του: «Αυτός, παιδί μου, δεν είναι σοσιαλ – ντεμοκράτ, όπως εμείς, αλλά είναι σοσιαλ-μωραϊτ!...» Εσύ πας με το ζόρι να με βγάλεις σοσιαλ – ηπειρώτ!...Και νομίζεις ότι θα κάνεις, επειδή είναι της μόδας να έχουμε κάποιο «σοσιαλ» δίπλα μας.
Ε!, λοιπόν, σου επαναλαμβάνω ότι είμαι αυτό που είμαι από τη δράση μου. Η Ήπειρος και ιδιαίτερα η φτωχή περιφέρεια του Μετσόβου τη γνωρίζει καλύτερα, τη γνωρίζω καλύτερα και εγώ και δεν χρειάζομαι καμιά τέτοιου είδους γαρνιτούρα!...

Έχετε ένα ίδρυμα στο Μέτσοβο, για το οποίο λέγεται ότι έκανε μεγάλο αναμορφωτικό έργο. Θα ήθελα να ρωτήσω τι είναι το ίδρυμα, πως δημιουργήθηκε και τι ακριβώς κάνει…
Πρώτον δεν έχω ένα ίδρυμα, απλώς είμαι πρωτεργάτης στη γένεσή του και υπήρξα πρόεδρός του. Κατά τη διαθήκη του αείμνηστου Τοσίτσα είχα ορισθεί ισόβιος πρόεδρος, αλλά το ίδρυμα κυνηγήθηκε πάρα πολύ από τη δικτατορία και παραιτήθηκα τον Δεκέμβριο του 1967 για να λιγοστέψει η ένταση της διώξεως. Από τότε είναι πρόεδρος ο ανιψιός μου Μιλτιάδης Σινιόοσγλου – Τοσίτσας, ο οποίος μαζί με τα άλλα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, το διοικεί άριστα.
Το ίδρυμα δημιουργήθηκε από μια μυθιστορηματική σύμπτωση. Το 1934, γνωρίζοντας πως υπάρχει ένας τελευταίος απόγονος των Τοσίτσα στη Γαλλία και βρίσκοντας τη διεύθυνση του στον τηλεφωνικό κατάλογο ου Παρισιού, που είχε η Γαλλική Πρεσβεία στην Αθήνα, του απευθύναμε ένα γράμμα για να βοηθήσει τον Εξωραϊστικό Σύλλογο Μετσόβου. Απάντησε ευγενικά και βοηθώντας, αλλά σε ένα υστερόγραφο του ρώτησε αν ο Αβέρωφ που υπέγραψε την επιστολή με τα άλλα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ήταν συγγενής του ευεργέτη, με τον οποίο είχε ακούσει πως η οικογένεια του είχε κάποια συγγένεια. Αυτό μου έδωσε την αφορμή να του γράψω εγώ πλέον και αμέσως αναπτύχθηκε μια πυκνή αλληλογραφία.
Επρόκειτο για έναν άνθρωπο βαθυστόχαστο, με ποικίλη και μεγάλη μόρφωση, αλλά μονήρη. Αυτό επέτρεψε να εξελιχθεί η πυκνή αλληλογραφία σε στενή, από μακριά, φιλία.
Ο Μιχαήλ Τοσίτσας δεν είχε έρθει ποτέ στην Ελλάδα και ούτε αυτός και ούτε οι γονείς του γνώριζαν ελληνικά, γιατί οι πρόγονοί του είχαν φύγει από την Ελλάδα γύρω στο 1800. Από την αλληλογραφία μας, όμως, μονήρης και άκληρος όπως ήταν, ανέπτυξε ένα ρομαντισμό για τον τόπο καταγωγής του και για την επιβίωση του ονόματός του. Μεγάλο ρόλο έπαιξε το ότι ένα μικρό μέρος του αρχοντικού των Τοσίτσα στο Μέτσοβο – του οποίου του έστειλα φωτογραφία- εξακολουθούσε να υπάρχει και ότι κατόρθωσα να τακτοποιήσω έτσι τα πράγματα ώστε να του ανήκει. Άρχισε λοιπόν, με την επιθυμία να ανοικοδομήσει το σπίτι, προπάντων όταν, με περιγραφές των γερόντων του χωριού, ο εξαίρετος αρχιτέκτων Ντίνος Δοξιάδης το παρουσίασε με σχέδια όπως ήταν άλλοτε. Αυτό μου έδωσε την αφορμή να του υποδείξω, με πολύ τρόπο στην αρχή, τη δημιουργία ενός ιδρύματος Τοσίτσα. Έκανε μια πρόχειρη διαθήκη και το 1947 με κάλεσε στη Λοζάννη, όπου ζούσε πλέον, για να συζητήσουμε λεπτομέρειες και να αναμορφώσει κατάλληλα τη διαθήκη του
Η οικογένεια Τοσίτσα είχε ζήσει στη Λούκα και στο Λιβόρνο της Ιταλίας, όπου είχε κάνει πολύ μεγάλη περιουσία, και γύρω στο 1900 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου άνοιξε Τράπεζα υπό την επωνυμία «Μ. και Α. Τοσίτσας»  και όπου η οικογένεια γνώρισε μεγάλες δόξες, Η περιουσία ήταν τεράστια, αλλά μειώθηκε πολύ στη μεγάλη κρίση του 1929-31. Όταν πέθανε ο τελευταίος των Τοσίτσα, βαρόνος Μιχαήλ Τοσίτσας, άφησε περί τις 800.000 δολάρια στην Ελβετία, υπό τον όρο να μην πληρώσει φόρους κληρονομίας και 1.700.000 δολάρια στο ελληνικό «Ίδρυμα Τοσίτσα».Χρήματα, βέβαια της εποχής εκείνης, που σημαίνει αρκετά εκατομμύρια σημερινών δολαρίων. Αλλά, όπως έλεγε ο Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων, ο οποίος ήταν εκ διαθήκης μέλος του πρώτου διοικητικού συμβουλίου του ιδρύματος, ήταν χρήματα ευλογημένα. Διότι ότι έχομε εκτελέσει έργα στο Μέτσοβο και αλλού, για την εκτέλεση των οποίων σήμερα θα χρειάζονταν περίπου 15 εκατ. Δολάρια για να γίνουν. Και εξακολουθούμε να έχουμε ένα κεφάλαιο (ένα μέρος από το οποίο είναι πολύτιμα οικόπεδα – κεφάλαιο μη αποδοτικό δηλαδή), το οποίο υπολογίζω ότι είναι 15-20 εκατ δολάρια. Τα έργα που έκανε το ίδρυμα είναι: Ανοικοδόμηση του αρχοντικού Τοσίτσα στο Μέτσοβο και δημιουργία σ’ αυτό μουσείου λαϊκής τέχνης και ξενώνα.
Δημιουργήσαμε στην Κάτω Κηφισιά, μέσα σε ένα κτήμα εκατό περίπου στρεμμάτων, ένα μέρος από το οποίο κάποτε θα πουληθεί, μια φοιτητική εστία, στην οποία στεγάζονται και σιτίζονται δωρεάν περί τους 85 Ηπειρώτες φοιτητές.

Στο Μέτσοβο, κάναμε τεράστια αντιδιαβρωτικά έργα, υψίστης σημασίας, διότι η κωμόπολη είχε αρχίσει να κατολισθαίνει. Συμβάλαμε σε μεγάλα έργα αναδασώσεων και αναχλοάσεων. Δημιουργήσαμε μεγάλο πυρήνα ελβετικών αγελάδων, με τον οποίο βελτιώθηκε η αγελαδοτροφία της περιοχής. Και δημιουργήσαμε ακόμα ένα μικρό αλλά τέλειο τυροκομείο, ώστε οι παραγωγοί να γνωρίζουν ότι θα πωλούν το γάλα τους σε καλή τιμή, από την οποία δεν πρόκειται να επωφελείται κάποιος έμπορος.
Εκάναμε ένα αρκετά σημαντικό ξυλουργικό εργοστάσιο και ένα καλό ξενοδοχείο. Δημιουργήσαμε έναν υγειονομικό σταθμό, στον οποίο υπάρχει συνεχώς ένας γιατρός και ένας οδοντίατρος και μια φορά την εβδομάδα έρχονται από τα Ιωάννινα οι γιατροί όλων των ειδικοτήτων. Τελειώσαμε ή χτίσαμε από την αρχή σχολεία, προ 20ετίας σε 80 χωριά της Ηπείρου. Χτίσαμε ένα μεγάλο δημοτικό σχολείο στο Μέτσοβο. Με διάφορα μέτρα τονώσαμε απίστευτα τη λαϊκή τέχνη στην περιοχή. Αναστηλώσαμε και εξωραΐσαμε ένα γραφικό παλιό μοναστήρι που είχε ερειπωθεί, περισώζοντας σπάνιες τοιχογραφίες και καλές παλιές εικόνες. Οργανώσαμε τα χειμερινά σπορ στο Μέτσοβο, όπου εγκαταστήσαμε εναέριο μεταφορέα (τελεσιέζ) και τρία σκι λιφτ. Τέλος κάναμε ένα πλήθος από μικρά κοινωφελή έργα. Είναι ένα αληθινό παραμύθι. Χάρη σ’ αυτό τον άνθρωπο, που δεν ήξερε να πει ελληνικά ούτε «καλημέρα», χιλιάδες Έλληνες έχουν πολύ βελτιώσει τη ζωή τους και μια ολόκληρη ορεινή περιοχή έχει αλλάξει όψη, διατηρώντας όμως τη γραφικότητά της. Προσωπικά δεν διοικώ πλέον το ίδρυμα, αλλά παρακολουθώ τη δράση του και καμιά φορά λέω καμιά γνώμη.    

Δεν υπάρχουν σχόλια: