Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

Η κυρία Κούλα μας άφησε οριστικά πια

Η κυρία Κούλα έμενε στο διπλανό σπίτι. Χήρα από χρόνια, ζούσε μόνη της. Πάντα ήταν περιποιημένη, ποτέ δεν την είδα χωρίς καλά ρούχα, όχι δεν ήταν πλούσια, αλλά αυτά τα πρόσεχε. Συνομήλικη και φιλενάδα της σ'γχωρεμένης της μάνας μου, καθόταν μαζί με την πεθερά μου (σ'χωρέθηκε κι αυτή) και τα λέγαν για ώρες. Η κυρία Κούλα δεν είχε παιδιά. Μόνο κάτι ανίψια ή ξαδέρφια, δεν ξέρω, δεν έμεναν εδώ. Το σπίτι της στην γωνία του αδιέξοδου στο Αρχιμαντρειό. Με είσοδο και από την άλλη οδό, την Ευεργετών. Το σπίτι δεν το έχτισε  αυτή. Εγώ δεν πρόλαβα τους παλιούς ιδιοκτήτες, μήτε θυμάμαι τον άντρα της. Ηταν πάντα μια αξιοπρεπής γηραιά κυρία, λίγο απόμακρη, αλλά όχι πάντα. Όταν πιάναμε κουβέντα, μπορεί να καθόμαστε και ώρες όταν είχε όρεξη. Α, μου άρεσε να συζητάω με τις γηραιές κυρίες της γειτονιάς μου. Μου μίλαγαν για την παλιά ζωή της πόλης, αλλά και για την τωρινής τους, καμιά φορά τους έλεγα και τα δικά μου, με συμβούλευαν. Χάθηκαν τα τελευταία χρόνια οι πιο πολλές. Nα ξαναγυρίσω στην (άγνωστη) ηρωίδα μου. Όχι, δεν έχει πλοκή αυτή η ιστορία. Η ηρωίδα μου ζούσε απλά με τη σύνταξη της, είχε δουλέψει σαν δασκάλα στις κοπέλες στο Μέκειο, τότε που βρίσκονταν στην ακμή του. Και διδασκε αυτό που έπρεπε να ξέρουν όλες οι γυναίκες της εποχής, κέντημα. Πάντα με ένα κέντημα στα χέρια η κυρία Κούλα.Και κεντούσε υπέροχα. Μια φορά, που με κάλεσε στο σπίτι να της επισκευάσω τις ασφάλειες είδα πραγματικά ωραία πράγματα. Μια μέρα πριν λίγα χρόνια δεν την άκουσα το πρωί. Η κυρία Κούλα μας άφησε. Λίγοι την συνόδεψαν. Και μετά ήρθαν κάποιοι με ένα φορτηγό. Και φόρτωσαν, φόρτωσαν. Δεν είμαι αδιάκριτος, δεν μ' αρέσει να ρωτάω. Το σπίτι ρήμαξε για χρόνια. Και ήταν ωραίο σπίτι. Δίπατο, από τα παλιά των Ιωαννίνων, όχι από τα ανατολίτικα, αλλά σίγουρα είχε μια αστική αρχιτεκτονική, πιθανόν των αρχών του 20ου αιώνα, έτσι το "έκοβα", δεν είμαι δα και ειδικός. Άνετο  είχε αρχίσει ήδη να ερειπώνεται, η κυρία Κούλα δεν μπορούσε πια να το συντηρήσει, γερνούσε. Θυμάμαι πριν 13 χρόνια μου ζήτησε να της βρω μαστόρους και το έβαψε, αυτοί δεν έκαναν και σπουδαία δουλειά, το σπίτι άρχισε πολύ γρήγορα να ξεφλουδίζει. Μια άλλη φορά μου λέει πάλι: "Η στέγη μπάζει νερά, βρες μου κανέναν μάστορα". Βρήκα έναν από τους Αλβανούς μετανάστες στο Γηροκομείο, σκέπασε τις τρύπες με πλαστικές σακούλες, αυτό ήθελε η κυρία Κούλα! Αφού η κυρία Κούλα μας άφησε, το σπίτι άρχισε να ερειπώνεται ακόμα πιο γρήγορα. Πόσα τέτοια σπίτια δεν υπάρχουν στα Γιάννενα! Ούτε διατηρητέο δεν το έβγαλε κανείς - αλήθεια, με ποια κριτήρια τα βγάζουν; Κι αν τα βγάζουν, τι κάνουν για να τα συντηρήσουν; Ναι, θα μπορούσε να είναι διατηρητέο, αν θέλαμε να κρατήσουμε το χαρακτήρα της πόλης μας. Γιατί τα Γιάννενα είναι ένα παλίμψηστο. Ερείπια τουρκικά, εβραϊκά, ελληνικά, του 19ου αιώνα, των αρχών του 20ου, αλλά και του μεσοπολέμου. Αλλά όπως έλεγε ένας αείμνηστος δάσκαλος μου, ο Θόδωρος Μαλδογιάννης, "αυτά κανένας δεν τ' αγάπησε". Το σπίτι της κυρίας Κούλας αγοράστηκε μετά από λίγα χρόνια από κάποιον. Και μετά αυτός το πούλησε σε έναν άλλον. Και οι δυο, τι άλλο, για αντιπαροχή το ήθελαν, λέει. Για εκμετάλλευση. Κανένας δεν σκέφτηκε να μείνει εδώ, αν το ανακαίνιζε (μήπως ήταν εφικτό, δεν ξέρω), όχι, εκμετάλλευση. Απρόσωπα διαμερίσματα για εκμετάλλευση-πού;-σε μιαν από τις πιο ιστορικότερες συνοικίες, στο Αρχιμαντρειό, γράφει, και ο Δημήτρης Χατζής, για την θεία Αγγελική, που τους καλημέριζε όλους, όσοι περνούσαν κάτω από το σπίτι της, εκεί κοντά, τότε, στα χρόνια του πολέμου. Παλιά συνοικία, και η Εκκλησία, η μεγαλοπρεπέστατη των Ιωαννίνων, την έχτισαν το 1858, λέει, Γιαννιώτες άρχοντες του 19ου αιώνα,  τότε που οι Γιαννιώτες αναλώνονταν σε έργα ευποιίας, και όχι σε "εκμετάλλευση". Θυμάμαι πώς προσέχουν και αναδεικνύουν τα μνημεία τους οι Ιταλοί, ακόμα και μικρότερα και ασήμαντα, όχι δεν τα σκεπάζουν, τι έχουμε άλλωστε να δείξουμε από Ελληνικά, εμείς οι Γιαννιώτες εκτός από τα Οθωμανικά, και μελαγχολώ; Και στη θέση αυτής της Εκκλησίας υπήρχε, λέει, αρχαίο μοναστήρι, από το 14ο αιώνα, με  κελιά γύρω και το παλιό νεκροταφείο της πόλης, παμπάλαια και τεράστια κυπαρίσσια και πεύκα, πόσων χρόνων άραγε; Αν δεις την πόλη από πάνω-είναι εύκολο με τα σύγχρονα μέσα του Ιντερνέτ- βλέπεις την περιοχή σαν όαση πρασίνου, σε μια άχρωμη τσιμεντούπολη, κάποτε τα Γιάννενα ήταν κηπούπολη, το ξέρετε;
Σήμερα ήρθε η μπουλντόζα. Το τσάκισε το σπίτι της κυρίας Κούλας. Του σακάτεψε τους τοίχους. Γέμισε όλος ο τόπος σκόνη. Τα δέντρα του κήπου, που όλο τον Απρίλη κελαηδούσαν αηδόνια (για πρώτη φορά φέτος τόσα πολλά), ανάσκελα, φρικτά τραυματισμένα, ποτέ πια αηδόνια. Ίσως κάποια φυλακισμένα καναρίνια. Ναι, τώρα η κυρία Κούλα μας άφησε οριστικά. Ποτέ πια κανένας δεν θα θυμάται πού έζησε. Σιγά-σιγά θα το ξεχάσω και 'γω.

2 σχόλια:

sofia είπε...

Ωραία γράφεις Στέργιο και ειδικά όταν αναφέρεσαι στα Γιάννενα. Η γραφή σου έχει μια γοητευτική απλότητα.

Miltos είπε...

Στέργιο όπως είχες πει … θα ‘ πρεπε να υπάρξει (σαν είδος λόγου) και η λογοτεχνία των αναρτήσεων στα ιστολόγια … σαν χρονολογική στήλη παλιών εφημερίδων θάλεγα εγώ, … Παπαϊωαννίζεις λίγο ή ιδέα μου είναι;;
Έτσι είναι, πρώτα χάνονται οι φιγούρες των ανθρώπων από συγκεκριμένους δρόμους που συνήθως διάβαιναν, και μετά έρχεται και η ώρα της μπουλτόζας για τα σπίτια που … δεν αγαπήθηκαν, (ή δεν συμφέρει η συντήρησή τους, ή δεν συμφωνούν οι πλησιέστεροι συγγενείς, ή … ή…)
Το άσχημο είναι ότι τα νέα σπίτια (συνήθως μεγαθήρια) μοιάζουν μεταξύ τους, δεν έχει το καθένα το δικό του στυλ, κακόγουστα με τις τέντες στα μπαλκόνια, τα σκουριασμένα καγκελα, τη φθορά της βροχής, γιατί βλέπεις αντιγράφοντας οι μηχανικοί τα σχέδια από άλλα κλίματα, ξεχνούν να φτιάξουν γύρω γύρω στηθαίο να μαζεύουν τα νερά της βροχής, μετά τα μαστόρια κοιτάν να βγάλουν πιο πολλά μέτρα, πάει το μεράκι του παλιού μάστορα που χάϊδευε την πέτρα…
Τα αηδόνια πιστεύω θα βρουν τόπο να φωλιάσουν, ελπίζω η νέα οικοδομή να σεβαστεί το γύρω παραδοσιακό εκκλησιαστικό χώρο.
Πάντως η κα Κούλα έχει και λίγο χρώμα από τη θειά μας την Αγγελική του Δημ. Χατζή μια και εκείνη εκεί κατεβαίνοντας τα σοκάκια του Αρχιμανδρειού ή της Αγίας Αικατερίνης πρέπει να ζούσε.