Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

Πως φτάσαμε στην απελευθέρωση (21 Φεβρουαρίου 1913)


Πως φτάσαμε στην απελευθέρωση

(Από την εφημερίδα Πρωϊνός Λόγος 18-19 Φεβρουαρίου 2012

- επιμέλεια Ιωάννα Βιλαέτη – Σπυροπούλου, από το βιβλίο του Β. Κραψίτη, Ηπειρώτη συγγραφέα, ιστορικού και ποιητή «Η ιστορία των Ιωαννίνων»)

Η προετοιμασία για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα από την έναρξη του Ελληνοτουρκικού πολέμου το 1912. Ήδη στις 25 Μαρτίου 1906 ιδρύθηκε στην Αθήνα από τον υπομοίραρχο Σπ. Σπυρομήλιο η «Ηπειρωτική Εταιρεία» για την συγκέντρωση και αποστολή πληροφοριών στον ελληνικό στρατό, για τον εχθρό. Το 1908 εστάλη στην Ήπειρο, για την οργάνωση εθελοντικών σωμάτων, ο βορειοηπειρώτης Ιωάννης Πουτέτσης.

Στα προξενεία της Ελλάδας στην Ήπειρο λειτουργούσαν γραφεία της απόρρητης κρατικής υπηρεσίας «Πανελλήνιος Οργάνωσις» η οποία συστήθηκε το 1908 από τον πρωθυπουργό Θεοτόκη και διευθυνόταν από τον αντισυνταγματάρχη Παν. Δαγκλή.

Ο καινούργιος πρόξενος της Ελλάδας στα Γιάννενα Άγγελος Φορέστης απ’ το Νοέμβριο 1909 ανέλαβε και τη διεύθυνση της «Ηπειρωτικής Εταιρείας», με κύριους συνεργάτες α) τον Νικ. Χαντέλη απ’ τα Κάτω Πεδινά (ψευδώνυμο Ιδεύς) β) τον Γεώργιο Τζαβέλλα δικηγόρο και γ) την Αντιγόνη Τζαβέλλα, κόρη του πιο πάνω, η οποία κρυπτογραφούσε όλες τις πληροφορίες από το σπίτι του Ιωάννη Λάππα, που ως διερμηνέας του γαλλικού προξενείου, είχε ασυλία. Σ’ αυτό το σπίτι, που σώζεται στα Γιάννενα, παραδόθηκαν τα εμπιστευτικά σχέδια και χάρτης των οχυρώσεων στο Μπιζάνι.

Οι ξένοι παράγοντες

Οι Πρόξενοι των ξένων κρατών Αυστροουγγαρίας Ρουμανίας Ρωσίας, διαμόρφωναν κλίμα δυσμενές για του Έλληνες, συγχαίροντας τους Τούρκους για επιτυχίες τους εναντίον των Ελλήνων ή προβαίνοντας σε διάφορες άλλες πράξεις.

Αντίθετα, μεγάλος φιλέλληνας υπήρξε ο γάλλος πρόξενος Edgar Dussap, του οποίου σύζυγος ήταν Γκυ Σαντεμπλαίρ, δημοσιογράφος, γνωστή για την αγάπη της για τα Γιάννενα, όπου έζησε προσωπικά την απελευθέρωση τους.

Οι Γερμανοί έκαναν τη μελέτη για τα απαιτούμενα έργα και επισκέφτηκαν επί τόπου τα έργα, δίνοντας λύσεις για να αντέξουν στην επικείμενη επίθεση των Ελλήνων.

Η οργάνωση των αντιπάλων

Από τουρκικής πλευράς επικεφαλής των στρατιωτικών δυνάμεων ήταν ο Εσσάτ Πασάς και ο αδελφός του Βεχίπ, απόφοιτοι της Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων και πτυχιούχοι της πολεμικής ακαδημίας του Βερολίνου.

Μετά τις μάχες στη Μακεδονία ενισχύθηκε το μέτωπο με τις στρατιές που είχαν πολεμήσει στη Σερβία, στα Σκόπια και στο Μοναστήρι. Από ελληνικής πλευράς υπήρχε α) μια μεραρχία υπό τον υποστράτηγο Κων. Σαπουντζάκη που ήταν και ο αρχηγός του ελληνικού μετώπου β) τα εθελοντικά σώματα της Ηπείρου που ταχύτατα πολλαπλασιάζονταν με Έλληνες απ΄ τη Μακεδονία, Κρήτη, Νησιά Αιγαίου, Κύπρο, Σμύρνη, Αίγυπτο, Αμερική, Ελληνοεβραίους κ.α.

γ) έδιναν το «παρών» επίσης οι γενναίες γυναίκες του Σουλίου, Λάκκας Σουλίου, Τσαριτσάνης που στις πλάτες τους μετάφεραν τις κρίσιμες στιγμές τα πολυβόλα και τα κανόνια στην Ολύτσικα σε υψόμετρο 1700 μ. δ) οι Γαριβαλδινοί με αρχηγό τον Α. Ρώμα και άλλους, με γνωστότερο τον ποιητή – ήρωα Λορέντζο Μαβίλη, που διασκορπίστηκαν στη φονική μάχη του Δρίσκου ε) Ενεργή παρουσία υπήρξε απ’ τους πνευματικούς ανθρώπους της Ελλάδας. Μεταξύ αυτών ήταν οι Αγις Θέρος, Στέλιος Σπεράντζας, Λαύρας Πετιμεζας, Ράμος Φιλύρας, Σπύρος Μελάς, Διον Κόκκινος κ.α.

Το χρονικό της δράσης

Τα σύνορα Ελλάδας – Τουρκίας ήταν στο γεφύρι της Άρτας. Ο στρατηγός Σαπουντζάκης, μετά τη λακωνική διαταγή «εισβάλατε δια της γεφύρης της Άρτης εις το Ηπειρωτικόν έδαφος», στις 5 Οκτωβρίου 1912, πέρασε το γεφύρι και κατέλαβε τα υψώματα στο Γρίμποβο. Η Φιλλιπιάδα, η Πρέβεζα, η Νικόπολη ελευθερώθηκαν και ο τουρκικός στρατός αναγκάστηκε να υποχωρήσει στο Μπιζάνι.

Ωστόσο η κοινή γνώμη της Ελλάδος και ο ελληνικός χριστιανικός πληθυσμός της Ηπείρου δεν μπορούσε να δικαιολογήσει την υπέρμετρη παράταση του πολέμου, αφού μάλιστα ο ελληνικός στρατός είχε ενισχυθεί αρκετά με τις μεραρχίες που πολεμούσαν προηγουμένως στο μακεδονικό μέτωπο. Σχετικά με τον τρόπο ενέργειας του ελληνικού στρατού είχε επιληφθεί το επιτελείο του Σαπουντζάκη και ήταν ήδη έτοιμο το σχέδιο κατάληψης των Ιωαννίνων με παράκαμψη του Μπιζανίου.

Στο μεταξύ, το υπουργικό συμβούλιο με σύμφωνη γνώμη του Ελ. Βενιζέλου (πρωθυπουργού – που απουσίαζε στο Λονδίνο) διόρισε τον διάδοχο Κωνσταντίνο αρχηγό του Στρατού. Ο Κωνσταντίνος είχε ορίσει ημέρα αναχωρήσεως του για το Στρατηγείο της Ηπείρου, την 6 Ιανουαρίου 1913. Ο Σαπουντζάκης την 7η Ιανουαρίου 1913 επετέθη κατά μέτωπο και κυριεύονται έτσι η Αετορράχη, τα ανατολικά του Μπιζανίου, το Λουζέτσι, με το Μπιζάνι να στέκεται όμως εφιαλτικά μπροστά τους.

Ο Κωνσταντίνος έφτασε στις 10 Φεβρουαρίου 1913 στο χάνι Εμίν Αγά, όπου οργάνωσε το αρχηγείο.

Ο Βενιζέλος επιστρέφοντας απ’ το Λονδίνο ανέβηκε στη Φιλιππιάδα, είδε τον Κωνσταντίνο και γυρίζοντας ρώτησε τον Δούσμανη που τον συνόδευε, αν, κατά τη γνώμη του ήταν δυνατή η κατάληψη των Ιωαννίνων, διευκρινίζοντας ότι, αν ήταν αδύνατη η άλωση, δεν θα δίσταζε να αναλάβει την ευθύνη να διατάξει τον Κωνσταντίνο να παραιτηθεί της επιχείρησης. Ο Δούσμανης απήντησε θετικά και ο Βενιζέλος σύστησε στο επιτελείο «να τελειώνουν γρήγορα με τα Γιάννενα» και επέστρεψε στην Αθήνα.

Πρόταση στον Εσσάτ Πασά.

Στο μεταξύ ο Κωνσταντίνος πρότεινε στο συμμαθητή του – από την ακαδημία πολέμου του Βερολίνου- Εσσάτ Πασά την παράδοση της πόλεως, ώστε να αποφευχθεί η ανώφελη αιματοχυσία, μια και η τύχη των Ιωαννίνων ήταν προδικασμένη. Ο Εσσάτ Πασάς απήντησε με αβρότητα ότι δεν ηδύνατο να παραδώσει την Πόλη, άνευ εντολής της κυβερνήσεως του: «έχω διαταγή να αμυνθώ όσο δύναμαι και θα αμυνθώ» είπε.

Ο βομβαρδισμός

Τη χαραυγή της 19ης Φεβρουαρίου 1913 άρχισε ο σφοδρός βομβαρδισμός του Μπιζανίου. Στις 6 το πρωί της 20ης Φεβρουαρίου 1913, τρεις φάλαγγες επιτέθηκαν με τις λόγχες εναντίον των Τούρκων και στις 7.30 κυριεύτηκαν τα οχυρά της Μανωλιάσας, της Μονής Τσούκας και του Άη Σάββα. Για πρώτη φορά από την Ολύτσικα ηχούσαν τα πυρά των δυο ορειβατικών πυροβόλων, που είχαν ανεβάσει εκεί οι γυναίκες των Τσαριτσάνων.

Πανικόβλητα τα τουρκικά στρατεύματα υποχώρησαν και οι εύζωνοι του ταγματάρχη Βελισσαρίου μεγαλούργησαν παρακούοντας τη διαταγή που είχαν να σταματήσουν στη Ραψίστα (Πεδινή) και έφτασαν μέχρι τα Γιάννενα, στον Άη Γιάννη της Μπονίλας.

Την κατάσταση που επικρατούσε στα Γιάννενα κατά τη διάρκεια του πολέμου, περιγράφει η εφημερίδα «ΗΠΕΙΡΟΣ» στο πρώτο μετά την απελευθέρωση φύλλο της

«Η πόλις έπλεε στο δέος και τον τρόμο… σκληρό στρατοδικείο έθυε και απώλυε. Κρεμάλα είχε στηθεί στο στρατοδικείο, στην πλατεία και άλλη έξω της πόλεως… Η πείνα άρχισε να δέρνει την πόλη…ό,τι υπήρχε το άρπαζε η τουρκική κυβέρνηση χωρίς αποζημίωση…

Η Γκυ Σαντεπλαίρ περιγράφει τις τελευταίες στιγμές πριν την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, μέσα από τα Γιάννενα που ζούσε:

« Ο Εσσάτ Πασάς φαίνεται, επέστρεψε (από το μέτωπο) επειγόντως εις Ιωάννινα … η κατάσταση είναι πολύ σοβαρά … παντού βασιλεύει αταξία … ο άνεμος της υποχωρήσεως έρριψε όλους αυτούς τους (Τούρκους) στρατιώτας κουρασμένους και αποθαρρυμένους … άμαξαι φθάνουν φέρουσαι και πάλιν τραυματίας… θόρυβος βαρύς εις τον δρόμον …ήχος πένθιμος της ήττας … όλαι αι οικίαι είναι κλεισμέναι… μας πληροφορούν ότι Τούρκοι στρατιώται εισήλασαν στο παζάρι και λεηλατούν … στο σκότος διακρίνουμε στρατιώτας οι οποίοι κατεκλίθησαν ή έπεσαν κατά μήκος των τοίχων και κοιμώνται …χιλιάδες στρατιωτών περιφέρονται χωρίς κατάλυμμα… φτάσαμε στην αγορά με τον Ρώσο Πρόξενο και διακρίναμε τα βγαλμένα παραθυρόφυλλα, τας διερρηγμένας θύρας και στο εσωτερικό των μικρών μαγαζιών τη φοβερά αταξία, αποτέλεσμα της δηώσεως… ήτο πιθανόν να πυρπολήσουν την Πόλιν…όλα πρέπει να τα φοβείται κανείς ακόμη …»

Η παράδοση

Ο Εσσάτ Πασάς απευθύνθηκε στον Μητροπολίτη και στους Προξένους Ρωσίας, Αυστρίας, Ρουμανίας και Γαλλίας και ζήτησε να παρέμβουν για να διευκολύνουν την παράδοση της πόλεως στον Κωνσταντίνο, διατάσσοντας συγχρόνως την παύση των εχθροπραξιών. Έτσι συντάχτηκε από τους Προξένους η σχετική γνωστή επιστολή προς τον Κωνσταντίνο, την οποία ο Επίσκοπος Δωδώνης, συνοδευόμενος από δύο Τούρκους αξιωματικούς απεσταλμένους του Εσσάτ, μετάφερε στον ταγματάρχη Βελισσαρίου και τον Ιατρίδη, οι οποίοι με την πολύ τολμηρή πράξη τους, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις της άμεσης αυτής παράδοσης της πόλης. Ο ταγματάρχης Βελισσαρίου ταχύτατα συνόδευσε την ως άνω τριμελή επιτροπή μέχρι το Εμίν – Αγά. Ο Κωνσταντίνος με την ίδια επιτροπή απάντησε στον Εσσάτ Πασά ότι αποδέχεται την παράδοση των Ιωαννίνων με τον όρο τα Τουρκικά στρατεύματα, αφού υψώσουν λευκή σημαία, να παραδίδονται στα Ελληνικά στρατεύματα που προχωρούν (χωρίς να διατάξει παύση των εχθροπραξιών όπως φαίνεται)

Έτσι έφτασε η μεγάλη ώρα που προσμένουν αιώνες. Στα Για΄ννενα βρισκόταν το ελληνικό ιππικό με τους Στάϊκο και Μελά, ενώ ο συνταγματάρχης Σούτσος ο τέως γενικός Πρόξενος της Ελλάδος στα Ιωάννινα Άγγελος Φορέστης, ο Τροπάκης και ο Λαουτάρης ήταν έτοιμοι να παραλάβουν την πόλη των Ιωαννίνων.

Μοναδική στιγμή

Η Γκυ Σαντεπλαίρ περιγράφει: « Η στιγμή υπήρξε μοναδική…όλοι έκλαιγαν και γελούσαν…τα ζήτω αναμιγνύονταν με τους ήχους των κωδώνων των Εκκλησιών … το έδαφος εκαλύφθη από ερυθρά κουρέλια από τα σχισμένα φέσια….πυροβολισμοί και τουφεκισμοί έδιναν την εντύπωση μάχης …. Η ελληνική σημαία κυμάτιζε εις το κονάκιον …. Κατά τας 10 διεσχίσαμεν την πόλιν εφ’ αμάξης…όλαι αι οικίαι ήσαν ήδη στολισμέναι με τα εθνικά ελληνικά χρώματα…»

Με το Ιππικό κατέφθαναν στα Γιάννενα τα αντάρτικα σώματα, τα οποία αποθεώνονταν από το λαό. Όλοι τους και μαζί πλήθος του λαού των Ιωαννίνων άνοιξαν τις φυλακές και εγκάθειρκτοι Έλληνες πατριώτες βγήκαν από τους τάφους τους.

Το πρωτόκολλο παράδοσης των Ιωαννίνων υπογράφτηκε στις 2 η ώρα την 21η Φεβρουαρίου 1913. Ο Κωνσταντίνος μπήκε στην πόλη μας στις 23 Φεβρουαρίου 1913.

Δεν υπάρχουν σχόλια: