Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2008

Μέρες οργής - Δεκέμβρης 2008 - Αθήνα

Εννέα άνθρωποι που βρέθηκαν στο μέτωπο των εξελίξεων των τελευταίων ημερών δίνουν τη δική τους ερμηνεία.
Ο άνδρας των ΜΑΤ, ο εικονολήπτης, ο έμπορος, ο αναρχικός, η φοιτήτρια, τρεις δημοσιογράφοι, ο φωτορεπόρτερ περιγράφουν αυτά που έζησαν.
ΠΗΓΗ: Περιοδικό BHMAagazino 21 Δεκεμβρίου 2008


Κ.Κ Άνδρας των ΜΑΤ
Είμαι μπάτσος, αλλά δεν είμαι γουρούνι και πολύ περισσότερο δολοφόνος. Είμαι και εγώ ένας εργαζόμενος των 1.000 ευρώ, με δωδεκάωρες βάρδιες, δύσκολες συνθήκες δουλειάς και κακά «αφεντικά». Εγώ όμως δεν μπορώ να απεργήσω ή να διαδηλώσω. Και εγώ στο υπουργείο θέλω να ξεσπάσω, και εμένα οι τράπεζες με αρμέγουν κάθε μήνα. Ναι, είχαμε διαταγές αμυντικής στάσης την Κυριακή και τη Δευτέρα μετά το περιστατικό του Σαββάτου και τον θάνατο του παιδιού. Έχουμε τον τρόπο να επιβάλλουμε την τάξη όταν μας αφήνουν…Για να γίνει όμως αυτό πρέπει να μας αφήνουν όσοι δίνουν διαταγές, πολιτικές ή επιχειρησιακές.
Εμείς είμαστε εκπαιδευμένοι και με γερά νεύρα. Δεν τραβάμε πιστόλι όταν τα βρούμε σκούρα, παρ’ ότι είμαστε στην πρώτη γραμμή. Τα επιθετικά περιστατικά υπάρχουν λόγω της έντασης των στιγμών. Όπως θα είδες όμως, ένας ξέφευγε, τρεις τον μάζευαν.
Όπως δεν είναι όλοι οι δημοσιογράφοι ρουφιάνοι, και όλοι οι διαδηλωτές ταραξίες, έτσι και οι μπάτσοι δεν είναι όλοι γουρούνια και δολοφόνοι. Και αν με πειράζει κάτι από όλα αυτά τα γεγονότα, πλην του θανάτου ενός νέου παιδιού, είναι ότι μια ολόκληρη γενιά μεγαλώνει χωρίς κανένα σεβασμό στην Αστυνομία. Και έχουμε 50.000 αστυνομικούς, το 0,5% του πληθυσμού, αλλά δεν έχουμε ασφάλεια. Είναι επιχειρησιακό πρόβλημα ή πολιτικό;

Αλέξης Π. (εικονολήπτης)
Για πρώτη φορά είδαμε στην πράξη μια νέα μορφή πληροφόρησης, καθώς δόθηκε μεγάλη έκταση στο internet. Δεν θα έλεγα ότι ήταν το πρώτο χαμένο στοίχημα για τα παραδοσιακά ΜΜΕ, αλλά ότι εφαρμόστηκε στην πράξη η άμεση πληροφόρηση, με τις ελλείψεις της, όπως η εγκυρότητα.
Ως το 1991, το συμβάν στο κατάστημα «Κ. Μαρούσης» και τις μαθητικές διαδηλώσεις, τα ΜΜΕ, ήταν στην πλευρά των διαδηλωτών. Βρέθηκαν τότε πέντε κακόβουλοι και το κλίμα γύρισε εις βάρος μας.
Δεν είμαστε ρουφιάνοι της Αστυνομίας. Καταγράφουμε γεγονότα με όσο είναι ανθρωπίνως δυνατόν, ουδέτερο τρόπο. Αν δεν υπήρχε ένας ολλανδός κάμερα-μαν στημένος σε ταράτσα της Πατησίων, οι επόμενες γενιές δεν θα είχαμε εικόνα από την εισβολή των τανκς στο Πολυτεχνείο. Ποιος μου λέει ότι μέρος των επεισοδίων δεν είναι προβοκάτσια;
Γι’ αυτό επιμένω στην ύπαρξη κάμερας και φωτογράφων στις πορείες. Πόσες φωτογραφίες και βίντεο δείχνουν «κουκουλοφόρους» γιαλαντζί, δίπλα ή πίσω από αστυνομικούς; Εκεί είναι καλές οι κάμερες και αλλού είναι ρουφιάνες; Αν δεν υπήρχε το βίντεο με τους πυροβολισμούς στα Εξάρχεια, ακόμη θα είχαμε αμφιβολίες για τους ισχυρισμούς του ειδικού φρουρού. Με έθλιψε ένα γεγονός που είδα αυτές τις μέρες. Σε σπασμένο σούπερ-μάρκετ παππούδες και γιαγιάδες να κλέβουν μακαρόνια. Αυτό δεν είναι κρίση;

Σπύρος Χ. (έμπορος)
Ζήσαμε μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Και με μεγαλύτερης ηλικίας ανθρώπους που μιλήσαμε οι μνήμες τους γύρισαν χρόνια πίσω, σε εποχές Πολυτεχνείου. Ήταν μια κατάσταση εξέγερσης. Για εμάς βέβαια δεν ήταν ευχάριστα γεγονότα, ήμασταν αυτό που λένε παράπλευρες απώλειες. Ζήσαμε τέσσερα κύματα. Το πρώτο ήταν με τους διαδηλωτές, ειρηνικό, μετά ήρθαν οι πιο άγριοι να σπάσουν συγκεκριμένους στόχους, π.χ. τράπεζες ή γραφεία πολυεθνικών. Το τρίτο κύμα τα έσπαγε όλα, χωρίς διακρίσεις. Και το τέταρτο έκλεβε από τα σπασμένα. Και δεν ήταν μόνο μετανάστες στο πλιάτσικο, πρέπει να σημειώσω. Ήταν άνθρωποι που δεν πάει ο νους σου. Ο μέσος όρος ηλικίας ήταν 25 χρονών. Δεν μπορώ να πω ψέματα, 15χρονους δεν είδα να σπάνε και να κλέβουν.
Ήρθα μισή ώρα προτού σπάσουν το μαγαζί και μισή ώρα μετά. Δεν μείναμε εδώ διότι δεν ξέραμε πως θα αντιδράσουμε. Αν και τώρα πιστεύω ότι αν τα μαγαζιά ήταν ανοικτά δεν θα είχαμε τόσες ζημιές. Το χειρότερο συναίσθημα δεν ήταν οι ζημιές. Το χειρότερο ήταν ότι ένιωθες μόνος σου. Απροστάτευτος. Ένιωθες ότι δεν υπάρχει ελπίδα, θα το υποστώ αυτό που έρχεται, αυτόν τον «βιασμό». Όλοι είχαν την ψυχολογία ότι τα σπάμε και δεν μας σταματάει κανένας. Αυτό είναι τρομακτικό. Και τα δευτερόλεπτα ώσπου να έρθω εδώ ήταν αιώνας. Δεν ήξερα τι θα βρω. Ένιωσα σαν κομπάρσος σε ταινία. Δεν ένιωσα οργή αλλά πίκρα. Γιατί εμείς; Γιατί έμποροι που δεν πειράζουν, δεν ενοχλούν, δίνουν δουλειές.
Έχω πάει σε πορείες, καταλήψεις, είμαι πολιτικοποιημένος άνθρωπος, ενεργός πολίτης. Ακούω που λένε ότι στη Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα, υπάρχουν όμως στη ζωή και στην κοινωνία. Κάποιοι λίγοι περνάνε καλά, όμορφα και κάποιοι πολύ άσχημα και δύσκολα. Αυτό δεν είναι ένα αδιέξοδο;

Κωστής (αναρχικός)
Είμαι αναρχικός, πατρίδα μου είναι όλος ο κόσμος, δεν πιστεύω στην ιδιοκτησία αλλά στην ισότητα και στην αυτοδιαχείριση. Είμαι υπέρ της ανταλλαγής και όχι της κατανάλωσης. Οι καρποί ανήκουν σε όλους, η γη σε κανέναν. Δεν είμαι επαγγελματίας «χούλιγκαν», δεν καίω και δεν σπάω χωρίς λόγο. Δεν καίω μαγαζιά απλών ανθρώπων, αν και διαφωνώ με την ιδιοκτησία, ούτε πετάω μολότοφ μέσα στον ανύποπτο κόσμο των πολιτών – «τηλεθεατών». Στόχοι μου είναι οι τράπεζες, τα δημόσια κτίρια, οι πολυεθνικές, οι μεγάλες επιχειρήσεις που πίνοντας αίμα αποκομίζουν κέρδη.
Στα γεγονότα της Αθήνας και στη μεγάλη κινητοποίηση της περασμένης Δευτέρας, κάποια στιγμή αποφάσισα να αποσυρθώ. Όλο αυτό που γινόταν δεν ήταν στάση και δράση αναρχικών συντρόφων με αφετηρία τα πιστεύω τους. Ήταν δημιούργημα «μπαχαλάκηδων» που είδαν φως και μπήκαν, απουσία Αστυνομίας και σοβαρών ιδεολόγων συντρόφων, και όχι καθοδηγητών, όπως λάθος λέτε στα χαζοκούτια.
Καθένας βάζει μια κουκούλα, πετάει πέτρες στους μπάτσους και δηλώνει αναρχικός στα κανάλια. Ανάθεμα αν ένας από όλους αυτούς γνωρίζει τον Προυντόν, τον Κροπότκιν, τον Μπακούνιν ή τον Ζήνωνα και τους Κυνικούς. Δεν μας πήραν «τη δουλειά», δεν είναι δουλειά αυτό που κάνουμε πιστεύοντας σε μια άλλη κοινωνία. Ξέρεις πολλούς αναρχικούς που θα έσπαγαν τη βιτρίνα του κυριλάτου μαγαζιού για να «ψωνίσουν» Dolce & Gabbana ή ένα χάι κινητό;
Οι μπάτσοι και καθετί που εκπροσωπεί το καθεστώς θα είναι πάντα εχθροί μας. Η πέτρα και η μολότοφ δεν σκοτώνουν, οι σφαίρες τους σε κάνουν μακαρίτη. Αλλά και οι πολιτικές τους που σε οδηγούν στον πνευματικό θάνατο, αγαπητέ μου «τηλεθεατή».
Δεν θα ζήσω πολύ να δω την αλλαγή και τις συνέπειες αυτής της εξέγερσης: έχω φάει τόσα χημικά στη ζωή μου…

Αλεξάνδρα (Φοιτήτρια)
Ποιος θα πίστευε πριν λίγο καιρό ότι καμένα αυτοκίνητα, σπασμένες βιτρίνες, καπνογόνα, φωτιές και τα ΜΑΤ στους δρόμους θα γίνονταν μέρος της καθημερινότητας στο κέντρο της Αθήνας, όπως και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας; Καλούμαστε να απαντήσουμε σε ένα ερώτημα που φαντάζομαι ότι προβλημάτισε κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο: Πριν από το θάνατο του Αλέξη που ήταν κρυμμένη όλη αυτή η οργή, η οποία στην ακραία της μορφή έλαβε διαστάσεις καταστρεπτικής βίας; Η οργή αυτή, όπως παρατηρήσατε τις προηγούμενες ημέρες, έχει την ιδιότητα να εκφράζεται άλλοτε με πράξεις βίας και άλλοτε με πιο συνειδητοποιημένες πράξεις, όπως, π.χ., αυτές από τον χώρο του θεάτρου. Οι τελευταίες με αντιπροσωπεύουν περισσότερο, αντιπροσωπεύουν έναν πιο δημιουργικό τρόπο έκφρασης της κοινωνικής δυσφορίας απέναντι σε ένα καθεστώς το οποίο εν τέλει έχει ισοπεδώσει ακόμη και τις πιο βασικές αξίες της Δημοκρατίας.
Η ίδια η πολιτεία ισοπεδώνει αξίες και πρότυπα, στρέφοντας τους νέους στο περιθώριο. Εκείνοι εύλογα έχουν χάσει κάθε ελπίδα στις βασικές αρχές του πολιτισμού μας που αποκτήθηκαν με πολύ κόπο στον Διαφωτισμό. Έχουν χάσει την πίστη τους στον άνθρωπο και στην ικανότητά του να δρα συνειδητά μέσα σε μια δημοκρατική κοινωνία. Τι απαντήσεις να δώσει η κοινωνία στους νέους όταν η Δημοκρατία του «σύγχρονου» κόσμου βασίζεται στην εξουσία που κυβερνά άλλοτε με τον φόβο και άλλοτε με τη συναισθηματική υποταγή;
Προτιμώ την ειρηνική διαμαρτυρία κάθε βράδυ στο Σύνταγμα, μπροστά στη Βουλή με τα κεριά, από τις θορυβώδεις διαδηλώσεις και φυσικά από τα επεισόδια. Γιατί όμως δεν βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των διαδηλώσεων εκείνοι που θα έπρεπε να είναι καθοδηγητές της κοινωνίας μας σε περίοδο κρίσης; Αναφέρομαι στους ανθρώπους της τέχνης και των γραμμάτων. Που είναι οι ποιητές, οι συγγραφείς και οι επιστήμονες να καθοδηγήσουν μια νεολαία η οποία έχει παραδοθεί σε ένα κόσμο χωρίς πρότυπα και χωρίς μέλλον;

Αχμάντ Μοαβία (Δημοσιογράφος, συντονιστής ελληνικού φόρουμ μεταναστών)
Αγανάκτησα όπως όλος ο κόσμος, χαίρομαι την κινητοποίηση, αν και δεν την περίμενα τόσο μεγάλη. Δεν ξέρω αν η εξέγερση θα φέρει αλλαγές. Ελπίζω να μην ήταν απλώς οργή που θα περάσει. Είναι πολλές ομάδες στο δρόμο, καθεμιά φωνάζει για το πρόβλημά της.
Είμαι Σουδανός και ζω 30 χρόνια εδώ. Υπάρχει διαφορά με την Ελλάδα που πρωτογνώρισα. Τότε νεολαία και φοιτητικός κόσμος ήταν διαφορετικοί. Η αριστερά κυριαρχούσε, οι στόχοι ήταν σαφείς, τα προβλήματα συγκεκριμένα. Υπήρχαν ζωντανές ιδεολογίες. Σήμερα λείπει η ιδεολογία, η βάση στην οποία στηρίζεσαι για να δεις τον κόσμο. Η νεολαία είναι διχασμένη. Από τη μια θέλει την ευημερία της παγκοσμιοποίησης, της κατανάλωσης και από την άλλη ζητά όσα διεκδικούσαμε τη δεκαετία του 1970. Το 1980 υπήρχε μια μαγική λέξη η «Αλλαγή». Αυτές τις μέρες δεν άκουσα καμία τέτοια λέξη από στόματα πολιτικών.
Δεν περίμενα το πλιάτσικο από μετανάστες. Γνωρίζω ότι στο κέντρο υπάρχουν άτομα που ζουν από αυτό – μικροκλέφτες, μικροαπατεώνες-. Με ενόχλησε ότι ενώ ήταν μικρός αριθμός προβλήθηκε σε μεγάλο βαθμό και φοβήθηκα ότι θα γυρίσουμε χρόνια πίσω, όταν κάθε μετανάστης εθεωρείτο εγκληματίας. Ελπίζω να μην μπει ξανά αυτή η ταμπέλα επειδή πέντε ή δέκα εκμεταλλεύτηκαν τις ταραχές. Στο κέντρο της Αθήνας άλλωστε πολλοί μετανάστες έχουν δικά τους μαγαζιά και κοιμήθηκαν μέσα για να τα προστατεύσουν, έχοντας την ίδια αγωνία με τους έλληνες ιδιοκτήτες. Αυτό δεν το έδειξε κανείς.
Οι πρόσφυγες εδώ έχουν έρθει για ένα καλύτερο μέλλον. Όποιος φεύγει από την πατρίδα του που έχει πόλεμο είναι καλός άνθρωπος και έρχεται ελπίζοντας. Αυτός ποτέ δεν θα κλέψει. Προέρχονται από κοινωνίες με δυνατές αξίες και τις κρατάνε.

Πάνος Τουμάσης (Δημοσιογράφος, Mega Channel)
Έχω ζήσει σαν μαθητής όσα ακολούθησαν τη δολοφονία Καλτεζά το 1985. Στη συνέχεια έζησα, καλύπτοντας ως δημοσιογράφος, πορείες αλλά και επεισόδια. Τα τωρινά γεγονότα ήταν από τις πιο μεγάλες ταραχές, κυρίως επειδή υπήρχε πραγματική οργή από την πλευρά του κόσμου που συμμετείχε στις διαδηλώσεις, αλλά και διότι τα επεισόδια ήταν από τα χειρότερα επειδή τα μέτωπα ήταν πολλά. Το παράπονό μου είναι ότι τα ΜΜΕ – κάμερες, φωτογράφοι, δημοσιογράφοι – θα έπρεπε να βρίσκονται μέσα στις πορείες, κοντά στους διαδηλωτές. Έτσι αναδεικνύονται καλύτερα οι αγώνες, αλλά και αποτρέπεται το να σταθείς περισσότερο σε επεισόδια που τυχόν προκύπτουν. Δεν είναι ό,τι καλύτερο να είμαστε πίσω από τα ΜΑΤ, άσχετα αν αυτό συμβαίνει τα τελευταία χρόνια επειδή υπάρχει προκατάληψη εις βάρος μας από μια μερίδα διαδηλωτών. Δεν είμαστε ασφαλίτες.
Είναι δύσκολο όταν είσαι στον αέρα να διασταυρώνεις ταυτόχρονα ειδήσεις. Γι’ αυτό η εμπειρία με έχει κάνει να είμαι πολύ επιφυλακτικός με ό,τι μεταδίδω. Υπήρξαν παράλογες ενέργειες από την Αστυνομία μετά το βράδυ του Σαββάτου. Την Κυριακή και τη Δευτέρα απουσίασε πλήρως. Και την Τρίτη, μετά τις φωτιές της προηγούμενης νύχτας, επιτέθηκε στο Σύνταγμα μέρα μεσημέρι σε μαθητές. Δεν υπήρχε μέτρο, και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο όταν μιλάμε για Αστυνομία. Ούτε σωστός σχεδιασμός υπήρξε. Δεν υπήρχε λόγος να πνιγούν γειτονιές όπως το Παλιό Φάληρο στα δακρυγόνα, επειδή 15χρονοι μαθητές πετούσαν πέτρες ή έλεγαν συνθήματα. Εντύπωση μου έκανε επίσης ότι σε αρκετές περιπτώσεις που η κατάσταση πήγαινε προς εκτόνωση εμφανίζονταν «αγανακτισμένοι πολίτες» ηλικίας από 28 ως 35 ετών, πάντα πίσω από τους άνδρες των ΜΑΤ, να πετάνε πέτρες και να προκαλούν τους κουκουλοφόρους.

Άρης Μεσσήνης (Φωτορεπόρτερ, Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων)
Την πρώτη μέρα έφαγα πέτρα, τη δεύτερη μπουνιές, την Τρίτη ξανά πέτρα. Αν δεν ήτανε η δουλειά που αγαπώ, θα ξαναπήγαινα; Καταγράφουμε ιστορικές στιγμές διότι οι πιτσιρικάδες εξεγείρονται πραγματικά. Είμαστε το πρώτο θέμα στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων από την πρώτη ημέρα των γεγονότων. Οι λέξεις είναι επικίνδυνες αν δεν ξέρεις να τις χρησιμοποιείς, το ίδιο και οι φωτογραφίες. Είμαστε στη μέση, κυνηγημένοι και από Αστυνομία και από κουκουλοφόρους. Οι περισσότεροι τα βάζουν όλα στο ίδιο τσουβάλι, δεν διαχωρίζουν τη δουλειά καθενός. Βλέπουν κάμερες στις ταράτσες, δεν καταλαβαίνουν ότι τραβούν γενικά πλάνα, υποψιάζονται ότι βιντεοσκοπούν με …υπερζούμ φακούς για να τα «δώσουν» στην Ασφάλεια. Και όμως ελάχιστες φορές έχω δει κάποιο μέσο να εκθέτει διαδηλωτή. Δεν υπάρχει έλληνας επαγγελματίας φωτογράφος που θα δώσει στην Ασφάλεια φωτογραφίες. Οι ίδιοι οι φωτογράφοι έχουμε αποβάλει όσους η Αστυνομία προσπάθησε να βάλει μέσα στις τάξεις μας. Αν δεν υπήρχαν κάμερες, δημοσιογράφοι και φωτογράφοι, σε κάθε διαδήλωση θρηνούσαμε θύματα. Διότι μερικές φορές δεν μιλάμε για αστυνομικούς αλλά για επικίνδυνους τύπους. Αν δεν υπάρχει εικόνα και δημοσίευση, δεν υπάρχει δικαιοσύνη.
Οι πιτσιρικάδες είναι εγκλωβισμένοι στα όνειρά τους. Η δολοφονία του Αλέξη ήταν η σπίθα που άναψε τη φωτιά. Βλέπουν τους γονείς τους να τρέχουν όλη μέρα για να τα βγάλουν πέρα και να πληρώσουν πέντε πιστωτικές και τρία δάνεια. Βλέπουν τη διαφθορά να βασιλεύει. Βλέπουν ένα κράτος που μιλάει για οικονομική κρίση, αλλά ξοδεύει χρήματα σε μοναστήρια, από ‘δώ και ΄κει. Εδώ έχει αρχίσει το δικό μου αίμα να ξαναβράζει…Προσπαθώ να μην έχω συναισθήματα όταν δουλεύω, αλλά αυτές τις ημέρες ήταν δύσκολο, προσπάθησα πολύ να τα περιορίσω.
Ο κίνδυνος είναι μέρος της δουλειάς μας. Δεν φοβάμαι, αλλά αυτές τις ημέρες «μούδιασα» όταν άκουσα ότι σκέπτονται επέμβαση του στρατού. Όποιος και αν το σκέφτηκε είναι απλώς επικίνδυνος.

Τζέιμς Χάιντερ (Δημοσιογράφος των The Times, The Sunday Times)
Έχοντας περάσει αρκετές ημέρες καλύπτοντας τις διαδηλώσεις στην Αθήνα, τρέχοντας στους δρόμους με τους διαδηλωτές και μιλώντας μαζί τους στη «βάση» στο Πολυτεχνείο, με εξέπληξε ότι τα γεγονότα ήταν γερά βασισμένα στην οργή τους για τη διαφθορά και την ανεπάρκεια της κυβέρνησής τους, αλλά και στην αφύπνιση για το καπιταλιστικό σύστημα, όπως αυτό σκοντάφτει στα «κύματα –σοκ» της παγκοσμιοποίησης.
Συνδυαστικά, εκτιμώ ότι η έκταση της βίας βοηθήθηκε από τους φόβους της Αστυνομίας μήπως προκαλέσει περισσότερα θύματα, μετά τον πυροβολισμό του 15χρονου αγοριού, που πυροδότησε αρχικά τα γεγονότα. Ο συνδυασμός αυτής της αρχικής αστυνομικής υπεραντίδρασης ακολουθήθηκε από μια συνολική δειλή αντιμετώπιση της βίας, ίσως υπό τις διαταγές πολύ νευρικών πολιτικών, γεγονός που επέτρεψε να ξεσπάσει η οργή απογοητευμένων ανθρώπων με μαζική βία.
Όλα έμοιαζαν με μια ριζοσπαστική αριστερής προέλευσης ιδεολογία, που έχει ξεπεραστεί σε άλλα μέρη της Ευρώπης, αλλά η οποία, μιλώντας με πολλούς Έλληνες όλων των ηλικιών, μοιάζει να επιζεί στην ελληνική κοινωνία. Στην πίστη στην ταξική πάλη, στην άρνηση του ευρωπαϊκού στυλ προστασίας των καταναλωτών και σε μια δυνατή αναρχική σκέψη, η οποία δίνει αυτή την έξτρα ώθηση που απουσιάζει από άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Και στη μέση όλων αυτών πρέπει να αναφέρω ότι με εξέπληξε πραγματικά το ήταν διεγερτικό για πολλούς νεαρούς που ενεπλάκησαν στα επεισόδια η έκρηξη της βίαιης έκφρασης μέσα στην ανιαρή –κατά τα άλλα – ζωή ανθρώπων που δεν έχουν μεγάλες προσδοκίες για το μέλλον τους. Ρώτησα αρκετούς διαδηλωτές αν έβρισκαν τα γεγονότα συναρπαστικά και αποκρίθηκαν ότι όντως περνούσαν καλά. Δυναμικά παιδιά που άδραξαν την ευκαιρία να κάψουν και να εκφράσουν την οργή τους στη μεσαία τάξη σε πείσμα των δακρυγόνων και της περιστασιακής ευθύνης της Αστυνομίας – με πολλή δόση ατιμωρησίας μάλιστα.
Για πολλούς νέους ανθρώπους, το κάψιμο και η καταστροφή είναι η μεγαλύτερη συγκίνηση που είχαν για πολύ καιρό, μια δύναμη που οδηγεί πολύ κόσμο να καταταγεί στον στρατό ή σε μια αντάρτικη κίνηση, ειδικά όταν προέρχεται και από μια σωστή οργή.

Δεν υπάρχουν σχόλια: