Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2008

Πλήθος Σαδδουκαίων, μάντεις και αστρονόμοι περιστοιχίζουν τον αυτοκράτορα.

Αναδημοσίευση από την alfavita.gr άρθρο της Νίνας Γεωργιάδου

Δεν υπάρχει λέξη, φράση, συναίσθημα που να μπορεί στοιχειωδώς να περιγράψει αυτό που γίνεται, από τη στιγμή που η ευθεία βολή βρήκε την καρδιά του Αλέξη, και οι ευθείες κουμπουριές βρήκαν τα κεφάλια των δεκατριάχρονων παιδιών και οι τεθλασμένες αναλύσεις των διατεταγμένων ακΤVιστών της καναλαρχικής δημοκρατίας στόχευσαν για άλλη μια φορά στα πλαδαρά καπούλια των καναπέδων, και οι τρισάθλιες δηλώσεις πολιτικών νάνων επιχείρησαν να διασκευάσουν το μεγάλο θυμό, βρίζοντας αυτό που δεν ελέγχουν και οι κουτοπόνηροι δημοσκόποι μαγείρεψαν στη χύτρα της χειραγώγησης τα δικά τους πορίσματα για να αναγορεύσουν τους τίποτα σε μεσσίες και τα παιδιά σε συνωμότες και οι εντεταλμένοι κυβερνητικοί συνδικαλισταράδες ανακάλυψαν την καταστατική νομιμότητα για να αναχαιτίσουν τις θυμωμένες φωνές και οι διατεταγμένοι προϊστάμενοι άπλωσαν χρησιμοποιημένες λαδόκολλες για να τυλίξουν τους υποκινητές (τι πλήξη) και η ντροπή της νομικάτζας έφτιαξε φάκελο στο δολοφονημένο παιδί, αφού πρώτα σκόρπισε ατάκτως τα μαξιλαράκια του καναπέ και ακούμπησε απαλά στο πάτωμα το laptop της σκηνοθετημένης εφόδου (καλά, αυτός θα υπερασπιζόταν και το δολοφόνο του παιδιού του αν πλήρωνε αδρά).
Πλήθος Σαδδουκαίων
Ρωμαίων υπαλλήλων, μάντεις και αστρονόμοι
Περιστοιχίζουν τον αυτοκράτορα.
Το μόνο που δεν περίσσεψε μέσα σε όλα αυτά είναι λίγη ντροπή. Τους περίσσεψε μόνο η «βαθιά οδύνη» - πρωτίστως για τα τζάμια, δευτερευόντως για τη βεβήλωση της τσάντας Armani που θα την κρατήσουν τα ανάξια χέρια του πλιάτσικου χωρίς να συνοδεύεται απ΄το ανάλογο μοντελάκι και την επαρκή ποσότητα σιλικόνης των χειλέων, τριτευόντως για το πλαστικό κωνοφόρο του Συντάγματος και στον πάτο, παρεμπιπτόντως, για τη ζωή ενός παιδιού.
Μια «οδύνη» που μας την πέταξαν στα μούτρα σαν το σταυρό του εξορκιστή, απαιτώντας μαζί και την «καταδίκη, μετά βδελυγμίας» των παιδιών μας.
Διδάσκετε την επανάστασιν κατά του πρίγκηπος;

Κι έπειτα βροχή οι δηλώσεις, αυτών που ποτέ δε βουτάνε τη γλώσσα στο μυαλό – πριν αφοδεύσουν το δύσοσμο μερίδιό τους στο διακαναλικό οχετό – γιατί το ξόδεψαν όλο σε αμαρτωλές συμπράξεις. «Ε, συμβαίνουν κι αυτά», «μεμονωμένο περιστατικό», «ατυχές συμβάν», «παρεξήγηση», «εξοστρακισμός». «θέλημα θεού», «εξυφαίνεται αντεθνική συνωμοσία», «χαϊδεύουν τα αυτιά των κουκουλοφόρων»,
«αποτάσσω το σατανά;», «αποταξάμενος».
Τους ύπατους εγώ ανάδειξα
Κι αυτοί κληρονομήσανε τα δικαιώματα
Εξακοντίζουν τα βέλη τους εναντίον μου,
κι εναντίον όσων έθαψε πρόωρα η μάνα τους, σ’ αυτή τη χώρα που έχει δημογραφικό πρόβλημα γιατί ξέρει μόνο πώς να θάβει τα παιδιά της. Τον Πέτρουλα, το Διομήδη, τον Κουμή, την Κανελλοπούλου, τον Καλτεζά, τον Τεμπονέρα, το Γρηγορόπουλο κι αυτούς που δεν μνημόνεψε κανείς, το Γιάκα, το Ναμπούζ, το Μουράτη, το Μπουλάτοβιτς, τον Κατσιώτη, το Μέξη, το Λεωνίδη, το Σεγκάκ, το Χριστόπουλο, το Μαραγκάκη, κι άλλους, κι άλλους. Όλα τα τυχαία και μεμονωμένα περιστατικά.

Κι όσους έπεσαν πάνω στις ζαρντινιέρες κι έσπασαν μόνοι τους τα μούτρα τους για να ενοχοποιήσουν τους αθώους πραίτορες ή τόλμησαν να φορέσουν πράσινα, αντικαθεστωτικά παπούτσια.
Ξανθός και όμορφος ο εχθρός του βασιλείου,
Έχει χιτώνα πράσινο και κάτω το ξίφος.
Τα μάτια του , αστραπές και συνωμοσία.
Ευτυχώς σε όλες τις περιπτώσεις η θεόστραβη δικαιοσύνη κατήγαγε νίκη λαμπρά. Όλα τα φονικά χέρια αθώα. «Ε, συμβαίνουν και αυτά», όπως συμβαίνουν και οι ξυλοδαρμοί των συνταξιούχων και το σφυροκόπημα των φοιτητών και οι σιδερογροθιές κατά των δασκάλων και τα ξεγυμνώματα των μεταναστών στον υπόγειο της Ομόνοιας και οι διαπομπεύσεις τους στα αστυνομικά τμήματα και εξάλλου, εσείς είστε το κράτος.
Μη σκεφτείς άσχημα για τους Βησιγότθους.
Είναι κάτι ακίνητα μεζεμένα υποκείμενα
Που παριστάνουν τους επιδρομείς.
Εκείνα μόνο τα δεκαπεντάχρονα στη Λάρισα να δικαστούν παραδειγματικά. Ούτε άφεση, ούτε έφεση. Να βοηθήσουμε λίγο τη θεόστραβη δικαιοσύνη να κρατήσει την παλάντζα της, μη γείρει μονόπατα στη μεριά των απαλλαγών και χάσει τις ισορροπίες της, γιατί πίσω έρχονται κι άλλες αθωώτητες, η Ζήμενς, οι υποκλοπές, οι απαγωγές, ο Ζαχόπουλος, η Γλαυκώπις Αθηνά, η επιτροπή ανταγωνισμού, προτελευταίοι οι κουμπάροι και τελευταίοι οι ρασοφόροι και ο Ρασπούτιν, έχοντας γεμάτες τις βαθιές τσέπες τους με το νερό μιας λίμνης που κάνει ένα φλοίσβο σαν καλοστοιβαγμένες λίρες.
Εξακολουθούσα να βλέπω
Τον επερχόμενο μεσαίωνα,
Με φάλαγγες πιστών,
Με αργυρά δισκοπότηρα, αφρίζοντα αίμα
Με ραβδούχους καλοθρεμμένους καλόγερους.

Τελευταίος βγήκε ο αυτοκράτορας που δεν ήταν πια μόνο γυμνός , αλλά είχε αρχίσει από καιρό να ασελγεί πάνω μας. «Αναλαμβάνω την ευθύνη» και από κάτω, αντί να ακουστεί ένα ‘αίσχος’, ξέσπασε ένα παρατεταμένο χειροκρότημα. Πόνεσαν τα χέρια των αυλοκολάκων και άφρισε το στόμα τους να επευφημούν την πολιτική μαγκιά που υπέδειξαν οι image makers προσδοκώντας ανάσταση νεκρών και αύξηση του ποσοστού στη μπαγιάτικη δημοσκοπική πίτα.
«Πες μας πράμα και για τις μεταρρυθμίσεις», ξελαρυγγιαζόντουσαν από κάτω οι αυλοκόλακες.
Παραδίδοντας κλειδιά, πολιτείες, μπετόν και σημαίες,
ξεπουλήσαμε ό, τι είχε απομείνει από το μεγάλο γιουσουρούμ των προκατόχων μας. Τον κρατικό Οργανισμό Τηλεπικοινωνιών Ελλάδας στον κρατικό Οργανισμό Τηλεπικοινωνιών Γερμανίας, και τον κρατικό Αερομεταφορέα της χώρας στον κρατικό αερομεταφορέα του Κατάρ γιατί πρωτίστως στηρίζουμε την κρατική περιουσία. Και στο λιμάνι του Πειραιά όλοι τώρα οι επίδοξοι πολύτεκνοι τραγουδούν τη διασκευή του άσματος , «πώς ήθελα να είχα κι ένα και δύο και τρία και τέσσερα παιδιά , που όταν όλα μεγαλώσουν θα γίνουν λεβέντες για χάρη της ‘λαϊκής’ δημοκρατίας της Κίνας». Συγκινητικά πράγματα. Στιγμές εθνικής έξαρσης.
Και τώρα τι πρέπει να γίνει
Σ’ αυτό το νεκροταφείο των ονομάτων,
Σ’ αυτό το νεκροταφείο των λέξεων;
Να αναστήσουμε τα ζόμπι. Να δώσουμε φρέσκο αίμα και ζεστό χρήμα στους βρυκόλακες. Να συντηρήσουμε τη μηχανή του συστήματος. Φτάνουν 28 δις; Καλά είναι, να μη σας γινόμαστε βάρος. Η κουλτούρα της ανώτερης τάξης. Η εγγενής ευγένεια της μεγάλης αρπαχτής, που στραγγίζει και την τελευταία ανθρώπινη σταγόνα σαν τον αρωματοποιό του Ζισκίντ, αλλά, βρε αδερφέ, τη μετατρέπει σε αιθέριο έλαιο κα τη μετοχοποιεί και τη βγάζει στη μειοδοσία της Σοφοκλέους. Πούλα, πούλα, αγόραζε.
Στο τέλος ένα παιδί που ήτανε γελωτοποιός.
Σαν σίφουνας, ένα ξανθό παιδί να ξεχωρίζει μόνο,
Αλλιώτικο, με άλλη βουή.
Άρχισε να φωνάζει , ενώ όλοι πίστευαν πως του είχαν έγκαιρα κόψει τη γλώσσα. Έδειξε πως σκεφτόταν , ενώ όλοι ήταν σίγουροι πως στη φωλιά του κούκου που μεγάλωσε, οι λοβοτομές ήταν αποτελεσματικές. Κι άρχισε να τρέχει, το μπαγάσικο, σα σίφουνας, κρατώντας στο ένα χέρι μια πέτρα και στο άλλο δυο νεράτζια.
Αιτία της δραπέτευσης το γκρίζο σχολείο με τους γκρίζους τοίχους και τις γκρίζες ιδέες.
Αιτία της δραπέτευσης η καθημερινή ειρωνεία της δωρεάν εκπαίδευσης που πάσχει από βουλημική αδηφαγία.
Aιτία ο άνεργος πατέρας του και ο τετραμηνίτης συμβασιούχος αδερφός του.
Αιτία τα τιμημένα γερατειά των παππούδων του που λιμοκτονούν με τα τετρακόσια ευρώ.
Αιτία η Γλαυκώπις Αθηνά που ‘φαγε 2,5 εκατομμύρια ευρώ για μια χριστουγεννιάτικη πίτα και ο κουδουνιστός φλοίσβος των ρασοφόρων.
Αιτία τα τυφλά χτυπήματα στο κεφάλι , με την ανάποδη του γκλομπ κι εκείνος ο μπάσταρδος κρανοφόρος που του ψιθύρισε κυνικά στ’ αυτί,
‘πού είναι ρε, ο Αλέξης ο, ε, ο ;’
Αιτία η μαύρη κάμερα στο στύλο που γράφει ανεξίτηλα όσους ακόμα χαμογελούν κι όσους τολμούν να βγάζουν περιπαιχτικά τη γλώσσα
Αιτία η μαύρη κι άραχνη προοπτική του στη γενιά των εφτακοσίων ευρώ, που μετά έγιναν πεντακόσια και τώρα κατρακύλησαν κάτω απ΄τα τετρακόσια.
Αιτία οι εικόνες από ένα κόσμο που πεθαίνει πεινασμένος στην κοινωνία της επιλεκτικής αφθονίας.
Αιτία ένας ρυπαρός, πεισιθανάτιος πλανήτης.
Αιτία ο καραφλός κόσμος των ενηλίκων, με το μεγάλο στομάχι, το νυσταγμένο μυαλό και τα ευνουχισμένα αισθήματα, που χωθήκαμε στα φουστάνια του εφησυχασμού και δεν διεκδικούμε πια ούτε το δικαίωμα των παιδιών μας στη ζωή.
Αιτία
Αυτός που χτίζει ένα σπιτάκι και λέει, καλά είμαι εδώ.
Όλα τα ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε
Όλοι που γράφουν λόγους για την εποχή
Δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα
Όλα αυτά το παιδί μου τα ζει και τα εμπεδώνει μέχρι αηδίας. Είναι η πρώτη μεταπολεμική γενιά που βλέπει το μέλλον της κατάμαυρο. Τι ανυπόφορος συνδυασμός η καρτερία της φρίκης στα δεκαπέντε σου χρόνια
Και πάλι δεν ήξερε πώς να διαμαρτυρηθεί, γιατί του κοντύναμε τη γλώσσα κι έτσι άρχισε να μιλάει με νοήματα. Πήρε μια πέτρα, την έριξε και … μπαμ, έσπασε η βιτρίνα του συστήματος.
Τότε μόνο αφυπνίστηκαν όλα τα αντανακλαστικά κι ενεργοποιήθηκαν οι συναγερμοί και άρχισαν να ουρλιάζουν οι σειρήνες.
Γιατί ρε; Έχεις τόσες επίλογές.
Να μένεις αγράμματος, ενώ διαβάζεις.
Να πεθαίνεις πριν γεράσεις.
«Καλά Χριστούγεννα, μαλάκα κουραμπιέ», είπε το παιδί κι απομακρύνθηκε.
Ήξερε πως δεν είχε να περιμένει ούτε τους τρεις μάγους, ούτε τον Άη Βασίλη που ήτανε σκέτη λέρα.
Μόνο ο Ηρώδης τον καραδοκούσε στη γωνία.
Κι εγώ φεύγω.
Αναζητάω έντρομος την όψη σου.
Κάτω στο βάθος, τόσα πέλματα βαριά.
Μα ακούω να ‘ρχεται καινούργιο βήμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: