Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2009

Χριστόφορος Μηλιώνης: Φωνές απ' το φωταγωγό.


Φωνές απ’ το φωταγωγό

Ο φωταγωγός μας βρίσκεται ανάμεσα στη δική μας πολυκατοικία και στη διπλανή. Ένα τετράγωνο πηγάδι, μισοσκότεινο, όπου βλέπει η κουζίνα και το μπάνιο μας. Εμείς τίποτε δεν βλέπουμε, μονάχα ακούμε.
Χρόνια τώρα παρακολουθώ – όχι χωρίς να το θέλω – την εσωτερική ζωή μιας άλλης οικογένειας. Πρέπει να είναι δικό τους το διαμέρισμα, γι’ αυτό και η παρουσία τους, αν και αθέατη (ποτέ δεν τους συνάντησα) είναι από τότε συνεχής. Εκείνο που δεν καταλαβαίνω είναι γιατί ακούω μονάχα αυτούς. Ίσως, λέω, έχουν τη συνήθεια ν’ αφήνουν ανοικτό το παράθυρο της κουζίνας τους και ίσως συνηθίζουν, όπως πρώτα, να κάθονται όλοι μαζί γύρω στο τραπέζι. Ανεβαίνουν πάντως, μαζί με τις ομιλίες, κάτι ξεχασμένες μυρωδιές, όλο άνηθο, δυόσμο και μυρώνι. Καθυστερώ το ξύρισμα στο μπάνιο και θυμάμαι τα λόγια του Σολωμού: «…άφησε να μπεί η μυρωδιά από τα φαγητά, είναι χρεία να συνηθίσουμε».
Από την ομιλία τους καταλαβαίνω πως μάλλον προέρχονται από κάποιο θεσσαλικό χωριό. Η γιαγιά μάλιστα, παλαιότερα, έπαιρνε συχνά τηλέφωνο και ρωτούσε: «Ο Δημήτρης, τι κάνει; Έσπειρε; Έβρεξε αυτού; Εμείς εδώ κορακιάσαμε για μια στάλα…». Ο πατέρας ήταν πάντα λιγομίλητος.
Άκουγα το πρωί τη φωνή του να δίνει βιαστικά οδηγίες. Η μάνα έφευγε αργότερα, αφού ετοίμαζε πρώτα τα παιδιά. «Πλύνε καλά το πρόσωπό σου. Εσύ το γάλα σου, μη χαζεύεις! Έβαλες στην τσάντα σου όλα τα τετράδια;»
Μ’ αυτά τα παιδιά … μαζί μεγάλωσα. Όταν ήταν μωρά, άκουγα το κλάμα τους και τα γέλια, ύστερα τις αντιζηλίες και τις φωνές τους – οι μόνες παιδικές φωνές σε όλη την πολυκατοικία. Έφευγε η μάνα για τη δουλειά - «άντε, και να είστε φρόνιμα, ώσπου να γυρίσω» - έμενε η γιαγιά.
Τους μιλούσε όλη την ώρα: «Όχι, ψυχούλα μου! Όχι καρδούλα μου» - όλο τέτοια.
Τα παρακολούθησα ύστερα που πήγαν στο σχολείο, πρώτα το αγόρι, ύστερα το κορίτσι. Τα βράδια η μάνα τους «τα διάβαζε» - όλα τα μαθήματα με τη σειρά. Πότε, πότε ακουγόταν ανάμεσα κι η φωνή του πατέρα και της γιαγιάς. Γι’ αυτό είπα πως πρέπει να κάθονταν όλοι μαζί στο τραπέζι.
Για πολλά χρόνια λοιπόν, από τότε που πιάσαμε κι εμείς τούτο το διαμέρισμα, έτσι περίπου γινόταν. Τώρα τελευταία όμως, θα ναι δυο τρία χρόνια χάθηκε η φωνή της γιαγιάς. Αραίωσαν και οι φωνές των παιδιών – φαίνεται πως το καθένα έχει τις ώρες του. Και τις συνομιλίες των γονιών τις ακούω όλο και πιο σπάνια. Και μαζί χάθηκαν κι εκείνες οι εξαίσιες μυρωδιές : το άνηθο, το δυόσμο, το μυρώνι!

(Χριστόφορος Μηλιώνης – Επιφυλλίδα στα ΝΕΑ -1996)

Δεν υπάρχουν σχόλια: