Σάββατο, 15 Αυγούστου 2009

Η γιορτή της Παναγίας το δεκαπεντάγουστο, στο μοναστήρι της Καλουτάς στο Βισοκό


Θυμήματα απ’ τ’ άγιο Μοναστήρι μας

(Του Δάσκαλου για 30 χρόνια στα Πρότυπα Πειραματικά Δημοτικά Σχολεία της Ζωσιμαίας Παιδαγωγικής Ακαδημίας Ιωαννίνων, αείμνηστου Τάκη Σακελλαρίου, από την Καλουτά Ζαγορίου)

Απέναντι απ’ το χωριό μας, πέρα της μιας ώρας ποδοράδρομο, φαντάζει σαν να αναπαύεται ανάμεσα στις βελανιδιές, τις κρανιές και τ’ άλλα του δάσους πρασινοστολίδια το Μοναστήρι μας.

Ανηφορίζουμε απ’ το ποτάμι και φτάνοντας στην απλωσιά του νιώθουμε σαν ένα δέος θρησκευτικό να γεννιέται στις ψυχές μας απ’ την αγιότητά του.

Βισοκό το λέμε από παλιούθε, γιατί είναι σε ψήλωμα.

Μέσα στις κρανιές καταχωνιασμένοι στέκουν οι μισογκρεμισμένοι ξηρότοιχοι, των μονοδώματων σπιτιών του οικισμού, που εγκαταλείφθηκε μπροστά από 400- 500 χρόνια. Είναι οι ζωντανοί νεκροί που ανιστορούν την περασμένη ζωή όσων απόμειναν από τα περάσματα βάρβαρων στιφών και εξολοθρευτικών επιδημιών και κατέφυγαν απέναντι στην Καλουτά, δημιουργώντας το σημερινό χωριό μας.

Ανηφορίζοντας τη βρύση του Ζιάκα στο γκαλνερίμι οι διαβάτες γύριζαν τα μάτια τους στο μοναστήρι κι έκαναν το σταυρό τους στην Παναγία μας, που στην κοίμησή της είναι αφιερωμένο το καθολικό του. Μικρός κι εγώ για να ρωτήσω και ποιος μικρός για να μου πουν αρώτητα, έκανα το σταυρό μου.

Ήμουν δεν ήμουν 7 χρονών, (γύρω στο 1920) με πήρε μια Παρασκευή της Διακαινησίμου ο Παπακονόμος ο παππούς μου – αγιασμένη η ψυχούλα του – για να λειτουργήσει και να μεταλάβει το προσωπικό.



Στη διακαινήσιμη εβδομάδα γίνεται μετάληψη χωρίς προπαρασκευή νηστείας.

Μπροστά εκείνος, ορθόκορμος και πίσω εγώ, φτάσαμε στο μοναστήρι.

Περάσαμε τις δυο πόρτες και μας δεχτήκανε οι δυο ερημίτες ο Νώτης (Παναγιώτης Βασιλείου) και η Χρυσούλα.

Ο Νώτης και η Χρυσούλα διαφέντευαν το μοναστήρι με δυο Λακιώτες υπαλλήλους για τα ζωντανά, τα μελίσσια και την καλλιέργεια των κτημάτων.

Ήταν πολύ νοικοκυρεμένο το Μοναστήρι τότε,

Προβολή μεγαλύτερου χάρτη

και πλούσιο για να παραστέκει και να βοηθάει κάθε διαβάτη, κάθε πονεμένη και δύστυχη οικογένεια του χωριού μας.

Μετά τη λειτουργία η Χρυσούλα μας πρόσφερε από ένα πασχαλινό αυγό μελανί βαμένο, που μούκανε εντύπωση σε σύγκριση με τα δικά μας πασχαλινά κόκκινα αυγά.

Αργότερα σαν μεγάλωσα κάπως, με παίρνανε στο πανηγύρι της Παναγίας στη γιορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου.

Προσκυνητές απ’ όλα τα γειτονικά χωριά, γέμιζαν τα λιβάδια γύρω από μουλάρια και άλλα υποζύγια, που ο αχός των κουδουνιών τους, ανταμώνονταν με τα βιολιά, τα τραγούδια, τ’ αηδονολαλήματα και τις φωνές των επισκεπτών, δίνοντας ζωή σ’ όλο το πριν βουβό περιβάλλον.

Το βράδυ γίνονταν ο εσπερινός μεγαλοπρεπής και κατανυκτικός και επακολουθούσε το δείπνο γύρω στις κρεβάτες στα κελιά, στα πεζούλια, ενώ τα βιολιά στην αυλή τραγουδούσαν: «Σε τουτ’ την τάβλα πούμαστε…».

Ο καλόγερος είχε από πριν ετοιμάσει σε καζάνια αλάδωτη με σκορδαλιά τη φασολάδα και τη μοίραζε το προσωπικό σ’ όλα τα τα τραπέζια, σε λίμπες χωμάτινες λουλουδάτες με κουτάλια πιξαριένια μοναστηριακά.

Ήταν το τελευταίο βράδυ της νηστείας του Δεκαπενταύγουστου κι ήταν αμαρτία να χαλάσει το έθιμο.

Μετά το δείπνο άρχιζε ο χορός με δυο – τρία ζύγια βιολιά στις δυο αυλές κι έξω στο καλοστρωμένο αλώνι ως τα χαράματα.

Μόλις ακούονταν το καμπανάκι για τη λειτουργία οι γλεντοκόποι καταλάγιαζαν στα πεζούλια γύρω.

Ο Νώτης αγκαλιάζοντας ένα μεγάλο ασκί με ολονόστιμο τυρί το απόθετε στο πεζούλι του πηγαδιού, το έσχιζε στη μέση και στις ίδιες λίμπες που είχε σερβίρει τη φασολάδα, μοίραζε σ’ όλες τις παρέες μεζέ.

Τα βιολιά με τους μερακλήδες γύρω, τραγουδούσαν τραγούδια της ψάθας κι αρμονίζονταν οι νότες των τραγουδιών με τ’ αηδονολαλήματα και την αυγερινή δροσιά, ξυπνώντας στις ψυχές καημούς, μεράκια, πόθους και λαχτάρες ασίγαστες.


«Γλυκοχαράζουν τα βουνά

Κι οι όμορφες κοιμούνται

Και των μανάδων τα παιδιά

Στα ξένα τυραγνιούνται…»

«Όμορφα πούναι την αυγή,

όταν γλυκοχαράζει

χαρά σε εκείνη την καρδιά

που δεν αναστενάζει…»

«Χαρείτε νιοι τις όμορφες

και νιες τα παλικάρια

και σεις οι λεβεντόγεροι

χαρείτε τα παιδιά σας…»

Εκείνα τα χρόνια τα παλιά, πολλές οικογένειες έμειναν την ημέρα, έψηναν και τραπεζώνονταν στις κρανιές ως το απόγευμα, ενώ ο γέρο Νώτης έσφαζε και έψηνε ένα καλοθρεμένο μανάρι, προσφέροντας το, θυσία μοναστηριακή, στους ξένους που παρευρίσκονταν στο πανηγύρι.

Αν αφαιρέσουμε το τελευταίο τραπέζωμα στις κρανιές, τη φασολάδα και το ασκήσιο τυρί του γέρου Νώτη, έτσι γίνεται και τώρα και θα γίνεται και στο μέλλον.

Η ελπίδα, η χαρά, τα παιδιά του χωριού μας, το αγαπάνε, το προστατεύουν και το νοικοκυρεύουν το Μοναστήρι μας κι έχουν στην καρδιά τους θερμή την πίστη τους στην Παναγία μας και ολοζώντανα τα ήθη και έθιμα του τόπου μας και του λαού μας.

+ Τάκης Σακελλαρίου

Γιάννινα Απρίλης 1994 – Περιοδικό «Η Καλουτά μας» - Τεύχος 20 -

(Όργανο επικοινωνίας και προβολής των απανταχού Καλουταίων και φίλων αυτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια: