Σάββατο, 3 Ιουλίου 2010

Πάησαν οι γάστροι και τα μαγειριά, μας απόμκει ο Βίκος, τα γιοφύρια και οι εκκλησιές


Ακόμα και τα καλντερίμια άλλαξαν παράδοση στο Ζαγόρι
«Γράμμα» στον Φανίτσιο τον Λιασκοβετσινό

Του ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΧΡΗΣΤΟΓΟΥΛΑ στον ΠΡΩΪΝΟ ΛΟΓΟ 3 Ιουλίου 2010

• Γράφτεις Βασίλη Φανίτσιο το 1940 Στα Καλούδια μας, Καλούδια απʼνʼκαψο-Ήπειρο.… άμα έναν παλιοελλαδίτη υπάλληλο τον στείλουν στην Ήπειρο τόχει για … εξορία! Αφτή είναι η κοινή αντίληψη! Κι όμως ! μότι βγει στο Ζαγόρι ξαφνιάζεται!
Πού βρεθήκαν αφτά τα σπίτια –παλάτια, αφτά τα χωριά με τα καλντερίμια, αφτός ο πολιτισμός, στα κατσάβραχα και στα γκρέκορα, σαφτά τα Αγριοβούνια κι τα Μαυροβούνια; ρωτάει και τρίβει τα μάτια του, και με το δίκιο! «εξ ιδίων κρίνει τα αλλότρια»!
Πέρασαν 70 χρόνια από τότες καψο-Φανίτσιο και τα σπίτια –παλάτια έγιναν χαλατζιούκες, τα καλντερίμια χορτάριασαν και τα ξαναφκιάκαμαν σαν «τα μούτρα μας» όσο για τον πολιτισμό, αφού δεν «φέρνει»λεφτά, τον παρατήσαμαν.
Γιόμʼσαμαν ξενοδοχεία, ξενώνες, ενοικιαζόμενα δωμάτια, μαγαζιά με φαγιά, και πίτες παραδοσιακές σε φούρνο τεχνολογίας.
Πάησαν οι γάστροι και τα μαγειριά. Μας απόμκει ο Βίκος, τα γιοφύρια (όσο αντέξουν και αυτά) οι εκκλησιές (τις πήραν φαλάγγι οι κλέφτες) τα αγριοβούνια και τα μαυροβούνια και ο κόσμος μας έφκε.
Σαν βγεις καθημερινή στο χωριό ούτε σκλί δεν σʼαλυχτάει πια. Ερημιά, χαλατζιούκες, οι αρκούδες βολοδέρνουν στις πλατείες, οι αλʼπές είναι περισσότερες απʼτι μας!
Ήρθε όμως ο Καλλικράτης (κάπου είναι και αυτός εκεί πάνω) και μας έκανε Ζαγόρι από τα πολλά Ζαγόρια που ήμασταν.
Γιατί δεν άκουγες κανέναν να λέει Ζαγόρι μήτε οι ντόπιοι (μανάχα κάποιοι γαμπροί). Ακούς καψο –Φανίτσιο, έδρα στο Ζαγόρι λεν θα είναι η Ντοβρά, οι Ασπράγγελοι κατά πως λέγεται σήμερα.
Χωρίον παραδοσιακότατον. Τα πέτρινα σπίτια ναʼναι ίσια με δυο χεριών δάκτυλα; Δεν τα βάνω, για τόσα. Κεραμίδι, σοβάς κάτασπρος, τσίγκια και τσιμέντο κάργα. Αλλά σαν έγραφες τα θʼκά σου δεν είχαν περάσει οι Γερμανοί.
Πέρασαν, μας έκαψαν τα σπίτια, σκότωσαν και κόσμο και μεις μετά σαράντα -πενήντα χρόνια βρήκαμαν την ευκαιρία να προσφωνήσουμε τα καμμένα χωριά μας «Μαρτυρικά» . Και ενώ έπρεπε να ξαναφκιάσουμε τα σπίτια μας παραδοσιακά, περάσαμε νομοσχέδια να μην βάλουμε πλάκα στην σκεπή.
Γίνκαν τα σπίτια από παλάτια –σαν καμπίσια λιβαδόσπιτα.
Έρχονται και οι ξένοι επισκέπτες που ξέρουν πολλά περισσότερα απʼτι μας για την ιστορία μας και απορούν που σε κανένα από τα «μαρτυρικά» χωριά μας δεν υπάρχει κάποιο σημείο «τόπος μνήμης»για ότι συνέβη τότες, το 1940 με 44.
Τα καλντερίμια άλλαξαν και αυτά παράδοση, γίνκαν φαρδιά να πάν ο κόσμος με το κάρο τους στην πόρτα. Ήρθε και το ρεύμα και γιόμσαν οι ρεματιές κολώνες και κολωνάκια
Όλα τα μονοπάτια που συνέδεαν τα χωριά μας κλείστκαν απʼτα πουρνάρια, τα γραβιά. Πάησαν όλα.
Στα μεσοχώρια δεν ακούς παιδιά να παίζουν, φοβούνται οι γονείς μην πέσουν και χτυπήσουν στις πέτρες. Αυτό πουλάει πλέον στο Ζαγόρι, τις πέτρες.
Τα σχολειά και οι Σχολές (Αναγνωστοπούλειος, Πασχάλειος κλπ) παν να γένουν μουσεία, γιατί σχολειά δεν ξαναγένονται! Μόνο τα πανηγύρια μας αντέχουν ψια ακόμη και ακούμε λίγο κλαρίνο, αλλά το Δ.Ν.Τ. θα τα κόψει και αυτά! Και όπως είπε κάποτε ένας τρανός Ζαγορίσιος κλαριντζής … θα μας πετάν κέρματα στα πανηγύρια για να ακούσουν το τραγούδι τους!
Αχ! καψο – Βασίλη Χριστόδ. Φανίτσιο, περνάς καλά εκεί πάνω!

1 σχόλιο:

vagnes είπε...

τόσο αληθινό όσο και απολαυστικό