Πέμπτη, 3 Μαΐου 2012

Σε ένα φίλο...τον Μιχάλη Αντώνογλου

Α, ρε Μιχάλη, δεν φανταζόμουν ποτέ οτι θα έγραφα για το έργο σου εδώ λίγες μέρες αφότου μας άφησες. Σχεδίαζα άλλα να σου γράψω.Σε ήξερα από τον καιρό των ορειβατικών μου εξορμήσεων με τον Ε.Ο.Σ. Ιωαννίνων πριν από χρόνια, πάνε ίσως και 20 και πάνω. Δεν άρχισα την ορειβασία νωρίς, ίσως από αβελτηρία, ίσως από ανοησία και αναγκάστηκα να την εγκαταλείψω νωρίς όταν κάποια μυοσκελετικά προβλήματα με ανάγκασαν. Έτσι περπατήσαμε μαζί τις κορφές για λίγο, αλλά αρκετό διάστημα για να σε γνωρίσω. Και πώς θα γινόταν αλλιώς άλλωστε; Θυμάμαι ανεβαίναμε στο Σιάδι της Μύγας κάποιο πρωϊνό του Νοέμβρη, από εκείνα που τα πρώτα κρύα σου παγώνουν την αναπνοή. Αρχάριος εγώ, εσύ πολύπειρος. Κάποια οικογενειακά προβλήματα, απώλειες αγαπημένων προσώπων, με κρατούσαν σφιγμένο και βυθισμένο στις σκέψεις μου. Το κεφάλι κάτω. Δεν μπορούσα να κοιτάξω. Και μου λες, έτσι χωρίς να με ξέρεις:"Ρε φίλε, δεν περπατάνε έτσι. Σήκωσε το κεφάλι και δες τη Φύση". Και το έκανα. Και είδα. Είδα τη Φύση να μου χαμογελάει. Και χαμογέλασα στο πρώτο σου καλαμπούρι μετά. Κι έτσι σε γνώρισα. Γιατί, εσύ Μιχάλη, βρέξει-χιονίσει, δύσκολα- ξεδύσκολα, πάντα το καλαμπούρι στο στόμα. Και να μας φιλοδωρείς στο λεωφορείο με ένα ακόμα ανέκδοτο. Και ατέλειωτο πειραχτήρι. Να πειράζεις καλόκαρδα, όλους, σχεδόν όλους. Πάντα μέσα στα όρια όμως. Και να μας φέρνεις γλυκά, τα δικά σου γλυκά, όταν κουρασμένοι γυρνούσαμε. Να τονωθούμε με την γλύκα τους. Τη γλύκα της ψυχής σου. Αργότερα έμαθα κι άλλα. Πως ήσουν σπουδαίος ζωγράφος. Ποτέ δεν μας το ανέφερες. Οι άλλοι. Πως διάβαζες βιβλία ατέλειωτα. Βιβλιοφάγος, κι ας μην ήσουν από τους λεγόμενους διανοούμενους. Αυτοδίδακτος σε όλα. Και μουσικός ακόμα. Με το ντέφι σου, με το μπουζούκι σου. Θυμάμαι πώς σε μια Ορειβατική συνάντηση μετά από σκληρή ανάβαση κάτω απ' τη βροχή έστησε/στήσαμε μουσκεμένοι το απόβροχο με τραγούδι και με τη συνοδεία σου, μαζί με τον παλιό μου δάσκαλο, τον Γιώργο το Μακρίδη ολόκληρη αναπαράσταση Ηπειρώτικου γάμου με  νύφη παρωδία, δεν χρειαζόταν πραγματική άλλωστε, η φαντασία τα γέμιζε όλα, ψίκι ολόκληρο, να περάσει η ώρα, λίγο προτού νυχτώσει, και μετά την άλλη μέρα ανάβαση, εξαντλητική. Να μας χαζεύουν οι Αθηναίοι και οι άλλοι και να απορούν: Πού βρίσκουν τόσο κέφι μετά τόση κούραση; Το ατέλειωτο κέφι σου που τσίγκλιζε το δικό μας. Αξέχαστες στιγμές... Και τώρα; Να μην μπορώ να το πιστέψω. Το έμαθα αργά, δεν είμαι δα και τόσο ενημερωμένος στα κοινωνικά. Το διάβασα τυχαία στην τοπική εφημερίδα. Αδύνατον. Δεν φεύγει έτσι ένας τέτοιος άνθρωπος. Δεν μπορεί. Κοιτάζω τις κορυφές τριγύρω και την αγαπημένη σου διαδρομή Περίβλεπτος-Δίκορφο και να λέω, όχι δεν μπορεί να μην είναι ο Μιχάλης ποτέ ξανά αρχηγός. Εγώ καλά, δεν μπορώ πια να ξανανέβω. Αλλ' αυτός; Και έμαθα σήμερα για την νέα σου Έκθεση στο Πνευματικό Κέντρο. Να πάω να τη δω. Πώς να τη δω όμως; Το έργο του ανθρώπου, εντάξει, ζει και μετά απ' αυτόν. Αλλά πόσο γυμνό είναι χωρίς αυτόν! Γιατί κακά τα ψέματα, όσο κι αν  λέν' οι κριτικοί το αντίθετο, μόνο μια χαραμάδα ανοίγει και αφήνει ο δημιουργός να δείξει με το έργο του την ψυχή του . Δεν γνωρίζεις τον Άνθρωπο από το έργο του μόνο. Γιαυτό και σου λείπει. Τόσο πολύ.

1 σχόλιο:

ΓΕΩΡΓΙΑ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ είπε...

Έτσι ήταν ο Μιχάλης. Δεν πρόλαβα να τον αποχαιρετήσω. Αντίο, φίλε μου. Θα μου λείψεις...