Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2009

Θέλεις λιγότερα τέλη κυκλοφορίας; Αγόρασε μια Πόρσε.

Δεν χρειάζονται λόγια. Μιλούν οι εικόνες!


(Από το Ιστολόγιο skeftomastellhnika)

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2009

Ενας εθελοντής πυροσβέστης: Θα ήθελα να ξεχάσω...Μα δεν θα ξεχάσω.


Θα ήθελα να ξεχάσω

τα 3-4 πρόβατα που δεν πρόλαβαμε να βγάλουμε από το μαντρί και τα ακούγαμε να σκούζουν καθώς μας πλησίαζε η φωτιά, και εκείνο το σκυλάκι που παρέμεινε σιωπηλό και δεμένο μέχρι τη στιγμή που πανικόβλητο κατάλαβε οτι δεν υπάρχει σωτηρία.. τα αφεντικά του λείπαν διακοπές και κανείς δεν μας ειδοποίησε για αυτό..

Θα ήθελα να ξεχάσω τα πουλιά που δεν προλάβανε να φύγουν απο τα πεύκα καθώς γινόντουσαν παρανάλωμα του πυρός και τα είδα στον αέρα να φτερουγίζουν για λίγο και ύστερα να πέφτουν σαν φθινοπωρινά φύλλα..

Θα ήθελα να ξεχάσω τα τρομαγμένα πρόσωπα των συναδέλφων μου όταν είδαμε τις 50μετρες φλόγες να μας ζώνουν από παντού

Θα ήθελα να ξεχάσω τις αγωνιώδεις εκκλήσεις των ιδιοκτητών όλων των σπιτιών τριγύρω μας όταν άρχισαν να γλύφουν τα σπίτια τους οι φλόγες

Θα ήθελα να ξεχάσω όλους αυτούς που ήρθαν με τζιπάκια κάνοντας χειρόφρενα και πατώντας γκάζι μόνο και μόνο για να απολαύσουν το θέαμα, χωρίς να μας βοηθάνε όταν τα ρουθούνια μας τρέχαν κατράμι και μασούσαμε στάχτη.

Θα ήθελα να τους ξεχάσω όταν προσπαθούσαμε να φύγουμε κόβωντας μάνικες και δεν μπορούσαμε επειδή είχαν δημιουργήσει κυκλοφοριακό κομφούζιο μπροστά μας.

Θα ήθελα επίσης να ξεχάσω όλους αυτούς που πίναν καφέ και μας ειρωνεύονταν την ώρα που δίναμε και ίσα που κρατούσαμε την ψυχή μας

Θα ήθελα να ξεχάσω αυτούς που τραβούσαν πανικόβλητοι τις εγκαταστάσεις μας και μας άφηναν εκτεθειμένους στις φλόγες

Θα ήθελα να ξεχάσω τις πανικόβλητες φωνές συναδέλφων στον ασύρματο όταν τους κύκλωνε η φωτιά Θα ήθελα να ξεχάσω αυτή τη λαίλαπα που δεν υπήρχε τρόπο να φρενάρεις και λαίμαργα κατάπιε τις όμορφες περιοχές που κάποτε χαρήκαμε ώς παιδιά και τα παιδιά μας δεν θα ξέρουν οτι υπήρχαν

Μα δεν θα ξεχάσω

εκείνους τους χειριστές των ελικοπτέρων που τελευταία στιγμή μας δημιούργησαν δίοδο διαφυγής μέσα από τους θεόρατους τοίχους φωτιάς που μας περιτριγύρισαν

Μα δεν θα ξεχάσω τους συνάδελφους απο Αταλάντη που ήρθαν να μας βοηθήσουν σε μια ξένη για αυτούς περιοχή Μα δεν θα ξεχάσω όλες τις κυβερνήσεις έως τώρα που επιτρέπουν σε οικοπεδοφάγους να χτίζουν, που αντιμετωπίζουν με αναλγησία τους εμπρησμούς και κοροιδεύουν τους Εθελοντές.

Μα δεν θα ξεχάσω το κράτος που ούτε γάντια δεν μας έδωσε, πόσο μάλλον ενα ευχαριστώ, για να μήν θίξει την επιτηδευμένη ανικανότητα του μπροστά στα συμφέροντα. Μα δεν θα ξεχάσω οτι καταφέραμε 4 παιδιά με 1 όχημα να σταματήσουμε ενα μέτωπο 500 μέτρων, να σώσουμε 5 σπίτια και μερικά πρόβατα..

Θα βοηθήσει να μπορέσω να κοιμηθώ όταν θα γυρίζουν οι εικόνες φρίκης στο μυαλό μου.

Μα δεν θα ξεχάσω την όμορφη τραυματιοφορέα που μου συμπαραστάθηκε όταν δεν είχα αναπνοή, τους έμπειρους γιατρούς που πέσαν πάνω μου και μου ξαναδώσαν μέλλον, καθώς και το νοσηλευτικό προσωπικό που ξεχείλιζε απο ανθρωπιά και καλοσύνη. Σας ευχαριστώ.

Και δεν θα ξεχάσω

να λέγομαι ακόμα άνθρωπος και να χρωστάω στη φύση ενα μεγάλο συγνώμη για όλες τις καταστροφές που της έχει προξενήσει το είδος μου.

Η απορία μου είναι οι βίλες που θα χτίσετε θα έχουν νόημα εαν δεν υπάρχει πια πράσινο γύρω σας; Όταν ο αέρας θα μυρίζει στάχτη και θα σου καίει τους πνεύμονες; πώς διάολο θα αναπνέετε εσείς κει πάνω και εμείς εδώ κάτω; πώς περιμένω απο ενα κράτος με στημένες εκλογές και προκάτ κόμματα να δημιουργήσει ενα καλύτερο μέλλον απο τις στάχτες που έχουν γεμίσει τα πνευμόνια μου...

Λίγη στάχτη στα μαλλιά...

δολοφόνοι...

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2009

Ασθενής σεισμική δόνηση στην άκρη της Παμβώτιδας.

Μικρός σεισμός (μάλλον μη αντιληπτός) έγινε σήμερα το πρωϊ - στις 9.35 -
στην ανατολική νότια ανατολική (ESE) άκρη της λίμνης, στην περιοχή του Κατσικά.
Είχε μέγεθος 2,4 R και εστιακό βάθος μέχρι 10 km, σύμφωνα με το Αστεροσκοπείο του Πανεπιστημίου Αθηνών, σε απόσταση 7 km ESE των Ιωαννίνων (39,64 Ν, 20,92 Ε)
Στον χάρτη με αστερίσκο το επίκεντρο του σεισμού, με άσπρους κύκλους άλλοι πρόσφατοι μικροί σεισμοί, κυρίως Δυτικά των Ιωαννίνων σε απόσταση 30 km.
Σχετικά: Τρέχουσα σεισμικότητα ελληνικού χώρου.

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2009

Η εξόντωση των Εβραίων των Ιωαννίνων και ένα δικαστικό σκάνδαλο στη σύγχρονη Γερμανία.


ΑΝΑΨΗΛΑΦΗΣΕΙΣ

Το φάντασμα των Ιωαννίνων

Η εξόντωση των Εβραίων της ηπειρωτικής πρωτεύουσας και ένα δικαστικό σκάνδαλο στη σύγχρονη Γερμανία

του ΣΠΥΡΟΥ ΜΟΣΚΟΒΟΥ (ΤΟ ΒΗΜΑ - Κυριακή 26 Ιουλίου 2009)

Το κοινό, εκατόν πενήντα περίπου ακροατές, παρακολουθούν με ενδιαφέρον την αποψινή ομιλία στην ιστορική αίθουσα του Πρωτοδικείου Βρέμης. Αλλά και με ανάμεικτα συναισθήματα, και ας έχουν περάσει πάνω από εξήντα χρόνια από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και ας γράφει το ημερολόγιο 24 Ιουνίου 2009.

Στο βήμα ο ομότιμος καθηγητής Ιστορίας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Βρέμης Κρίστοφ Σμινκ-Γκουστάβους μιλά με θέμα: «Ανακρίσεις για το Ολοκαύτωμα: Αναφορά σε ένα δικαστικό σκάνδαλο της Βρέμης (1964-1970)». Πρόκειται για μια εκδήλωση που συνοδεύει έκθεση με τίτλο «Τι ήταν τότε δίκαιο» για τη διαστροφή του δικαίου την εποχή του ναζισμού. Ο καθηγητής παρουσιάζει λεπτομέρειες που συσχετίζουν την εξόντωση των Εβραίων της Ελλάδας με τη Βρέμη και την επιβίωση ναζιστικών σταγονιδίων στη δικαιοσύνη.

Εκθέτει τα πορίσματα μελέτης του που κυκλοφορεί ακόμη μόνο στα ελληνικά.

Ξετυλίγει τον βίο και τα έργα του πρώην εισαγγελέα Ζίγκφριντ Χέφλερ (1909-2003), του ανθρώπου που στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα έκλεισε τον φάκελο και άρα ανέκοψε την προσαγωγή στη δικαιοσύνη δύο υπευθύνων για τον εκτοπισμό των Ελληνοεβραίων, ανάμεσά τους και των 1.725 Εβραίων των Ιωαννίνων.

Εκλεισε τον φάκελο, αυτό είναι το σκάνδαλο, αυτά είναι τα νέα στοιχεία που προσκομίζει ο Σμινκ-Γκουστάβους, επειδή έβλεπε με κατανόηση τους «συναυτουργούς», ήθελε να τους εκλάβει ως «απλούς συνεργούς» και να τους απαλλάξει. Γιατί; Γιατί μάλλον υπήρξε ο ίδιος «συναυτουργός» στο σκοτεινό γερμανικό παρελθόν, γιατί ο ίδιος ήθελε να τον εκλαμβάνουν ως «απλό συνεργό».

Μερικά πρόσωπα στο κοινό πανιάζουν. Ο ομιλητής δεν ξέρει ακόμη ότι ανάμεσα στους νομικούς και στους φιλομαθείς κάθεται και ο γαμπρός και η εγγονή του Χέφλερ, ακόμη και η παλιά γραμματέας του στην εισαγγελία. Ο γλυκός παππούς, ο εξαίρετος νομομαθής, το επίλεκτο μέλος της κοινωνίας της Βρέμης ένας πρώην ναζί; Μια κλασική γερμανική τραγωδία. Γύρω από τον βαρύ πολυέλαιο, κάτω από τον επιβλητικό θυρεό της ιστορικής αίθουσας σαν να ψιθυρίζουν απόψε 1.725 αδικαίωτες ψυχές.

Χωρίς να λογοδοτήσουν

Ηταν στις 25 Μαρτίου 1944 όταν οι Εβραίοι των Ιωαννίνων συγκεντρώθηκαν μέσα σε λίγες ώρες, επιβιβάστηκαν σε φορτηγά και μέσω Λαρίσης οδηγήθηκαν στο Αουσβιτς, όπου και εξοντώθηκαν εκτός από ελάχιστους που επέζησαν.

Οι διαταγές για τον εκτοπισμό τους εκδόθηκαν από τη Γερμανική Ασφάλεια στην Αθήνα.

Ο διοικητής της Βάλτερ Μπλούμε και ο στενός συνεργάτης του Φρίντριχ Λίνεμαν, πρώην γκεσταπίτης στη Βρέμη, θεωρήθηκαν ύποπτοι για το έγκλημα από τις αρμόδιες γερμανικές αρχές μετά τον πόλεμο και τη σχετική προανακριτική διαδικασία ανέλαβε με ευσυνειδησία ο εισαγγελέας της Βρέμης Χάραλντ Ράιχενμπαχ.

Αλλά όταν το 1968 ολοκλήρωσε το κατηγορητήριο, αποχώρησε οικειοθελώς για επαγγελματικούς λόγους από την εισαγγελία και τότε ανέλαβε τον φάκελο ο συνάδελφός του Ζίγκφριντ Χέφλερ.

Για να τον κλείσει οριστικά και αμετάκλητα το 1971 εκτιμώντας ότι οι δύο ύποπτοι για εγκλήματα δεν υπήρξαν «συναυτουργοί» της εξόντωσης των Εβραίων, αλλά απλοί «συνεργοί», οι οποίοι εκτελούσαν διαταγές ανωτέρων και μάλιστα δεν ήταν «εσωτερικά πεπεισμένοι» για την ορθότητα των αναπόφευκτων διαταγών.

Βάσει του γερμανικού δικαίου όμως η συνέργεια σε «ανθρωποκτονία» παραγραφόταν εντός δεκαπέντε ετών. Ετσι οι Βάλτερ και Λίνεμαν εξεμέτρησαν μάλλον κάποια στιγμή το ζην χωρίς να λογοδοτήσουν για τις ευθύνες τους για τον χαμό της ζωής των άλλων.

Το παρελθόν του νομικού

Την επομένη της αποκαλυπτικής εκδήλωσης στη Βρέμη άρχισαν οι αντεγκλήσεις στον τοπικό Τύπο και στο μεταξύ η διένεξη άρχισε να απασχολεί και τις μεγάλες γερμανικές εφημερίδες. Πρώην συνάδελφοι του Ζίγκφριντ Χέφλερ διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για το πάλλευκο παρελθόν του ευυπόληπτου νομικού, δημοσιογράφοι υπενθυμίζουν τη γοργή αποκατάσταση και επανένταξη πρώην ναζί στο μεταπολεμικό δικαστικό σώμα της Γερμανίας.

Και ο καθηγητής Σμινκ-Γκουστάβους, που τόσο πίκρανε ένα μέρος της κοινωνίας της Βρέμης, επισημαίνει τα κενά στα μεταπολεμικά βιογραφικά σημειώματα του πρώην εισαγγελέα, ανασύρει έγγραφα που πιστοποιούν όχι απλά ότι ο Χέφλερ ήταν μέλος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, αλλά και ότι είχε αποσπασθεί κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Πολωνία, στο Εκτακτο Δικαστήριο του Ζέσουφ που είχε στο παθητικό του ουκ ολίγες θανατικές καταδίκες πολωνών αντιστασιακών.

Σε τριάντα πέντε ολόκληρους τόμους που βρίσκονται σήμερα στα αρχεία της εισαγγελίας της Βρέμης είναι καταγεγραμμένη βήμα προς βήμα η προανακριτική διαδικασία για την υπόθεση Μπλούμε-Λίνεμαν και τον εκτοπισμό των Εβραίων της Ελλάδας.

Το τμήμα που αφορά το αργό αλλά σταθερό κλείσιμο της υπόθεσης από τον Χέφλερ μπορεί να διαβαστεί και ως χρονικό μιας συγκάλυψης: αργοπορίες, επιφανειακή εξέταση των υπόπτων, υποχωρήσεις σε προκλητικές απαιτήσεις τους για αναβολή των ανακρίσεων, επιλεκτική μεγαλοποίηση των ελαφρυντικών στοιχείων και υποτίμηση των επιβαρυντικών.

Και ταυτόχρονα συνιστά τεκμήριο όχι μόνο της θεσμικής υπεκφυγής από τον κολασμό των ναζιστικών εγκλημάτων, αλλά και της ενσωμάτωσης των πρώην ναζί στη μεταπολεμική γερμανική κοινωνία.

Μια προσωπική ιστορία

Σε έναμέρος των στοιχείων αυτών έχει πρόσβαση το ελληνικό κοινό, καθώς έχουν περιληφθεί στο βιβλίο του Κρίστοφ Σμινκ-Γκουστάβους με τίτλο «Μνήμες Κατοχής ΙΙ. Ιταλοί και Γερμανοί στα Γιάννενα και η καταστροφή της εβραϊκής κοινότητας» που κυκλοφόρησε πρώτα στα ελληνικά το περασμένο φθινόπωρο από τις εκδόσεις Ισνάφι.

Είχε προηγηθεί ο πρώτος τόμος για την καταστροφή του χωριού Ασπράγγελοι στο Ζαγόρι, ενώ αναμένεται και ο τρίτος για την πυρπόληση των Λυγκιάδων από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής.

Μια επιτομή του όλου έργου αναμένεται να εκδοθεί στα γερμανικά μόλις την ερχόμενη άνοιξη από τον οίκο της Γοτίγγης Wallstein, διακεκριμένο στις μελέτες που αφορούν την ιστορία του 20ού αιώνα και το Ολοκαύτωμα. Ετσι το γερμανικό κοινό θα έρθει σε επαφή με ένα ελάχιστα γνωστό κεφάλαιο, τη δύστηνη μοίρα των Εβραίων της Ελλάδας.

Συχνά πίσω από την ενασχόληση γερμανών ιστορικών με την ιστορία της Κατοχής στην Ελλάδα βρίσκεται και μια προσωπική ιστορία. Πίσω από την ενασχόληση του Σμινκ-Γκουστάβους με τους εβραίους των Ιωαννίνων βρίσκεται μια συνάντηση ή μάλλον η ακύρωσή της: σε ένα σκοτεινό κατάστημα υφασμάτων γεμάτο τόπια και αράχνες στα Γιάννενα ο Γερμανός εντόπισε έναν επιζώντα του Αουσβιτς. Πήγε να τον δει και να τον ρωτήσει. Αλλά μόλις ο γέροντας Εβραίος έμαθε ότι πρόκειται για Γερμανό σφάλισε τα χείλια του και έδειξε την πόρτα.

Ολη η ιστορική έρευνα του Σμινκ-Γκουστάβους μπορεί να εκληφθεί ως προσπάθεια να λυθεί αυτή η σιωπή και μάλιστα στον τόπο των δραστών.

Ο κ.Σπύρος Μοσκόβου είναι διευθυντής του ελληνικού προγράμματος της Deutsche Welle

Σχετικά: Φινίτο γκουάρε, Μπαρούχ νταγιάν αεμέτ.

Κυριακή, 23 Αυγούστου 2009

Στην Ελλάδα της προσφυγιάς και της μετανάστευσης, ΟΧΙ κάγκελα και συρματοπλέγματα για ανθρώπους.




(Από τον "ΑΝemo " και το "Δρόμο, τη ρούγα, με τις φάμπρικες".)
............................................................................................................................................................

Απαράδεκτες χαρακτηρίζουν οι επιθεωρητές της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες (UNHCR) τις συνθήκες διαβίωσης περισσότερων από 850 ανθρώπων στο κέντρο υποδοχής παράνομων μεταναστών Παγανής Λέσβου.

Όπως δήλωσε ο εκπρόσωπος Αντρέι Μάχετσιτς, μέλη της UNHCR επισκέφθηκαν στις αρχές της εβδομάδας το κέντρο, χωρητικότητας 250-300 ανθρώπων.

Οι περισσότεροι μετανάστες είναι από το Αφγανιστάν, είπε, όπως και τα περισσότερα από τα 200 ασυνόδευτα παιδιά που ζουν στο κέντρο.

«Το προσωπικό της UNHCR χαρακτήρισε την κατάσταση του κεντρου απαράδεκτη. Υπέστησαν σοκ από την κατάσταση που επικρατεί στην εγκατάσταση» πρόσθεσε.

Η κατάσταση στην Παγανή είναι ενδεικτική των γενικότερων προβλημάτων που σχετίζονται με την παράνομη μετανάστευση και το σύστημα ασύλου της Ελλάδας, είπε ακόμα ο εκπρόσωπος.

Ο ίδιος πρόσθεσε ότι η ελληνική ακτοφυλακή έχει αναφέρει ότι το 2008 μπήκαν στη χώρα 2.648 ασυνόδευτα παιδιά, αλλά πιστεύεται ότι ο αριθμός τους είναι μεγαλύτερος και η είσοδός τους πέρασε απαρατήρητη.

Ανακοίνωση της Αρμοστείας στην Αθήνα αναφέρει ότι ο υφυπουργός Υγείας έδωσε διαβεβαιώσεις ότι όλα τα ασυνόδευτα παιδιά στην Παγανή θα μεταφερθούν σε ειδικές εγκαταστάσεις υποδοχής μέχρι το τέλος του μήνα και προστίθεται ότι το Υπουργείο έχει ήδη λάβει ορισμένα μέτρα προς αυτήν την κατεύθυνση.

Newsroom ΔΟΛ, με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2009

Κίνησι ου Ρόβας κίνησι, μεσ' στην Βλαχιά να πάει


(Αναδημοσίευση άρθρου του παλιού δάσκαλου Στέφανου Μπέτση στην τοπική εφημερίδα των Ιωαννίνων «Πρωϊνός Λόγος»)
"Ατάρ Οδυσσεύς και καπνόν αναθρώσκοντα νοήσαι ης γαίης θανέειν ιμείρεται"
( Όμηρος )
"Αδαπάνητος έστι της ευποιίας ο πλούτος, εν τω διδόναι γαρ λαμβάνεται και εν τω σκορπίζειν συνάγεται"
( Απολλώνιος)

Το ταξίδι των Ηπειρωτών προς τη Βλαχία και οι καημοί του.

Οι ταξιδιώτες της Βλαχίας Ηπειρώτες καταγόμενοι κυρίως από τα Κουρεντοχώρια, το Ζαγόρι και το Πωγώνι, αλλά και οι αλβανόφωνοι ακόμα Βορειοηπειρώτες από το Αργυρόκαστρο ως την Μοσχόπολη και την Κοριτσά, ήταν όλοι τους συνήθως παιδιά αμούστακα αλλά και μικροπαντρεμένοι και από τους πρώτους ολίγοι ξαναγύριζαν στα σπίτια τους και οι δεύτεροι ύστερα από απουσία είκοσι και πλέον ετών.

Ο πηγεμός στη Βλαχία εγίνονταν βέβαια δια ξηράς με τα καραβάνια ζώα φορτηγά άλογα και μουλάρια με επικεφαλής τον καραβανάρη, που διέθετε από 20 έως 100 ζώα, διαρκούσε δε το ταξίδι από 1 μήνα ως 40 μέρες.
Το ταξίδι των Ηπειρωτών προς την Βλαχία δεν ήταν μόνο πολυήμερο αλλά και δύσκολο με τα ποτάμια, τις κλεισούρες του και τον κακό καιρό αλλά και επικίνδυνο, γιατί συχνά έπεφτε σε συμμορίες ληστών, που γύμνωναν τους ταξιδιώτες ιδίως τους επιστρέφοντες ή και τους σκότωναν.
Από τους καραβανάρηδες αυτούς γνωστοί για τον τόπο μας ήταν ο Φεντάνης από την Τσαρκοβίστα των Κουρέντων κι ο περίφημος Ρόβας Γιαννιώτης,
(σύμφωνα με άλλες πηγές ο Ρόβας κατάγοταν από την Καλωτά)
που η λαϊκή μούσα τον αποθανάτισε με το γνωστότατο τραγούδι κατά την πιο άρτια παραλλαγή του και στο Γιαννιώτικο μάλιστα ιδίωμα (βόρειο) αυτό:

"Κίνησ' ου Ρόβας κίνησι μεσ' στην Βλαχιά να πάει
νύχτα σιλώνει τάλουγου νύχτα του καλιγώνει
βάνει τα πέταλα ασημιά καρφιά μαλαματένια
κι η αρματοσιά τ' αλόγου του χρυσό μαργαριτάρι.
Σαράντα μέρες έκανι σαράντα μερουνύχτια
όσου να φτάκει στη Βλαχιά στου έρμου Μπουκουρέστι.
Βλαχούλες τον καρτέρησαν γλυκά τον κουβεντιάζουν.
Καλώς του Ρόβα πούρχιτι καλώς του Ρόβα πούρθι.
- Ρόβα του τι μας ήφιρις απ' τα καλά τα Ιάνν'να;
- Σας ήφιρα τρία πηδιά τρία παλληκαράκια.
Τόνα του λένι Κωνσταντή κι τ' άλλου Νικουλάκη
του τρίτου κι ημουρφότιρου του λένι Δημητράκη".

"Ο Ρόβας, καθώς γράφει σε σύντομο δημοσίευμά του ο αείμνηστος και διαπρεπής φιλόλογος Δημ. Σάρρος, ήτο Ιωαννίτης, απέθανε το 1978, επί τεσσαράκοντα σχεδόν έτη ήτο ο μόνος μίτος ο συνδέων την Ηπειρωτικήν Βλαχίαν με την Ελληνικήν Ήπειρον, εταξείδευεν άπαξ, σπανιώτερον δε δις του έτους εκ της Ηπείρου εις τον Δούναβιν και τανάπαλιν.




Αυτός εκόμιζεν εις την έρημον Ήπειρον γράμματα και χρήματα των ξενιτευμένων τέκνων της, και σπανιώτατα και κανένα εξ αυτών, αυτός εκόμιζεν ανεπιστρεπτεί εις τας μαγικάς αγκάλας της εκβεβακχεμένης Βλαχίας την καρδίαν, την λεβεντιάν της Ηπείρου, και πόσοι τάχα από εκείνους εγύριζαν οπίσω;". και περακάτω ο ίδιος: ¨Ο Ρόβας μετά πολλάς περιπέτειας από την Ηπειρον δια του Ζυγού, Μετσόβου, Γρεβενών, Κονιαροχωρίων, Περλεπέ, Βελεσσών, Δουβνοβίτσας, Σιστοβίου, έφθανε με τα καραβανιά του εις το Βουκουρέστι".

Τόπος των ξενιτευόμενων από την περιοχή μας και σημείο εκκίνησης του επιβλητικού σε όγκο (διέθετε από 80 ως 100 ζώα) και άριστα οργανωμένου καραβανιού του Ρόβα ήταν η Δοβρά Ζαγορίου. Εκεί μαζεύονταν όσοι σκόπευαν να ταξιδέψουν στη Βλαχία. Το ταξίδι εγίνονταν μία ή δύο φορές το χρόνο, τ' Αι-Γιωργιού δηλ. και του Σταυρού (14/9) μετά το Πανκουρεντιακό πανηγύρι της Παλιουρής (8/9) τότε, που στις πλαγιές των λόφων και των βουνών μας άνοιγαν οι μοσχομύριστες διώχνες, όνομα χαρακτηριστικό γιατί με το άνθισμά τους έδιωχναν τους νέους μας για την ξενιτιά, λουλούδια όμορφα και ταπεινά, άλλες κάτασπρες, άλλες κατακίτρινες κι άλλες θαλασσιές, χαρά θεού και το άνθισμά τους ήταν μια μαχαιριά, που έμπηγε η ξενιτιά η πλανεύτρα στο στήθος της φτωχής πατρίδας με το άσπλαχνο άρπαγμα των παιδιών της. Οι στιγμές του ξεπροβοδήματος και του αποχωρισμού του ξενιτευμένου νέου από τους συγγενείς και φίλους ήταν πραγματικά συγκινητικές. Φιλιά, αγκαλιάσματα και δάκρυα, πολλά δάκρυα καθώς δε ο ταξιδευτής ξεμάκραινε, ευχές ολόκαρδες και μηνύματα θερμά προς τους ήδη εκεί ταξιδεμένους χωριανούς. Κι έρχονταν στο νου οι φιλοσοφημένοι στίχοι του λαϊκού ποιητή:

"Παρηγοριά έχ' ο θάνατος
και λησμοσύνη ο Χάρος
κι ο ζωντανός ξεχωρισμός
παρηγοριά δεν έχει"
ή
"Την ξενιτιά, την ορφανιά,
την πίκρα, την αγάπη
τα τέσσερα τα ζύγιασαν
βαρύτερα είν' τα ξένα".

Ο Ηπειρωτικός λαός, λαός κατ' εξοχήν αποδημητικός, τραγούδησε με πλήθος τραγούδια του όλο καημό και πίκρα τους ξενιτεμένους της Βλαχιάς. Παραθέτω μόνο κατά τους πρώτους στίχους τους αρκετά από τα τραγούδια αυτά δανεισμένα από εκδομένες συλλογές. Ένα λεει:

"Μάνα με κακοπάντρεψες
και μώδωκες βλαχιώτη
(δηλ. άντρα ταξιδεμένον στη Βλαχιά)
δώδεκα χρόνους στη Βλαχιά
και τρεις μέσα στο σπίτι...".
Eνα άλλο:
"Το ποιά έχ' άντρα στη Βλαχιά
και γυιό στο Μπουκουρέστι
πες της να μην τον καρτερεί
να μην τον παντηχαίνει.
Οι Βλάχισσες είναι κακές
κι αυτές οι βλαχοπούλες
γελούν μανάδων τα παιδιά
και πίσω δεν γυρίζουν".
Ενα τρίτο τελειώνει:
"Κι όσα κορίτσια απαντώ
όλα τα παραγγέλω
άντρα βλαχιώτ' μη πάρουνε
αν θέλουν να μην κλάψουν".
Κι ένα ακόμα:
"Θέλω να τα καταραστώ
τα έρημα τα ξένα
την Πόλη και την Μολδαβιά
και την Βλαχιά τα τρία
της Μολδαβιάς το πρόβατα
βλογιά να τάχει μάσει
και της Βλαχιάς οι έμορφες
πανούκλα να τις κάψει..."'
Κι ένα τελευταίο:
"Ανάθεμά σε Μπουγδανιά
Βλαχιά και Μπουκουρέστι
πώχεις ποτάμια απέραντα
βουνά που δεν πατιούνται...".
……………………………………………………………………………….
Ο Ρόβας
Θρύλος έχει γίνει το όνομα του Ηπειρώτη κυρατζή Ρόβα ο οποίος τον περασμένο αιώνα στα αγώγια του για τις Παραδουνάβιες περιοχές, το καραβάνι του άγγιζε τα 200 αλογομούλαρα !!!
Η Λαϊκή Μούσα απαθανάτισε το όνομα του με το παρακάτω τραγούδι

Ο Ρόβας παιδιά μ ξεκίνησε
μες την Βλαχιά να πάει
γειά στο Ρόβα μου
μες την Βλαχιά να πάει
πάπια χήνα μου, να χεις το κρίμα μου.

Νύχτα σελώνει ο Ρόβας τ άλογα
νύχτα τα καλιγώνει
γεια σου Ρόβα μου
νύχτα τα καλιγώνει
πάπια χήνα μου, να χεις το κρίμα μου.

Βάζει τα πέταλα χρυσά
καρφιά μαλαματένια
γεια σου Ρόβα μου
καρφιά μαλαματένια
πάπια χήνα μου, να χεις το κρίμα μου

Όλο στεριά ο Ρόβας πήγαινε
Όλο στεριά πηγαίνει
γεια σου Ρόβα μου
όλο στεριά πηγαίνει
πάπια χήνα μου, να χεις το κρίμα μου.

------------------------------------
Νύχτα περνάει το Δούναβη
μπαίνει στα Βουκουρέστια,
κι πέρα που ξεπέζευε
όλοι τονε ρωτάγαν:

Ρόβα μ' σαν τι μας ήφερες
απο τα μαύρα Γιάννινα;
σας φέρνω εκατό παιδιά
κι όλα Γιαννιωτοπαίδια

Τα τρία τα καλύτερα
της ομορφιάς στολίδια,
το να το λεν Αυγερινό,
το άλλο το λέν Φεγγάρι,
το τρίτο το καλύτερο
το λέν Μαϊσιον ήλιο!

Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2009

Τα επώνυμα των καθηγητών της Ζωσιμαίας Σχολής (1960) ετυμολογικά.


ΕΠΩΝΥΜΩΝ ΜΝΗΜΟΣΥΝΗ
του Δρς Κωνσταντίνου Ευ. Οικονόμου
Αναπλ. καθηγητού στον Τομέα Γλωσσολογίας
του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
αποφοίτου της Ζωσιμαίας Σχολής


Η ανάγνωση της εξαιρετικής περιοδικής έκδοσης του Συλλόγου Αποφοίτων της Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων "Ζωσιμάδες" μέσα από τις παλιές φωτογραφίες και τις γλαφυρές διηγήσεις των γυμνασιακών μας χρόνων με οδήγησε συνειρμικά στα έντονα βιώματα της εποχής εκείνης. Η αναδρομή στα χρόνια της φοίτησης μου στη "γεραρά" Ζωσιμαία Σχολή μου δημιούργησε ευχάριστα συναισθήματα και την επιθυμία να συνδράμω κι εγώ στη μνημοσύνη των προσώπων που σφράγισαν με το έργο τους και την προσωπικότητα τους τα νεανικά μας χρόνια. Ως μέσον χρησιμοποιώ τη γλωσσολογική επιστήμη που διακονώ και επιχειρώ την ανίχνευση της ετυμολογικής αρχής των επωνύμων των δασκάλων μου.
Με τις ετυμολογικές προσεγγίσεις που επιχειρώ είναι πιθανό καθένας μας, σύμφωνα με τις προσωπικές εμπειρίες του και την υποκειμενική εκτίμηση του, να αναγνωρίσει μερικές φορές μια συμφωνία μεταξύ της σημασίας που υποδηλώνουν τα επώνυμα των δασκάλων μας και των χαρακτηριστικοί συμπεριφορών και ενεργειών τους. Ωστόσο η σημασία των αρχικών, των βασικών λέξεων που συντέλεσαν στη δημιουργία των επωνύμων δεν αφορά άμεσα τους καθηγητές-φορείς τους αλλά κάποιο προγονό τους στον οποίο αποδόθηκε ένα χαρακτηριστικό (ψυχικό ή σωματικό), ένα προσωπωνύμιο κλπ.
Ας σημειώσω πως η απόδοση ενός επωνύμου σε λεξιλογικά στοιχεία μιας ξένης γλώσσας δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκη με την εθνολογική ταυτότητα του φορέα του.
Πρέπει επίσης να γίνει σαφές ότι η ετυμολογική ανίχνευση ενός τέτοιου είδους γλωσσικού υλικού δεν είναι πάντα ασφαλής, καθώς μας διαφεύγει πολλές φορές το ιστορικό της ονοματοδοσίας ενός ατόμου.
Τα επώνυμα που εξετάζονται εδώ παρατίθενται σε αλφαβητική σειρά. Πρόκειται για τα επώνυμα:

α) των φιλολόγων: Νικ. Βολονάση, Χαρ. Γκεσούλη, Κων. Κωσταδήμα, Γεωργ. Μπένου, Κων. Μπονιάκου, Σωτ. Νικολού, Απ. Παπαθεοδώρου, Σαρ. Παπανικολάου

β) των μαθηματικών: Παν. Δεβέκου και Δημ. Τζουμάκα

γ) των φυσικών: Σπυρ. Καρακίτσου και Μιχ. Μπάη

δ) του καθηγητού γαλλικών: Αρσ. Γεροντικού

ε) των καθηγητών τεχνικών: Π. Βρέλλη και Μάνθ. Παπαγεωργίου

ζ) των γυμναστών: Δημ. Γρηγορίου, Δημ. Ζιώγα, Κων. Τσιάντα

η) και του θεολόγου: Θ. Μπαϊρακτάρη.

Οι φωτογραφίες είναι ευγενική προσφορά της κας Βασιλικής Τοπάλη. Στην παρούσα φωτογραφία φαίνονται κυκλικά οι: Θωμάς Βοντετσιάνος, Σαράντης Παπανικολάου, Χαρίλαος Γκεσούλης, Γρηγόρης Τζουμάκας, Ευθύμιος Χατζηγιάννης, Τράντας Γεώργιος, Ευάγγελος Πρίντζος, Θωμάς Μπαϊρακτάρης, Παναγιώτης Δεβέκος, Κωνσταντίνος Κωσταδήμας, Σωτήρης Νικολός, Μιχάλης Μπάης, Σπύρος Καρακίτσος, Γεώργιος Παπαγεωργίου, Γεώργιος Παπανικολάου (Γυμνασιάρχης), Δημήτρης Γρηγορίου, Δημήτρης Τζομάκας, Αρσένης Γεροντικός, Σωτήρης Χουλιάρας.
(ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ στην πρωτότυπη ανάρτηση του περιοδικού ΟΙ ΖΩΣΙΜΑΔΕΣ)
Στην φωτογραφία από αριστερά φαίνονται οι: Γιώργος Καζάκος, Σπύρος Καρακίτσος, Πολυχρόνης Μαριόλης, Κωνσταντίνος Κωσταδήμας, Θωμάς Μπαϊρακτάρης, Γιώργος Τσακανάκης, Κωνσταντίνος Τσιάντας, Κασβίκης, Άγνωστος


Βολονάσης (και Μπολονάσης)
Το επώνυμο συναντιέται και με διαφορετική φωνητική (Βολο- και Μπολο-) και με διαφορετική ορθογράφηση (Βολο- / Μπολο- και Βόλω-/Μπολω-).
Οι διαφορετικές αυτές φωνητικές και ορθογραφικές εκδοχές αφορούν όχι μόνο Το επώνυμο Μπολονάσης, αλλά ένα πλήθος άλλων επωνύμων, συνθέτουν και παράγωγων. Με δεδομένο δε ότι η ορθογράφηση (με ο ή ω) λίγο ενδιαφέρει, παραθέτω μερικά από τα σχετικά επώνυμα με βάση τη φωνητική τους ([β] / [ν]).
(παραλείπονται μερικές γραμμές, υπάρχουν στο πρωτότυπο στην πηγή)
Εκτός από τα παραπάνω σύνθετα ή παράγωγα επώνυμα πρέπει να αναφέρουμε την ύπαρξη των απλών αρχικών επών.: Μπόλας / -•ης / -ος και Βόλ(λ)ας /-ης /-ος (και Βώλος) και να σημειώσουμε:
α. Από τις δύο σειρές επών. η σειρά [b] πρέπει να θεωρηθεί η αρχική δεδομένου ότι η τροπή του [b] (καθώς και των [d], [g]) σε [ν] (και [d], [g]) αντίστοιχα, δηλ. ο λεγόμενος λόγιος εξελληνισμός, είναι εφικτή στην ελληνική. Αντίστροφη τροπή [ν] > [b] δεν είναι συνηθισμένη.
β. Η αστάθεια ορθογράφησης με ο ή ω υποδηλώνει πως η αρχική λέξη απ' όπου σχηματίζονται τα ανθρωπωνύμια δεν είναι αναγνωρίσιμη άρα είναι άγνωστη.
γ. Τα σύνθετα ανθρωπωνύμια παραπέμπουν στην ύπαρξη ενός προθήματος1 του τύπου: βλαχο-: Βλαχαντρέας, Βλαχοθανάσης κλπ., γερο-: Γερογιάννης, Γεροδήμος κλπ., με β' συνθετικό βαφτιστικό η παρωνύμιο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες από την ελληνική γλώσσα μόνο οι λ. βόλος, ο "η ριξιά //η πλεκτάνη // το δίχτυ κλπ." και βώλος, ο "μικρός όγκος, μάζα χώματος, σβώλος // συνεκδ. γη, χώρα, έδαφος κλπ." θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση δημιουργίας του προθήματος. Ωστόσο οι σημασίες αυτών των λ. δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την ονοματοδοσία ενός ανθρώπου.
δ. Με βάση αυτές τις παρατηρήσεις θα μπορούσε να ενισχυθεί η απόδοση των αρχικών επών. Μπόλας /-ης /-ος2 στη σλαβ. λ. bolu "μεγαλύτερος, καλύτερος"3 με την οποία σχηματίζονται πολυάριθμα προσωπωνύμια, στο σλαβόφωνο χώρο: ΒοΙοje, Βοlek, Βοlkο, ΒοΙkα, Βοlinu/Bolbnu, ΒοΙbjb-slavu, Βοlbjb-boru, Βοl'ut, Βοlislav κλπ.4
Από το σλαβ. αυτό προσηγ. προέκυψαν τα επών. Μπόλας /-ης /-ος (και Βόλας / -ης /-ος) με λόγιο εξελληνισμό, από τα οποία προέκυψε το ανθρωπωνυμικό πρόθημα μπολο-, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη σημ. 1: Κάποιος που έφερε το βαφτιστικό Νάσης για να προσδιοριστεί ακριβέστερα ονομάστηκε Νάσης του Μπόλα / -η, / -ου και στο σύνθετο ως Μπολο-νάσης.5

Βρέλ(λ)ης
Το επώνυμο πρέπει να σχετιστεί με το αλβ. ουσ. burr/e, i "άντρας, γενναίος" και να αποδοθεί στα επών. Μπούρης, Μπούρος, Μπούρας6 απ' όπου και τα: Βούρης, Βούρος, Βούρας με τροπή του [β] σε [ν] (λόγιος εξελληνισμός). Από τη σειρά των τελευταίων με την υποκορ. κατάλ. -έλ(λ)ης προέκυψε Το επώνυμο Βουρέλ(λ)ης7 και Βρέλ(λ)ης με αποβολή του άτονου [u] κατά τον βόρειο φωνηεντισμό.
Λιγότερο πιθανή η απόδοση του επών. στο σλαβ. vrelo "πηγή" (απ' όπου και δάνειο στην αλβ. vrelle), λέξη από την οποία δημιουργούνται πολυάριθμα τοπν. σχεδόν αποκλειστικά στο χώρο της σερβοκροατικής (Udolph 1979: 528-529). Κατευθείαν σύνδεση του επών. με το σλαβ. ουσ., λόγω της σημασίας, δεν θα ήταν δυνατή, όπως φαίνεται και από την απουσία σχετικών ανθρωπωνυμικών σχηματισμών στις σλαβικές γλώσσες. Γι' αυτό πιστεύω πως, αν θα μπορούσε να συνδεθεί Το επώνυμο με τις σλαβ. γλώσσες, αυτό θα μπορούσε να γίνει μέσω ενός τοπωνυμίου, π.χ. τοπν. Vrelo ή Vreliκλπ. (<> Γρηγορίου (πβ. και επών. Δημητρίου, Ιωάννου, Γεωργίου κλπ.)18.


Δεβέκος
Σπάνιο επών.19 που εμφανίζεται με τους τύπους Δεβέκος (5χ) και Ντεβέκος. Ο τύπος Δεβέκος από το Ντεβέκος με τροπή [d] > [d] (λόγιος εξελληνισμός).
Το επώνυμο πρέπει να αποδοθεί στο επώνυμο Ντεβές (και Δεβές) με την προσθήκη της μεγεθυντικής κατάλ. -έκος η οποία χρησιμοποιείται και στο σχηματισμό ανθρώπων.: Αγγελέκος (< Άγγελος), Καλαμιδέκος (< Καλαμίδας), Σταματέκος (< Σταμάτης) κλπ.20. Το επώνυμο21 Ντεβές προέρχεται από το τουρκ. δάνειο της ελληνικής: ντεβές, ο "η καμήλα"22 (< τουρκ. deve "το ίδιο"). Της ίδιας ετυμολογικής αρχής είναι και τα επών.: Ντεβετζής, Ντεβετζίδης κλπ. και Δεβεσιάδης, Δεβετζάκης, Δεβετζής, Δεβετζίδης, Δεβιτζόγλου κλπ.

Ζιώγας Το επώνυμο προέρχεται από το αντίστοιχο βαφτιστικό Ζιώγας (και Τζιώγας) αντί του Γεώργιος23. Τόσο ο Κατσάνης όσο και ο Ντίνας θεωρούν το βαφτιστικό ως αρομ. υποκορ. του Γεώργιος24. Ωστόσο όχι μόνο στα βλαχόφωνα χωριά αλλά και αλλού (π.χ. Πιρσόγιανη) χρησιμοποιείται το Ζιώγας αντί του Γεώργιος (πβ. το όνομα του πρωτομάστορα Ζιώγα Φρόντζου από την Πιρσόγιανη25, ο οποίος μαρτυρείται ότι έχτισε το πέτρινο γεφύρι της Κόνιτσας

Καρακίτσος Πρόκειται για ένα "προθηματικό" επών. που σχηματίζεται από το πρόθημα καρα-26 (πβ. και επών. Καράς < καράς "μαύρος" < τουρκ. kara "το ίδιο") και το βαφτιστικό Κίτσ(ι)ος. Το βαφτιστικό Κίτσ(ι)ος27 αντί του Χρίστος.

Κωσταδήμας Σε αντίθεση με τα προσδιοριστικά σύνθετα προσηγορικά: αγριοπερίστερο, κρασοπότηρο, νεροπότηρο, ψυχοσάββατο κλπ. και τα σύνθετα επώνυμα με α' μέρος σύνθεσης εθνικά: Καστρινογιάννης, Μωραΐτόγιαννος, Σμυρνογιάννης κλπ. και επαγγελματικά: Αλευρογιάννης, Γυφτογιάννης, Καλογερογιάννης κλπ.28, στα σύνθετα επών., όπου και τα δυο συνθετικά είναι βαφτιστικό, το β' συνθετικό της σύνθεσης προσδιορίζει το α' βαφτιστικό: π.χ. Σπυρομήλιος "ο Σπύρος (ο γιος) του (Αι)μίλιου", Χριστοβασίλης "ο Χρίστος (ο γιος) του Βασίλη", ο Αποστολογιάννης "ο Αποστόλης / -'-ος (ο γιος) του Γιάννη" κοκ.
Η αντιστροφή της σειράς: προσδιορισμός + προσδιοριζόμενο που ακολουθείται, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, στα προσδιοριστικά σύνθετα αίρεται στην περίπτωση σύνθετων επών. με δύο βαφτιστικό, γιατί ακολουθείται η σειρά της εννοούμενης εκφοράς. Το ίδιο συμβαίνει και με τα σύνθετα παρωνύμια με α' συνθετικό αρσεν. βαφτιστικό (του συζύγου) + β' συνθετ. θηλ. βαφτιστικό (της συζύγου) της οποίας η κοινωνική θέση, η δυναμικότητα και η εν γένει παρουσία επισκιάζει εκείνη του συζύγου: π.χ. Κωτσοαμαλίας "ο Κώτσος (ο σύζυγος) της Αμαλίας", ο Γιωργολένης "ο Γιώργος (ο σύζυγος) της Ελένης" κλπ. Στην ίδια περίπτωση ανάγονται και τα σύνθετα με δύο βαφτιστικό εκ των οποίων το α' (βαφτιστικό του γιου) προσδιορίζεται από το β' (το βαφτιστικό της μητέρας). Έτσι το Γιωργολένης που αναφέρθηκε παραπάνω, θα μπορούσε να είναι "ο Γιώργος (ο γιος) της Ελένης" κλπ. Μετά από όσα αναφέρθηκαν παραπάνω στο επώνυμο Κωσταδήμας, σύνθετο με δύο βαφτιστικά, το α' συνθετικό (Κώστας) προσδιορίζεται από το β' συνθετικό (Δήμας). Το Κώστας είναι συγκεκομμένος τύπος του Κωνσταντίνος και το Δήμας29 από το Δήμος (συγκεκομμένος τύπος του Δημήτριος) με εναλλαγή της κατάλ. -ος / -ας, όπως πραγματοποιείται στα ανθρώπων: Γκέκος / -ας, Τσέφος / -ας κλπ.

Μπάης Το επώνυμο προέρχεται από την τουρκ. λ. bay η οποία πριν από ανθρωπωνύμια και τίτλους έχει τη σημασία "ο κύριος Χ", όταν όμως δεν συνοδεύει ανθρωπωνύμιο ή τίτλο έχει τη σημασία "κύριος."30 Με την ίδια λειτουργία χρησιμοποιούνται και οι σημασιολογικά αντίστοιχες αλβ. λέξεις: zot, -i "κύριος Χ": π.χ. zoti president "κύριος πρόεδρος", zoti minister "κύριος υπουργός" κλπ., αλλά και αυτοδύναμα zot, -/'"κύριος", και zonj/e, -a "η κυρία Χ": π.χ. zonja vjeherr "η κυρα-πεθερά", αλλά και "κυρία, οικοδέσποινα". Όπως η τουρκ. λ. bay έτσι και οι αλβ. zot, -i και zonj/e, -a αποτελούν βασικές λέξεις για το σχηματισμό ανθρωπωνυμίων: Ζότος (και Ζώτος), Ζόνιος (και Ζώνιος).

Μπαϊρακτάρης Το επώνυμο που εμφανίζεται και με το λαϊκότερο τύπο Μπαϊραχτάρης ([kt]>[ht])31 και με το λογιότερο Βαϊρακτάρης32 ([b] > [ν]: λόγιος εξελληνισμός) προέρχεται από το κοινό ΝΕ μπαϊρακτάρης "ο σημαιοφόρος" < τουρκ. bayraktar "το ίδιο"

Μπένος Πρόκειται για επών. δημιουργημένο από το ιταλ. βαφτιστικό Benedetto (= Βενέδικτος) με συγκοπή. Πβ. και τα ίδιας ετυμολογικής αρχής: Μπενάτος, Μπενετάτος, Μπενέτος (< βενετ. Beneto, συγκεκομμένος τύπος του Benedetto)35. Μπονιάκος Το επώνυμο προέρχεται από το αλβ. bonjak, -u "ο ορφανός"36. Ας σημειωθεί πως με τη σημασία "ορφανός" σχηματίζονται ταυτόσημα επών. με λεξιλογικά στοιχεία διάφορων γλωσσών της Βαλκανικής: πβ. το ελλην. Ορφανός (και Ορφανάκος, Ορφανίδης, Ορφανάκης, Ορφανόπουλος κλπ.), τα σλαβ. (από το προσηγ. siru "ορφανός"37): Siraku, Sirotan, Sirota, Siroslawκλπ.38, τα σλαβ. αρχής ελληνικά Σιράκος (και Συράκος) κλπ., τα τουρκ. προέλευσης Γετήμ, Γετίμης κλπ. (< τουρκ. yetim "ορφανός", λ. η οποία απαντά ως δάνειο και στην αλβ. με τον τύπο jetim) κλπ.

Νικολός Το επώνυμο προέρχεται από το βαφτιστικό Νικολός39 κι αυτό από το βαφτιστικό Νικολής. Ο μετασχηματισμός του βαφτιστικό Νικολής σε Νικολός αναλογικά προς τα σε -ός επίθ. αντί των επιθ. της ΑΕ σε -ης: ακριβής - ακριβός. συμμιγής - σμιγός, ψευδής - τσευδός κλπ. Το Νικολής από το Νικόλαος και την κατάλ. -ής με την οποία σχηματίζονται χαϊδευτικά βαφτιστικά (π.χ. Γιωργής, Θοδωρής, Παυλής, Στεφανής κλπ.), κατάλ. που προέρχεται από ουδ. υποκορ. σε -ί (π.χ. Γιωργί, Θοδωρί, Παυλί, Στεφανί κλπ.)40.

Παπαγεωργίου Παπαθεοδώρου Παπανικολάου Πρόκειται για τρία σύνθετα επών. με α' συνθετ. το πρόθημα41 παπα42 και τα πατρωνυμικά επών. Γεωργίου, Θεοδώρου, Νικολάου ως β' συνθετικά. Τζουμάκας Το επώνυμο σχετίζεται με τα Ηπειρωτ. τζουμάκ', το "μακρύ ραβδί // το ειδικό ρόπαλο που στηρίζουν τα κουδούνια τα παιδιά που τραγουδούν τα τραγούδια του Λαζάρου", τζομάκης, ο "ο χοντροκέφαλος" και τζομάκα, η "Ο στάχυς του καλαμποκιού"• πβ. και ρ. τζουμακιάζω "ξυλοδέρνω"43. Ο σχηματισμός του επών. από τις σημασίες "χοντροκέφαλος" ← "ρόπαλο, ξύλο". Πρόκειται για δάνειο από το τουρκ. comak "ρόπαλο, μπαστούνι", λ. η οποία πέρασε στις περισσότερες γλώσσες της ΝΑ Ευρώπης μέχρι και τα ρωσικά44. Έτσι έχουμε τα αρομ. ciumag (ουδ.), ciumaga (θηλ.) "μπαστούνι, μαγκούρα"45, το ρουμ. ciomag "ρόπαλο, μπαστούνι"46, τα αλβ. comak και comage "(μεγάλη) ποιμενική ράβδος"47 κλπ. Λιγότερο πιθανή η προέλευση του επων.

Τζουμάκας Το επώνυμο Τζούμας + τη μεγεθ. κατάλ. -άκας η οποία χρησιμοποιείται και στα ανθρωπωνύμια: π.χ. Αντωνάκας, (Α)ποστολάκας, Γεωργάκας Δημητράκας, Σιαφάκας: κλπ.48. Το επώνυμο Τζούμας από το Ηπειρωτ. τσ'ούμα, η "κορυφή βουνού // πέτρινο γουδί" με ηχηροποίηση του [ts] σε [dž] στη συμπροφορά με το [-n] του άρθρου στην αιτιατική. Πβ. και τη γνωστή φρ. "ντιπ τζούμας είσι" που λέγεται για ισχυρογνώμονες και κουτούς ανθρώπους49.

Τσιάντας Το επώνυμο, που φαινομενικά παραπέμπει στο κοινό Ν Ε τσάντα, η (< τουρκ. ςαηtα), δεν θα μπορούσε να αναχθεί στο δάνειο της ελληνικής από την τουρκική για λόγους σημασιολογικούς. Θα ήταν δύσκολο κάποιος να ονομαστεί ως "σάκκος, π.χ. κυρίας, μαθητή, κυνηγού κλπ.". Γι' αυτό το λόγο Το επώνυμο πρέπει να σχετιστεί με το βαφτιστικό Τσ(ι)άντα, που είναι συγκεκομμένος τύπος του Αλεξάνδρα50 και να θεωρηθεί μητρωνυμικό κατά το σχήμα: της Τσ(ι)άντας (ο γιος) απ' όπου Τσιάντας. 1. Βλ. Τριανταφυλλίδης, 1982: 106-107. Πβ. και τα ξένης αρχής προθήματα με τη βοήθεια των οποίων σχηματίζονται σύνθετα επώνυμα. Τόσο τα ελληνικής όσο και τα ξένης αρχής προθήματα, εκτός από τη συμβολή τους στο σχηματισμό των σύνθετων επων., σχηματίζουν και απλά επών.: π.χ. Σαρής (< τουρκ. sari "κίτρινος, ξανθός, χλωμός") απ΄ όπου και τα Σαρηκώστας, Σαρηβαλάσης κλπ. Δελής/Ντελής (< τουρκ. deli "τρελός, παλικαράς") απ' όπου τα Δεληγιάννης, Δεληπέτρος, Δελη-στοώροζ κλπ. Πιστεύω πως ακριβώς η ύπαρξη αυτών των απλών επών. συντέλεσε στη δημιουργία των προθημάτων, όπου αρχικά με τα σαρη-/ δελη- κλπ. προσδιοριζόταν ο Κώστας, ο Βαλάσης κλπ. του Σαρή, ο Γιάννης, ο Πέτρος, ο Σταύρος κλπ. Του Δελή κοκ. 2.Θεωρώ λιγότερο πιθανή την απόδοση του επών. Μπόλης στο τουρκ. bol "μπόλικος, άφθονος" (βλ. Τριανταφυλλίδης, 1982: 71 και Τομπαΐδης, 1990: 125), αφού δεν σχηματίζονται ανθρωπωνύμια από τη λ. στα τουρκικά. 3.Μiklosich, 1970:17 (λ. bolij) Berneker,1924 2:72 (λ. bolbjb) Vasmer, M.Q Russisches etymologisches Worterbuch, τ. 1,105, Heidelberg 1953. 4.Miclosch, 1927:35' Schlimbert, 1978:19' Malingoudis 1981:25. 5. Αυτό γίνεται και στα προσηγορικά προσδιοριστικά σύνθετα: νερο-πότηρο, κρασο-πότηρο, αγριο-περίστερο, όπου το α' μέρος της σύνθεσης προσδιορίζει ακριβέστερα το β΄ μέρος, που αποτελεί μια γενικότερη έννοια. 6. Τα επών. είναι πολύ συχνά στην Αθήνα (βλ. ΟΤΕ Αθ.), την αλβ. ποοέλευση των επών. Μπούρης, Μπούρας υποστηρίζει και ο Τριανταφυλλίδης (1982: 78), ενώ παρακάτω (σελ. 80) θεωρεί πως Το επώνυμο Μπούρας προέρχεται από το σλαβ. bura "τρικυμία". 7. Οι παραλλαγές των επών. που παραθέτω περιλαμβάνονται στον κατάλογο ΟΤΕ Αθηνών. 8. Βλ. σχετικά τοπν. στου Udolph (1979: 528-529)• πβ. επίσης τοπν. Vrelo (πρώην Τaskinlar) και Βριάλα "πηγή στην Πογδορά" < βουλγ. vrelo (Symeonidis, 2000): 245• Vasmer, 1970:26). 9. Βλ. Andriotis, 1974: στη λ: Δημητράκος, 1933-1959: στη λ: Κριαράς, 1969- 1997: στη λ.' Ακαδημία Αθηνών 1933-1989: στη λ. 10. ΟΤΕ Αθ.• ΟΤΕ Θεσσ. 11. Τριανταφυλλίδης, 1982: 16-17 και 99. 12. Μπόγκας, 1964:95. 13. Papahagi, 1974:609. Το δίψηφο gh φωνητικά αποδίδει τον υπερωικό, κλειστό, ηχηρό φθόγγο [g]. 14. Papahagi, 1974:608. 15. Μκόγκας, 1966:117. 16. Γκίνης, 1998: .185. 17. Meyer, 1891:190-191. 18. Βλ. Τριανταφυλλίδης, 1982:11. 19. Συναντιέται στους καταλόγους του ΟΤΕ ως εξής: 1 φορά στην Αθήνα, 3 φορές στα Γιάννινα, 1 φορά στην Αρτα. 20. Βλ. Μηνάς, 1978: 74. Η κατάλ. αυτή, μολονότι συναντιέται στη Θάσο στο σχηματισμό προσηγορικών και ανθρωπωνυμίων, είναι δυνατό να εμφανίζεται και σε άλλες περιοχές, αφού τα επών. "ταξιδεύουν" μαζί με τους φορείς τους. 21. Τομπαΐδης, 1990: 132. 22. Δημητράκος, 1933-1959: στη λ. 23. Βλ. Κατσάνης, Ν.: Ονομαστικό Νυμφαίου (Νέβεσκας), Θεσσαλονίκη 1990, 74. Ντίνας, Κ.: Κοζανίτικα επώνυμα 1759)-1916, Κοζάνη 1995, 131. 24. Και στο βλαχόφωνο Περιβόλι το Ζιώγας χρησιμοποιείται αντί του Γεώργιο: (πληροφορία του συναδέλφου Βασ. Λαΐτσου). 25. Β. Παπαγεωργίου - Αργ. Πετρονώτης, "Ο πυρσογιαννίτης πρωτομάστορας Ζιώγας Φρόντζος και τα έργα του" (= Δήμος Κόνιτσας: Η επαρχία Κόνιτσας στο χώρο και το χρόνο, Κόνιτσα 1996), 219. 26. Πβ. και τα επών. -ου σχηματίζονται με το ίδιο πρόθημα: Καραβαγγέλης. Καραβασίλης, Καραγιώργος κλπ. 27. Το ίδιο βαφτιστικό παρουσιάζεται και στη βουλγαρική ανθρωπωνυμία με τους τύπους Kico, Kico και Kica κατά τον Συμειωνίδη (2001:33) αντί των Kirjakico 28. Βλ. και σΤο επώνυμο Μπολονάσης. Μια συστηματική συλλογή και εξέταση των σύνθετων ανθρωπωνυμίων θα μπορούσε να δώσει μια πληρέστερη εικόνα για τη θέση του προσδιοριστικού και του προσδιοριζόμενου μέρους. 29. Το Δήμας ως βαφτιστικό συναντιέται στα βουλγ.με τον τύπο Dima (χαϊδευτικό των Dimitru < href="http://www.zosimaia.gr/MeNuDynamic.asp?menu=6&submenu=17&aID=266">Περιοδικό Οι Ζωσιμάδες, άρθρο του Αναπλ. Καθηγητή του Παν. Ιωαννίνων, Γλωσσολόγου Κώστα Οικονόμου

Σάββατο, 15 Αυγούστου 2009

Η γιορτή της Παναγίας το δεκαπεντάγουστο, στο μοναστήρι της Καλουτάς στο Βισοκό


Θυμήματα απ’ τ’ άγιο Μοναστήρι μας

(Του Δάσκαλου για 30 χρόνια στα Πρότυπα Πειραματικά Δημοτικά Σχολεία της Ζωσιμαίας Παιδαγωγικής Ακαδημίας Ιωαννίνων, αείμνηστου Τάκη Σακελλαρίου, από την Καλουτά Ζαγορίου)

Απέναντι απ’ το χωριό μας, πέρα της μιας ώρας ποδοράδρομο, φαντάζει σαν να αναπαύεται ανάμεσα στις βελανιδιές, τις κρανιές και τ’ άλλα του δάσους πρασινοστολίδια το Μοναστήρι μας.

Ανηφορίζουμε απ’ το ποτάμι και φτάνοντας στην απλωσιά του νιώθουμε σαν ένα δέος θρησκευτικό να γεννιέται στις ψυχές μας απ’ την αγιότητά του.

Βισοκό το λέμε από παλιούθε, γιατί είναι σε ψήλωμα.

Μέσα στις κρανιές καταχωνιασμένοι στέκουν οι μισογκρεμισμένοι ξηρότοιχοι, των μονοδώματων σπιτιών του οικισμού, που εγκαταλείφθηκε μπροστά από 400- 500 χρόνια. Είναι οι ζωντανοί νεκροί που ανιστορούν την περασμένη ζωή όσων απόμειναν από τα περάσματα βάρβαρων στιφών και εξολοθρευτικών επιδημιών και κατέφυγαν απέναντι στην Καλουτά, δημιουργώντας το σημερινό χωριό μας.

Ανηφορίζοντας τη βρύση του Ζιάκα στο γκαλνερίμι οι διαβάτες γύριζαν τα μάτια τους στο μοναστήρι κι έκαναν το σταυρό τους στην Παναγία μας, που στην κοίμησή της είναι αφιερωμένο το καθολικό του. Μικρός κι εγώ για να ρωτήσω και ποιος μικρός για να μου πουν αρώτητα, έκανα το σταυρό μου.

Ήμουν δεν ήμουν 7 χρονών, (γύρω στο 1920) με πήρε μια Παρασκευή της Διακαινησίμου ο Παπακονόμος ο παππούς μου – αγιασμένη η ψυχούλα του – για να λειτουργήσει και να μεταλάβει το προσωπικό.



Στη διακαινήσιμη εβδομάδα γίνεται μετάληψη χωρίς προπαρασκευή νηστείας.

Μπροστά εκείνος, ορθόκορμος και πίσω εγώ, φτάσαμε στο μοναστήρι.

Περάσαμε τις δυο πόρτες και μας δεχτήκανε οι δυο ερημίτες ο Νώτης (Παναγιώτης Βασιλείου) και η Χρυσούλα.

Ο Νώτης και η Χρυσούλα διαφέντευαν το μοναστήρι με δυο Λακιώτες υπαλλήλους για τα ζωντανά, τα μελίσσια και την καλλιέργεια των κτημάτων.

Ήταν πολύ νοικοκυρεμένο το Μοναστήρι τότε,

Προβολή μεγαλύτερου χάρτη

και πλούσιο για να παραστέκει και να βοηθάει κάθε διαβάτη, κάθε πονεμένη και δύστυχη οικογένεια του χωριού μας.

Μετά τη λειτουργία η Χρυσούλα μας πρόσφερε από ένα πασχαλινό αυγό μελανί βαμένο, που μούκανε εντύπωση σε σύγκριση με τα δικά μας πασχαλινά κόκκινα αυγά.

Αργότερα σαν μεγάλωσα κάπως, με παίρνανε στο πανηγύρι της Παναγίας στη γιορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου.

Προσκυνητές απ’ όλα τα γειτονικά χωριά, γέμιζαν τα λιβάδια γύρω από μουλάρια και άλλα υποζύγια, που ο αχός των κουδουνιών τους, ανταμώνονταν με τα βιολιά, τα τραγούδια, τ’ αηδονολαλήματα και τις φωνές των επισκεπτών, δίνοντας ζωή σ’ όλο το πριν βουβό περιβάλλον.

Το βράδυ γίνονταν ο εσπερινός μεγαλοπρεπής και κατανυκτικός και επακολουθούσε το δείπνο γύρω στις κρεβάτες στα κελιά, στα πεζούλια, ενώ τα βιολιά στην αυλή τραγουδούσαν: «Σε τουτ’ την τάβλα πούμαστε…».

Ο καλόγερος είχε από πριν ετοιμάσει σε καζάνια αλάδωτη με σκορδαλιά τη φασολάδα και τη μοίραζε το προσωπικό σ’ όλα τα τα τραπέζια, σε λίμπες χωμάτινες λουλουδάτες με κουτάλια πιξαριένια μοναστηριακά.

Ήταν το τελευταίο βράδυ της νηστείας του Δεκαπενταύγουστου κι ήταν αμαρτία να χαλάσει το έθιμο.

Μετά το δείπνο άρχιζε ο χορός με δυο – τρία ζύγια βιολιά στις δυο αυλές κι έξω στο καλοστρωμένο αλώνι ως τα χαράματα.

Μόλις ακούονταν το καμπανάκι για τη λειτουργία οι γλεντοκόποι καταλάγιαζαν στα πεζούλια γύρω.

Ο Νώτης αγκαλιάζοντας ένα μεγάλο ασκί με ολονόστιμο τυρί το απόθετε στο πεζούλι του πηγαδιού, το έσχιζε στη μέση και στις ίδιες λίμπες που είχε σερβίρει τη φασολάδα, μοίραζε σ’ όλες τις παρέες μεζέ.

Τα βιολιά με τους μερακλήδες γύρω, τραγουδούσαν τραγούδια της ψάθας κι αρμονίζονταν οι νότες των τραγουδιών με τ’ αηδονολαλήματα και την αυγερινή δροσιά, ξυπνώντας στις ψυχές καημούς, μεράκια, πόθους και λαχτάρες ασίγαστες.


«Γλυκοχαράζουν τα βουνά

Κι οι όμορφες κοιμούνται

Και των μανάδων τα παιδιά

Στα ξένα τυραγνιούνται…»

«Όμορφα πούναι την αυγή,

όταν γλυκοχαράζει

χαρά σε εκείνη την καρδιά

που δεν αναστενάζει…»

«Χαρείτε νιοι τις όμορφες

και νιες τα παλικάρια

και σεις οι λεβεντόγεροι

χαρείτε τα παιδιά σας…»

Εκείνα τα χρόνια τα παλιά, πολλές οικογένειες έμειναν την ημέρα, έψηναν και τραπεζώνονταν στις κρανιές ως το απόγευμα, ενώ ο γέρο Νώτης έσφαζε και έψηνε ένα καλοθρεμένο μανάρι, προσφέροντας το, θυσία μοναστηριακή, στους ξένους που παρευρίσκονταν στο πανηγύρι.

Αν αφαιρέσουμε το τελευταίο τραπέζωμα στις κρανιές, τη φασολάδα και το ασκήσιο τυρί του γέρου Νώτη, έτσι γίνεται και τώρα και θα γίνεται και στο μέλλον.

Η ελπίδα, η χαρά, τα παιδιά του χωριού μας, το αγαπάνε, το προστατεύουν και το νοικοκυρεύουν το Μοναστήρι μας κι έχουν στην καρδιά τους θερμή την πίστη τους στην Παναγία μας και ολοζώντανα τα ήθη και έθιμα του τόπου μας και του λαού μας.

+ Τάκης Σακελλαρίου

Γιάννινα Απρίλης 1994 – Περιοδικό «Η Καλουτά μας» - Τεύχος 20 -

(Όργανο επικοινωνίας και προβολής των απανταχού Καλουταίων και φίλων αυτών)

Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2009

Το πανηγύρι της Παναγίας στους Λογγάδες, την παλιά Αρδομίστα.


Αναδημοσίευση από τον «Πρωϊνό Λόγο» των Ιωαννίνων.

Το Πανηγύρι του χωριού, μία «εκδρομή» στην Ελληνική παράδοση


Γράφει ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ Μ. ΦΙΛΙΟΣ, Καθηγητής Μ.Ε. – Οικονομολόγος


Λίγα χιλιόμετρα έξω από τα Γιάννινα, απέναντι από το κάστρο της πόλης των θρύλων, κάμποσα σπίτια χωμένα μες τον κάμπο, χαμένα μες την καταπράσινη ομορφιά της φύσης ακουμπάνε τα πόδια τους στους μπαξέδες και στις καλαμιές της λίμνης. Είναι το χωριό των Λογγάδων. Ζωντανό κεφαλοχώρι με άξιους νοικοκυραίους προικισμένους με βιο και προκοπή. Γι’ αυτούς που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν εκεί, κάθε του πέτρα και ένας καημός, κάθε κηπάρι και κλαρί μια ιστορία, κάθε αμπέλι, κάθε χωράφι, κάθε δρομάκι και στενό θυμίζουν πόθο παιδικό και όλα μαζί, εκείνα τα παλιά και τούτα τα καινούρια γεννούν μια όμορφη ανάμνηση. Οι κάτοικοί του, στο σύνολό τους αγρότες, ολημερίς και ολοχρονίς παλεύουν στα κτήματα. Οργώνουν, σκάβουν, σπέρνουν, ποτίζουν, σκαλίζουν, θερίζουν και όλα αυτά για να μη λείψει τίποτα, από τα απαραίτητα, στη φαμίλια τους. Αυτός ο συνεχής χωραφόδρομος της ζωής, αγκαλιασμένος με το πείσμα για κάτι καλύτερο, τους έκανε εργάτες της γης με πλούσια ανθρωπιά και βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα. Από το υστέρημά τους, με προσωπική δουλειά και πολύχρονο αγώνα, έχτισαν, παραδίπλα από τον παλιό ιστορικό Ναό, καινούργιο, μεγαλοπρεπή, αφιερωμένο και αυτόν στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Αγαπούν τη δουλειά τους και λατρεύουν τη Μάνα του Χριστού και Θεού τους.

Στα μέσα του Αυγούστου την Παναγιά γιορτάζουν. Πάσχα του καλοκαιριού η γιορτή της Θεοτόκου.

Οι ξεσπιτωμένοι αγρότες λίγες μέρες πριν το δεκαπενταύγουστο, αφήνουν τον κάμπο και γυρίζουν στο κονάκι τους, να ετοιμαστούν και να ετοιμάσουν για το πανηγύρι. Οι κοπελιές θα πάνε στην πόλη ν’ αγοράσουν καινούρια ρούχα και καλά παπούτσια, οι μανάδες θα πλύνουν, θα καθαρίσουν το σπίτι και θα βγάλουν από την κασέλα τη γιορτιάτικη αλλαξιά. Το πανηγύρι στο χωριό είναι εκδρομή στην παράδοση, είναι ταξίδι στο χρόνο είναι ακόμα γιορτή της Παναγίας και όχι απλά εποχή των διακοπών.

Συγγενείς και φίλοι από τα γύρω χωριά αλλά και από μακριά θα φιλοξενηθούν στα φτωχικά τους.

Στο σπίτι της Μήτραινας, ο σεβαστότερος επισκέπτης είναι ο πατέρας της, ο μπάρμπα Βαγγέλης. Έρχεται από μια μέρα δρόμο μακριά. Φορτώνει τη γαϊδάρα του με σπιτικά καρύδια, τσίγαλα, κυδώνια, αγοράζει και κάμποσες τσαπέλες ξερά σύκα από το μπακάλη του μαχαλά του, βάζει μισή αρμάθα καπνό στο κόρφο για να έχει μπόλικο χαρμάνι για τα κλωστά τσιγάρα του, φορτώνεται και αυτός μεσοσάμαρα και ανάρια –ανάρια το χωματόδρομο πάει να δει τη χήρα κόρη του, τα παιδιά της και τα εγγόνια της. Κοντόσωμος, αδυνατούλης, με πολλά χρόνια φορτωμένος στην πλάτη του, με τη σκούρα τραγιάσκα στο κεφάλι του, με τη γυαλισμένη μπαστούνα στο χέρι του και με το παρδαλό μαντίλι τριγωνικά στο λαιμό δεμένο για να μαζεύει τον καλοκαιριάτικο ιδρώτα, φτάνει πρώτος στο πανηγύρι.

Την παραμονή της Παναγίας ξετρυπώνει από τον τορβά ένα κερί, τυλιγμένο σε εφημερίδα, που από το σπίτι του το κουβαλάει μαζί του, για τάμα στην Μεγαλόχαρη και με την πρώτη καμπάνα κούτσα-κούτσα σπρώχνει το καταπονημένο κορμί του για την εκκλησιά. Θέλει να λειτουργηθεί και να κοινωνήσει. Κοντεύει τα ενενήντα και του χρόνου δεν ξέρει αν θα ζει για να ξανάρθει.

Την ημέρα της Παναγίας ο κόσμος είναι πολύς στην εκκλησιά και η ηλικία, αντάμα με τα κουσούρια του, δεν του επιτρέπουν να ανακατεύεται μαζί τους γι’ αυτό προτιμά την παραμονή να μεταλάβει. Να μην έρχονται τα ρημάδια τα γερατειά. Ο Θεός σε κάνει άνθρωπο και κείνα σε μασκαρεύουν. Σου παίρνουν τη δύναμη από τα ποδάρια, τα δόντια από το στόμα, τη λαλιά από τη γλώσσα, το φως από τα μάτια, τη λογική από το μυαλό.

Ομάδες γυναικών του χωριού, με προσοχή και σχολαστικότητα καθαρίζουν και φροντίζουν, από μέρες τώρα, τις εικόνες, τα καντήλια, τα μανουάλια, τα στασίδια, τα παράθυρα, τις αυλές, τα πεζούλια και τους γύρω χώρους της εκκλησιάς. Έθιμο παλιό το προσκύνημα στην Παναγία. Στη χάρη της όλοι συγκεντρώνονται κάθε χρόνο τέτοιες μέρες στο χωριό, να πάνε στην εκκλησιά, να ευχαριστήσουν την Μάνα του Χριστού για κάτι που τους έκανε και να την ικετέψουν για κάτι που θέλουν να τους κάνει.

Μικροί και μεγάλοι, πλούσιοι και φτωχοί, γραμματισμένοι και αγράμματοι, γονατίζουν ευλαβικά μπροστά στην πάνσεπτη εικόνα της και ανάβουν το αγιοκέρι της πίστης και της αγάπης.

Το βράδυ της παραμονής οι καμπάνες χτυπούν γιορταστικά. Ο παπάς του Χωριού με πολλούς ψαλτάδες περιωπής, ψάλλουν τον πανηγυρικό εσπερινό, και ακολουθεί θείο κήρυγμα από τον ιεροκήρυκα της μητρόπολης. Γίνεται περιφορά της εικόνας στους κεντρικούς δρόμους του χωριού και όλος ο κόσμος με σεβασμό συμμετέχει στη λιτανεία.

Ανήμερα της Παναγίας μετά την εορταστική θεία λειτουργία σε κάθε σπίτι στρώνεται πλούσιο τραπέζι με ντόπια κοψίδια από φαμιλιάρικα σφαχτά. Γνήσια καμποχωρίτικα μαγειρέματα από αγνά προϊόντα του τόπου τους. Γαλατόπιτες, τυρόπιτες, κοτόπιτες και πολλών ειδών χορτόπιτες, φουρνισμένες στο μεγάλο στρογγυλό σινί ανοίγουν την όρεξη στους καλεσμένους αλλά και τους σπιτικούς.

Χορταστικά στην όψη και πληθωρικά στη γεύση τα γιορτινά πιάτα συνδυάζονται με παλιό γλυκό κρασί. Πάνω στα τσουγκρίσματα θυμούνται τα περασμένα. Φέρουν στο νου πρόσωπα που έφυγαν από τη ζωή, άλλους που ξενιτεύτηκαν και κείνους που παντρεύτηκαν.

Μιλάνε για τα τωρινά. Λένε για τα παιδιά τους, για τις νυφαδιές και τα εγγόνια τους. Είναι γι’ αυτούς αξέχαστη χαρά το πανηγύρι. Λίγη ξεκούραση, λίγη ξεγνοιασιά, μια κοσμαντάμωση για να νιώσουν και κείνοι ότι είναι άνθρωποι και ότι δε ζούνε μόνο για να σκάβουν το χώμα, αλλά και να συναναστρέφονται με άλλους ανθρώπους.

Το απόγευμα φοράνε τα καλά τους και βγαίνουν μαζί με τους μουσαφιραίους στο μεσοχώρι. Οι κοφτές κοντόδρομες βόλτες στο πλακόστρωτο της πλατείας, τα γλυκοκοιτάγματα, τα νόστιμα πειράγματα και τα χαμόγελα δίνουν και παίρνουν ανάμεσα στις όμορφες και τους υποψήφιους γαμπρούς. Ζεστές καλοκαιριάτικες μέρες για προξενιά, αρραβωνιάσματα και ζευγαρώματα.

Οι σύλλογοι οργανώνουν τοπική θεατρική παράσταση και φέρουν τον καραγκιοζοπαίχτη από την πόλη να διασκεδάσει με τα αστεία του μικρούς και μεγάλους. Έρχονται μικροπωλητές με παιχνίδια, ζαχαρτζήδες με καραμέλες, παστέλια και χαλβά. Τα λιανοπαίδια παίζουν αλάρωτα ανάμεσα στις γεμάτες με πραμάτεια τάβλες, έχοντας πάντα στο μυαλό τους τα γλειφιτζούρια και τα ζαχαρκά.

Τα τραπέζια στο μεσοχώρι στρωμένα με καρό τραπεζομάντιλα και οι καρέκλες ντυμένες με άσπρα πανιά δεμένα στην πλάτη, δείχνουν την επισημότητα της ημέρας. Οι μαγαζάτορες και τα γκαρσόνια με ζωσμένες τις ποδιές και ανασκουμπωμένα τα μανίκια, με ευγένεια, πλατύ χαμόγελο και φιλική διάθεση, σερβίρουν ψητά, ποτά και δροσερά αναψυκτικά.

Οι φιλικές παρέες σμίγουν και στρογγυλοκάθονται, τρώνε, πίνουν και ακούνε τους οργανοπαίχτες και τους τραγουδιστάδες που σεργιανίζουν με φαντασία την καμπίσια παράδοση. Οι μερακλήδες χορεύουν βαριά λεβέντικα τραγούδια που ξυπνάνε μέσα τους νεανικά σκιρτήματα. Οι ξενιτεμένοι παίρνουν παραπονιάρικα που αναφέρονται στο ασίγαστο όνειρο του γυρισμού στη μάνα Πατρίδα. Η επιστροφή στους γενέθλιους τόπους έγινε πόθος και καημός.

Οι λογοδοσμένοι παραγγέλνουν ερωτιάρικα της καρδιάς και οι νιόπαντροι τραγούδια της χαράς. Ο διπλός χορός συνεχίζεται και πέρα απ’ τα μεσάνυχτα. Για ντέφι και κλαρίνο λαχταράει η ψυχή του καμποχωρίτη. Τα περισσότερα ηπειρώτικα τραγούδια χορεύονται αργά. Ώσπου να σηκώσεις το ένα πόδι φυτρώνει το άλλο. Δίνουν όμως ενέργεια και δύναμη, παλικαριά και πείσμα για τη ζωή, αγάπη και πόνο για τον τόπο. Ο καμποχωρίτης το νιώθει, το ζει το τραγούδι και όταν το χορεύει βγάζει ένα παράξενο συναίσθημα από μέσα του, πως το λένε δεν ξέρω. Ξέρω όμως να σας πω, ότι οι χτύποι της καρδιάς του αλλάζουν και ρυθμό και ήχο· συγχρονίζονται με τις κινήσεις του σώματος, των χεριών, του νου, της σκέψης, και της φαντασίας τη στιγμή εκείνη.


Κρατιέται σφιχτά από το μαντήλι του δεύτερου στη σειρά χορευτή της παρέας και αργά, με λυγισμένα τα γόνατα με χαμηλωμένα τα μάτια και με φωνή που βγαίνει από τα φυλλοκάρδια του, στριφογυρίζει στη μύτη του ενός παπουτσιού λες και θέλει να βιδωθεί στη γη που τον γέννησε.

Σε κάθε του γύρα πετάει και κάμποσα χαρτονομίσματα, έτσι για ξαλάφρωμα του μέσα του, ξεσηκώνει τους οργανοπαίχτες από το πατάρι και δίνει καινούρια παραγγελιά. Το μεράκι δεν έχει τελειωμό. Η μουσική καλλιεργεί το συναίσθημα και την αισθητική. Απαλαίνει τον πόνο και την ψυχή. Η χαρά και το κέφι δένουν με την αυθόρμητη διασκέδαση και δίνουν ιδιαίτερο τόνο στο καλοκαιριάτικο αντάμωμα της Παναγίας.

Αργά τα μεσάνυχτα ο κόσμος αργεύει. Οι φιλοξενούμενοι φεύγοντας αγοράζουν και κάτι από τους απλωμένους πανηγυριώτικους μπάγκους των πλανόδιων πωλητών για τα μικροπαίδια, που έμειναν με τις γιαγιούλες στο σπίτι και περιμένουν καλά νέα και πολλά καλούδια από το πανηγύρι. Ευχαριστημένοι και ενθουσιασμένοι από τη φιλοξενία και τη διασκέδαση, ανταλλάζουν ευχές και φιλοφρονήσεις με τους συγγενείς και φίλους τους. Εύχονται του χρόνου, καλή αντάμωση και μέχρι τότε να ακούγεται το καλό στα σπιτικά τους. Τα χαράματα τα βιολιά και τα νταούλια σταματούν. Αφού ακουστούν και τα τελευταία βαριά ηπειρώτικα « άσματα της τάβλας», τραγουδισμένα από όλους μαζί τους κεφάτους ντερτιλήδες, ακολουθούν υποσχέσεις για καλύτερη οργάνωση την επόμενη φορά, με περισσότερο ντόπιο κρασί, κέφι, και χορό. Το πανηγύρι κάπου εδώ τελειώνει, ενώ ο απόηχος του θα ακούγεται για πολύ ακόμα καιρό.

Μετά το δεκαπενταύγουστο το χωριό μπαίνει στο ρυθμό της καθημερινότητας. Το ανθρώπινο μελίσσι ξανά σκορπάει στις δουλειές. Οι βοσκοί στα πρόβατα, στα βόδια και στις γελάδες τους, οι οικοδόμοι στα γιαπιά και οι δουλευτάδες της γης στα χωράφια τους, εκεί πλάι στους μπαξέδες. Η δουλειά έμεινε πίσω λόγω πανηγυριού. Οι φασουλιές με τα μαυρομάτικα θέλουν καλάμωμα και οι ντοματιές το δεύτερο δέσιμο στη λευτοκαρίσια βέργα. Η τελευταία σκάλα από γίγαντες θέλει σκάλισμα και κάποια άλλη πότισμα και βοτάνισμα.

Στις ατέλειωτες δουλειές, κάθε μέρα, μπαίνουν και καινούριες. Έχει όμως ο Θεός. Όλα θα γίνουν. Υγεία να έχουμε και η χάρη της Παναγίας θα βοηθήσει και τώρα, όπως όλο τον καιρό, να μαζευτούν οι δουλειές. Αληθινοί άνθρωποι, από γερό σκαρί φτιαγμένοι και με διαφορετική σκέψη.

Μοιάζουν σαν τα στάχυα. Όσο μεγαλώνουν τόσο ωριμάζουν και βαθύτερα γέρνουν το κεφάλι τους· κοιτάζοντας τη γη που τους θρέφει γίνονται ταπεινότεροι και γιορτάζουν ομορφότερα και αγιότερα τα πανηγύρια και τις χαρές τους.

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2009

Καπέσοβο, Καπέσοβο πώχεις το κρυονέρι


(Από το ημερολόγιο του 2002 «Συνέβη στο Καπέσοβο … και έγινε τραγούδι» έκδοση του Πολιτιστικού Συλλόγου Καπεσόβου)

Στο Κάϊρο αρρώστησα, στα Γιάννενα θα γειάνω

στην άκρη στο Καπέσοβο θα πέσω να πεθάνω.

Καπέσοβο, Καπέσοβο πώχεις το κρυονέρι

έχεις κορίτσια όμορφα, πούναι γλυκά σα μέλι.

Σηκώνομαι πρωί – πρωί, δυο ώρες πριν να φέξει

παίρνω το ντουφεκάκι μου και πάω να κυνηγήσω,

λαγούς και πέρδικες να βρω και πίσω να γυρίσω.

Βρίσκω την Όλγα μου μπροστά και την καλημερίζω.

- Καλή σου μέρα Όλγα μου,

- Καλώς το Μιχαλάκη

- Έχεις μαλλιά δεντρογαλιές και τρίχες σαν μετάξι

και κάθε τρίχα γίνεται σπαθί για να με σφάξει.

- Μιχάλη μ’ αρραβώνιασαν χωρίς το ρώτημά μου,

μου δώκαν άντρα δάσκαλο χωρίς το θέλημά μου

με δείραν και με μάλωσαν και μ’ έκαναν τιμπίκι

από τη ρούγα μη διαβείς όσο να γένω νύφη

Όλγα ζάχαρη, Όλγα μέλι, Όλγα μοσχοαναθρεμένη! (-ή)

Όλγα ζάχαρη, Όλγα μέλι, Όλγα ζάχαρη θριμένη!

(αφήγηση: Ελένη Τσολάκη)

------------------------------------------------------------------

Στο Κάϊρο αρρώστησα, στα Γιάννενα θα γειάνω

στην άκρη στο Καπέσοβο θα πέσω να πεθάνω.

Πέρασα θάλασσα πλατειά, κάμπους βουνά και όρη

Για νάβρω την αγάπη μου απάνω στο Ζαγόρι.

Πήρα τα ζαγαράκια μου να πάω να κυνηγήσω

Βρίσκω την κόρη από μπροστά και την καλημερίζω.

-Καλήμέρα σου κόρη μου – Καλώς το παλληκάρι

εμένα μ’ αραβώνιασαν χωρίς το θέλημά μου,

μούδωκαν άντρα χωριανό χωρίς το θέλημά μου,

με δείραν και με μάλωσαν και μ’ έκαναν τιμπίκι

από τη ρούγα μη διαβώ όσο να γένω νύφη.

Καπέσοβο, Καπέσοβο πώχεις το κρυονέρι

έχεις κορίτσια όμορφα, πούναι γλυκά σα μέλι.

Μανουσάκια μανουσάκια, μόσχους και γαρυφαλάκια

Μανουσάκια στην αυλή σου, πως κοιμάσαι μοναχή σου;

(Δημοσίευση: Κ. Βαρζώκας)

…………………………………………………………………………

Το τραγούδι στο Καπέσοβο σήμερα τραγουδιέται αποκλειστικά στη δεύτερη εκδοχή του και αναφέρεται στον ανεκπλήρωτο έρωτα του Μιχαλάκη για την Όλγα, την οποία οι γονείς της την πάντρεψαν με άλλον άντρα.

Ξέρουμε ότι η Όλγα παντρεύτηκε το 1893, άρα μπορούμε να συμπεράνουμε ότι τότε περίπου γράφτηκε το τραγούδι ή διασκευάστηκε.

Λέμε διασκευάστηκε, γιατί στη συλλογή του Κώστα Βαρζώκα, αφενός αναφέρεται σαν χορός συρτός, ενώ σήμερα χορεύεται ζαγορίσιος και αφετέρου δεν αναγράφονται συγκεκριμένα ονόματα, ενώ γνωρίζουμε ότι η Όλγα και ο Μιχαλάκης ήταν υπαρκτά πρόσωπα.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Καπεσοβίτισας Ελένης Τσολάκη (η οποία μας υπαγόρευσε και το σύνολο των στίχων), το τραγούδι γράφτηκε από την αδελφή του Μιχαλάκη, Φρείδω, σε συνεργασία με έναν οργανοπαίκτη από τη Μπάγια (Κήποι) τον «Κωτσιογύφτο», ένα βράδυ μέσα στο μαγειριό της Φρείδως.

Υπάρχει βέβαια το ενδεχόμενο, ο Βαρζώκας να θέλησε επίτηδες ν’ αποφύγει την αναγραφή συγκεκριμένων ονομάτων, γιατί η ερωτική ιστορία που αφηγείται το τραγούδι ήταν σχετικά πρόσφατη, όταν εκείνος έγραφε τη συλλογή του.

Σ’ αυτήν την άποψη συνηγορούν και μαρτυρίες πολλών Καπεσοβιτών, ότι το γύρισμα του τραγουδιού «Όλγα ζάχαρη, Όλγα μέλι…» δεν ακουγόταν στο Καπέσοβο μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970, όσο δηλαδή ζούσαν εκεί τα παιδιά του Μιχαλάκη και η μοναχοκόρη της Όλγας.

Σχετικά με τη ζωή των προσώπων του τραγουδιού:

Ο Μιχαλάκης ξενητεμένος στο Κάϊρο, αρρώστησε και επέστρεψε στο Καπέσοβο για ανάρρωση. Εκεί ερωτεύτηκε την Όλγα, αλλά η οικογένειά της δεν τον δέχτηκε για γαμπρό. Αργότερα έφτιαξε τη δική του οικογένεια και έζησε στο Καπέσοβο μέχρι τα γεράματά του.

Η Όλγα πέθανε το 1916, νεότατη στα 39 της χρόνια, αφού πρώτα έχασε πέντε παιδιά και τον άντρα της το 1906.

Πρόλαβε να δει την πρωτότοκη και μοναχοκόρη της παντρεμένη και ν’ αγκαλιάσει το πρώτο της εγγόνι που γεννήθηκε το 1915.



Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2009

Η δολοφονία του Αλέξη Νούτσου το 1822 από τον ...


Ο Αλέξης Νούτσος το καλοκαίρι του 1821 κατεβαίνει στην επαναστατημένη Ελλάδα. Γνωρίζει τους Φαναριώτες πολιτικούς και τους Έλληνες καπεταναίους και αναμιγνύεται στα πολιτικά και στρατιωτικά πράγματα.

Προσπαθεί να απεμπλέξει και να γλιτώσει τους Αλβανούς φίλους του που βρίσκονται κλεισμένοι στην Τριπολιτσά. Το επιτυγχάνει ύστερα από διαπραγματεύσεις και τους στέλνει στον Αλή Πασά στα Γιάννινα.

Ο Αλέξης δεν ξεχνά τον Αλή Πασά κυρίως πια για συναισθηματικούς λόγους. Του στέλνει πληροφορίες και προσπαθεί να του στείλει και στρατιωτική βοήθεια αλλά ματαίως.

Ο Αλής πέφτει τον Ιανουάριο του 1822 κι ο Αλέξης ξεχειμωνιάζει με την οικογένειά του στη Λευκάδα.

Την Άνοιξη του 1822 κατεβαίνει στην Πελοπόννησο, στην πρώτη Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου, ύστερα από πρόσκληση του Μαυροκορδάτου για βοήθεια.

Στην Πολιτική Διοίκηση που σχηματίστηκε εκλέχτηκε πρόεδρος του Εκτελεστικού ο Μαυροκορδάτος και Υπουργός Εσωτερικών και Πολέμου ο Ιωάννης Κωλέττης, φίλος του Αλέξη από την αυλή του Αλή Πασά.

Ο Μαυροκορδάτος και ο Κωλέττης, από την Κόρινθο όπου εδρεύει η Πολιτική Διοίκηση, στέλνουν τον Αλέξη Νούτσο στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα με σκοπό να συνενώσει πολιτικούς (Αρειοπαγίτες) και στρατιωτικούς (Ανδρούτσος).

Εκεί τα πάντα έχουν διαλυθεί απ’ τη διχόνοια και τις φιλοδοξίες.

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος υπόσχεται συνεργασία και δίνει ελπίδες στον Αλέξη Νούτσο.

Τούτος γυρίζει στην Κόρινθο όπου η κυβέρνηση τον διορίζει πολιτικό και στρατιωτικό αρχηγό της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας.

Το Μάιο φεύγει από την Κόρινθο και φτάνει στο Δίστομο όπου αρχίζει επαφές με πολιτικούς και στρατιωτικούς. Οι Αρειοπαγίτες κατηγορούν τον Ανδρούτσο και τούμπαλιν.

Ο Νούτσος πάει στη Στυλίδα όπου συναντά τον Δημήτριο Υψηλάντη που είναι αηδιασμένος από το μίσος και τη διχόνοια που επικρατούν.

Ο Ανδρούτσος καλεί το Νούτσο στη «Δρακοσπηλιά» όπου στρατοπεδεύει.

Ο Αλέξης Νούτσος, ανύποπτος και αισιόδοξος, πάει προς συνάντηση του Οδυσσέα. Παίρνει μαζί του και το Χρήστο Παλάσκα μια που και οι τρεις ήταν φίλοι στην αυλή του Αλή Πασά.

Εδώ στη «Δρακοσπηλιά» ο Οδυσσέας Ανδρούτσος δολοφονεί τους φίλους του Αλέξη και Χρήστο.

Οι μηχανογραφίες και η διχόνοια επικράτησαν.

Οι κοτζαμπάσηδες και οι καπεταναίοι, που ζήλευαν την αρχοντιά και την αίγλη του Αλέξη Νούτσου και φοβόντουσαν την παλληκαριά του Οδυσσέα Ανδρούτσου, τους ξεπάστρεψαν και τους δυό.

------------------------------------------------------------------

Επρασινίσαν τα κλαριά κι ελάλησεν ο κούκος

κι ο Αλέξης δεν εφάνηκε να βγει προς το Ζαγόρι,

να βάλει τούρκους ομπροστά και τους ρωμιούς του πίσω

και τον Κασίμη στο πλευρό ν’ ανάφτει το τσιμπούκι.

-Εσείς πουλιά αχ τα Γιάννενα κι αηδόνια αχ το Ζαγόρι

εσείς να μη λαλήσετε τούτο το καλοκαίρι

να πάτε προς τη Λιβαδιά, τη μαύρη την Αθήνα

να δείτε και να μάθετε γι’ αυτόν τον Κυρ’ Αλέξη.

- Εψές προψές τον είδαμαν στο χάνι της Βεντίστας

μαύρα πουλιά τον έτρωγαν κι άσπρα τον τριγυρίζαν

κι ένα πουλί, μαύρο πουλί, κάθεται και τον κλαίει:

-Να τώξερε η μάνα σου η δόλια σου γυναίκα

μην άλλαζαν την Πασχαλιά και τα φλουριά μη βάναν

------------------------------------------------------------------

(από το ημερολόγιο του 2002, του Πολιτιστικού Συλλόγου Καπεσόβου «Ο Αλέξης Νούτσος» με τίτλο «Συνέβη στο Καπέσοβο … και έγινε τραγούδι»


Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2009

Η δράση του Αλέξη Νούτσου κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Αλή Πασά.

Τον Αύγουστο του 1820 τα βασιλικά στρατεύματα φτάνουν στα Γιάννενα και ο Αλή Πασάς κλείνεται στο Κάστρο. Πολλοί Έλληνες και Τουρκοαλβανοί οπλαρχηγοί προσχωρούν στους βασιλικούς.

Αρχίζει η πολιορκία του Αλή. Στις 25 Αυγούστου καταστρέφεται το μεγαλύτερο μέρος της πόλης των Ιωαννίνων από βομβαρδισμούς του Αλή Πασά. Ο Αλέξης Νούτσος, Καπεσοβίτης, Γενικός Προεστώς Ζαγορίου, αγαπημένος και δεξί χέρι του Αλή Πασά, αρχίζει δράση και ακολουθεί τις οδηγίες της Φιλικής Εταιρείας.

Με τους φίλους του Αλβανούς οπλαρχηγούς Ταχήρ Αμπάζη και Άγο Βασιάρη δηλώνουν υποταγή στους Σουλτανικούς και περιμένουν.

Οι Σουλιώτες φτάνουν στα Γιάννενα και προσχωρούν στους Σουλτανικούς.

Το φθινόπωρο ο Αλέξης Νούτσος κινείται μεταξύ Ζαγορίου και Ζέλοβας (Βουνοπλαγιάς)

Προσπαθεί να κρατήσει ενωμένους τους Ζαγορίσιους οι οποίοι δέχονται απειλές από τον Ισμαήλ Πασά.

Οι εντολές της Φιλικής Εταιρείας συγκλίνουν στην παράταση της πολιορκίας του Αλή. Με τον Ισμαήλ Πασά γνωρίζονται από παλιά και γι’ αυτό αναλαμβάνει διαπραγματευτής μεταξύ Ισμαήλ και Αλή. Αναλαμβάνει ακόμη τροφοδότης των σουλτανικών στρατευμάτων.

Ο Νούτσος προσπαθεί να συνενώσει Έλληνες και Αλβανούς, πετυχαίνει την «Ελληνοαλβανική Συμμαχία», δηλαδή σύμπραξη Αλή Πασά, Αλβανών οπλαρχηγών, Ελλήνων και Σουλιωτών.

Είναι μια επιτυχία του Νούτσου στα πλαίσια των σχεδίων της Φιλικής Εταιρείας για διαιώνιση των εχθροπραξιών στην Ήπειρο ώστε να ξεκινήσει με καλύτερες προοπτικές η επανάσταση στην υπόλοιπη Ελλάδα.

Τον Ιανουάριο του 1821 η αντεπίθεση του Αλή αποτυχαίνει.

Ο Νούτσος φεύγει για την Ντοβρά με σκοπό τον έλεγχο των Ζαγορίσιων.

Παράλληλα φτάνει στη Μπάγια (σήμερα Κήποι) μέσω Τζοντήλας (σήμερα Δίκορφο) και ο Ισμαήλ Πασάς επικεφαλής βασιλικών στρατευμάτων.

Οι Ζαγορίσιοι όμως απ’ το φθινόπωρο, ύστερα από προπαγάνδα του Ισμαήλ, είχαν δηλώσει υποταγή στους Σουλτανικούς.

Ειδοποίησαν το Νούτσο να φύγει από το Ζαγόρι για να μην υποφέρει ο τόπος περισσότερα κακά.

Ο Αλέξης Νούτσος μετά από ατυχείς μάχες αποφασίζει να φύγει και φτάνει στο Σούλι για να ξεχειμωνιάσει.

Εβγήκε ο Νούτσος στη Ντοβρά να πιάσει το Ζαγόρι

με τ’ άλογό του παίζοντας Αγιώργης καβαλάρης.

Φέρνει τα γρόσια φόρτωμα και το φλουρί κεμέρι

να τα χαρίσει στους φτωχούς και στους καπεταναίους.

Τα λειβαδάκια πέρασε στη Βαγγελίστρα φτάνει

τους Ζαγορίσιους σύνταξε στο πέρα Σανισίνι.

Σ’ όρκο βαρύ τους έβαλε απάνω στο Βαγγέλιο

να του κρατήσουν φλάμπουρο μιντάνι να του φέρουν


Τρίτη, 4 Αυγούστου 2009

Μοιρολόϊ για τον Ιωαννούτσο Καραμεσίνη.

Ο Ιωαννούτσος Καραμεσίνης του Αλεξίου διετέλεσε Γενικός Προεστώς Ζαγορίου και Ιωαννίνων πριν τον ερχομό του Αλή Πασά και οπωσδήποτε απ’ το 1788, που εγκαθίσταται πασάς στα Γιάννενα ο Αλής, ως το 1798 που ο ίδιος δολοφονείται.

Ο Ιωαννούτσος Καραμεσίνης χαρακτηρίζεται απ’ το Μακρυγιάννη «Ρωμαίος Πασάς» και στην τοπική παράδοση «Ρωμιόπασας».

Ο Κ. Βαρζώκας στο βιβλίο του «Αλέξης Νούτσος, Γιάννενα 1971» γράφει για τον Ιωαννούτσο: «…έζησε πολλά χρόνια στην Κωνσταντινούπολη. Η τεράστια περιουσία του, η πολιτική του φρόνηση, η φιλανθρωπία του, η αρχοντιά του γενικά έμειναν ως σήμερα ζωντανά στην τοπική παράδοση…».

Ο Καπεσοβίτης άρχοντας μαζί με ισχυρούς Ζαγορίσιους και Γιαννιώτες, συνετέλεσε στον αποκεφαλισμό του Σουλεϊμάν Πασά κι αυτό δεν το συγχώρησε ποτε η πανούργα Σουλεϊμάν Πασίνα.

Παράλληλα ο Ιωαννούτσος πρωτοστάτησε και στην έκδοση φιρμανιού για τον διορισμό του Αλή στο πασαλίκι των Ιωαννίνων.

Τούτο αποτέλεσε ένα ακόμη λόγο μίσους κατά του Ιωαννούτσου, τόσο από τη Σουλεϊμάν Πασίνα, όσο και από τους Οθωμανούς Τούρκους που παραμερίστηκαν.

Τα Γιάννινα έχουν Πασά τον Αλή αλλά ένα μέρος της εξουσίας ανήκει στους Ζαγορίσιους και στους Αρβανίτες.

Οι Οθωμανοί Τούρκοι των Ιωαννίνων, τους οποίους ούτε ο Αλής συμπαθούσε, συσπειρώνονται γύρω από τη Σουλεϊμάν Πασίνα κι αποφασίζουν τη δολοφονία του Ιωαννούτσου.

Ένα βράδυ λοιπόν, φεύγοντας απ’ το αρχοντικό της Σουλεϊμάν Πασίνας, όπου ήταν καλεσμένος στους γάμους της κόρης της, δολοφονείται άγρια από πληρωμένους Τούρκους.

Ο Αλής, συντετριμμένος από το χαμό του αδερφοποιτού του Ιωαννόυτσου, μοιρολογεί πάνω στο κατακρεουργημένο σώμα του:

«Δε στώπα Νούτζο μ’ αδερφέ…..

Ο Αλής ορκίζεται παντοτινή αγάπη κι αφοσίωση στον Αλέξη Νούτσο τον οποίο έχει Γενικό Προεστό Ζαγορίου και Ιωαννίνων από το 1798 ως το 1820

Ψηλά στου Βίκου την κορφή καρσί απ’ το Βραδέτο

μια πέρδικα κατάμαυρη επικροκελαϊδούσε,

Δεν κελαϊδούσε σαν πουλί μόνο μοιρολογούσε.

Τιν’ το κακό που γίνηκε στο δόλιο το Ζαγόρι,

τον Προεστώτα σκότωσαν τον άρχοντα Γιαννούτσο.

«Δε στώπα Νούτσο μ’ αδερφέ να κάτσεις μετ’ εμένα.

Δε μ’ άκουσες κι εκίνησες στα Γιάννινα και επήγες

Να προσκυνήσεις τούρκισσα τη Σουλεϊμάν Πασίνα

κι αυτή για ευχαρίστηση σούκοψε το κεφάλι

και τωρριξε στα χώματα για να το φαν’ οι σκύλοι.

Ανάθεμά σε Πάσαινα και τρισανάθεμάσε

κι αυτόν τον Αληζότ αγά που πήρες στο πλευρό σου».

(Δημοσίευση: Κ. Βαρζώκα «Αλέξης Νούτσος» Γιάννινα, 1971.

ΠΗΓΗ: Ημερολόγιο 2002 του Πολιτιστικού Συλλόγου Καπεσόβου με θέμα «Συνέβη στο Καπέσοβο και έγινε τραγούδι»